Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Θαυμαστή απόδραση

     Στη χώρα των Γιγάντων ζουν οι Γίγαντες, όπως είναι φυσικό. Και είναι πολλοί, οι Γίγαντες που ζουν στη χώρα των Γιγάντων. Και γεννιούνται, και μεγαλώνουν πολλοί μαζί, οι Γίγαντες. Και μία φιλοδοξία έχουν στη ζωή τους οι Γίγαντες: να πάνε στον Παράδεισο.
     Τώρα, βέβαια, μη φανταστείτε ότι ο Παράδεισος των Γιγάντων είναι ένας υπέροχος κήπος, όπου όλα είναι ήρεμα και όμορφα, όπου ψάλλουν οι αγγέλοι και χορεύουν τα χερουβείμ αγκαλιά με τα σεραφείμ, όχι, δεν είναι έτσι ο Παράδεισος των Γιγάντων. Ο Παράδεισος των Γιγάντων είναι ένα τεράστιο, μεταλλικό κρεβάτι, όπου οι Γίγαντες ξαπλώνουν αγκαλιά με ντοματούλες και κρεμμυδάκια, και ύστερα όλοι μαζί, αφού τακτοποιηθούν όμορφα-όμορφα στο κρεβάτι αυτό, μπαίνουν σε ένα μέρος με πολύ υψηλή θερμοκρασία και ψήνονται. Είναι λίγο περίεργος, αλήθεια, ο Παράδεισος των Γιγάντων.
     Στη χώρα των Γιγάντων, όμως, γεννήθηκε και ένας Γίγαντας αντάρτης. Όχι, εκείνος δεν ήθελε να πάει στον Παράδεισο, ήθελε να πάει στην Κόλαση.
     - Μα τι λες, αφορισμένε; τον ρωτούσαν οι φίλοι του. Τι δουλειά έχεις εσύ στην Κόλαση;
     - Την προτιμώ χίλιες φορές από τον Παράδεισο!
     - Μα είναι καλύτερο να σε φάει ένα πουλί και ύστερα να βρεθείς κάπου στην ερημιά, μόνος κι έρημος;
     - Εγώ το προτιμώ.
     - Τι περίεργες ιδέες είναι αυτές; Κάθε Γίγαντας που σέβεται τον εαυτό του ξέρει ότι ο προορισμός του είναι ο Παράδεισος...
     - Εγώ δεν τον θέλω τον Παράδεισο, δεν μου ταιριάζει! Προτιμώ χίλιες φορές τα παιδιά μου να μεγαλώσουν στην Κόλαση, μόνα τους και ελεύθερα, στην απέραντη ερημιά.
     - Και νομίζεις ότι είναι στο χέρι σου να τον αποφύγεις τον Παράδεισο;
     - Φυσικά και είναι.
     - Και πώς θα τα καταφέρεις, βρε κουτεντέ, να τον αποφύγεις, αφού θα έρθει το χέρι της Μοίρας και θα σε πάρει για να σε πάει κατευθείαν στον Παράδεισο;
     - Θα το σκάσω!
     - Ναι, σιγά μην τα καταφέρεις...
     - Θα τα καταφέρω και θα το δείτε!
     - Ναι, καλά...
     Και οι άλλοι Γίγαντες έφευγαν γελώντας, αλλά ο Γίγαντας της ιστορίας μας ήξερε πολύ καλά τι ήθελε και ήταν αποφασισμένος να το πετύχει. Στρώθηκε, λοιπόν, στη δουλειά, και μελετούσε ό,τι είχε σχέση με αποδράσεις.
     - Πώς τα πας; τον ρωτούσαν καμιά φορά για να κάνουν πλάκα.
     - Είμαι σε καλό δρόμο, απαντούσε. Σήμερα κατάφερα να το σκάσω από μέσα από μια θημωνιά.
     - Μπράβο, μπράβο, συνέχισε έτσι, του έλεγαν και πήγαιναν λίγο πιο πέρα για να γελάσουν με την ησυχία τους.
     - Πώς πάει; τον ρωτούσαν κάποια άλλη μέρα. 
     - Πολύ καλά, απαντούσε. 
     - Θα θυμάσαι, βέβαια, ότι η ώρα που θα έρθει το χέρι της Μοίρας πλησιάζει...
     - Ναι, ναι, το ξέρω, έλεγε εκείνος. Μην ανησυχείτε, όμως, θα προλάβω να είμαι έτοιμος όταν έρθει.
