Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Ψάχνοντας τη σωτηρία



     Σε μία χώρα πέρα από τη Χώρα της πίσω βεράντας, ζούσε μια κακομαθημένη πριγκήπισσα. Της άρεσε να είναι συνέχεια ξαπλωμένη και το μόνο που την ενδιέφερε ήταν τα στολίδια και τα λούσα. Τα ρούχα της ήταν πανάκριβα και της τα σχεδίαζαν ειδικά για εκείνη οι πιο διάσημοι σχεδιαστές μόδας, και για τα παπούτσια της απασχολούσε τριάντα πριγκηπικούς τσαγκάρηδες.
     Μια μέρα, στο πριγκηπικό δωμάτιο, μια μικρή πολύ μικρή νεραϊδούλα έκανε το λάθος να μπει από το ανοιχτό παράθυρο. Η νεραϊδούλα ήταν πολύ νέα και περίεργη, όπως είναι συνήθως όλες οι νέες νεραϊδούλες και άρχισε να τριγυρνάει στο δωμάτιο και να θαυμάζει τα τόσα στολίδια, τα τόσα πανέμορφα φορέματα που υπήρχαν στην τεράστια, πριγκηπική ντουλάπα, και τα τόσα διαφορετικά παπούτσια, τα γυαλισμένα και τοποθετημένα με τάξη το ένα δίπλα στο άλλο. Πολύ θα ήθελε και εκείνη να έχει τόσα φορέματα και παπούτσια, αλλά στη Νεραϊδοχώρα αυτό δε γινόταν. Στη Νεραϊδοχώρα, κάθε νεραϊδούλα έχει ένα φόρεμα και ένα ζευγάρι παπούτσια, που δε χαλάνε ποτέ και που τα φοράει συνέχεια. Έχει και η Νεραϊδοχώρα τα βάσανά της, τι νομίζετε;
     Η νεραϊδούλα πετούσε και χάζευε και δεν ήθελε να φύγει. Έκανε όμως το λάθος να μην προσέχει τίποτα άλλο εκτός από τα φορέματα και τα στολίδια και δεν πρόσεξε ένα χέρι που την πλησίαζε αργά-αργά... 
     Χραπ! έκανε μια η πριγκήπισσα και έπιασε τη νεραϊδούλα από τα δυο της φτερά.
     - Σε παρακαλώ, είπε τρομαγμένη η νεραϊδούλα στην πριγκήπισσα, άσε με να φύγω!
     Εκείνη δεν είπε τίποτα, μόνο συνέχιζε να την κρατάει από τα φτερά και να την περιεργάζεται.
     - Για δες, σκέφτηκε. Μια νεραϊδούλα. Και είναι τόσο μικρή! Θα την κρατήσω για πάντα εδώ, και θα με υπηρετεί. Θα έχω τη δικιά μου, προσωπική νεράιδα. Καμία άλλη πριγκήπισσα δε θα έχει προσωπική νεράιδα, μόνο εγώ, μόνο εγώ!
      - Άφησέ με, συνέχισε η νεραϊδούλα. Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου. Η μαμά μου θα ανησυχεί.
     - Αυτό ας το σκεφτόσουν πριν μπεις απρόσκλητη στο δωμάτιό μου, είπε η πριγκήπισσα. Τώρα που σε έπιασα δεν πρόκειται να σε αφήσω. Τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να μένουν ανεκμετάλλευτες. Τώρα πια είσαι δική μου και θα με υπηρετείς.
     - Μα οι νεράιδες δεν είναι υπηρέτριες κανενός. Οι νεράιδες ζουν ελεύθερες.
     - Βλέπεις καμία ελεύθερη νεράιδα εδώ κοντά; ρώτησε προκλητικά η πριγκήπισσα. Εγώ, πάντως, βλέπω μόνο εσένα, και εσύ κάθε άλλο παρά ελεύθερη είσαι! πρόσθεσε.
     Και μια και δυο, έβαλε την νεραϊδούλα - που ήταν μικροσκοπική - μέσα σε ένα σπιρτόκουτο και την έκλεισε μέσα. Ύστερα άνοιξε μερικές τρυπούλες στο σπιρτόκουτο με μία καρφίτσα για να ανασαίνει η νεράιδα και το κουτί το έβαλε στο κομοδίνο της, δίπλα στο κρεβάτι της.
