Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Walk like an Egyptian


      Περπατάς στον δρόμο. Βιάζεσαι να πας στη δουλειά σου. Το πεζοδρόμιο στενό. Με το ζόρι στριμώχνονται τα δεντράκια και μοιράζονται με τον πεζό τη μοναδική πλάκα του πεζοδρομίου. Αναγκαστικά, για να χωρέσεις και να διατηρήσεις την ταχύτητά σου χωρίς να χτυπήσεις, απλώνεις το ένα χέρι μπροστά, κρατάς το άλλο προς τα πίσω και γυρνάς και λίγο στο πλάι. Walk like an Egyptian.
     - Δεν είναι κατάσταση αυτή, σκέφτεσαι. Δε γίνεται να περπατάω με το πλάι. Ας κατέβω στον δρόμο.
     Ο δρόμος επίσης στενός, και επιπλέον "στρωμένος" κατά το ήμισυ με παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Για να περπατήσεις, ουσιαστικά περπατάς στη μέση του δρόμου. Ευτυχώς που είναι πρωί και δεν έχει πολλή κίνηση. Όμως, να'το που ξεπροβάλλει ένα αυτοκίνητο, με σαφή πρόθεση να έρθει εναντίον σου. Με μικρή ταχύτητα, βέβαια, αλλά σε πλησιάζει. Τι να κάνεις; Κολλάς όσο γίνεται στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, γυρνάς λίγο στο πλάι, το ένα χέρι μπροστά, το άλλο πίσω... Walk like an Egyptian.
     Μπαίνεις στον σταθμό του μετρό. Επιτέλους, έφτασες. Πας να κατέβεις με τις κυλιόμενες και, επειδή βιάζεσαι, παίρνεις την αριστερή "λωρίδα", αυτή των βιαστικών. Έλα, όμως, που πάντα πιο μπροστά βρίσκεται είτε ένας πολύ χοντρός άνθρωπος που κλείνει τη δίοδο, είτε ένας πολύ αδύνατος που όμως έχει στηθεί στη μέση, σχεδόν ισαπέχοντας από τις κουπαστές, ίσως νιώθοντας ότι αν πλησιάσει πολύ στην κουπαστή θα σπάσει η φούσκα μέσα στην οποία συντηρεί την εμφανή αναισθησία του.
     Αν δεν είναι ένας, μπορεί να είναι δύο, οι οποίοι βρίσκουν στις κυλιόμενες σκάλες του μετρό τον ιδανικό χώρο για προβληματισμό και συζήτηση, ή μπορεί να είναι ένας με μια βαλίτσα, που για να μην αισθάνεται μόνη πρέπει να τη βάλει δίπλα του και όχι μπροστά του. Υπάρχουν, γενικά, διάφορα εμπόδια στο χώρο των κυλιόμενων του μετρό. Εσύ, όμως, βιάζεσαι. Δεν είσαι διατεθειμένος να αφήσεις τίποτα να σε εμποδίσει να προλάβεις το συρμό, που ακούγεται να πλησιάζει. Στριμώχνεσαι στην αριστερή πλευρά της σκάλας, και σιγά-σιγά, γυρνάς ελαφρά στο πλάι, το ένα χέρι μπροστά, το άλλο πίσω, έλα, τώρα το έμαθες: walk like an Egyptian.
     Φτάνεις στην αποβάθρα. Φτάνει ο συρμός. Ευτυχώς, πρόλαβες. Αλλά είναι γεμάτος κόσμο. Και τώρα, πώς θα μπεις που είναι μερικοί που έχουν βιδωθεί στη θέση τους και δε λένε να μετακινηθούν, προσπαθώντας να διατηρήσουν το βαγόνι μισοάδειο γύρω από αυτούς; No problem, ξέρεις: γυρνάς στο πλάι, χέρι μπρος, χέρι πίσω, walk like an Egyptian.
     Τα κατάφερες. Επί δέκα λεπτά στηρίζεις και στηρίζεσαι, σπρώχνεις και σπρώχνεσαι, ανταλλάσσεις και μερικά βλέμματα. Φτάνεις στον προορισμό σου. Πρέπει να βγεις. Έλα, όμως, που οι απέξω έχουν βιδωθεί μπροστά στην πόρτα, περιμένοντας να εξαφανιστούν από μόνοι τους οι απομέσα για να μπουν εκείνοι! Έλα, όλοι μαζί: γυρνάμε στο πλάι, χέρι μπρος, χέρι πίσω, ο ένας πίσω από τον άλλον, ανάμεσα από τους απέξω: Walk like an Egyptian, walk like an Egyptian, walk like an Egyptian!