     Κι όμως, δεν ήταν έτοιμος όταν το χέρι της Μοίρας έφτασε. Και τον έπιασε το χέρι της Μοίρας, και τον στίβαξε μαζί με πολλούς άλλους Γίγαντες μέσα σε ένα σακί. Και έκλεισε το σακί. Και έμεινε ο Γίγαντας εκεί μέσα.
     - Λοιπόν; του είπαν οι άλλοι. Τι έχεις να πεις τώρα; Είδες ότι κανείς δεν καταφέρνει να τον αποφύγει τον Παράδεισο;
     - Εγώ θα το σκάσω, απάντησε.
     Οι άλλοι δεν του είπαν τίποτα άλλο. Ήταν φανερό ότι ο Γίγαντας δεν ήταν στα καλά του.
     Και τους έβαλαν τους Γίγαντες τους στιβαγμένους στο σακί μέσα σε ένα φορτηγό, μαζί με πολλά άλλα σακιά με Γίγαντες, και κλείσανε την πόρτα, και το φορτηγό ξεκίνησε, και ο δρόμος είχε πολλές λακούβες, και οι μισοί Γίγαντες αρρώστησαν.
     Και ύστερα τους έβγαλαν τους Γίγαντες τους στιβαγμένους στα σακιά και τους έβαλαν επάνω σε κάτι εξέδρες, το ένα σακί δίπλα στο άλλο. Και κόσμος πολύς περνούσε και κοίταζε τα σακιά. Και κάποιοι άπλωναν τα χέρια τους και έπαιρναν κάποιο σακί, και οι Γίγαντες που ήταν μέσα στο σακί αποχαιρετούσαν τους άλλους, εκείνους που έμεναν πίσω, δίνοντας ραντεβού στον Παράδεισο.
     Και ήρθε και ένα χέρι, και πήρε το σακί όπου βρισκόταν ο Γίγαντας, και η πορεία προς τον Παράδεισο ξεκίνησε. Και μόλις η Πίπη έφτασε στο σπίτι της και έβγαλε τη σακούλα με τους γίγαντες από την τσάντα με τα ψώνια, είδε με έκπληξη ότι ένας γίγαντας ήταν έξω από τη σακούλα! Μάταια έψαξε για κάποια τρύπα στη σακούλα, δεν υπήρχε καμία τρύπα. Και τότε, πώς βρέθηκε έξω εκείνος ο γίγαντας; Παραξενεύτηκε πολύ η Πίπη.
     Και οι Γίγαντες που ήταν μέσα στο σακί κοιτούσαν με ζήλεια τον Γίγαντα, που ήταν απ'έξω. Τον ζήλευαν επειδή τα είχε καταφέρει, επειδή το είχε σκάσει. Επειδή δεν τα είχε παρατήσει, αλλά είχε κυνηγήσει το όνειρό του. Και ο Γίγαντας σκεφτόταν ότι βρισκόταν πολύ κοντά στο όνειρό του, να τον φάει ένα πουλί και να βρεθεί μόνος κι έρημος σε κάποια ερημιά της Κόλασης.
     Και η Πίπη τώρα κάθεται και σκέφτεται τι να κάνει με το γίγαντα που βρέθηκε έξω από τη σακούλα: να τον κάνει πλακί μαζί με τους άλλους γίγαντες ή να τον πετάξει να τον φάει κανένα πουλί; 
     Μα πώς στο καλό βρέθηκε ο γίγαντας έξω από τη σακούλα;

2 σχόλια:

  1. Νομίζω πρέπει να πάρω τα κείμενα σου όλα και να τα διαβάσω με τη σειρά. Θα έλεγα πως βρίσκω απολαυστικό τον λόγο σου!

    Ακόμα πιο ενδιαφέρον ωστόσο παρουσιάζει η ανάλυση των υπαρξιακών μυστηρίων της ύπαρξης (όχι υπαρξιακών μυστηρίων - σκέτο, ούτε μυστηρίων της ύπαρξης - σκέτο, μα όλο μαζί: υπαρξιακών μυστηρίων της ύπαρξης), τα οποία και παρουσιάζεις, θέτοντας καίρια ερωτήματα που θα πρεπε να μας απασχολήσουν: Πως βρέθηκε τελικά ο γίγαντας έξω απ' τη σακούλα?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μα δεν ήταν αξιοσημείωτο; Έπρεπε να με δεις να γυρίζω γύρω-γύρω τη σακούλα και να μην βρίσκω τίποτα! Πώς να μην γράψω μια ιστορία γι'αυτό, ύστερα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

To comment or not to comment? That is the question