Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Βιογραφικό σημείωμα

  

      - Ουά! έκλαψε ο νέος χρόνος τον Ιανουάριο, όταν γεννήθηκε.
     - Τι χαριτωμένο! είπαν όλοι.
     Οι μοίρες μαζεύτηκαν γύρω από την κούνια του για να το μοιράνουν.
     - Να'ναι γερό και καλότυχο, είπαν και οι τρεις.
     - Αγκού! είπε ο νεογέννητος χρόνος.
     Ήταν πράγματι ένα πανέμορφο μωρό, στρουμπουλό και ροδαλό. Και ήταν και πολύ χαμογελαστό. Χαμογελούσε και φώτιζε το προσωπάκι του. Και κάτω στη γη είχε καλοκαιρία και όλοι μιλούσαν για τις υπέροχες αλκυονίδες μέρες...
     Πολύ σύντομα, ο νέος χρόνος άρχισε να μπουσουλάει και κατά το Μάρτιο άρχισε να κάνει τα πρώτα του βήματα. Όμως ήταν ακόμα αδέξιος και, πότε έπεφτε κατά λάθος επάνω στον κουβά με το χιόνι και τον αναποδογύριζε, με αποτέλεσμα να χιονίζει ξαφνικά στη γη, πότε έπεφτε επάνω στη σακούλα με τους ανέμους, με αποτέλεσμα να ανοίγει η σακούλα και οι άνεμοι να το σκάνε και άντε να τους μαζέψεις...
     Όμως, ο χρόνος όλο και μεγάλωνε και σύντομα στάθηκε για τα καλά στα δυο του πόδια. Και άρχισε τις βόλτες στη γη και όλα ήθελε να τα μάθει, και του άρεσαν τα λουλούδια και τα ανθισμένα δέντρα και τα πουλιά που κελαηδούνε, και η Άνοιξη είχε έρθει και η γη έγινε μια απέραντη παιδική χαρά.
     Αλλά όλα κάποια στιγμή τελειώνουν, ακόμα και το παιχνίδι. Έφτασε το καλοκαίρι. Ο χρόνος ήταν πια ένας νέος, γοητευτικός άντρας, με ωραίο παράστημα. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι σταμάτησε να του αρέσει η διασκέδαση... Άρχισε να διασκεδάζει τα βράδια και να ξενυχτάει, και ξεχνούσε φυσικά να σβήνει τα φώτα νωρίς, και έτσι η μέρα κρατούσε πολύ και η νύχτα πολύ λίγο.
     Ο καιρός περνούσε πολύ γρήγορα. Σύντομα ήρθε το φθινόπωρο. Ο χρόνος τώρα είχε μεγαλώσει αρκετά. Οι κλειδώσεις του είχαν αρχίσει να τον ενοχλούν με την υγρασία και δεν προλάβαινε να τα φροντίζει όλα. Πότε κιτρίνιζαν τα φύλλα, πότε έπεφταν από τα δέντρα, πότε ξεσφιγγόταν το σκοινί που κρατούσε κλειστό το σακί με τους ανέμους, επειδή δεν είχε πολλή δύναμη για να το σφίξει, και ξέφευγε κάποιος άνεμος, πότε έφευγαν τα πουλιά και πήγαιναν μακριά χωρίς εκείνος να πάρει χαμπάρι... Πάνε πια οι κραιπάλες του καλοκαιριού. Τώρα ο χρόνος ήταν σοβαρός.
     Έτσι έφτασε και ο Δεκέμβριος και μπήκε ο χειμώνας. Ο χρόνος πια ήταν ένας σεβάσμιος παππούλης με άσπρα μαλλιά και αρθριτικά. Δεν μπορούσε πια να τρέχει στα λιβάδια, ούτε να διασκεδάζει μέχρι αργά. Το μόνο που έκανε ήταν να περπατάει σέρνοντας τα βήματά του, αλλά ακόμα και αυτό τον κούραζε αφάνταστα. Επίσης, τον έπαιρνε συχνά ο ύπνος, και ξεχνούσε να ανάψει τα φώτα, με αποτέλεσμα η μέρα να κρατάει λίγο και η νύχτα πάρα πολύ. Ήταν που ξεχνούσε κιόλας, λόγω ηλικίας...
     Και ξαφνικά, μια μέρα, τον φώναξε ο μπαμπάς του, ο Αέναος Χρόνος και του είπε: όπως ξέρεις, σε λίγες μέρες θα πρέπει να αποσυρθείς. Όπου να'ναι θα γεννηθεί ο αδερφός σου, ο επόμενος χρόνος.
     Ο γέρος χρόνος τον άκουσε με δυσκολία, καθώς με τον καιρό είχε γίνει και βαρήκοος. Κούνησε το κεφάλι του αργά-αργά.
     - Το ξέρεις, φυσικά, συνέχισε ο Αέναος Χρόνος, ότι προτού φύγεις, θα πρέπει να συμμαζέψεις. Δεν είναι σωστό για το νέο βρέφος να βρει τη γη ακατάστατη.
     Ο γέρος χρόνος ξανακούνησε το κεφάλι.
     - Πρέπει να παραδεχτείς ότι ήσουν αρκετά ζωηρός και απρόσεκτος, είπε ο Αέναος Χρόνος.
     Ο γέρος χρόνος δε μίλησε.
     - Είναι αλήθεια ότι η γη είναι πολύ ακατάστατη. Γι'αυτό, πριν να φύγεις θα πρέπει να την συγυρίσεις, το ακούς; Αλλιώς, θα σε τιμωρήσω παραδειγματικά.
     Ο Αέναος Χρόνος ήταν πολύ σοβαρός όταν τα έλεγε αυτά. Προφανώς τα εννοούσε.
     Ο γέρος χρόνος άρχισε τότε να μαζεύει. Αλλά πόσα πράγματα θα έπρεπε να μαζέψει! Η γη ήταν γεμάτη σκουπίδια, βρώμικη πολύ, δε θα προλάβαινε τη γέννηση του νέου χρόνου. Και μην ξεχνάμε ότι έτρεμαν τα χέρια του και δεν μπορούσε να κάνει και πολύ προσεκτική δουλειά.
     Οι μέρες περνούσαν, η τελευταία μέρα του χρόνου πλησίαζε, τα περιθώρια στένευαν. Ο γέρος χρόνος δεν είχε και πολλές επιλογές. Αποφάσισε να πλύνει τη γη επειγόντως. Και δωσ'του να ρίχνει νερά και να σφουγγαρίζει, και να αδειάζει τους κουβάδες με τη βροχή απανωτά επάνω στη γη.
     - Δεν προλαβαίνω, σκεφτόταν κάθε φορά που άδειαζε έναν κουβά.
     Και τα νερά έπεφταν πάνω στη γη, και το μετεωρολογικό δελτίο, που είχε καταλάβει πού το πήγαινε ο γέρος χρόνος, μιλούσε για βροχές.
     - Πρέπει να καθαρίσω, έλεγε ο γέρος χρόνος. Αλλιώς θα τιμωρηθώ.
     Και το πλύσιμο της γης συνεχιζόταν. Και απ'όσο ξέρω, ακόμα συνεχίζεται.

