Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Φτερωμαίος και Πουπουλιέτα


     - Άργησες, της είπε. Πήγα να πεθάνω από την αγωνία μου.
     - Συγγνώμη, αγαπημένε μου, απάντησε εκείνη, όμως έπρεπε πρώτα να το σκάσω από την παραμάνα μου.
     - Καταραμένη να είναι! είπε αυτός. Κάθε λεπτό που σε κρατάει μακριά μου, ένας χρόνος γεμάτος κατάρες για εκείνη!
     - Μη μιλάς έτσι, καλέ μου, τον αποπήρε. Αφού το ξέρεις, δεν μπορεί να κάνει και αλλιώς. Φοβάται τον πατέρα μου.
     - Ω, άντρα πιο μισητέ από όλους τους θνητούς, που μου στερείς τόσο άστοργα την ευτυχία!
     - Μη με στενοχωρείς, αγαπημένε μου, του είπε εκείνη. Στο κάτω-κάτω της γραφής, πατέρας μου είναι και ό,τι κάνει το κάνει για το καλό της κόρης του.
     - Δεν είμαι εγώ το καλό της κόρης του; Εγώ, που θα έδινα και τη ζωή μου για ένα λεπτό δικής σου ευτυχίας; Και γιατί τάχα δε με θέλει, ταίρι δικό σου να γενώ; Φταίει το σόι μου, που είναι φτωχό και παρακατιανό;
     - Μην προσποιείσαι πως δεν ξέρεις, είναι η έχθρα η παλιά, οι Πουπουλέτοι κι οι Πουπουλέγοι.
     - Ανάθεμα το όνομά μου, που σε κρατάει μακριά μου...
     - Αρνήσου το, τα πράγματα για μας πιο εύκολα θα γίνουν.
     - Μα δεν μπορώ, αν το αρνηθώ, η κατάρα των Πουπουλέγων θα μας ακολουθεί για πάντα. Μέρα δε θα περάσει, ούτε νύχτα, ούτε απόβραδο, που δε θα είμαστε καταραμένοι.
     - Μακάρι να μπορούσα, την έχθρα αυτή να έσβηνα για πάντα. Αλλά όσο τρέχει αίμα στο κορμί μου, το όνομά μου δε θα με αφήσει, ωιμέ...
     - Μην θλίβεσαι, αγαπημένη, και η αγάπη μας, αν είναι δυνατή, αυτή μόνο μπορεί την έχθρα να παλέψει και για τους δυο μας.
     - Ας δώσει ο Έρωτας, ο φτερωτός θεός, η αγάπη μας να είναι δυνατή. Μα, αρκετό χρόνο χάσαμε κάνοντας μαύρες σκέψεις, και όπου να'ναι θα πρέπει να γυρίσω. Μίλησέ μου για αγάπη, εσύ που την αγάπη μου ορίζεις. Μίλησέ μου, όπως μόνο εσύ ξέρεις.
     - Έχεις δίκιο, όπως πάντα, βασίλισσά μου. Όμως, από τα ανούσια λόγια ενός αρρώστου, χίλιες φορές καλύτερες είναι οι καυτές ματιές του.
     - Ω, Φτερωμαίε, τι ωραία που τα λες! Τι ποιητής που είσαι!
     - Ποιητής δε γεννήθηκα, ποιητή με έκανε η αγάπη σου, αφέντρα της ψυχής μου. Και δε διστάζω να το πω: ανάμεσα σε όλα τα θαύματα της γης, της θάλασσας και του ουρανού, του κόσμου αυτού μα και του άλλου, η Πουπουλιέτα μου είναι το θαύμα το πιο θαυμαστό από όλα!
     - Πες μου κι άλλα, γουργούρισε η Πουπουλιέτα.
     - Άσε να μιλήσει η καρδιά, που μόνο εκείνη ξέρει να μιλά...
     - Πες μου πότε θα παντρευτούμε.
     - Ζυγώνει, ζυγώνει, εκείνη η μέρα, δική μου θα γίνεις, ω, περιστέρα...
     - Και θα ζούμε αγαπημένοι, δίχως έχθρητες και μίση...
     - Σε ένα μικρό σπιτάκι, που θα γίνει της αγάπης μας το υπέρλαμπρο παλάτι.
     - Και η αγάπη μας θα ανθίζει...