     Καταφέρνεις, με τα χίλια ζόρια, να βγεις από το συρμό, να βγεις από τον σταθμό, να φτάσεις στη δουλειά σου. Και τότε το σκέφτεσαι: Να δεις που, τελικά, όλο αυτό το Αιγυπτιακό θα μου αφήσει κανένα κουσούρι!

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Λαθραία βόλτα


     Το φεγγάρι ξεφύσησε βαριεστημένο.
     - Τι βαρεμάρα! είπε και χασμουρήθηκε.
     Άλλη μια νύχτα ξεκινούσε. Άλλη μια βόλτα στον σκοτεινό ουρανό, να γυρνάει γύρω από τη γη, μέχρι να έρθει ο ήλιος και να πάρει τα ηνία. Δεν είχε διαλέξει σωστά. "Εύκολη δουλειά, χωρίς πολλές απαιτήσεις", του είχαν πει. "Τη νύχτα ο περισσότερος κόσμος κοιμάται. Ούτε χρειάζεται να προσπαθείς να φωτίσεις περισσότερο, ούτε τίποτα. Ενώ τη μέρα γίνεται χαμός."
     - Εντάξει, είχε πει, επιπόλαια, όπως αποδείχτηκε.
     Και ανέλαβε εκείνο τη νυχτερινή βάρδια και ο ήλιος την ημερήσια. Όμως, τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, δεν είχε διαλέξει και τόσο σωστά. Τη μέρα υπήρχε περισσότερο ενδιαφέρον. Το βράδυ ήταν όλα σκοτεινά και δεν έβλεπες σχεδόν τίποτα. Όλα είχαν σχεδόν το ίδιο χρώμα: σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο. Με λίγο κοκκινωπό, σκούρο μωβ στο βάθος του ορίζοντα. Ενώ τη μέρα...
     Είχε ακούσει ότι τη μέρα τα πάντα ξυπνούσαν και ότι η μέρα είχε πολύ περισσότερη φασαρία από τη νύχτα. Τα χρώματα, επίσης, ήταν πολύ περισσότερα. Πόσο θα ήθελε να δει τα χρώματα της ημέρας!
     Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, είχε ήδη επιχειρήσει να επισκεφτεί τη γη τη μέρα, αλλά είχε γίνει αντιληπτό από τους ουρανοφρουρούς και το είχαν επιπλήξει βαρύτατα. Αυτοί οι ουρανοφρουροί ήταν πολύ αυστηροί. Δεν την χάριζαν σε κανέναν. Αφού ένα αστέρι από τον αστερισμό του Τοξότη, που ξεχάστηκε ύστερα από επίσκεψη και βρέθηκε ανάμεσα στα αστέρια της Ανδρομέδας, τιμωρήθηκε με πρόστιμο και μηνιαία στέρηση των ουράνιων μετακινήσεων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, στο τέλος του μήνα, το εξόρισαν στον αστερισμό της μικρής Άρκτου, να κάνει αέρα στον Πολικό αστέρα!
     Όμως, όταν το φεγγάρι βάλει κάτι στο μυαλό του, δεν σταματάει μέχρι να το καταφέρει. Και αυτήν τη νύχτα, πρόσεξε κάτι ενδιαφέρον: ο ουρανός ήταν καλυμμένος με σύννεφα.
     - Το βρήκα! αναφώνησε όλο χαρά και έκανε τα νερά κάτω στη θάλασσα να χορεύουν. Θα περιμένω το πρωί και μόλις έρθει, θα κρυφτώ ανάμεσα στα σύννεφα και θα τα δω όλα, χωρίς εμένα να με δει κανένας.
     Με αυτές τις σκέψεις, το φεγγάρι συνέχισε τη μοναχική του βόλτα στον σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο ουρανό. Είδε τους φωτισμένους δρόμους, τα φανάρια, τα φώτα των αυτοκινήτων, τις φωτεινές επιγραφές των κέντρων διασκέδασης. Είδε τις νυχτερίδες, τις κουκουβάγιες, είδε τις νυχτοπεταλούδες. Μύρισε τα νυχτολούλουδα. Όλα εντάξει.