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Άγια Νύχτα

    

      Ο Άη-Βασίλης έδεσε το έλκηθρό του σε μία κολώνα.
     - Θα κάνω μια βόλτα, είπε στους ταράνδους του. Να είσαστε φρόνιμοι.
     Η πόλη έμοιαζε έρημη, καθώς ήταν βράδυ και έκανε κρύο. Ένιωσε τα πόδια του παγωμένα. Τι είχε συμβεί; Ο Άη-Βασίλης έβγαλε τη μία μπότα, ύστερα έβγαλε και την άλλη. Όπως το είχε φανταστεί. Οι κάλτσες του είχαν τρυπήσει. Ποιος την άκουγε τώρα τη γυναίκα του! Πάντα του έλεγε να κόβει τα νύχια των ποδιών του για να μην τρυπάει τις κάλτσες του. Τι θα της έλεγε τώρα;
     Ξαναφόρεσε τις μπότες του και ξεκίνησε τη βόλτα του. Είχε ακόμα πολύ χρόνο στη διάθεσή του, το ρολόι τσέπης του είχε έδειχνε ακόμα 17 Δεκεμβρίου. Τι ωραία ιδέα που την είχε, να έρθει νωρίτερα φέτος! Κανένας δεν τον περίμενε, έτσι όλοι θα χαίρονταν διπλά, όταν θα έπαιρναν τα δώρα τους. Και πόσα δώρα είχε φέρει! Ήταν σίγουρος ότι φέτος θα ήταν οι καλύτερες γιορτές. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του. Ήταν πολύ ικανοποιημένος από τον εαυτό του.
     Έκανε πολύ κρύο, και παρόλο που ήταν συνηθισμένος από το κρύο που έκανε επάνω στο έλκηθρο, τυλίχτηκε σφιχτά στο γκρίζο του πανωφόρι από μαλλί ταράνδου. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήθελε να τον γνωρίσουν, αν τύχαινε και τον έβλεπε κανένας.
     Μια γάτα που είχε ξαπλώσει στο καπό ενός αυτοκινήτου τον κοίταξε. Νιάου! είπε και τύλιξε την ουρά της γύρω από το σώμα της.
     Η πόλη ήταν φωτισμένη. Παντού υπήρχαν φωτισμένα καταστήματα με στολισμένες βιτρίνες. Ωραίες που ήταν οι βιτρίνες! Αλλά, τι ήταν αυτό; Άλλο πάλι και τούτο! Σχεδόν σε κάθε βιτρίνα υπήρχε και ένας Άη-Βασίλης. Μα, πώς γινόταν αυτό; Αφού εκείνος ήταν μόνο ένας.
     - Α, σκέφτηκε, πόσο με αγαπάνε οι άνθρωποι! Έχουν βάλει παντού τα ομοιώματά μου. Πόσο χαίρομαι, που τους έφερα τόσα πολλά δώρα!
     Κοίταξε την αντανάκλασή του σε μια βιτρίνα και χαμογέλασε ξανά.
     - Καλή προσπάθεια, σκέφτηκε, αλλά το πρωτότυπο είναι πάντα το καλύτερο!
     Μια κοπέλα πέρασε από κοντά του με βιαστικά βήματα. Ο Άη-Βασίλης γύρισε το κεφάλι του από την άλλη για να μην τον αναγνωρίσει, και προσποιήθηκε ότι χάζευε τη βιτρίνα. Ήταν ένα μαγαζί με παιχνίδια: κούκλες, αυτοκινητάκια, αρκουδάκια, επιτραπέζια... "Τα καλύτερα δώρα θα τα βρείτε εδώ", έλεγε μια πινακίδα.
     - Θα μου το πάρεις το βραχιόλι; ρωτούσε η κοπέλα κάποιον αόρατο άνθρωπο. Στα αυτιά της κρατούσε ένα ακουστικό, μιλούσε στο κινητό της. Δεν είναι και τόσο ακριβό! Θα μου το πάρεις; Αχ, σε ευχαριστώ, είσαι ο καλύτερος του κόσμου!
     Ο Άη-Βασίλης προχώρησε πιο κάτω. Δυο αγόρια έτρεχαν πάνω στα πατίνια τους. Έκανε στην άκρη για να γλιτώσει, καθώς τα δυο παιδιά έτρεχαν γρήγορα.
     - Καλά, είπε το ένα αγόρι στο άλλο, φοβερά τα πατίνια σου!
     - Εσένα τι θα σου πάρουν για την Πρωτοχρονιά; ρώτησε το άλλο.
     - Έχω ζητήσει έναν υπολογιστή.
     - Αααα! έκανε το αγόρι, γεμάτο θαυμασμό. Καλή ιδέα. Και εγώ υπολογιστή θα ζητήσω.
     Σε ένα μπαλκόνι απέναντι, ένας φωτισμένος Άη-Βασίλης χαμογελούσε. Δυο γυναίκες πλησίαζαν. Και οι δύο κρατούσαν τσάντες στα χέρια τους.
     - Βιάσου! έλεγε η μία στην άλλη. Δε θα προλάβουμε. Πρέπει να προλάβω να τα αγοράσω.
     - Μα τόσο ωραία είναι; ρωτούσε η άλλη.
     - Δεν έχεις ιδέα, απάντησε η πρώτη. Είναι τα πιο ωραία παπούτσια που έχω δει. Και ταιριάζουν τέλεια με το φόρεμα που αγόρασα τις προάλλες. Θα σκάσουν όλες στο ρεβεγιόν, όταν τα δουν. Ελπίζω, μόνο, να τα έχουν στο νούμερό μου. Έλα, βιάσου!