     - Με του έρωτα το ζωογόνο το νερό καθημερινά θα την ποτίζουμε. Και ο κόσμος θα γεμίσει με τους καρπούς του έρωτά μας!
     - Ω! Και θα είμαστε για πάντα ευτυχισμένοι, αναστέναξε η Πουπουλιέτα και τα μάτια της έλαμπαν.
     - Κανείς δεν γνώρισε την ευτυχία, πριν από εμάς, κι ούτε μετά από εμάς θα την γνωρίσει...
     - Φτερωμαίε μου, αχ, πόσο σε λατρεύω!
     - Έλα, τώρα, λατρεμένη μου αγάπη, δωσ' μου ένα φιλάκι!
     - Μη, θα μας δουν, ο ήλιος δε βασίλεψε ακόμα!
     - Και αν μας δουν, τάχα σαν τι θα πουν;
     - Κι αν στον πατέρα μου το πουν;
     - Ας το πάρει απόφαση, επιτέλους, ότι δεν μπορεί να χωρίσει δυο ερωτευμένους.
     - Φοβάμαι μη με στείλει εσωτερική σε κολλέγιο στο Περιστέρι και δε σε ξαναδώ, αγαπημένε...
     - Όπου κι αν σε στείλει, εγώ θα σε ακολουθήσω, όπως η σκνίπα ακολουθεί το φως, φως μου εσύ, ήλιε λαμπρέ...
     - Ναι, αλλά η σκνίπα πέφτει πάνω στο φως και καίγεται, φοβάμαι μήπως γίνω η καταστροφή σου.
     - Μαζί σου, αν είναι, ας καώ, θυμίαμα ας γίνω, στον έρωτα αυτό...
     Νταν! Νταν! Νταν! ακούστηκαν οι καμπάνες της εκκλησίας.
     - Ωχ, είπε η Πουπουλιέτα, πέρασε η ώρα, πρέπει να γυρίσω προτού με αναζητήσουν.
     - Καταραμένες καμπάνες, μάρτυρες εσείς του αδυσώπητου χρόνου!
     - Θα τα πούμε αύριο;
     - Αύριο, ναι, αύριο, πόσο όμορφο θα είναι το αύριο με την προσμονή αυτής της συνάντησης! Θα μετράω τον χρόνο, δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο...
     - Στο ίδιο μέρος, έτσι;
     - Θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω... Μόνο μην αργήσεις όπως σήμερα...
     - Θα προσπαθήσω. Καληνύχτα, αγαπημένε...
     - Καληνύχτα, αγαπημένη, είπε και πρόλαβε να της κλέψει ένα φιλί.
     Και ούτε που είδε τον παπαράτσι, που τους φωτογράφιζε από ένα μπαλκόνι πιο πέρα...

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Χείρα βοηθείας

    
     Και έρχεται αυτή η ώρα. Η ώρα που δεν επιθυμείς καθόλου. Έξω κάνει ζέστη, τα τζιτζίκια ακούγονται τόσο δυνατά που καλύπτουν τον ήχο των αυτοκινήτων, και τα ρούχα βρίσκονται εκεί που τα είδες τελευταία φορά: μέσα στη λεκάνη και περιμένουν να σιδερωθούν.
     Αναρωτιέσαι ποιος ανακάλυψε το σιδέρωμα. Κάποιος που μισούσε τις γυναίκες, προφανώς. Και τι πειράζουν μερικές ζάρες; Οι ρυτίδες στο πρόσωπο δίνουν γοητεία, γιατί όχι και στα ρούχα; Αλλά το ξέρεις ότι όλα αυτά είναι βλακείες. Είναι προφάσεις για να αναβάλεις αυτό που έχεις αναβάλει τόσες μέρες. Πάρ'το απόφαση, δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς.
     Με βαριά καρδιά ανοίγεις τη σιδερώστρα, παίρνεις τη λεκάνη με τα ρούχα και ύστερα το σίδερο. Τι αντιπαθητικό που είναι! Αλλά, τι είναι αυτό; Η ατυχία σου δεν περιγράφεται! Θέλει καθάρισμα. Πότε λερώθηκε η πλάκα του και δεν το πήρες είδηση;
     Παίρνεις ένα πανί και αρχίζεις να τρίβεις την πλάκα. Τρίβεις, τρίβεις, αδύνατο να καθαρίσει. Εσύ όμως επιμένεις. Τρίβεις με τόση επιμονή που η πλάκα αρχίζει να βγάζει καπνό. Αλλά ο λεκές συνεχίζει να είναι εκεί, έστω κι αν τώρα φαίνεται λίγο αχνός, ίσως και από τον καπνό.