     - Έτσι θα την έχω δίπλα μου αν τυχόν μου έρθει καμιά επιθυμία τη νύχτα, σκέφτηκε.
     Και εκεί παρέμεινε το σπιρτόκουτο με τη νεράιδα όλη την υπόλοιπη μέρα. Μη νομίσετε, βέβαια, πως η νεραϊδούλα δεν προσπάθησε να το σκάσει, όμως δεν κατάφερε τίποτα. Ήταν πολύ μικρή και, επιπλέον, δεν είχε προλάβει να φάει όταν την έπιασε η πριγκήπισσα, και όταν οι νεράιδες δεν τρώνε δεν έχουν δύναμη για τίποτα.
     Η νύχτα άργησε να έρθει εκείνη τη μέρα, αλλά ήρθε τελικά, και η πριγκήπισσα πήγε στο δωμάτιό της και ξάπλωσε στο πριγκηπικό της κρεβάτι. Είχε σκοπό να δει κάτι καλό στον ύπνο της, για να το ζητήσει ύστερα από τη νεράιδα. Αποκοιμήθηκε γρήγορα.
     Την επόμενη μέρα ξύπνησε λίγο αργά. Δε θυμόταν τι όνειρο είχε δει, αλλά είχε καλή διάθεση. Τεντώθηκε, χασμουρήθηκε, σηκώθηκε από το κρεβάτι της και άπλωσε το χέρι της για να χτυπήσει το κουδούνι και να έρθει η πριγκηπική καμαριέρα. Τι ήταν αυτό; Το χέρι της είχε γεμίσει τρίχες! Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι τρίχες ήταν τόσο πυκνές που έμοιαζαν με γούνα!
     - Κλημεντίνη! φώναξε την καμαριέρα της, αφού δεν έφτανε να χτυπήσει το κουδούνι. Κλημεντίνη!
     - Καλημέρα, πριγκήπισσα, είπε η Κλημεντίνη μπαίνοντας χαμογελαστή στο πριγκηπικό δωμάτιο, αλλά τι συμβαίνει; Τι θέλει αυτή η γάτα εδώ; Ξουτ, παλιόγατα, φύγε από το κρεβάτι της κυρίας μου, πώς μπήκες εδώ μέσα;
     - Εγώ είμαι, Κλημεντίνη, δε με γνωρίζεις; ρώτησε η πριγκήπισσα. Εγώ είμαι, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο γέμισα τρίχες, να, δες, και στα χέρια και στα πόδια, θα χρειαστώ επειγόντως αποτρίχωση.
     - Ξουτ! ξαναείπε η Κλημεντίνη και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της πριγκήπισσας, που δεν καταλάβαινε τι γινόταν.
     - Κλημεντίνη, είπε, δεν ακούς τι σου λέω;
     Όμως η Κλημεντίνη είχε ήδη πιάσει ένα μαξιλάρι και το είχε πετάξει προς την πριγκήπισσα.
     - Τι κάνεις εκεί, θεοπάλαβη; ρώτησε η πριγκήπισσα, που ίσα που πρόλαβε να αποφύγει το μαξιλάρι. Πού πήγε ο σεβασμός που μου έδειχνες μέχρι τώρα;
     Δεν είχε προλάβει καλά-καλά να ολοκληρώσει την φράση της, όταν το μάτι της έπεσε επάνω σε ένα ασημένιο βάζο που στόλιζε το πριγκηπικό δωμάτιο. Και εκεί, αντί να δει την αντανάκλασή της -  όπως ήταν λογικό - είδε μία γάτα!
     - Νιάου, είπε, και συνειδητοποίησε ότι από το στόμα της δεν έβγαινε ήχος ανθρώπινος, αλλά μόνο νιαουρίσματα.
     - Φύγε από εδώ, παλιόγατα, είπε η Κλημεντίνη. Θα έρθει η κυρία μου και θα με σκοτώσει αν σε βρει εδώ. Φύγε, ξουτ, είπα!