     Ο Άη-Βασίλης αναστέναξε. Μία ψυχρή ριπή αέρα τον έκανε να ανατριχιάσει. Τα δάχτυλά του μέσα στις μπότες του είχαν παγώσει για τα καλά. Έστριψε στη γωνία και συνέχισε. Δυο άντρες ήταν μπροστά σε μια βιτρίνα και χάζευαν.
     - Αυτή είναι που σου έλεγα, έλεγε ο ένας. Είναι, μεν, μεγάλη, αλλά φαντάσου πώς θα φαίνονται οι αγώνες σε μια τέτοια οθόνη!
     Ο άλλος δεν είπε τίποτα, αλλά κούνησε το κεφάλι του.
     Ο Άη-Βασίλης τυλίχτηκε πιο σφιχτά στο πανωφόρι του. Το κρύο στην πόλη ήταν τσουχτερό.
     Με γρήγορα βήματα προχώρησε και πέρασε απέναντι.
     - Έλα, έλεγε ένα παιδάκι κλαίγοντας στη μαμά του, παρ'το μου!
     - Μα δεν είναι ωραίο, του έλεγε εκείνη. Να μη σου πάρω καλύτερα αυτό;
     - Όχι, εγώ θέλω εκείνο! επέμενε το παιδί.
     - Να σου πάρω ένα ποδήλατο;
     - Όχι.
     - Να σου πάρω μια μπάλα;
     - Όχι.
     - Να σου πάρω εκείνο το αυτοκινητάκι;
     - Όχι, είπα!
     - Καλά, παιδί μου, να το γράψεις στον Άη-Βασίλη να σου το φέρει.
     - Ναι, θα του το γράψω. Και θα του γράψω να μου φέρει και ένα τηλεκατευθυνόμενο ελικόπτερο, και το αυτοκίνητο του Μπάτμαν, και το σπαθί του Ζορό!
     Ο Άη-Βασίλης αναστέναξε και συνέχισε το δρόμο του. Η καρδιά του ήταν κάπως βαριά. Κοσμήματα, ρούχα, παιχνίδια... Κάθησε σε ένα παγκάκι. Το ρολόι τσέπης του έλεγε ακόμα 17 Δεκεμβρίου.
     Μια κοπέλα πέρασε από μπροστά του, φορώντας ψηλοτάκουνες, μαύρες μπότες. Όλα επάνω της φαίνονταν καινούργια: οι μπότες, η κοντή φούστα, η τσάντα, μέχρι και το μαλλί της καινούργιο φαινόταν.
     - Ε, όχι και να κάτσουμε μέσα, χρονιάρες μέρες! έλεγε στο κινητό της. Γιατί το αγόρασα το φόρεμα; Αν νομίζεις ότι θα την βγάλεις έτσι φτηνά, γελάστηκες, καημένε μου. Φέτος θέλω κόσμημα, και μάλιστα μονόπετρο! Αρκετό καιρό με τραβολογάς από εδώ και από εκεί. Και μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ήρθε η ώρα να ορίσεις ημερομηνία γάμου. Και ούτε να το διανοηθείς ότι δε θα πάμε μήνα του μέλιτος. Θα πάμε, και μάλιστα θα πάμε στο εξωτερικό, σε πεντάστερο ξενοδοχείο με θερμαινόμενη πισίνα, γυμναστήριο και μασάζ. Δε με μεγάλωνε εμένα η μάνα μου για να συμβιβαστώ με έναν ψωροξενώνα σε κάποιο παλιοχώρι! Το ακούς;
     Άλλο τίποτα δεν πρόλαβε να ακούσει ο Άη-Βασίλης, αλλά ήταν αρκετό. Ένιωσε πολύ κουρασμένος, δεν είχε κουράγιο να σηκωθεί από το παγκάκι. Αλλά έπρεπε. Με κόπο σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος όπου είχε αφήσει το έλκηθρο.
     Το βρήκε όπως το είχε αφήσει. Οι τάρανδοι μασούλαγαν αργά τα χόρτα που είχαν φάει το μεσημέρι. Ο Ρούντολφ φτερνίστηκε. Η μύτη του ήταν λίγο πιο κόκκινη από ό,τι συνήθως. Μάλλον είχε κρυώσει.
     - Αψού! ξαναέκανε ο Ρούντολφ.
     Ο Άη-Βασίλης άνοιξε το σάκο του. Ήταν τόσο γεμάτος, που κόντευε να σκιστεί. Και είχε μέσα τόσα πράγματα: πλατιά χαμόγελα, ανοιχτές αγκαλιές, απαλά χάδια, ζουμερά φιλιά, αγάπη, φιλία, καλή τύχη, αισιοδοξία, χαρά... Τόσα πράγματα, και όλα θα πήγαιναν χαμένα. Άδικα είχαν δουλέψει υπερωρίες όλοι οι βοηθοί του για να τα ετοιμάσουν. Κανένας δεν τα χρειαζόταν αυτά τα δώρα. Άδικα είχε έρθει.
     Απογοητευμένος, άδειασε το σάκο στο πεζοδρόμιο. Μεμιάς, ο αέρας γέμισε από χαμόγελα και αγκαλιές και χάδια και φιλιά και τόσα πολλά, άχρηστα δώρα. Η πόλη πνίγηκε στην αγάπη, τη χαρά, την αισιοδοξία. Ο Άη-Βασίλης ανέβηκε στο έλκηθρο και ξεκίνησε το ταξίδι του για το σπίτι.
     Ήταν την χρονιά που ο Άη-Βασίλης δεν ήρθε καθόλου.