     - Δε σιδερώνουν έτσι, ακούς τότε μια φωνή ή νομίζεις ότι ακούς μια φωνή.
     Δε δίνεις σημασία και συνεχίζεις να τρίβεις.
     - Αν συνεχίσεις έτσι, δεν πρόκειται να τελειώσεις ποτέ. Άσε με εμένα που ξέρω...
     Αυτή τη φορά δεν ήταν η ιδέα σου, είσαι σίγουρη ότι άκουσες τη φωνή. Ναι, βέβαια, αλλά ποιος μπήκε στο σπίτι; Θυμάσαι πολύ καλά ότι πόρτες και παράθυρα είναι κλειστά... Νιώθεις τους παλμούς σου να ανεβαίνουν. Γυρνάς προς την κατεύθυνση της φωνής και τότε την βλέπεις.
     Είναι ντυμένη πολύ απλά, με ένα βαμβακερό, λουλουδάτο φόρεμα. Όμορφη κοπέλα, αλλά τι είναι αυτό που προεξέχει στους ώμους της;
     - Άσε με εμένα, ξαναλέει και σου χαμογελάει, ενώ δύο μικρά φτεράκια - αυτά είναι που προεξέχουν - πεταρίζουν κάνοντας φρτ-φρτ.
     Μένεις άναυδη. Πού είναι το κινητό να βγάλω μια φωτογραφία; Όμως, έχεις χαζέψει, δεν μπορείς να κουνήσεις ρούπι από τη θέση σου.
     Εκείνη γελάει. Το γέλιο της μοιάζει με τον ήχο των τζιτζικιών.
     - Καλά, λέει, δεν έχεις δει ποτέ σου νεράιδα;
     Λέξη εσύ. Κι αν σου κλέψει τη μιλιά; Στα παραδοσιακά παραμύθια οι νεράιδες κλέβουν τη μιλιά των ανθρώπων... Μα, τι σκέψεις είναι αυτές; Τα πιστεύεις αυτά που σκέφτεσαι;
     - Καλά, αν θέλεις, μη μιλάς, συνεχίζει η νεράιδα. Θα κάνω τη δουλειά μου και θα φύγω.
     Τεντώνει το χέρι της και βλέπεις ότι κρατάει ένα ραβδάκι. Δεν έχει αστέρι στην άκρη. Είναι ένα απλό ραβδί. Δηλαδή, όχι και τόσο απλό... Η νεράιδα ακουμπάει με το ραβδί της τα ρούχα που βρίσκονται στη λεκάνη και εκείνα ζωντανεύουν! Μήπως ονειρεύεσαι; Αλλά, όχι, να, ακούγονται και τα τζιτζίκια.
     Ένα-ένα, τα ρούχα πετάνε στον αέρα, τεντώνονται καλά-καλά, και ύστερα διπλώνονται προσεκτικά και τοποθετούνται το ένα επάνω στο άλλο. Τόσο απλά...
     - Ορίστε και το τελευταίο, λέει η νεράιδα και κρύβει το ραβδάκι.
     Είναι τόσο γλυκιά, έτσι που σου χαμογελάει, δεν μπορεί να είναι κακιά, λες στ'αλήθεια να κλέβει τη μιλιά;
     - Ευχαριστώ, λες ύστερα από πολλή σκέψη.
     - Παρακαλώ, λέει εκείνη. Δεν κάνει τίποτα.
     Παίρνεις θάρρος και συνεχίζεις.
     - Και πώς το ήξερες και ήρθες;
     - Δεν το ήξερα, λέει. Εσύ με κάλεσες.
     - Εγώ; Πώς;
     - Δε θυμάσαι που έτριψες την πλάκα του σίδερου και έβγαλε καπνό;
     Φυσικά και θυμάσαι. Έτσι, λοιπόν, λειτουργεί και το σίδερο; Σαν το λυχνάρι του Αλαντίν;
     - Είμαι η νεράιδα του σίδερου, λέει η νεράιδα. Κάθε φορά που θα χρειαστείς τη βοήθειά μου, αρκεί να τρίψεις την πλάκα του σίδερου και εγώ θα έρθω αμέσως.