     Ένιωσε μεγάλη ταραχή καθώς περίμενε να έρθει η ώρα της επιχείρησης, αλλά όλα φαίνονταν να πηγαίνουν ρολόι. Στο βάθος, άρχισε να χαράζει η αυγή. Τα χρώματα του ουρανού πολλαπλασιάστηκαν. Γαλάζιο, ροζ και κίτρινο ανοιχτό, και άσπρο από τα σύννεφα, που έκαναν τη βόλτα τους αργά και νωχελικά, σφιχταγκαλιασμένα μεταξύ τους, καθώς ήταν όλα αδέρφια, παιδιά του ήλιου και της θάλασσας.
     - Ή τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε το φεγγάρι και κρύφτηκε ανάμεσα στα σύννεφα.
     Τακτοποιήθηκε όσο πιο καλά μπορούσε και περίμενε να δει πώς ήταν η γη τη μέρα. Και είδε το φως να αλλάζει συνέχεια και είδε τους ανθρώπους που ξυπνούσαν και άκουσε τα πουλιά που κελαηδούσαν και είδε ότι το χρώμα της θάλασσας άλλαζε επίσης και από το θαυμασμό του έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
     - Τι έχανα τόσον καιρό, που δεν το τολμούσα! έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Σύννεφα, αδέρφια μου, μη με προδώσετε, σας παρακαλώ. Μείνετε εδώ, γύρω μου, και σφιχταγκαλιαστείτε. Κανένας δε θέλω να με δει.
     Κι όμως, αυτή του η επιθυμία διόλου δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς το είδε ένα παιδί. Και το παιδί όχι μόνο το είδε, αλλά πρόλαβε και το έβγαλε και φωτογραφία το φεγγάρι. Και τώρα τι να κάνει το καλό μας το φεγγάρι, που άμα το συλλάβουν οι ουρανοφρουροί, η φωτογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πειστήριο στο δικαστήριο;

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Μονομαχίες


    
     Οι πρώτες βροχές του φθινοπώρου ήρθαν. Και ήρθε και η πρωινή δροσιά, και η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, και το χρώμα του πρωινού έγινε πιο σκοτεινό και οι μέρες μίκρυναν και συνεχίζουν να μικραίνουν... Σε λίγο το καλοκαίρι θα γίνει μια ανάμνηση.
     Μου αρέσει και το φθινόπωρο, ιδιαίτερα στην αρχή του. Πάντα μου άρεσε, κυρίως επειδή θα άνοιγε το σχολείο και θα έβλεπα τους φίλους μου ύστερα από ένα ολόκληρο καλοκαίρι ανεμελιάς και παιχνιδιών στον δρόμο. Πού αυτό το συναίσθημα τώρα πια... Τώρα αυτό που μου λείπει είναι το καλοκαίρι της ανεμελιάς. Η άδεια ίσα που φτάνει για να αρχίσεις να χαλαρώνεις και πάνω εκεί, τσουπ, πρέπει να γυρίσεις στη δουλειά. Ευλογημένα χρόνια της παιδικής ηλικίας!
     Τα περισσότερα παιδικά καλοκαίρια μου τα πέρασα στο σπίτι μου, υπήρξαν όμως και δύο που τα πέρασα στο χωριό της μαμάς μου. Χωράφια ατελείωτα, απόλυτη ελευθερία, πρόβατα, κότες, σκύλοι, γάτες, γαϊδούρια, απουσία τρεχούμενου νερού και ηλεκτρικού ρεύματος, βράδια χρωματισμένα από το αχνό, τρεμουλιαστό φως μιας μικρής λάμπας οινοπνεύματος, ένας ουρανός διάτρητος από αστέρια, βραδυνοί ήχοι από τριζόνια, μεσημεριανοί ήχοι από τζιτζίκια, κρύο το βράδυ, ζέστη τη μέρα, ο φούρνος με τα ξύλα, το ζυμωτό ψωμί, το πικάντικο τυρί του παππού, ο φροντισμένος κήπος της γιαγιάς...
     Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε! Το χωριό δεν είναι το ίδιο, φυσικά. Ο παππούς και η γιαγιά πια δεν υπάρχουν, ούτε το παλιό πλινθόκτιστο σπίτι. Κανείς δεν έχει μείνει να το φροντίζει. Μόνο τα αστέρια συνεχίζουν να είναι το ίδιο πολλά. Και ίσως και τα τριζόνια το βράδυ.
     Είναι ένα φθινοπωρινό μεσημέρι. Περπατάω κοντά στο μετρό. Θέλω να πάω να ψωνίσω και περπατάω βιαστικά. Οι σκέψεις μου, σκέψεις καθημερινές, οι δουλειές που έχω να κάνω σήμερα, αύριο, μεθαύριο... Να μην καθυστερήσω, σκέφτομαι, να προλάβω και το λεωφορείο.
     Και ξαφνικά, εκεί που περπατάω, δέχομαι το πρώτο χτύπημα: μια συκιά γεμίζει τον αέρα με την ιδιαίτερη μυρωδιά της. Και αμέσως μετά, το δεύτερο: μυρωδιά ξερών χόρτων.
     Προτού καλά-καλά το συνειδητοποιήσω, μεταφέρομαι με τη χρονοκάψουλα της μνήμης χιλιόμετρα μακριά. Μεταφέρομαι ξανά στο χωριό της μαμάς. Τα πόδια μου δεν πατάνε πια την σκονισμένη άσφαλτο, πατάνε τα ξερά χόρτα του χωραφιού του παππού. Να και η συκιά, όπου ο παππούς είχε φτιάξει γύρω-γύρω ένα ξύλινο παγκάκι και καθόμασταν το μεσημέρι. Δεν υπάρχει πια αυτή η συκιά. Όμως εγώ νιώθω σα να είναι εκεί, δίπλα μου. Η συκιά, μαζί με το παιδικό μου καλοκαίρι.
     Πόσο δυνατή αλλά υποτιμημένη είναι, τελικά, η όσφρηση! Το ίδιο νοητικό ταξίδι θα ήταν απείρως δυσκολότερο, αν το επιχειρούσα δια της όρασης ή δια της ακοής. Βλέποντας μια φωτογραφία ή ακούγοντας, για παράδειγμα, μαγνητοφωνημένους ήχους από το χωριό, θα μπορούσα να φανταστώ ότι είμαι εκεί, όμως μέσω της όσφρησης η μετάβαση ήταν αμεσότερη και περισσότερο βιωματική.
     Μου προκαλεί έκπληξη η συνειδητοποίηση ότι, τελικά, οι μυρωδιές που μου φέρνουν στο μυαλό το καλοκαίρι είναι η μυρωδιά της συκιάς και των ξερών χόρτων, αντί για την τόσο αγαπημένη μυρωδιά της θάλασσας. Τα καλοκαιρινά, παιδικά μου, θαλασσινά μπάνια τα έχω συνδέσει με τη μυρωδιά του βραστού αυγού, που μας έδινε να φάμε η μαμά μας μετά το μπάνιο. Άβυσος ο εγκέφαλος του ανθρώπου!
     Και, έτσι όπως ένιωσα ότι είναι καλοκαίρι, ξαφνικά, μέσα στο φθινόπωρο, μοιάζει λες και οι δύο εποχές μονομαχούν μέχρις εσχάτων για την κυριαρχία στο χώρο. Προς το παρόν, το καλοκαίρι με μερικές επιδέξιες κινήσεις του σπαθιού, ανάγκασε το φθινόπωρο να υποχωρήσει και να κρυφτεί. Όμως, το φθινόπωρο είναι ξεροκέφαλο, δεν εγκαταλείπει τον αγώνα. Στο επόμενο τετράγωνο οι μυρωδιές αντικαθίστανται από τη μυρωδιά της ασφάλτου και των εξατμίσεων των αυτοκινήτων. Επανέρχομαι στο εδώ και τώρα. Μαγεία ήταν και πέρασε.