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Στον κύριό μου με αγάπη

 
     Η γνωριμία μας ανάγεται στα παλιά τα χρόνια. Εκείνα, που εγώ ήμουν ακόμα εύπλαστο ζυμαράκι, έτοιμο να γίνει ό,τι έβαζε ο νους του ανθρώπου. Έφτασα στα χέρια σου. Και εσύ έβαλες όλη σου την τέχνη. Με έπλασες με αγάπη, υπομονή και τέχνη. Και ύστερα έφυγα από κοντά σου. Έφτασα στα χέρια άλλων, καλύτερων ή χειρότερων, δεν έχει σημασία. Όμως, σε βεβαιώνω, καλύτερος για εμένα δεν ήταν κανείς.
     Χαθήκαμε. Χρόνια ολόκληρα πέρασαν προτού ξανασυναντηθούμε. Τυχαία. Και άλλα τόσα χρόνια ξαναπέρασαν μέχρι την επόμενη συνάντησή μας. Και ύστερα άλλα τόσα. Και σήμερα συναντηθήκαμε ξανά.
     Θα το έχεις καταλάβει, βέβαια, ότι χαίρομαι αφάνταστα κάθε φορά που σε βλέπω. Και αυτό επειδή είσαι ένας από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους. Είτε το θέλεις, είτε όχι, ένα κομμάτι της καρδιάς μου σου ανήκει. Από τότε σου ανήκε, και ποτέ δεν έπαψε να είναι δικό σου.
     Παρ'όλ'αυτά, δεν σου είπα όσα ήθελα. Δε σου είπα τίποτα, για να είμαι ειλικρινής. Ούτε το πόσο σημαντικός υπήρξες για εμένα, ούτε το πόσο σε αγαπώ. Βασίζομαι στη διαίσθησή σου, αλλά πόσα μπορεί να καταλάβει ένας άντρας;
     Αν σου έλεγα όσα έχω στην καρδιά μου, θα σου έλεγα πόσο πολύ σε αγαπώ. Θα σου έλεγα ότι μου αρέσουν οι μαντολινάτες, μόνο και μόνο επειδή εσύ έπαιζες μαντολίνο. Θα σου έλεγα ότι λατρεύω τη Ναύπακτο, επειδή είναι ο τόπος όπου γεννήθηκες. Θα σου έλεγα ότι ένας από τους στόχους μου στη ζωή είναι να είσαι εσύ περήφανος για εμένα.
     Θα σου έλεγα, επίσης, πόσο ευλογημένη νιώθω που βρέθηκες εσύ στη ζωή μου. Και πως τα μάτια μου πλημμυρίζουν δάκρυα όταν σκέφτομαι πόση αγάπη μου έδωσες. Θα σου έλεγα ότι όλα τα ποτάμια του κόσμου και όλες οι θάλασσες του κόσμου, δεν μπορούν να γεμίσουν την ψυχή μου, όπως τη γέμισες εσύ.
     Όμως, τίποτα από όλα αυτά δε σου είπα, καμία φορά από όσες συναντηθήκαμε. Περιορίστηκα να σε χαιρετήσω εγκάρδια, να σου πω πόσο πολύ χάρηκα που σε είδα, αλλά το πόσο πολύ σε αγαπώ σου το είπα ποτέ;
     Εύχομαι να ξανασυναντηθούμε. Και την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε, εύχομαι να έχω την ετοιμότητα να σου πω όλα αυτά που φυλάω στην ψυχή μου τόσα χρόνια. Εύχομαι να μπορέσω να σε ευχαριστήσω για τα όσα μου έδωσες, να σε ευχαριστήσω μόνο και μόνο που υπάρχεις. Εύχομαι να μπορέσω να δώσω κάτι από εσένα σε όσους ανθρώπους με περιβάλλουν.
     Δε θα σε ξεπληρώσω ποτέ για όσα έκανες για εμένα, σου χρωστάω την ίδια την ψυχή μου. Και μέσα από αυτήν την ψυχή την υποθηκευμένη για πάντα, σε ευχαριστώ και εύχομαι να είσαι πάντα καλά, δάσκαλέ μου πολυαγαπημένε!

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Τρεις ευχές

    
     - Αχ! φώναξε η καρακάξα.
     - Τι συνέβη; ρώτησε η καρδερίνα.
     - Το τακούνι μου, πιάστηκε το τακούνι μου στη σχάρα του υπονόμου!
