Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Σκέψεις του (πρωινού) δρόμου



      Όταν βγήκα από το σπίτι μου σήμερα το πρωί για να πάω στη δουλειά, η μέρα δε φαινόταν ιδιαίτερα ευοίωνη. Ο ουρανός ήταν γεμάτος γκριζογάλανα σύννεφα και έκανε ψύχρα. Παρ'όλ'αυτά ήταν ένας πανέμορφος ουρανός.
     Τα σύννεφα, με τους αχνούς τους χρωματισμούς και την απαλή τους κίνηση τράβηξαν την προσοχή μου. Ήταν λες και κάποιος εκεί επάνω ζωγράφιζε με χρώματα ακουαρέλας. Κάτω στη γη, από την άλλη, δεν υπήρχε χώρος για ακουαρέλα. Εδώ οι γραμμές ήταν πιο ξεκάθαρες, πιο κοφτές. Δεξιά και αριστερά μου, σπίτια διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων, δέντρα μικρά ή μεγάλα, άλλα γυμνά, άλλα με πυκνό φύλλωμα και άλλα με μπουμπουκάκια που άνοιγαν δειλά-δειλά.
     Μπροστά μου βρισκόταν ένας ζωγραφικός πίνακας, χωρίς αμφιβολία. Αλλά κάτι καμαρωτά κυπαρίσσια σε ένα πεζοδρόμιο και μερικές φουντωτές νεραντζιές σε ένα άλλο με έκαναν να θυμηθώ την παιδική μου ηλικία. Τότε που οι γονείς μου μου έμαθαν πώς να φτιάχνω ανάγλυφα, ζωγραφιστά δέντρα με ρύζι, κόλλα και νερομπογιές. Θυμήθηκα τι όμορφα που είχαν γίνει εκείνα τα δέντρα. Έμοιαζαν πολύ με τις νεραντζιές του πεζοδρομίου.
     Και ως δια μαγείας - ίσως και επειδή διέσχιζα μια παλιά μου γειτονιά -, η θύμηση των ζωγραφισμένων ρυζόδεντρων της παιδικής μου ηλικίας, έφερε για παρέα της και ένα σωρό άλλες αναμνήσεις. Θυμήθηκα τα παιχνίδια που έκανα, τις χειροτεχνίες που μας έβαζαν να κάνουμε στο σχολείο και στις οποίες πολλές φορές μας βοηθούσαν οι γονείς μας, δίνοντάς μας έτσι την ευκαιρία να περάσουμε ποιοτικό χρόνο μαζί τους. Θυμήθηκα το δύσκολο πρωινό μου ξύπνημα, αλλά και την τόσο ευχάριστη διαδρομή προς το σχολείο, καθώς ο δρόμος γέμιζε από τα παιδιά με τις μαμάδες τους που τα συνόδευαν.
     Και όλα αυτά τα σπίτια που τώρα φαίνονται σοβαρά, που ίσως δε μένουν μέσα παιδιά για να πάνε στο σχολείο, πόσο χαρούμενα φαίνονταν τότε, όταν άνοιγαν οι αυλόπορτες και ξεχύνονταν έξω τα παιδιά, ένα-ένα, δυο-δυο ή και περισσότερα, κουβαλώντας τις σχολικές τους τσάντες! Πόσο πιο όμορφα ήταν τα σπίτια τότε, έτσι κι αλλιώς! Μονοκατοικίες, διώροφα ή τριώροφα, σπανιότερα συναντούσες και καμιά πολυκατοικία. Και το κάθε σπίτι με τον κήπο του, γεμάτο λουλούδια ή πιο λιτό, ή με την αυλή του με το τσιμέντο ή, μερικές φορές, μωσαϊκό. Ενώ τώρα...