     Χαμογελάει, ακούς ένα φουπ! και η νεράιδα εξαφανίζεται, αφήνοντας στη θέση της ένα συννεφάκι που διαλύεται γρήγορα.
     Μένεις μόνη σου, με τα σιδερωμένα ρούχα σου και με το σίδερο, του οποίου η πλάκα συνεχίζει να είναι λερωμένη. Αλλά τι σημασία έχει πια αυτό; Εσύ την βρήκες τη λύση, είναι η νεράιδα του σίδερου, για φαντάσου, υπάρχουν νεράιδες και εσύ μόλις συνάντησες μία, τι τύχη...
     Και τότε, σου έρχεται η πιο καταπληκτική ιδέα από όλες: να δεις που θα υπάρχουν κι άλλες νεράιδες, πολλές, μία για κάθε δουλειά του σπιτιού, η νεράιδα της μπουγάδας, η νεράιδα της φασίνας, η νεράιδα της σκόνης... Και, να δεις, με κάποιον τρόπο θα πρέπει να μπορέσεις να τις καλέσεις και εκείνες. Τρίβοντας το πλυντήριο, μήπως; Τρίβοντας την σκούπα; Το ξεσκονόπανο; Την σφουγγαρίστρα; Και τρίβεις, και τρίβεις, και κάνει και ζέστη, και έχεις αρχίσει να ιδρώνεις, αλλά καμία νεράιδα δεν εμφανίζεται... Και όλο και περισσότερο τρίβεις, και όλο και περισσότερο ζεσταίνεσαι, και όλο και περισσότερο ιδρώνεις...
     Και τότε ξυπνάς. Πάλι σε πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Και τα ρούχα είναι εκεί, μέσα στη λεκάνη και σε κοιτάζουν. Ασιδέρωτα.

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Μην είδατε τον Παναγή;


     Στο σύμπαν της Πίπης υπάρχουν τρεις χώρες: η Χώρα του διαμερίσματος, η Χώρα της πίσω βεράντας και η Χώρα της μπροστινής βεράντας. Στην ουσία, βέβαια, πρόκειται για βασίλεια, όσο κι αν η βασιλεία θεωρείται από πολλούς ξεπερασμένη.
     Στη Χώρα της πίσω βεράντας, λοιπόν, όπου έπεσε και η κατάρα της μάγισσας, βασιλεύει η Αρμπαρόριζα (η Βραζιλιάνα μάς άφησε χρόνους, παρεμπιπτόντως). Στη Χώρα της μπροστινής βεράντας βασιλεύει η Φασαρία. Στη Χώρα του διαμερίσματος, που είναι και η μεγαλύτερη, βασιλεύει η Ακαταστασία.
     Στη Χώρα της μπροστινής βεράντας ήταν που εμφανίστηκε ο Παναγής. Και, αν κάποιος ρωτήσει ποιος είναι ο Παναγής, θα πρέπει να τον ενημερώσω ότι ο Παναγής είναι γεννημένος κυνηγός και έχει φονικά ένστικτα, είναι όμως ένας από τους τυχερούς εκείνους τύπους που έκαναν το ταλέντο τους επάγγελμα.
     Ο Παναγής, λοιπόν, εμφανίστηκε τις προάλλες στη Χώρα της μπροστινής βεράντας. Δεν ξέρω αν ήρθε επίτηδες, ή αν βρέθηκε κατά λάθος, το γεγονός είναι ότι εμφανίστηκε. Και, αφού έκανε μια επιθεώρηση στη χώρα, αποφάσισε ότι το περιβάλλον τού ταίριαζε. Επιπλέον, καθώς ο Παναγής είναι ελεύθερος επαγγελματίας, δεν χρειάζεται να λογοδοτήσει σε κανέναν για το πού και πότε θα προσφέρει τις υπηρεσίες του. Έτσι, χωρίς να το ξανασκεφτεί, αποφάσισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Αυτής Μεγαλειότητα, τη Φασαρία.