     - Στάσου, είπε και η αηδόνα, να σε βοηθήσουμε.
     Και μια και δυο, οι δύο φίλες έτρεξαν δίπλα της. Η καρδερίνα έπιασε το πόδι της καρακάξας και άρχισε να το τραβάει, ενώ η αηδόνα την κρατούσε για να μην πέσει.
     Έλα, όμως, που το τακούνι της καρακάξας είχε πιαστεί για τα καλά στη σχάρα του υπονόμου. Η καημένη η καρδερίνα ίδρωνε και ξεϊδρωνε, αλλά δεν κατάφερνε τίποτα. Έτυχε, λοιπόν, να περνάει από εκεί ένας κούκος σωματαράς που ήταν και ιππότης, και προθυμοποιήθηκε να τις βοηθήσει. Έπιασε το πόδι της καρακάξας, έδωσε μια και - ωπ! - το πόδι της καρακάξας μαζί με το παπούτσι απελευθερώθηκαν στην στιγμή.
     - Ευχαριστώ πολύ, είπε η καρακάξα.
     - Δεν κάνει τίποτα, είπε εκείνος και απομακρύνθηκε σφυρίζοντας ικανοποιημένος.
     Και τότε, οι τρεις φίλες το είδαν: ο δυνατός κούκος είχε καταφέρει να ξεκολλήσει από τη θέση της μέχρι και την σχάρα. Και όχι μόνο αυτό. Κάτω από την σχάρα, στο πλάι του υπονόμου συγκεκριμένα, κάτι γυάλιζε.
     - Τι είναι αυτό; είπε η καρακάξα, που το μάτι της έλαμψε μόλις είδε το γυαλιστερό αντικείμενο.
     - Α, ένα λυχνάρι! είπε έκπληκτη η καρδερίνα.
     - Φερ'το εδώ, δικό μου είναι, εγώ το είδα πρώτη, είπε η καρακάξα.
     Καμία από τις άλλες δύο δεν έφερε αντίρρηση.
     - Τι να θέλει ένα λυχνάρι εδώ; αναρωτήθηκε η καρακάξα. Αχ, για δες τι βρώμικο που είναι! Στάσου να το καθαρίσω λιγάκι.
     Και άρχισε να το τρίβει με τα φτερά της για να το καθαρίσει. Εκεί, λοιπόν, που η καρακάξα καθάριζε το λυχνάρι με επιμονή, τσαφ! ο τόπος γέμισε καπνό, και μόλις ο καπνός διαλύθηκε, εμφανίστηκε ένα τζίνι, όπως τα τζίνια των παραμυθιών!
     - Ένα τζίνι! είπαν και οι τρεις φίλες μαζί.
     - Σκλάβος σας, είπε το τζίνι και υποκλίθηκε. Σας ευχαριστώ πολύ που με απελευθερώσατε. Είχα πιαστεί, τόσα χρόνια εκεί μέσα.
     Οι τρεις φίλες δεν είπαν τίποτα.
     - Για τη χάρη που μου κάνατε, συνέχισε το τζίνι, θα σας κάνω από μια χάρη στην καθεμία. Θα σας δώσω την ευκαιρία να ζήσετε στον κόσμο των ανθρώπων και να πραγματοποιήσετε τα όνειρά σας.
     Καταπληκτικό! Τι τύχη ήταν αυτή; Καλά-καλά δεν το πίστευαν.
     - Εγώ, είπε δειλά-δειλά η αηδόνα, θα ήθελα να γίνω τραγουδίστρια. Αν γίνεται, βέβαια, πρόσθεσε.
     - Εννοείται, είπε το τζίνι και με ένα χτύπημα των δαχτύλων του η αηδόνα μεταμορφώθηκε σε κοπέλα.
     - Ευχαριστώ πολύ, είπε και απομακρύνθηκε, αφού αποχαιρέτησε τις φίλες της. Θα τα ξαναπούμε, φώναξε από μακριά.
     - Εσύ; ρώτησε το τζίνι την καρδερίνα. Τι θα ήθελες να γίνεις;
     - Για να είμαι ειλικρινής δεν το είχα σκεφτεί, είπε εκείνη. Θα μπορούσα να το σκεφτώ και να απαντήσω αργότερα;
     - Φυσικά, είπε το τζίνι. Κρατήστε το λυχνάρι, και όταν θα έχετε αποφασίσει τρίψτε το και θα έρθω αμέσως.
     - Θα το κρατήσω εγώ μέχρι τότε, είπε η καρακάξα και το πήρε στα χέρια της. Έτσι κι αλλιώς, εγώ το είδα πρώτη.