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Μαγική επιδιόρθωση


      Βαρέθηκα. Βαρέθηκα τα πρωινά, που πρέπει να σηκώνεσαι και να παίρνεις τους δρόμους, αντί να κοιμάσαι στο κρεβατάκι σου, ή να παίρνεις το πρωινό σου σαν άνθρωπος. Βαρέθηκα τον κόσμο, όλους αυτούς τους άξεστους που συναντάς στο μετρό, στα λεωφορεία, στον δρόμο, στη δουλειά. Βαρέθηκα όλους αυτούς τους τύπους που σου χαμογελάνε, σου χτυπάνε φιλικά την πλάτη και το αμέσως επόμενο λεπτό έχουν ήδη βγάλει το μαχαίρι και το ακονίζουν για να σε μαχαιρώσουν πισώπλατα. Βαρέθηκα όλους αυτούς που σου μιλάνε από υποχρέωση, αντί να μη σου μιλάνε καθόλου. Βαρέθηκα όλους αυτούς που νομίζουν ότι είναι πιο έξυπνοι από τους άλλους, ενώ στην πραγματικότητα η ευφυϊα τους δεν ξεπερνά αυτήν του μέσου όρου. Βαρέθηκα όλους αυτούς που είναι γεμάτοι αγκάθια, πιστοί στο απόφθεγμα ότι "η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση". Βαρέθηκα όλους αυτούς που δεν ξέρουν τι θέλουν. Βαρέθηκα όλους αυτούς που τα θέλουν όλα. Βαρέθηκα όλους εκείνους που σου κλέβουν μέχρι και τον αέρα που αναπνέεις.
     Βαρέθηκα να πρέπει να αποδεικνύω συνέχεια ότι δεν είμαι ελέφαντας, ενώ είναι πασιφανές ότι ούτε μεγάλα αυτιά έχω, ούτε προβοσκίδα. Βαρέθηκα να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα να βλέπω τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα τις κολακείες και τα κουτσομπολιά. Βαρέθηκα τις λυκοφιλίες και τα βλέμματα που δε συμφωνούν με τα λόγια. Βαρέθηκα τα χαμόγελα και τα χαζόγελα. Βαρέθηκα να σκέφτομαι τους άλλους. Βαρέθηκα να μη με σκέφτεται κανένας. Βαρέθηκα να είμαι έρμαιο στα τερτίπια του καθενός και να αναγκάζομαι να κάνω τον καραγκιόζη, αναζητώντας μια προ πολλού χαμένη ισορροπία.
     Μια απ'αυτές τις μέρες, όμως, μια απ'αυτές τις μέρες, θα τεντώσω το δάχτυλο προς το μέρος τους και θα πω το μαγικό μου ξόρκι. Και τότε θα δουν όλοι: χαστούκια απανωτά θα πέσουν και στα δυο τους τα μάγουλα, το σώμα τους ολόκληρο θα εκτιναχτεί στον αέρα και θα χτυπήσει με δύναμη επάνω σε τοίχους, βράχια και κοτρώνες, λέξεις που δεν ακούστηκαν ποτέ πριν θα απευθυνθούν σε αυτούς δημόσια, θα εξευτελιστούν, θα διαπομπευτούν, θα μαστιγωθούν και πάραυτα θα διωχθούν στο πυρ το εξώτερο! Η οργή μου θα πέσει επάνω τους σαν πύρινη λαίλαπα. Ο ουρανός θα μαυρίσει πάνω από τα κεφάλια τους και αστραπές θα τους σφραγίσουν σαν άλογα ιπποφορβείου. Και αφού τιμωρηθούν όλοι με τον τρόπο που τους αξίζει, η γαλήνη θα με κυριέψει.
     Είναι μεγάλος ο πειρασμός να χρησιμοποιήσω το ξόρκι. Το νιώθω να μου γαργαλάει τη γλώσσα. Με το ζόρι το κρατάω. Αν ανοίξω το στόμα μου ίσως κιόλας μου ξεφύγει. Και το αστείο είναι ότι κανείς τους δεν γνωρίζει την ύπαρξή του, εκτός από εμένα. Τι να κάνω; Ας το κρατήσω σε αναμονή προς το παρόν. Έτσι κι αλλιώς, η δυνατότητα να καταστρέψω τον κόσμο είναι πάντα στα χέρια μου.
     Πόσο τυχερός, λοιπόν, είναι ο κόσμος, που είμαι τόσο καλός άνθρωπος! Τυχερός κι ας μην το ξέρει. Καληνύχτα, τυχερούλη!