     Η πριγκήπισσα πήδηξε κάτω από το κρεβάτι της και έτρεξε προς το παράθυρο για να φύγει.
     - Καλά να πάθεις! ακούστηκε μια φωνή από ψηλά.
     Κοίταξε προς τα εκεί από όπου ακουγόταν η φωνή και είδε δύο νεραϊδούλες.
     - Καλά να πάθεις, ξαναείπε η μία νεραϊδούλα, για να είσαι τόσο κακομαθημένη. Εκμεταλλεύτηκες το μέγεθός σου και φυλάκισες τη μοναχοκόρη μου για να σε υπηρετεί για πάντα. Δεν σκέφτηκες, όμως, ότι τα έβαζες με ένα πλάσμα μαγικό. Η τιμωρία σου θα είναι να παραμείνεις για πάντα γάτα. Τέρμα πια οι πολυτέλειες για εσένα. Τώρα θα γυρνάς στους δρόμους και θα ψάχνεις για φαγητό στα σκουπίδια. Θα ζεις έξω, και θα κρυώνεις όταν φυσάει, και θα βρέχεσαι όταν βρέχει, και θα ζεσταίνεσαι όταν έχει ήλιο. Θα δεις τι σημαίνει να τα βάζεις με τις νεράιδες.
     - Νιάου, είπε η πριγκήπισσα.
     - Και μην αρχίσεις τις συγγνώμες, συνέχισε η νεράιδα. Δε θα δείξω το παραμικρό έλεος, όπως και εσύ δεν έδειξες έλεος για την κόρη μου. Μόνο αν μετανοήσεις ειλικρινά θα το σκεφτώ να σε επαναφέρω στην πρότερή σου κατάσταση.
     Και οι νεραϊδούλες, μάνα και κόρη, πέταξαν μακριά.
     - Ξουτ, είπα! ακούστηκε ξανά η φωνή της Κλημεντίνης και ένα μαξιλάρι έπεσε με δύναμη επάνω στην πριγκήπισσα.
     Η πριγκήπισσα πήδηξε κάτω από το μπαλκόνι τρομαγμένη. Και τώρα;
     Από μακριά ακούστηκε το γάβγισμα ενός σκύλου. Πώς θα έμενε μόνη της έξω από το σπίτι; Τι θα έκανε αν μπροστά της εμφανιζόταν ένας σκύλος; Και το βράδυ θα κοιμόταν έξω, στα σκοτεινά; Και θα έπρεπε να τρώει από τα σκουπίδια; Μπλιαχ! Τι ατυχία ήταν αυτή! Γιατί είχε φυλακίσει τη νεραϊδούλα; Αχ, αν το ήξερε τι θα πάθαινε, ποτέ δε θα την έπιανε στα χέρια της.
     - Νεράιδα! φώναξε. Νεράιδα, συγγνώμη, το μετάνιωσα! Με ακούς, νεράιδα; Γύρνα πίσω, συχώρεσέ με, το μετάνιωσα!
     Αλλά η νεράιδα και η κόρη της είχαν γίνει άφαντες, και η πριγκήπισσα δεν τις έβλεπε πουθενά. Άρχισε τότε να γυρνάει παντού και να τις ψάχνει. Τις έψαχνε μέσα στα αγριόχορτα, μέσα στα πυκνά φυλλώματα των δέντρων παντού. Αλλά οι νεράιδες κρύβονται πολύ καλά και, έτσι, ακόμα να τις βρει η πριγκήπισσα.
     Αλλά και στο παλάτι έγινε χαμός, επειδή η πριγκήπισσα εξαφανίστηκε και κανείς δεν έμαθε πού πήγε. Και όλοι ψάχνουν, στο παλάτι ψάχνουν την πριγκήπισσα, και ο βασιλιάς και η βασίλισσα έχουν αρρωστήσει από την στενοχώρια τους, και η πριγκήπισσα ψάχνει τη  νεράιδα, και ακόμα δεν την έχει βρει και ανησυχεί.
     Μα πού μπορεί να έχει πάει η νεράιδα;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To comment or not to comment? That is the question