Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Ιστορίες ευγενών


    
     Ο Άθως, ο Πόρθος και ο Άραμις ήταν ξαπλωμένοι ράθυμα στο γρασίδι. Χαλάρωναν ύστερα από το φαγητό τους και απολάμβαναν την ηρεμία του δρόμου. Ο δε Πόρθος είχε κλειστά και τα μάτια του, και ίσως να κοιμόταν.
     - Πολλή ησυχία, είπε ο Άθως ξαφνικά. Μέρες έχουμε να δούμε τόση ησυχία.
     - Και τι σημαίνει αυτό; ρώτησε ο Πόρθος, που άνοιξε τα μάτια του αποδεικνύοντας ότι τελικά δεν κοιμόταν.
     - Δεν ξέρω, πάντως είναι υπερβολική, δε νομίζεις;
     - Ίσα-ίσα, που εγώ την απολαμβάνω, είπε ο Πόρθος και χασμουρήθηκε ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του.
     - Νυστάξαμε, βλέπω, είπε ο Άραμις. Αυτό το κότσι που έφαγες μάλλον σου έπεσε βαρύ.
     - Κάθε άλλο, είπε ο Πόρθος και γλείφτηκε.
     Τα χείλη του είχαν ακόμα τη γεύση από το κότσι.
     - Εσύ κοίτα να βάλεις κανένα γραμμάριο επάνω σου, είπε στον Άραμις και ξαναέκλεισε τα μάτια του.
     - Πότε θα έρθει αυτός ο τύπος; ρώτησε ο Άραμις τον Άθω. Τι σου είπε ο κύριος ντε Τρεβίλ;
     - Δε μου έδωσε ακριβή ημερομηνία, μου είπε όμως ότι τον περιμένουμε από μέρα σε μέρα.
     - Πώς είπες ότι λέγεται;
     - Ντ'Αρτανιάν.
     - Και είναι καλός;
     - Έτσι λένε. Ο κύριος ντε Τρεβίλ πιστεύει ότι θα μας βοηθήσει πολύ στο έργο μας.
     Η καμπάνα του καθεδρικού ναού που ήταν εκεί πιο πέρα σήμανε εφτά η ώρα. Σε μια ώρα νύχτωνε.
     - Εφτά η ώρα, είπε ο Άθως.
     Ο Άραμις τεντώθηκε.
     - Καιρός να ξεσκουριάσουμε, είπε. Προς τα πού λες να πάμε;
     - Δεν ξέρω.
     - Ε, υπναρά, σήκω! είπαν και οι δύο με ένα στόμα στον Πόρθο, που δεν έδειχνε την παραμικρή επιθυμία να αφήσει τη θέση του.
     - Θα σε καρφώσω στον ντε Τρεβίλ, είπε ο Άθως περιπαιχτικά.
     - Και τότε και εγώ θα του πω για τα τρία εξώγαμά σου, απάντησε εκείνος. Ή μήπως δε μετράνε επειδή η μητέρα τους είναι ταπεινής καταγωγής;
     - Εγώ φταίω που σου το είπα, είπε ο Άθως και σοβάρεψε.
     - Σε πειράζω, του είπε ο Πόρθος. Ξεχνάς το σύνθημά μας; "Ένας για όλους και όλοι για έναν". Τα δικά σου εξώγαμα είναι και δικά μου, είπε και του έκλεισε το μάτι.
     - Σας μυρίζει κάτι; ρώτησε ο Άραμις.
     - Κάποιος έρχεται, είπε ο Πόρθος και πετάχτηκε σαν αίλουρος επάνω.
     - Ποιος να είναι;
     - Λέτε να είναι ο Ντ'Αρτανιάν;
     - Θα το διαπιστώσουμε τώρα αμέσως, είπε ο Πόρθος και έτρεξε προς τον νεοφερμένο, που ερχόταν από την στροφή του δρόμου πιο πέρα.
     - Ένας για όλους και όλοι για έναν! φώναξε ο Άθως και έτρεξε ξοπίσω του.
     - Ένας για όλους και όλοι για έναν! φώναξε και ο Άραμις και ακολούθησε τον Άθω, που έτρεχε ξοπίσω από τον Πόρθο.
     - Δείξε μας τι αξίζεις! φώναξε ο Πόρθος και ρίχτηκε επάνω στον νεοφερμένο.
