Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Άνευ αντικειμένου




     Άλλη μια ωραία, καθημερινή μέρα. Ξυπνάς πρωί-πρωί, σηκώνεσαι, ετοιμάζεσαι γρήγορα και φεύγεις από το σπίτι σχεδόν τρέχοντας. Πάλι άργησες να φύγεις, αλλά θα το αναπληρώσεις τρέχοντας σαν την αστραπή. Και δωσ'του να χτυπάνε τα πόδια σου στην άσφαλτο, κάνοντας πλατς! πλατς!, καθώς από φόβο μη σου βγει κανένα παπούτσι, αναγκάζεσαι να διατηρείς μια μέτρια ταχύτητα και να πατάς όλη την πατούσα στο οδόστρωμα.
     - Δε φοράς τα κατάλληλα παπούτσια για τρέξιμο! σου φωνάζουν τα πόδια σου, καθώς χτυπιούνται εναλλάξ στην άσφαλτο. Αλλά εσύ προσποιείσαι ότι κουφάθηκες. Και συνεχίζεις να τρέχεις. Ευτυχώς που είναι κατηφόρα.
     - Η κατηφόρα επιβαρύνει τα γόνατα! σου φωνάζουν τα γόνατά σου. Να μας καταστρέψεις θέλεις; Δεν είσαι πια παιδάκι. Αλλά εσύ συνεχίζεις. Είπαμε, έχεις αργήσει.
     Περνάς τρέχοντας τους δρόμους, τον έναν μετά τον άλλον. Ευτυχώς, είναι ακόμα πολύ πρωί και η κίνηση δεν είναι πολύ έντονη. Τα σπίτια είναι κλειστά τα περισσότερα. Κάποιες πόρτες γκαράζ ανοίγουν, και κάποια αυτοκίνητα ξεπροβάλλουν από μέσα. Τα πουλιά στα δέντρα ξεκινούν, δειλά-δειλά, το πρωινό τους τραγούδι. Κουράγιο, όπου να'ναι φτάνεις.
     Στο βάθος φαίνεται ο σταθμός του μετρό. Κοιτάς το ρολόι σου, προλαβαίνεις. Ηρεμείς λίγο, κόβεις ταχύτητα, αλλά δεν εφησυχάζεις. Πρέπει να φτάσεις στην αποβάθρα εγκαίρως.
     Φτάνεις στην είσοδο του σταθμού και με γρήγορο βήμα μπαίνεις μέσα. Αρχίζεις να κατεβαίνεις τις κυλιόμενες σκάλες. Μπροστά σου μια κινούμενη ανθρώπινη νησίδα. Κοινώς, ένας από αυτούς τους τύπους που στέκονται και μπλοκάρουν με τον όγκο τους τη διέλευση των υπολοίπων. Αναγκαστικά σταματάς, και περιμένεις με αγωνία να φτάσετε στη βάση της σκάλας. Κοιτάς το ρολόι σου. Πρέπει να βιαστείς, όπου να'ναι θα φτάσει ο συρμός.
     Επιτέλους, φτάνετε κάτω. Προσπερνάς βιαστικά την ανθρώπινη νησίδα και προσπαθείς να τρέξεις. Αλλά κάτι περίεργο συμβαίνει. Δεν μπορείς να επιταχύνεις. Κάθε σου βήμα θαρρείς και σε αφήνει εκεί που ήσουν. Αχ, αυτά τα γυαλιστερά πατώματα!
     Δε γίνεται, σκέφτεσαι, πώς θα τρέξω;
     - Χρειάζεσαι πατίνια, όχι παπούτσια! φωνάζουν και τα δυο παπούτσια σου μαζί. Αυτή τη φορά τα ακούς, δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς. Περιορίζεσαι να περπατάς, όσο πιο γρήγορα γίνεται και, αργά και μεθοδικά, γλιστράς προς τις επόμενες σκάλες.
     Ξαφνικά, ακούς έναν ήχο: έρχεται ο συρμός! Πρέπει να βιαστείς! Έλα, μερικά βήματα ακόμη και θα βρεθείς στο βασίλειο του αγυάλιστου πατώματος, εκεί όπου δεν χρειάζεται να ξέρεις πατινάζ. Βιάσου!
     Πλησιάζεις στην κορυφή της σκάλας, ενώ ο συρμός ακούγεται να ξεφυσάει καθώς έχει μόλις σταματήσει και ανοίγει τις πόρτες του. Πατάς το πόδι σου στο πρώτο σκαλί. Τρέξε! Τρέξε! Ωχ! Ωχ! φωνάζουν τα πόδια σου, μαζί με τα γόνατά σου. Πιιιιιιιιιιιιιπ! ακούγεται από το συρμό.
     Τέσσερα σκαλιά ακόμα, τρία, δύο, ένα... μερικά μέτρα....φσσσσσττττ! και οι πόρτες κλείνουν. Ο συρμός απομακρύνεται αργά και με μεγαλοπρέπεια, σαν κύκνος μέσα σε λίμνη. Κοιτάς τον πίνακα. Επόμενος συρμός σε 8 λεπτά.
     Μένεις στη θέση σου, σαν δρομέας που έχασε τη νίκη επάνω στο νήμα. Και το μόνο που μπορείς να σκεφτείς είναι: τσάμπα το τρέξιμο!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To comment or not to comment? That is the question