     Και πόσα παιχνίδια, στην αυλή ή στον δρόμο! Χωρίς πολλά μέσα, αλλά με μόνη κινητήρια δύναμη την παιδική φαντασία. Και την ανεξάντλητη τρεχαλοενέργεια, που δεν ενοχλούσε τους γονείς, καθώς και εκείνοι ήταν πιο γεμάτοι από τη ζωή τους και πιο ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους από ό,τι είναι σήμερα.
     Ένα σχολικό λεωφορείο πέρασε λίγο πιο κάτω. Γεμάτο παιδιά, που ξυπνάνε από τα χαράματα, ετοιμάζονται, παίρνουν την σχολική τους τσάντα και πηγαίνουν στο σχολείο. Περνάνε όλο το πρωινό τους εκεί, τρώνε κιόλας, και το απόγευμα, κατάκοπα, μεταφέρονται από το ίδιο σχολικό στο σπίτι τους, για να διαβάσουν, να γράψουν, να κάνουν και άλλα, εξωσχολικά μαθήματα, αθλητισμό, μουσική, ξένες γλώσσες, και το βράδυ να πέσουν εξαντλημένα στο κρεβάτι τους μέχρι τα επόμενα χαράματα που θα ξανασηκωθούν για να πάνε στο σχολείο.
     Δε νομίζω να τα ζηλεύω αυτά τα παιδιά. Ίσα-ίσα που τα λυπάμαι και λίγο. Δε θα έχουν την ευκαιρία να ζήσουν ούτε το ένα τρίτο των όσων ζήσαμε εμείς οι παλιότεροι. Ήδη, τα περισσότερα από αυτά δεν γνωρίζουν καν από πού προέρχεται η τροφή μας και σίγουρα υπάρχουν παιδιά που πιστεύουν ότι η τροφή μας έρχεται έτοιμη, συσκευασμένη σε κενό αέρος.
     Και αν πει κανείς για δημιουργία, πώς να την αναπτύξουν τα σημερινά παιδιά, όταν έχουν συνηθίσει για το καθετί που ακούνε να βλέπουν μια έτοιμη εικόνα στον υπολογιστή; Πώς θα μπορούν αύριο να δημιουργήσουν κάτι από το τίποτα; Παλιά δεν χρειαζόταν να κεντρίσει κάποιος ιδιαίτερα τη φαντασία των παιδιών. Τώρα, μέχρι και αυτή χρειάζεται υποβοήθηση. Και δωσ'του να προσπαθούν οι δάσκαλοι και οι νηπιαγωγοί...
     Έφτασα στο μετρό και άρχισα να κατεβαίνω τις κυλιόμενες σκάλες, νιώθοντας τις σκέψεις μου να με βαραίνουν σαν έναν βαρυστομαχιασμένο ελέφαντα. Είναι τόσο δύσκολο πράγμα η φαντασία, τελικά; Φταίει η ζωή γενικά ή οι επιλογές του καθενός ειδικά; Θυμήθηκα την εικόνα του πρωινού ουρανού και τα καμαρωτά κυπαρίσσια. Θυμήθηκα ξανά τα δεντράκια από βαμμένο ρύζι. Πιο μπροστά μου, ένας ηλικιωμένος, ντυμένος με ένα γκρι κουστούμι, περπατούσε καμαρωτός. Στο βάθος ακούστηκε ο συρμός που πλησίαζε. Τάχυνα το βήμα μου και τον προσπέρασα. Στο πέτο του είχε βάλει ένα λουλούδι από κίτρινο γιασεμί... όπως πιθανώς θα έκανε και στα νιάτα του.
     - Αντισταθείτε, ήταν σαν να μου έλεγε.
     Και ένιωσα τον ελέφαντα να πετάει μακριά...

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Νυχτερινές λιγούρες

    


      - Δε θα βάλω μπουκιά στο στόμα μου, είπε η νύχτα. Θα κάνω δίαιτα!
