Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Τα παιδία παίζει

                                            


      Μεσημέρι. Είμαι στην στάση και περιμένω το λεωφορείο. Κάθομαι στο παγκάκι και διαβάζω ένα βιβλίο. Ασυναίσθητα το ένα μου πόδι αρχίζει να κινείται πέρα-δώθε, σαν εκκρεμές. Πέρα-δώθε, πέρα-δώθε... Αφήνω λίγο το διάβασμα για να σκεφτώ: πώς ξεκίνησε να κουνιέται το πόδι μου; Δεν ήταν συνειδητή μου επιλογή, έγινε χωρίς να το καταλάβω. Συνεχίζει να κουνιέται, όμως, με άνεση και χωρίς να κουράζεται καθόλου. Όλη αυτή η κίνηση μου δημιουργεί ένα ευχάριστο συναίσθημα. Τι μου συμβαίνει;
     Ξαφνικά, συνειδητοποιώ πώς θα φαίνομαι σε κάποιον που με κοιτάζει από απέναντι. Αν ήμουν παιδί, όλη αυτή η κίνηση θα φαινόταν φυσιολογική. Αλλά έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε που ήμουν παιδί. Πόσο γελοία θα φαίνεται μια μεγάλη γυναίκα να κουνάει έτσι το πόδι της; Το επόμενο που μου μένει είναι να αρχίσω να περπατάω χοροπηδώντας στον δρόμο!
     Δυο περιστέρια προσγειώνονται στον δρόμο, μπροστά μου. Τα πόδια τους είναι κόκκινα, σχεδόν ίδιο χρώμα με το χρώμα του οδοστρώματος μπροστά στην στάση. Τι σύμπτωση! Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι είχαν πέσει κατά λάθος στον κουβά με την μπογιά, που είχε χρησιμοποιηθεί για να βαφτεί ο δρόμος. Ίσως αν συνέχιζαν να περπατάνε και στο άβαφτο μέρος του δρόμου, να άφηναν ακανόνιστες, μικρές, κόκκινες πατημασιές... Ωραία θα ήταν.
     Κι αν περπατάω χοροπηδώντας στον δρόμο τι πειράζει; Γιατί θα έπρεπε να θεωρείται γελοίο; Δεν έχουν οι ενήλικες δικαίωμα στη διασκέδαση; Ποιος είπε ότι το παιχνίδι πρέπει να τελειώνει μαζί με την παιδική ηλικία;
     Αν παρατηρήσουμε έναν γονιό να περπατάει κρατώντας από το χέρι το μικρό παιδί του, αμέσως θα διαπιστώσουμε διαφορά στον τρόπο που περπατάνε. Ο γονιός συνήθως περπατάει βαριεστημένα και "διεκπεραιωτικά", ενώ το παιδί περπατάει χαρούμενο, χοροπηδώντας και δηλώνοντας σε κάθε του βήμα τη χαρά της ζωής. Δηλαδή, μόνο τα παιδιά χαίρονται που ζουν;
     Δυστυχώς, έτσι φαίνεται. Η ζωή των ενηλίκων πνίγεται τόσο πολύ μέσα στις υποχρεώσεις, που καταντάει καταναγκαστικό έργο. Και να φανταστεί κανείς ότι η ζωή είναι ένα δώρο...
     Μόνο τα παιδιά, λοιπόν, φαίνονται να αναγνωρίζουν την αξία της ζωής, και όλη η ύπαρξή τους είναι δοσμένη στη ζωή. Τα παιδιά θα χορέψουν και θα τραγουδήσουν χωρίς να τα νοιάζει αν τα βλέπουν ή αν τα ακούν, θα υποδυθούν ρόλους χωρίς καμιά ντροπή, θα εκφράσουν δυνατά τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους, θα κοιτάξουν τον ήλιο κατάματα, θα ανοίξουν το στόμα τους για να πιουν την βροχή...
     Και εμείς τι κάνουμε;
     Κατ'αρχάς, καταπνίγουμε τον αυθορμητισμό μας. Απαγορεύεται να λέμε τα πράγματα όπως μας έρχονται στο μυαλό. Πρέπει όλα να διυλίζονται μέσα από τη λογική και τον καθωσπρεπισμό. Βλέπουμε έναν νεαρό με τα μαλλιά να πετάνε σαν λοφίο κόκορα; Προς Θεού, δεν το εκφράζουμε. Προσποιούμαστε τους αδιάφορους και αφήνουμε κάθε λογής κοκόρια, παγώνια και παραδείσια πτηνά να κυκλοφορούν ελεύθερα και ασχολίαστα.
     Στη συνέχεια, φυλακίζουμε τη φαντασία μας. Τι κι αν δούμε μια μικρόσωμη γυναίκα να κουβαλάει μια τεράστια τσάντα; Απαγορεύεται να σκεφτούμε ότι εκεί μέσα θα μπορούσε να χωρέσει μια μικρή χώρα με τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά της, επειδή κάτι τέτοιο αντίκειται στη λογική. Και δεν υπάρχουν ολόκληρα μικροβιακά σύμπαντα επάνω στο κεφάλι μιας καρφίτσας; Γιατί στο κεφάλι της καρφίτσας χωράνε τόσα πράγματα και σε μια τεράστια τσάντα δε χωράνε;
     Έπειτα, καταργούμε τις εναλλακτικές και εφαρμόζουμε έναν κώδικα ζωής βασισμένο στους μονόδρομους. Για να πάμε από το Α στο Β υπάρχει μόνο ένας δρόμος, όλοι οι άλλοι αποκλείονται, άσχετα αν είναι δοκιμασμένοι ή όχι. Αναρωτιέμαι αν θα είχε ανακαλυφθεί ποτέ η Αμερική με τέτοια νοοτροπία. Βέβαια, από την άλλη, πόσοι Ινδιάνοι θα είχαν ζήσει ευτυχισμένοι, αν είχε κυριαρχήσει η ιδέα του ενός και μοναδικού δρόμου!
     Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, θα πρέπει να πούμε ότι το δικαίωμα στην εναλλακτική σκέψη ακόμα το αναγνωρίζουμε στα παιδιά. Θα πρέπει όμως να το αναγνωρίσουμε και στους μεγάλους. Κι αυτό, επειδή η φαντασία είναι το πνευματικό μας οξυγόνο. Χωρίς αυτήν είναι σαν να ζούμε τη ζωή μας σε τόνους του γκρίζου. Και γιατί να περιορίζουμε χρωματικά τη ζωή μας, όταν μπορούμε να δούμε όλο το φάσμα του ουράνιου τόξου;
     Το λεωφορείο έφτασε επάνω στην ώρα που είχα δει δυο μαύρα περιστέρια να κάθονται προφίλ, το ένα πίσω από το άλλο επάνω σε μια πινακίδα, σαν να περίμεναν και εκείνα το λεωφορείο. Επιβιβάστηκα και ξεκινήσαμε.
     Και όταν κατέβηκα από το λεωφορείο για να πάω στο σπίτι μου, το ομολογώ, με το ζόρι κρατήθηκα να μην αρχίσω να χοροπηδάω!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To comment or not to comment? That is the question