Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Σαν ζάχαρη



      Ήταν μια φορά και έναν καιρό μια μικρή, όμορφη χώρα, όπου πάντα είχε ήλιο και ποτέ δεν έβρεχε. Οι κάτοικοί της ήταν πρόσχαροι και ευγενικοί, και είχαν ηλιοκαμένη επιδερμίδα και φωτεινό χαμόγελο.
     Σε αυτή τη χώρα, λοιπόν, έφτασε ένας πολύ περίεργος άνθρωπος. Και ήταν πολύ περίεργος, όχι επειδή ήταν κάτασπρος σαν το χιόνι, ούτε επειδή ήταν σοβαρός και αγέλαστος, αλλά επειδή φορούσε καπέλο και κρατούσε ομπρέλα.
     - Τι περίεργος άνθρωπος! είπαν όταν τον πρωτοείδαν. Και τι περίεργο πράγμα είναι αυτό που κρατάει!
     Από όπου περνούσε ο περίεργος άνθρωπος, όλοι γύριζαν και τον κοίταζαν, και στη συνέχεια τον σχολίαζαν μεταξύ τους. Μα, δεν ήταν πάρα πολύ άσπρο το δέρμα του; Εμ, φυσικά και ήταν, αφού ήταν συνέχεια καλυμμένος με εκείνο το τεράστιο καπέλο, που δεν το φορούσε στο κεφάλι, αλλά το κρατούσε σταθερά πάνω από αυτό. Τι περίεργο καπέλο, αλήθεια!
     Ο περίεργος άνθρωπος δεν πρόσεχε τα σχόλια, και συνέχιζε να κυκλοφορεί παντού κρατώντας την ανοιχτή του ομπρέλα. Δεν την έκλεινε ποτέ, ακόμα και σε εσωτερικούς χώρους την κρατούσε ανοιχτή.
     - Μήπως είναι μόδα στο εξωτερικό; αναρωτήθηκαν οι γυναίκες, που πάντα είχαν μια ευαισθησία σε αυτό το θέμα.
     - Σιγά, έλεγαν οι άντρες, τι μόδα και κουραφέξαλα; Ο τύπος είναι λοξός!
     Ο περίεργος άνθρωπος είχε κεντρίσει και το ενδιαφέρον των παιδιών, που ως γνωστόν είναι πολύ πιο εκδηλωτικά από τους μεγάλους.
     - Τι είναι αυτό που κρατάς; τον ρώτησε ένα παιδάκι μια μέρα που τον είδε στο πάρκο, καθισμένο σε ένα παγκάκι, να διαβάζει εφημερίδα.
     - Ομπρέλα, είπε ο περίεργος άνθρωπος και συνέχισε το διάβασμά του.
     Ομπρέλα! Η άγνωστη αυτή λέξη διέτρεξε τη χώρα από άκρη σε άκρη. Αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Γιατί, λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός δεν έκλεινε ποτέ αυτήν την ομπρέλα, να τον δει λίγο ο ήλιος, να πάρει λίγο χρωματάκι, που ήταν άσπρος σαν το χιόνι; Αλλά κανένας δεν του είπε τίποτα, και όλοι περιορίζονταν να τον κοιτάνε και να τον σχολιάζουν.
     - Τι τη θέλεις την ομπρέλα; τον ρώτησε μια άλλη μέρα το ίδιο παιδάκι, στο ίδιο πάρκο, που ο περίεργος άνθρωπος καθόταν στο ίδιο παγκάκι και διάβαζε την εφημερίδα του.
     - Είναι για τη βροχή, είπε εκείνος και συνέχισε το διάβασμα.
     Για τη βροχή, λοιπόν! Ναι, αυτή τη λέξη την ήξεραν, είχαν διαβάσει ότι σε άλλες χώρες έβρεχε, δηλαδή έπεφτε νερό από τον ουρανό, σε αυτήν όμως τη χώρα ο ουρανός ήταν ολόστεγνος, μήπως θα έπρεπε να την κλείσει την ομπρέλα του; Καταντούσε γελοίο, μέχρι και μέσα στο θέατρο την κρατούσε ανοιχτή!
     Όμως εκείνος δεν άλλαζε τη συνήθειά του και συνέχιζε να κουβαλάει την ανοιχτή του ομπρέλα παντού.