     Η αλήθεια είναι ότι είχε παχύνει λίγο. Τι λίγο, δηλαδή, που συνέχεια χρειαζόταν να φαρδαίνει το φόρεμά της για να της κάνει. Οι αστερισμοί όλο και απομακρύνονταν μεταξύ τους. Η Μεγάλη και η Μικρή Άρκτος είχαν πολλές μέρες να ιδωθούνε. Ο Ζυγός όλο και έγερνε, στην προσπάθειά του να δει τον Σκορπιό, και του Υδροχόου του είχε αδειάσει η στάμνα εντελώς, καθώς έγερνε περισσότερο από το συνηθισμένο, προσπαθώντας να αποφύγει τα μυτερά κέρατα του Αιγόκερου.
     Η νύχτα, λοιπόν, ξεκίνησε τη δίαιτα και την ακολουθούσε με αυστηρότητα. Δεν έτρωγε τίποτα, εκτός από λίγη ασημόσκονη και δεν έπινε τίποτα άλλο εκτός από δροσοσταλίδες. Η δίαιτα άρχισε γρήγορα να δίνει τα πρώτα της αποτελέσματα, και η νύχτα είδε με χαρά της ότι το φόρεμά της άρχισε να μην την στενεύει.
     Όμως, τι θα ήταν η ζωή χωρίς πειρασμούς; Και ο πειρασμός της νύχτας δεν ήταν άλλος από το φεγγάρι, που σαν ολοστρόγγυλο κεφάλι γραβιέρας, βολτάριζε πέρα-δώθε κάτω από τη μύτη της. Και τι ωραίο που ήταν, και πώς μοσχομύριζε! Της νύχτας της έτρεχαν τα σάλια, αλλά αντιστεκόταν με αποφασιστικότητα.
     - Κι αν έτρωγα μια μπουκίτσα; άρχισε να σκέφτεται ύστερα από λίγο. Τι θα πείραζε;
     Αλήθεια, τι θα πείραζε μια τόση δα μπουκίτσα; Δε λέω, καλή ήταν η ασημόσκονη και υγιεινή επίσης, αλλά και το φεγγαράκι ήταν τόσο κίτρινο και λαχταριστό...
     - Μόνο μια μπουκίτσα, είπε και χραπ! έκοψε ένα κομματάκι φεγγάρι. Μμμμμμμμμ! έκανε απολαμβάνοντας τη νόστιμη μπουκίτσα, καθώς έλιωνε στο στόμα της, πλημμυρίζοντάς το με ένα υπέροχο άρωμα.
     - Αυτό ήταν, είπε και αναστέναξε.
     Και το φεγγάρι συνέχισε τις βόλτες του.
     Την επόμενη μέρα (δηλαδή την επόμενη νύχτα), το φεγγάρι ξαναβγήκε στο σεργιάνι. Μια μικρή δαγκωνιά στο πλάι του μαρτυρούσε την αταξία της νύχτας, η οποία το κοίταζε επίμονα. Κι αν δοκίμαζε λίγο ακόμη; Τι θα πείραζε; Και χραπ! πάει άλλη μια μπουκίτσα.
     - Μμμμμμμ! ακούστηκε στον ουρανό από άκρη σε άκρη.
     Το φεγγάρι συνέχισε τη βόλτα του, διπλοδαγκωμένο αλλά το ίδιο λαχταριστό όπως πριν. Μήπως να δοκίμαζε άλλη μια μπουκίτσα; Αλλά όχι, έπρεπε να συγκρατηθεί.
     Κι όμως, τίποτα δεν ήταν δυσκολότερο για τη νύχτα από το να συγκρατηθεί, αφού είχε δοκιμάσει το πεντανόστιμο φεγγάρι. Κι έτσι, η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε αρκετές φορές. Και το φεγγάρι σιγά-σιγά γέμισε δαγκωματιές παντού και άρχισε να μικραίνει, και να μικραίνει, και να μικραίνει... Και να που έφτασε να γίνει μια τόση δα λεπτή φετούλα, που ίσα-ίσα διακρινόταν στον σκοτεινό ουρανό.