     Παρουσιάστηκε, λοιπόν, μπροστά στη Φασαρία και έκανε την προσφορά του. Χρειάστηκε, δε, να φωνάξει αρκετά δυνατά μέχρι να ακουστεί.
     - Τι μπορείς να κάνεις; ρώτησε η Φασαρία.
     - Παρέχω υψηλού επιπέδου υπηρεσίες φύλαξης και προστασίας, φώναξε ο Παναγής.
     - Χμ, είπε η Φασαρία, που μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί ότι τα σύνορά της θα χρειάζονταν περιφρούρηση, καθώς είχε άριστες σχέσεις με τις γειτονικές χώρες. Και ποια θα είναι η πληρωμή σου; Η χώρα μου είναι αρκετά μεγάλη, αλλά δεν είναι πλούσια...
     - Όσο γι'αυτό, μην ανησυχείτε, είπε ο Παναγής. Πληρώνομαι με ποσοστά. Ένα ποσοστό των εισβολέων που θα συλλαμβάνω θα το τρώω. Δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο.
     - Αν είναι έτσι, εντάξει, είπε η Φασαρία.
     Και έτσι ο Παναγής, άρχισε να περιπολεί στα σύνορα της Χώρας της μπροστινής βεράντας. Πάνω-κάτω, πέρα-δώθε, και με την προσοχή του στραμμένη προς όλες τις κατευθύνσεις, αποδείχτηκε ότι ήταν πολύ καλός στη δουλειά του. Οι κάτοικοι της χώρας έμειναν πολύ ικανοποιημένοι από τις υπηρεσίες του. Μόνο οι εισβολείς είχαν πρόβλημα.
     Και επάνω που όλα είχαν μπει σε μια σειρά, εξαφανίστηκε ο Παναγής.
     - Πού είναι ο Παναγής; αναρωτήθηκε πρώτο το αλεξανδρινό.
     - Πού είναι ο Παναγής; ρώτησε και το κλήμα, που απολάμβανε το πρωινό αεράκι κουνώντας νωχελικά τα μεγάλα φύλλα του.
     - Μην είδατε τον Παναγή; ρώτησε και το γιασεμί, τεντώνοντας τα κλαδάκια του για να μαζέψει ήλιο.
     Αλλά κανείς δεν τον είχε δει τον Παναγή. Τι να είχε γίνει; Να είχε αλλάξει γνώμη; Να είχε φύγει;
     Η αναταραχή στη Χώρα της μπροστινής βεράντας ήταν τόση, που έφτασε και στα αυτιά της Πίπης. Και η Πίπη βάλθηκε να ανακαλύψει πού είχε πάει ο Παναγής. Και όταν η Πίπη βάζει κάτι στο μυαλό της, δεν την σταματάει τίποτα. Άρχισε, λοιπόν, να ψάχνει με επιμονή. Και τελικά, οι κόποι της ανταμείφθηκαν.
     - Τι κάνεις εδώ, έτσι ανάποδα; τον ρώτησε.
     - Κρύβομαι από τους εισβολείς, της είπε.
     - Θα σου ανέβει το αίμα στο κεφάλι, του είπε.
     - Δεν έχω αίμα, της απάντησε.
     - Και πόση ώρα θα κάτσεις εκεί;
     - Όση ώρα χρειαστεί. Δεν το κουνάω από εδώ, αν δεν πιάσω κάποιον εισβολέα. Και τώρα φύγε από εδώ, μου τους τρομάζεις και δεν έρχονται.
     Η Πίπη δεν ήθελε να τρομάξει τους εισβολείς. Επιπλέον, έπρεπε να συνεχίσει την εξάσκηση στο πέταγμα. Και άφησε τον Παναγή στη θέση του, κρυμμένο ανάμεσα στα φύλλα της τριανταφυλλιάς, να περιμένει το επόμενό του θύμα. Και, καθώς της φάνηκε εξαιρετικά πεινασμένος, πολύ φοβάται η Πίπη ότι στη Χώρα της μπροστινής βεράντας θα έχουμε εκατόμβη θυμάτων.

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Δημόσια ομολογία

  
     - Φτου σου! μου είπε ο εαυτός μου το πρωί στον καθρέφτη.
     Τον κοίταξα καλά-καλά. Η αλήθεια είναι ότι ένιωσα και λίγη υγρασία στο δεξί μου μάγουλο.