     Πέρασε λίγος καιρός και ο περίεργος άνθρωπος με την ανοιχτή του ομπρέλα άρχισε να εκνευρίζει τους ηλιοκαμένους κατοίκους της ηλιόλουστης χώρας. Τελικά ήταν πολύ ψηλομύτης! Επέμενε να κρατάει την ομπρέλα του ανοιχτή, ίσα-ίσα για να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. Γιατί δεν την έκλεινε, επιτέλους;
     - Γιατί δεν την κλείνεις την ομπρέλα σου, άνθρωπέ μου; του φώναξε μια μέρα κάποιος που δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Εδώ δεν βρέχει ποτέ, Π-Ο-Τ-Ε!
     Εκείνος δεν είπε τίποτα, και συνέχισε να περπατάει με την ανοιχτή του ομπρέλα.
     - Τι αναίσθητος! είπε μια γυναίκα που είδε την σκηνή. Ούτε που γύρισε να δει ποιος του μίλησε!
     Όμως, η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος με την ομπρέλα καθόλου αναίσθητος δεν ήταν. Το αντίθετο μάλιστα. Και ο μόνος λόγος που δεν είχε εξηγήσει σε κανέναν γιατί κρατούσε την ομπρέλα του ανοιχτή, ήταν επειδή η εξήγηση ήταν πολύ περίεργη: ο άνθρωπος με την ομπρέλα ήταν στην πραγματικότητα φτιαγμένος από ζάχαρη! Ναι, δεν αστειεύομαι, ήταν ολόκληρος φτιαγμένος από ζάχαρη, γι'αυτό και ήταν άσπρος σαν το χιόνι. Μέχρι και στις φλέβες του, ζαχαρόνερο έτρεχε. Γι'αυτό και φοβόταν υπερβολικά τη βροχή, και γι'αυτό και κρατούσε την ομπρέλα του μονίμως ανοιχτή.
     Μήπως, όμως, οι άνθρωποι γύρω του είχαν δίκιο; Μήπως έπρεπε να την κλείσει αυτήν την ομπρέλα; Όσο καιρό βρισκόταν σε αυτήν τη χώρα, δεν είχε βρέξει ούτε μια μέρα. Ο καιρός ήταν πάντα καλός και ο ήλιος έλαμπε κάθε μέρα. Δεν ήθελε και να προκαλεί... Και έτσι, τελικά την πήρε την απόφασή του. Και μια ωραία, ηλιόλουστη μέρα, όπως τόσες και τόσες άλλες που είχαν προηγηθεί, ο ζαχαρένιος άνθρωπος έκλεισε την ομπρέλα του.
     Η είδηση διέτρεξε τη χώρα από άκρη σε άκρη. Επιτέλους, ο περίεργος άνθρωπος έκλεισε την ομπρέλα, το είχε πάρει απόφαση. Ποτέ πια δεν θα ξανάβλεπαν την ανοιχτή ομπρέλα να κυκλοφορεί στον δρόμο. Από εδώ και πέρα, ο περίεργος άνθρωπος δε θα ξεχώριζε πια. Βέβαια, ήταν και αυτό το κάτασπρο χρώμα της επιδερμίδας του... αλλά κανείς δεν είναι τέλειος. Και η ζωή ξαναπήρε τους φυσιολογικούς της ρυθμούς.
     Ο ζαχαρένιος άνθρωπος συνήθισε γρήγορα χωρίς ομπρέλα και πολύ σύντομα άρχισε να την αφήνει στο σπίτι του. Ένας-ένας, οι άλλοι άνθρωποι άρχισαν να τον πλησιάζουν για να τον γνωρίσουν και σιγά-σιγά, απόκτησε πολλούς φίλους. Άρχισε να διασκεδάζει πάρα πολύ και κάθε τρεις και λίγο οι φίλοι του τον καλούσαν σε πάρτυ. Εκείνος αποφάσισε να ανταποδώσει τις τόσες περιποιήσεις και τους κάλεσε στο σπίτι του.
     - Ακόμα την έχεις αυτήν την ομπρέλα; τον ρώτησε ένας φίλος του, όταν την είδε ακουμπισμένη σε μια γωνία.
     Αλήθεια, τι την ήθελε ακόμα αυτήν την ομπρέλα; αναρωτήθηκαν και οι υπόλοιποι. Δεν είχε καταλάβει ότι σε εκείνη τη χώρα δεν έβρεχε ΠΟΤΕ;
     - Εντάξει, είπε εκείνος, θα την πετάξω.