     Η νύχτα είδε έκπληκτη ότι το φόρεμά της άρχισε και πάλι να την στενεύει. Παρά τρίχα να της πεταχτεί και κουμπί, τόσο πολύ είχε παχύνει.
     - Καλά να πάθω, είπε. Τι το ήθελα το φεγγάρι αφού ξέρω ότι έχει τόσες θερμίδες; Δε θα ξαναφάω ποτέ.
     Και ξανάρχισε τη δίαιτα με φανατισμό και προσήλωση. Έλα όμως που το φεγγάρι ξαναστρογγύλεψε και άρχισε να κάνει βόλτες κάτω από τη μύτη της! Και προτού το καταλάβει, η νύχτα άρχισε να ξερογλείφεται και πάλι.
     Κι αν έτρωγε μια μπουκίτσα;

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Σε άλλο επίπεδο



    
     - Θέλω να γίνω συγγραφέας! είπε αποφασισμένη η πεταλούδα, καθώς λιαζότανε στον ήλιο.
     - Τι είναι αυτό; ρώτησε η φίλη της η πασχαλίτσα.
     - Είναι αυτός που γράφει βιβλία, είπε η πεταλούδα και αναστέναξε βαθιά.
     - Και τι το καλό έχει να είσαι συγγραφέας; ρώτησε ξανά η πασχαλίτσα, και τέντωσε τα ποδαράκια της.
     - Α, είναι πολύ καλό, είπε η πεταλούδα. Όταν είσαι συγγραφέας οι άλλοι σε σέβονται, και γράφεις ιστορίες και όλοι τις διαβάζουν και ύστερα μιλάνε για σένα, και μπορεί να σου δώσουν και βραβεία, και να σε δείξουν και στην τηλεόραση.
     Τα φύλλα έλαμπαν στον ήλιο. Η πασχαλίτσα καθάρισε τις κεραίες της.
     - Και πώς θα γίνεις συγγραφέας;
     - Α, είπε η πεταλούδα με σιγουριά, θα πάω σε σχολή! Υπάρχει μία πολύ καλή σχολή στην πόλη. Θα πάω εκεί και θα τα μάθω όλα.
     Η πασχαλίτσα δεν είπε τίποτα άλλο. Θα στήριζε τη φίλη της ό,τι κι αν έκανε.
     Έτσι, η πεταλούδα πήγε στην πόλη και γράφτηκε στη σχολή. Και εκεί γνώρισε και άλλες πεταλούδες, και σαλιγκάρια, και χαμαιλέοντες, και ακρίδες και σκαθάρια, και κάθε λογής επίδοξους συγγραφείς. Πόσο ενθουσιασμένη ήταν! Τόσοι πολλοί που μοιράζονταν το ίδιο όνειρο με εκείνη! Θα έκαναν όλοι τους φανταστική παρέα!
     Και άρχισαν τα μαθήματα. Και οι δάσκαλοι ήταν πολύ απαιτητικοί. Και τη μία ζητούσαν στους φοιτητές να γράψουν ένα ποίημα, την άλλη ένα θεατρικό, την άλλη ένα διήγημα ή ένα δοκίμιο… Η πεταλούδα ήταν μελετηρή φοιτήτρια και έκανε όλες τις εργασίες που της ανέθεταν, και διάβαζε όλα τα μαθήματα, και έγραφε καλά στις εξετάσεις. Και όταν συμπληρώθηκαν οι σπουδές της πήρε και πτυχίο.
     - Τώρα είμαι συγγραφέας, μονολόγησε ικανοποιημένη.
     Και γύρισε στο σπίτι της, να συνεχίσει τη ζωή της.
     - Θα πάμε μια βόλτα; ρώτησε μια μέρα η πασχαλίτσα την πεταλούδα.
     - Και δεν πάμε; είπε η πεταλούδα.