     Ύστερα από μερικές μέρες, η αηδόνα-κοπέλα γύρισε και πήγε να βρει τις φίλες της.
     - Δε θα το πιστέψετε, κορίτσια, είπε, αλλά μόλις έφτασα στην πόλη, πήγα στη Λυρική Σκηνή για να ζητήσω δουλειά, και μόλις με άκουσε ο μαέστρος μου πρότεινε να δουλέψω εκεί! Ξεκινάω παραστάσεις την επόμενη βδομάδα, και μάλιστα θα έχω τον πρωταγωνιστικό ρόλο! Το φανταζόσασταν ποτέ;
     - Μπράβο, της είπαν οι άλλες δύο, είμαστε περήφανες για εσένα.
     - Νομίζω ότι κατάλαβα τι θέλω να γίνω, είπε και η καρδερίνα. Έχεις μαζί σου το λυχνάρι; ρώτησε την καρακάξα.
     Φυσικά και το είχε μαζί της η καρακάξα. Το έτριψαν λίγο, και προτού ανοιγοκλείσουν τα μάτια τους, το τζίνι βρισκόταν μπροστά τους.
     - Ξέρω τι θέλω να γίνω, είπε η καρδερίνα. Θέλω κι εγώ να γίνω τραγουδίστρια. Μπορώ;
     - Τίποτα πιο εύκολο, είπε το τζίνι και χτύπησε τα δάχτυλά του.
     Στην στιγμή, η καρδερίνα μεταμορφώθηκε σε κοπέλα.
     - Γεια σας, κορίτσια, είπε στις άλλες δύο. Πάω να βρω την τύχη μου. Θα τα πούμε σύντομα, ελπίζω.
     - Εσύ ξέρεις τι θέλεις να γίνεις; ρώτησε το τζίνι την καρακάξα.
     - Θέλω να το σκεφτώ λίγο ακόμα, είπε εκείνη.
     - Όπως νομίζεις, είπε το τζίνι. Ξέρεις πώς να με καλέσεις.

     Πέρασαν μερικές μέρες ακόμη και η καρδερίνα-κοπέλα γύρισε και πήγε να βρει τις φίλες της.
     - Κορίτσια, είμαι πάρα πολύ τυχερή! είπε χαμογελώντας μέχρι τα αυτιά. Όταν έφτασα στην πόλη, έτυχε να με ακούσει ένας κυνηγός ταλέντων. Πήγα στο στούντιο, έκανα ένα δοκιμαστικό και αμέσως υπόγραψα συμβόλαιο με δισκογραφική! Αύριο θα βγάλω τον πρώτο μου δίσκο και από τον επόμενο μήνα ξεκινάω περιοδεία. Είμαι πολύ ευτυχισμένη!
     - Μπράβο, της είπαν οι άλλες δύο, συγχαρητήρια!
     - Εσύ δεν έχεις αποφασίσει τι θέλεις να γίνεις; ρώτησαν την καρακάξα.
     - Θέλω να το σκεφτώ λίγο ακόμα, είπε εκείνη. Είναι μόνο μία η ευκαιρία και δε θέλω να πάει χαμένη.