     Και την πέταξε.
     Πέρασε καιρός, και η ζωή στη μικρή, όμορφη χώρα συνέχισε να κυλάει ήρεμα. Ο ήλιος έβγαινε κάθε πρωί και το φεγγάρι κάθε βράδυ, τα πουλιά κελαηδούσαν, τα λουλούδια άνθιζαν, τα παιδιά έπαιζαν, οι μεγάλοι δούλευαν...
     Ήρθε όμως μια μέρα διαφορετική από τις άλλες. Εκείνη τη μέρα σηκώθηκε δυνατός αέρας, τόσο δυνατός που έκανε τα πεσμένα φύλλα να χορεύουν και τα μακριά μαλλιά των κοριτσιών να μπερδεύονται. Αλλά και στον ουρανό τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Σύννεφα μεγάλα και μικρά, παρασυρμένα από τον αέρα, γέμισαν τον ουρανό από άκρη σε άκρη. Και καθώς ο αέρας δεν σταματούσε, τα σύννεφα παρασύρονταν πότε από τη μια, πότε από την άλλη, και συγκρούονταν μεταξύ τους. Και από τις πολλές συγκρούσεις, δεν άργησαν να πέσουν οι πρώτες ψιχάλες.
     - Βρέχει! είπαν έκπληκτοι οι άνθρωποι.
     - Βρέχει! είπε έντρομος ο ζαχαρένιος άνθρωπος. Πού είναι η ομπρέλα μου;
     Αλλά την ομπρέλα του την είχε πετάξει, και άλλη ομπρέλα στη χώρα δεν υπήρχε. Και η βροχή συνεχιζόταν.
     - Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου, είπε και άρχισε να τρέχει.
     - Πού πας; του φώναξαν οι φίλοι του.
     Αλλά εκείνος δεν είχε χρόνο ούτε να τους απαντήσει.
     Μια ολόκληρη μέρα ο αέρας συνέχισε να φέρνει σύννεφα στον άλλοτε γαλάζιο ουρανό, και το νερό συνέχισε να ποτίζει την άλλοτε ηλιόλουστη χώρα. Οι άνθρωποι γύρισαν στα σπίτια τους μούσκεμα. Τα σύννεφα δεν άφησαν το φεγγάρι να δει τις καμινάδες της χώρας, που κάπνιζαν, καθώς οι άνθρωποι είχαν ανάψει τα τζάκια τους για να στεγνώσουν τα βρεγμένα τους ρούχα.
     Την επόμενη μέρα ο ουρανός είχε ξαναβρεί το χρώμα του. Τα σύννεφα είχαν φύγει μακριά και ο αέρας δε φυσούσε πια. Οι άνθρωποι ξαναπήγαν στις δουλειές τους, στεγνοί και χαρούμενοι. Και όταν έφτασε το βράδυ, βγήκαν να διασκεδάσουν. Αλλά, πού ήταν ο φίλος τους; Μήπως ήταν άρρωστος; Αποφάσισαν να πάνε στο σπίτι του να τον βρουν.
     Το σπίτι του ήταν σκοτεινό, και τα παράθυρα ακόμα ανοιχτά. Άρχισαν να τον φωνάζουν, αλλά δεν πήραν καμιά απάντηση. Χτύπησαν την πόρτα πολλές φορές, αλλά δεν ήταν κανένας μέσα.
     - Λέτε να έφυγε; ρώτησε ένας.
     - Χωρίς να μας πει τίποτα; αναρωτήθηκε ένας άλλος.
     - Πάμε να φύγουμε, είπε ένας τρίτος.
     - Προσοχή να μην πατήσετε τα νερά, είπε και ένας τέταρτος.
     Και αλήθεια, εκεί μπροστά στην είσοδο του σπιτιού υπήρχε μια λακούβα γεμάτη νερό, που έλαμπε στο φως του φεγγαριού.
      - Ωχ, βράχηκα, είπε ένας που δεν πρόσεξε και πάτησε μέσα στο νερό.
     - Ας πρόσεχες! του είπαν οι άλλοι.
     Και κανείς δεν έμαθε ποτέ πως το νερό εκείνο ήταν γλυκό. Σαν ζάχαρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To comment or not to comment? That is the question