     Και ήταν μια πολύ ωραία μέρα, και τα λουλούδια μοσχοβολούσαν, και ο ήλιος έλαμπε, και το αεράκι χάιδευε απαλά τα φτερά τους καθώς πετούσαν.
     - Κοίτα τι όμορφο που είναι εκείνο το τριαντάφυλλο! είπε η πασχαλίτσα. Είναι τόσο κόκκινο, μοιάζει να έχει μαζέψει όλο το κόκκινο του ουράνιου τόξου!
     - Ναι, είπε και η πεταλούδα, είναι πολύ όμορφο, αλλά πρέπει να σε πληροφορήσω ότι τώρα πια δεν είμαι η ίδια πεταλούδα που ήξερες. Τώρα είμαι συγγραφέας, οι κεραίες μου έχουν πια ανοίξει, βλέπω τα πράγματα σε νέες διαστάσεις.
     Η πασχαλίτσα την κοίταξε απορημένη.
     - Δε φαίνεται να καταλαβαίνεις, είπε η πεταλούδα ελαφρώς υποτιμητικά. Θέλω να πω ότι ενώ εσύ το μόνο που κάνεις είναι να εκτιμάς την ομορφιά του τριαντάφυλλου σε πρώτο επίπεδο, εγώ μπορώ να την εκτιμήσω σε βάθος. Μπορώ να γράψω ολόκληρο μυθιστόρημα γι’αυτό το τριαντάφυλλο, να αναλύσω τα πέταλά του ένα προς ένα, να φτιάξω στίχους, να αποδώσω το άρωμά του με κάθε λεπτομέρεια.
     - Α, είπε η πασχαλίτσα. Δηλαδή μπορείς να γράψεις ένα βιβλίο για κάθε πράγμα που βλέπεις;
     - Φυσικά, είπε η πεταλούδα περήφανα. Ενώ εσύ το μόνο που κάνεις είναι να νιώθεις το άμεσο συναίσθημα που σου δημιουργείται. Δεν έχεις βάθος. Χρειάζεται να σπουδάσεις το αντικείμενο για να μπορέσεις να το νιώσεις στην ολότητά του.
     Η πασχαλίτσα ένιωσε λίγο άσχημα για τον εαυτό της αλλά δεν είπε τίποτα.
     - Πάμε μέχρι το ποτάμι; είπε ύστερα από λίγο.
     - Και δεν πάμε; είπε η πεταλούδα.
     Και πέταξαν οι δυο τους στο ποτάμι, που οι όχθες του ήταν γεμάτες βούρλα. Πολλές λιβελούλες και πολλά κουνούπια πετούσαν ανάμεσα από τα βούρλα. Η επιφάνεια του νερού λαμπύριζε. Πιο πέρα, κρυμμένοι ανάμεσα στα βούρλα, οι βάτραχοι είχαν στήσει υπομονετικά καρτέρι.
     - Αχ, τι όμορφα που είναι! αναφώνησε η πασχαλίτσα. Θα μπορούσα να μείνω ώρες ολόκληρες εδώ! Έλα να κάνουμε βόλτα πάνω από την επιφάνεια του νερού, να νιώθουμε το νερό να κινείται, να χορεύουμε όπως οι λάμψεις επάνω στην επιφάνειά του…
     - Άσε καλύτερα, είπε η πεταλούδα. Θέλω να κάτσω και να διαλογιστώ. Το ποτάμι είναι πηγή έμπνευσης. Νομίζω θα γράψω ένα σονέτο.
     - Έλα λίγο και γράφεις μετά.