     Γύρισε στο σπίτι της εκνευρισμένη. Άκου τύχη, κύριέ μου, και οι δυο φιλενάδες της έγιναν κιόλας μεγάλες και τρανές: η μία πρωταγωνίστρια της όπερας και η άλλη μουσικό είδωλο. Και να σκεφτεί κανείς ότι το λυχνάρι το είχε δει εκείνη πρώτη!
     - Δε δικαιούμαι γι'αυτό μια καλύτερη τύχη; αναρωτήθηκε.
     - Φυσικά, απάντησε στον εαυτό της.
     Και μια και δυο, πήρε το λυχνάρι στα χέρια της και άρχισε να το τρίβει. Τσαφ! έκανε το λυχνάρι και το τζίνι εμφανίστηκε μπροστά της.
     - Αποφάσισες; τη ρώτησε.
     - Ναι, είπε εκείνη. Θέλω να γίνω τραγουδίστρια.
     - Είσαι σίγουρη; τη ρώτησε το τζίνι.
     - Και βέβαια είμαι σίγουρη, είπε εκείνη. Θέλω να γίνω πετυχημένη, σαν τις φίλες μου.
     - Μα οι φίλες σου έχουν ωραία φωνή, είπε το τζίνι.
     - Και η δικιά μου ωραία είναι, αποκρίθηκε η καρακάξα ενοχλημένη. Είσαι ή δεν είσαι τζίνι;
     - Φυσικά και είμαι.
     - Ε, τότε, κάνε με τραγουδίστρια και μη μου κόβεις την τύχη μου, είπε αποφασιστικά.
     - Όπως θέλεις, είπε το τζίνι και χτύπησε τα δάχτυλά του.
     Στην στιγμή η καρακάξα μεταμορφώθηκε σε κοπέλα.
     - Καλή επιτυχία, της ευχήθηκε το τζίνι, καθώς απομακρυνόταν.

     Η καρακάξα-κοπέλα πήγε κατευθείαν στην πόλη και εκεί άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Μόλις, όμως, άνοιγε το στόμα της να τραγουδήσει, όλοι την απέρριπταν με διάφορες δικαιολογίες. Ούτε στην όπερα την πήραν, ούτε την έκαναν μουσικό είδωλο, ούτε καν σε χορωδία μαζί με άλλους δεν την έβαλαν. Η καρακάξα-κοπέλα απογοητεύτηκε, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Συνέχισε να ψάχνει, και μια μέρα βρέθηκε στον δρόμο της ο άνθρωπος που θα αναγνώριζε της αξία της.
     - Μου κάνεις, της είπε μόλις την άκουσε. Έχεις την ιδανική φωνή, αυτό ακριβώς που χρειάζομαι. Σε προσλαμβάνω!
     Η καρακάξα ήταν πολύ χαρούμενη, αλλά μόνο για λίγο. Βλέπετε, η δουλειά που της έδωσαν ήταν λαχειοπώλης.
     - Μα εγώ είμαι τραγουδίστρια, διαμαρτυρήθηκε.
     - Την έχεις ακούσει τη φωνή σου; τη ρώτησε το αφεντικό της. Δεν είναι κατάλληλη για τίποτα άλλο, παρά μόνο για τελάλης.
     - Μα... ξεκίνησε να λέει εκείνη.
     - Δεν έχει "μα". Ή λαχειοπώλης ή να ψάξεις αλλού δουλειά. Διάλεξε.
     Έτρεξε η καρακάξα στο σπίτι της και βρήκε το λυχνάρι. Το έτριψε με βία και όταν εμφανίστηκε το τζίνι, του είπε, όλο παράπονο:
     - Σου είπα να με κάνεις τραγουδίστρια, αλλά εσύ δε με έκανες. Τις φίλες μου τις έκανες επιτυχημένες τραγουδίστριες, και εμένα με έκανες τελάλισσα. Είσαι πολύ άδικο, εγώ είδα πρώτη το λυχνάρι, εγώ θα έπρεπε να είμαι η πιο επιτυχημένη!
     - Κάνεις λάθος, της είπε το τζίνι, εγώ το μόνο που έκανα ήταν να σας μεταμορφώσω σε κοπέλες. Οι φίλες σου έγιναν τραγουδίστριες από μόνες τους, επειδή είχαν καλή φωνή. Τι φταίνε εκείνες που εσύ δε διάλεξες σωστά και δεν κοίταξες τι προσόντα έχεις προτού αποφασίσεις, παρά αποφάσισες με βάση τις δικές τους επιλογές; Εγώ, αν θυμάσαι καλά, προσπάθησα να σε προειδοποιήσω.
     - Είναι άδικο, είπε ξανά η καρακάξα. Αν δεν μπορείς να με κάνεις τραγουδίστρια, τότε κάνε με ξανά πουλί.
     - Λυπάμαι, αλλά κανείς δεν μπορεί να πάρει την ευχή του πίσω. Και κακώς με ενόχλησες. Γεια σου.
     Και - τσαφ! - το τζίνι εξαφανίστηκε.
     Έμεινε, λοιπόν, η καρακάξα μόνη της, και - μη έχοντας άλλη επιλογή - δέχτηκε τη δουλειά που της πρότειναν. Και όποιος δε με πιστεύει ότι έτσι έγιναν τα πράγματα, αρκεί να πάει στον σταθμό του τρένου στην Ομόνοια. Θα δει την καρακάξα καθισμένη εκεί, να πουλάει λαχεία και να φωνάζει "Λαχεία! Λαχείειειειεια! Λαχείειειειεια!"