     Εκείνος, έκπληκτος με την υποδοχή, δεν έκανε τίποτα. Προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά ήταν εμφανώς άπειρος και το μόνο που κατάφερε ήταν να γρατζουνίσει λίγο το δεξί αυτί του Πόρθου.
     - Σκύλε, θα πεθάνεις! φώναξε ο Πόρθος, επειδή η γρατζουνιά πόνεσε.
     Όρμησε επάνω του λυσσασμένα και προτού περάσει μισό λεπτό, ο ξένος δεν ήξερε από πού να φύγει. Ο Πόρθος τον χτυπούσε από παντού. Μάταια ο ξένος προσπαθούσε να προστατευτεί.
     - Πόρθε! φώναξε ο Άραμις. Μην τον σκοτώσεις! Αν τον σκοτώσεις σε μονομαχία θα σε βάλουν στη φυλακή και ούτε ο κύριος ντε Τρεβίλ, ούτε καν ο ίδιος ο Ρισελιέ δε θα μπορεί να σε βγάλει από εκεί. Ξεχνάς ότι οι μονομαχίες απαγορεύτηκαν με βασιλικό διάταγμα;
     Ο Άραμις είχε δίκιο. Ο Πόρθος κοντοστάθηκε και ο ξένος εκμεταλλεύτηκε αυτήν την ολιγωρία για να το σκάσει προς την κατεύθυνση από την οποία είχε έρθει.
     - Άσ'τον, είπε στον Άθω που έκανε να τον κυνηγήσει.
     - Κι αν είναι αυτός ο Ντ'Αρτανιάν;
     - Σιγά μην είναι ο Ντ'Αρτανιάν! Αλλά και να ήταν, αν είναι τέτοιος χέστης τι δουλειά έχει μαζί μας; Ας φύγει καλύτερα. Κι αν μας ρωτήσει ο ντε Τρεβίλ, θα πούμε ότι ποτέ δεν ήρθε.
     Οι τρεις σωματοσκύλακες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με κατανόηση.
     - Δεν μπορεί να είναι αυτός ο Ντ'Αρτανιάν, είπε ο Άθως. Πού είναι οι καταπληκτικές του ικανότητες; Αυτός δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του! Θα μπορούσε να μας βοηθήσει σε περίπτωση που κινδυνεύαμε εμείς;
     Οι άλλοι δυο συμφώνησαν ότι δεν θα μπορούσε.
     Οι σκιές μάκραιναν, ο ήλιος χαμήλωνε στον ορίζοντα... Το καμπαναριό του καθεδρικού είχε πάρει ένα πορτοκαλί χρώμα.
     - Πάει άλλη μια μέρα! είπε ονειροπόλα ο Άραμις.
     - Πάμε καμιά βόλτα; πρότεινε ο Άθως. Δεν νομίζω να έρθει τέτοια ώρα ο Ντ'Αρτανιάν.
     - Και δεν πάμε; Έχεις να προτείνεις τίποτα καλό;
     - Πώς δεν έχω... Στον πύργο του Καρδινάλιου έχει έρθει μια νέα σκυλίτσα, μπουκιά και συχώριο.
     - Δικιά μου! είπε ο Πόρθος.
     - Εγώ την είδα πρώτος!
     - Καλά, ας διαλέξει εκείνη!
     - Αφήστε τους τσακωμούς και πάμε, είπε ο Άθως. Μπορεί στη διαδρομή να συναντήσουμε και τον Ντ'Αρτανιάν, ποιος ξέρει;
     - Αν μου τη βουτήξει ο Ντ'Αρτανιάν, θα σφαχτούμε, το λέω! είπε ο Άραμις.
     - Καλά, κάτσε πρώτα να εμφανιστεί και ύστερα τον σφάζεις.
     Οι τρεις σωματοσκύλακες πήραν τον δρόμο που οδηγούσε στον πύργο του καρδινάλιου Ρισελιέ. Καθώς περπατούσαν στο σούρουπο, ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν έμοιαζαν πια με τρεις σκύλους, αλλά με έναν τεράστιο σκύλο χωρισμένο στα τρία, έναν σκύλο με τρία κεφάλια, δώδεκα πόδια και τρεις ουρές. Και όταν έπεσε το σκοτάδι, το φεγγάρι που ανέβηκε στον ουρανό τούς βρήκε και τους τρεις καθισμένους δίπλα-δίπλα, με τα τρία ζευγάρια μάτια τους να γυαλίζουν σαν μαργαριτάρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To comment or not to comment? That is the question