     - Πόσο δε με καταλαβαίνεις! είπε η πεταλούδα και αναστέναξε. Αλλά, τι να κάνεις, εσύ δεν σπούδασες, δεν είσαι συγγραφέας…
     Η πασχαλίτσα αισθάνθηκε πιο ντροπιασμένη από πριν, αλλά δεν είπε τίποτα. Άρχισε να πετάει ανάμεσα στα βούρλα, προσέχοντας να μην πέσει στο στόμα κάποιου βατράχου, και έπιασε κουβέντα με τα άλλα έντομα που βρίσκονταν εκεί. Και δωσ’του γέλια και κυνηγητά ανάμεσα από τα βούρλα…
     Μόνο η πεταλούδα καθόταν στην άκρη σκεφτική. Πόσα πράγματα θα μπορούσε να γράψει για το ποτάμι, για τη ροή του, για τη δροσιά του, για το τραγούδι του… Αμόρφωτα έντομα! Μόνο εκείνη ήξερε το νόημα του ποταμού, μόνο εκείνη μπορούσε να αναλύσει μέχρι και την τελευταία σταγόνα του νερού του…
     Τα άλλα έντομα έπαιζαν και γελούσαν.
     - Μόνο φασαρία ξέρουν να κάνουν! είπε η πεταλούδα εκνευρισμένη.
     Και συνέχισε να διαλογίζεται. Κάποιες μέλισσες πέρασαν βιαστικά πιο πέρα. Ήταν φορτωμένες νέκταρ και πήγαιναν στη φωλιά τους. Αλλά η πεταλούδα ούτε που τις κοίταξε.
     Πέρασε αρκετή ώρα και ο ήλιος άρχισε να κατεβαίνει στον ουρανό. Η πασχαλίτσα, κουρασμένη από το κυνηγητό, ήρθε κοντά στην πεταλούδα.
     - Έγραψες τίποτα; ρώτησε.
     - Μα τι νόμισες ότι είναι το γράψιμο; ρώτησε προσβεβλημένη η πεταλούδα. Αν ήταν τόσο εύκολο θα έγραφαν όλοι. Πρέπει να εμβαθύνω στο θέμα μου προτού γράψω.
     - Καλά, είπε η πασχαλίτσα και χαιρέτησε κάποιες λιβελούλες που απομακρύνονταν. Εγώ πάντως πέρασα φανταστικά, καιρό είχα να περάσω τόσο καλά.
     - Εμένα η διασκέδαση δε με ενδιαφέρει, είπε η πεταλούδα. Περισσότερο από τις φτηνές απολαύσεις των πολλών με ενδιαφέρει η απόλυτη απόλαυση της τέχνης!
     Η πασχαλίτσα την κοίταζε χωρίς να μιλάει.
     - Φυσικά και δεν καταλαβαίνεις, είπε η πεταλούδα, δεν είσαι συγγραφέας. Εμείς οι συγγραφείς είμαστε ανώτερα πλάσματα, έχουμε περάσει σε άλλο επίπεδο.
     Η πασχαλίτσα πάλι δεν είπε τίποτα.
     - Το αποφάσισα, είπε η πεταλούδα. Θα αφοσιωθώ στο έργο μου. Τέρμα πια οι ανούσιες βόλτες. Ήρθε ο καιρός να ασχοληθώ με την ουσία της ύπαρξης.
     Η πασχαλίτσα την κοίταξε γεμάτη απορία, αλλά η πεταλούδα δεν είπε τίποτα άλλο.
     Από τότε οι δυο τους δεν έκαναν παρέα. Η μεν πασχαλίτσα συνέχισε τον τρόπο ζωής της, η δε πεταλούδα αφοσιώθηκε στη μελέτη και την περίσκεψη.
     Πέρασε καιρός. Μια μέρα η πασχαλίτσα συνάντησε τυχαία την πεταλούδα. Ήταν καθισμένη σε ένα φύλλο και τα φτερά της ήταν ζαρωμένα.
     - Τι κάνεις; τη ρώτησε.
     - Προσπαθώ να γράψω μια πραγματεία για εκείνο εκεί το φύλλο, απάντησε εκείνη. Αλλά θέλω να ανέβω επάνω του και δεν μπορώ.
     - Γιατί; ρώτησε η πασχαλίτσα. Αρκεί να πετάξεις μέχρι εκεί. Τι σε εμποδίζει;
     Η πεταλούδα αναστέναξε.