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Πρωινός μονόλογος

     


      Φτου, να πάρει! Το ξυπνητήρι ήταν αυτό; Τι ώρα είναι; Κιόλας; Ξύπνα! Ώρα να σηκωθείς! Ωραία που είναι, όμως, στο κρεβάτι! Και ζεστά! Άκου τον αέρα πώς φυσάει έξω! Ποιος βγαίνει έξω στο κρύο; Και νυστάζω κιόλας... Αλλά δε θα κοιμηθώ... Όμως, τι ωραία που θα ήταν αν δεν έπρεπε να σηκωθώ! Άκου, άκου τον αέρα... Τι ζεστά που είναι εδώ... Ας κλείσω λίγο τα μάτια... αλλά δε θα κοιμηθώ. Πρέπει να σηκωθώ, δυστυχώς. Και να βγω έξω, που φυσάει και κάνει κρύο. Ίσως να βρέχει κιόλας. Ναι, άκου: πλιτς! πλιτς! Βρέχει. Δεν το είπα εγώ; Και θα είναι γεμάτοι νερά οι δρόμοι, και θα πρέπει να προσέχω πού πατάω, και θα κάνει και κρύο... Ωραία είναι εδώ... αλλά θα πρέπει να σηκωθώ. Πρέπει να ανοίξω τα μάτια και να σηκωθώ. Νιώθω ακόμα κουρασμένη. Λίγος ύπνος ακόμα δε θα με έβλαπτε. Τι κρίμα που πρέπει να σηκωθώ! Και μέσα στο σπίτι θα κάνει κρύο, σε σχέση με το κρεβάτι. Σίγουρα. Ενώ εδώ μέσα είναι τόσο ζεστά! Θα πρέπει, όμως, να σηκωθώ. Δεν είναι και Κυριακή, ή Σάββατο, να έχω την πολυτέλεια να χουζουρέψω. Ναι, αν ήταν Κυριακή ή Σάββατο, όλα θα ήταν διαφορετικά. Θα καθόμουν στο κρεβάτι και θα άκουγα την βροχή και τον αέρα απέξω, ενώ μέσα στο κρεβατάκι μου θα ήταν τόσο ωραία! Και δε θα χρειαζόταν να σηκωθώ άρον άρον για να βγω έξω στο κρύο! Ενώ τώρα θα πρέπει να σηκωθώ. Και να ντυθώ καλά. Έξω ο αέρας θα είναι κρύος. Σκέψου πόσο θα παγώσει το πρόσωπό μου στον αέρα! Μπρρρρ! Ανατρίχιασα. Εδώ μέσα είναι καλά. Είναι ωραία και ζεστά. Μακάρι να μπορούσα να μεταφέρομαι μέσα σε μια θερμοκάψουλα, και να κουβαλάω μαζί μου, όπου κι αν πάω, αυτή την ωραία θερμοκρασία. Μακάρι να μην χρειαζόταν να σηκωθώ, πρέπει όμως. Το ιδανικότερο θα ήταν να είχα έναν κλώνο. Θα έστελνα εκείνον στη δουλειά και εγώ θα χουζούρευα. Σαν να ήταν Κυριακή. Ή Σάββατο. Ωραία θα ήταν. Βέβαια, θα είχε κι ο κλώνος δικαιώματα. Εξάλλου, δε θα ήταν δίκαιο να πηγαίνει μόνο εκείνος στη δουλειά. Θα έπρεπε να βρούμε ένα σύστημα. Μια μέρα εγώ, μια μέρα εκείνος. Ναι, έτσι θα ήταν πιο δίκαιο (πρέπει να σηκωθώ). Και θα είχε κι άλλες ανάγκες, ο κλώνος. Θα έπρεπε να τρώει, να ντύνεται... Με ένα μισθό θα έπρεπε να βολευτούν δύο. Σαν να ήμουν παντρεμένη. Παντρεμένη με τον εαυτό μου. Ε, τι να κάνουμε; Ας κάνουμε και μια θυσία. Σε τελευταία ανάλυση, με αυτόν τον τρόπο θα γλιτώσω ένα σωρό πρωινά ξυπνήματα (πρέπει να σηκωθώ). Θα παίρνω το πρωινό μου στο κρεβάτι... και απέξω θα λυσσομανάει ο αέρας, θα πέφτει η βροχή... αλλά εμένα δε θα με νοιάζει (άνοιξε τα μάτια). Ας είναι καλά ο κλώνος (άνοιξε τα μάτια, τώρα!)... Μμμμ... ωραία που είναι (ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ!)... ζεστά... (ΤΩΡΑ, ΕΙΠΑ!) τι έγινε; Τι ώρα είναι; Τι; Πήγε κιόλας τόσο αργά; Έπρεπε να έχω σηκωθεί... αλλά είναι τόσο ωραία εδώ! Λίγο ακόμη... αλλά δε θα κοιμηθώ...