     - Όλον αυτόν τον καιρό, είπε, που προετοιμάζω το βιβλίο μου, σταμάτησα να πετάω. Τώρα, λοιπόν, δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τα φτερά μου. Τα νιώθω πολύ βαριά στους ώμους μου.
     Η πασχαλίτσα ένιωσε συμπόνια για την πεταλούδα.
     - Μπορώ να κάνω κάτι για σένα; ρώτησε.
     - Ναι, είπε η πεταλούδα. Πέταξε σε παρακαλώ μέχρι εκείνο το φύλλο και πες μου τι νιώθεις. Χρειάζομαι βοήθεια για να τελειώσω το βιβλίο μου.
     - Μα εγώ δεν τα νιώθω τα πράγματα σε βάθος, είπε η πασχαλίτσα. Εγώ δεν έχω σπουδάσει όπως εσύ, δεν είμαι συγγραφέας. Πώς, λοιπόν, θα σου μεταδώσω την ουσία του πράγματος;
     Η πεταλούδα δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε όμως το βιβλίο της που δε θα τελείωνε ποτέ. Και ζήλεψε την πασχαλίτσα, που πετούσε στον αέρα.

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Περιμένοντας το γαμπρό



      - Αχ, πόσο τον αγαπώ! είπε και αναστέναξε ελαφρά. Πόσο με αγαπάει και εκείνος! είπε ξανά και κοκκίνησε, καθώς σκέφτηκε τα γεμάτα πάθος λόγια που της ψιθύριζε καθώς τη γυρόφερνε το προηγούμενο καλοκαίρι.
     Κοίταξε τον ουρανό. Ήταν γκρίζος, καλυμμένος με σύννεφα από άκρη σε άκρη. Αναστέναξε ξανά. Μία ριπή αέρα την έκανε να ανατριχιάσει.
     "Να με περιμένεις", της είχε πει. "Να με περιμένεις. Θα γυρίσω πίσω, και θα γυρίσω για εσένα. Και όταν γυρίσω θα παντρευτούμε και θα είμαστε κι οι δυο μας πολύ ευτυχισμένοι."
     "Θα γυρίσω για εσένα." Τι ωραίο συναίσθημα, να ξέρεις ότι ο αγαπημένος σου είναι δικός σου και ότι εσύ είσαι τόσο σημαντική γι'αυτόν!
     Αλλά, ήταν μόνο δικός της; Θυμήθηκε με νοσταλγία πόσο όμορφος ήταν, και πόσο κομψός, με εκείνο το μαύρο, γυαλιστερό φράκο και με το άσπρο, κολλαριστό του πουκάμισο! Και τώρα, εκεί μακριά που βρισκόταν, σε εκείνη τη χώρα τη ζεστή, όπου ο αέρας μοσχομυρίζει γλυκά, ποιος της έλεγε ότι ο αγαπημένος της δεν θα υπέκυπτε στα θέλγητρα κάποιας εξωτικής καλλονής;
     "Θα γυρίσω". Όχι, της το είχε υποσχεθεί, και ήταν τόσο σοβαρός και τόσο λυπημένος την ώρα που την αποχαιρετούσε! Δεν μπορεί να της έλεγε ψέματα τότε!
     Και αν είχε αλλάξει γνώμη; Και αν η εικόνα της στο μυαλό του είχε ξεθωριάσει, κι αν οι όρκοι αγάπης που του είχε δώσει είχαν σβηστεί από την μνήμη του;
     - Πρέπει να ετοιμαστώ για το γάμο, είπε αποφασιστικά. Όταν γυρίσει θα παντρευτούμε, μου το υποσχέθηκε.
     Και βάλθηκε να δοκιμάζει νυφικά. Δοκίμασε μερικά λευκά, χιονάτα, αλλά δεν ικανοποιήθηκε. Άλλα ήταν πολύ ροζ, τα βρήκε υπερβολικά.
     - Μήπως βιάζεσαι λίγο; τη ρώτησε η μοδίστρα. Περίμενε πρώτα να γυρίσει ο αρραβωνιαστικός σου και μετά βάζεις νυφικό.
     - Δεν υπάρχει λόγος να περιμένω, είπε εκείνη. Θέλω να είμαι έτοιμη και όταν με το καλό γυρίσει και με δει, θα θυμηθεί πόσο πολύ με αγαπάει και θα παντρευτούμε αμέσως και θα είμαστε ευτυχισμένοι για πάντα, ή τουλάχιστον για όσο καιρό θα βρίσκεται εδώ.
     - Απλώς, είναι πολύ νωρίς ακόμα, είπε η μοδίστρα. Πότε σου είπε ότι θα γυρίσει;
     - Την άνοιξη, είπε εκείνη και αναστέναξε.
     - Ναι, αλλά ακόμα δεν ήρθε η άνοιξη.
     - Ναι, αλλά θα έρθει.
     - Ναι, αλλά ακόμα δεν ήρθε. Τι θα κάνεις, θα περιμένεις ντυμένη με το νυφικό;
     - Και γιατί όχι; είπε και χαμογέλασε, επειδή μόλις είχε βρει ακριβώς το νυφικό που ήθελε.
     Ήταν ένα πολύ αχνό ροζ νυφικό φόρεμα, σχεδόν λευκό. Αλλά όχι κατάλευκο. Ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόταν.
     - Αυτό θέλω, είπε.
     - Ναι, είπε η μοδίστρα, είναι ένα πολύ όμορφο νυφικό, και σου πάει πολύ ωραία. Αναδεικνύει τις καμπύλες σου και σου φωτίζει το πρόσωπο.
     - Ναι, και εμένα μου αρέσει, είπε εκείνη και σκέφτηκε τι ωραία νυφούλα θα ήταν δίπλα στον αγαπημένο της με το φράκο και το κολλαριστό πουκάμισο. Βάλε μου και το πέπλο.
     - Τι, δε θα το βγάλεις; ρώτησε η μοδίστρα.
     - Και γιατί να το βγάλω; είπε εκείνη.
     - Μα ο αρραβωνιαστικός σου είναι ακόμα στο εξωτερικό. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα του γάμου!
     - Θέλω να είμαι έτοιμη, είπε εκείνη με τόνο που δε δεχόταν αντιρρήσεις. Και μη νομίζεις, δεν αργεί πολύ ο γάμος. Όπου να'ναι θα γυρίσει.
     - Μα ακόμα δεν ήρθε η άνοιξη.
     - Ναι, αλλά θα έρθει. Κάθε χρόνο έρχεται.
     - Ναι, αλλά είναι νωρίς. Θα σου λερωθεί το νυφικό και δε θα φαίνεται ωραίο στο γάμο.
     Αλλά εκείνη δεν ήθελε να ακούσει τίποτα. Είδε κι απόειδε η μοδίστρα, της φόρεσε το πέπλο, πήρε τα υπόλοιπα νυφικά και έφυγε.
     Και έμεινε η ανυπόμονη νυφούλα εκεί, στολισμένη, να περιμένει τον αγαπημένο της. Και όλο και κοίταζε τον γκρίζο ουρανό η ανθισμένη αμυγδαλιά, περιμένοντας να δει το αγαπημένο της χελιδόνι, να σκίζει τον ουρανό με χάρη, φορώντας το κατάμαυρο, γυαλιστερό του φράκο και το λευκό, κολλαριστό του πουκάμισο. Και έτσι την είδα και εγώ σήμερα το πρωί, την ανυπόμονη, ερωτευμένη νυφούλα. Και ευχήθηκα μέσα από την καρδιά μου να έρθει γρήγορα η άνοιξη, και να φέρει μαζί της όλα τα ξενιτεμένα χελιδόνια. Για να χαρούν όλες οι ανθισμένες αμυγδαλιές.