     - Θα πρέπει να το πεις, συνέχισε ο εαυτός μου.
     Έκανα ότι δεν άκουσα και ετοιμάστηκα με χαρά να πάω στην καταπληκτική μου δουλειά, η οποία τόσο πολύ μου έλειψε ύστερα από δυο βδομάδες διακοπών. Είναι τόσο αναζωογονητικό να φεύγεις, να γυρνάς και να βλέπεις ότι τίποτα απολύτως δεν έχει αλλάξει στην καθημερινότητά σου. Τόσο αναζωογονητικό! Και ας διαπίστωσα με θλίψη - οφείλω να το ομολογήσω - ότι η Βραζιλιάνα της πίσω βεράντας μάλλον πνέει τα λοίσθια. Τι να κάνουμε, αυτά έχει η ζωή. Και αφού αποδείχτηκε ότι η συγκεκριμένη γλάστρα είναι καταραμένη, λέω να μην ξαναασχοληθώ μαζί της.
     - Αν είχες λίγη τσίπα επάνω σου, θα έβγαινες και θα ζητούσες δημόσια συγγνώμη, μου είπε μια γάτα, με την οποία διασταυρώθηκα στον δρόμο.
     - Τι μπορεί να ξέρει μια άγνωστη γάτα; σκέφτηκα.
     Και συνέχισα τον δρόμο μου.
     - Θα έπρεπε να ντρέπεσαι, μου είπαν οι συνάδελφοί μου στη δουλειά, ή μάλλον έτσι κατάλαβα.
     Βέβαια, δε μου το είπαν ακριβώς έτσι. Απλώς με καλωσόρισαν. Αλλά ο τρόπος τους ήταν γεμάτος υπονοούμενα. Εγώ, όμως, ήμουν μια κυρία. Δεν έδειξα το παραμικρό σημάδι ότι ενοχλήθηκα. Έτσι κι αλλιώς, δε νομίζω ότι θα έπρεπε να ντρέπομαι.
     Ναι, είναι αλήθεια ότι λατρεύω τους Γερμανούς. Αγαπώ το κάθε τι πάνω τους, από τις κάλτσες που συνδυάζονται με πέδιλα, μέχρι την γλυκιά σαν μέλι γλώσσα τους. Τι ευγενικός λαός! Τι κουλτούρα, τι λεπτότης, τι αρχοντιά! Τι τρυφερότητα, τι χάρη! Για να μην πω για τα κοινότοπα: την οργάνωση, την εργατικότητα, την εξυπνάδα...
     Τι να κάνω, δεν μπορώ να ελέγξω την καρδιά μου. Και αφού αυτή επέλεξε Γερμανία, πάει, τελείωσε. Θα μου πει κανείς, ναι, αλλά η Βραζιλιάνα στην πίσω βεράντα μαράζωσε. Και τι σχέση έχει η Βραζιλιάνα με την αγάπη μου για τους Γερμανούς; Μπορεί να χόρευε σάμπα όλη την ώρα όσο εγώ έλειπα στις διακοπές μου και να εξαντλήθηκε. Μπορεί να το έριξε στις καϊπιρίνιες και τις μπατίντα ντε κόκο και να μην έμεινε ξεμέθυστη ούτε ένα λεπτό. Ενώ, αν ήταν Γερμανίδα...
     Αν ήταν Γερμανίδα θα ήταν πιο ανθεκτική και λιγότερο λεπτεπίλεπτη. Θα έπινε τις μπύρες της, ναι, θα τραγουδούσε τσουγκρίζοντας με χάρη το μπυροπότηρό της, μπορεί να χόρευε και κανέναν ρομαντικό, τευτονικό χορό, όμως όλα θα γίνονταν με μέτρο και οργάνωση. Η Γερμανίδα δε θα έφτανε ποτέ στα άκρα και έτσι θα την έβρισκα σε άριστη κατάσταση, όταν θα επέστρεφα. Σε άριστη κατάσταση, επαναλαμβάνω, και όχι με τα κοτσανάκια της ξαπλωμένα και ξέπνοα σαν πλοκάμια χταποδιού που έχει χτυπηθεί 100 φορές...
     Εξάλλου, μπορεί αυτό να ήταν σημάδι, και άρα δεν φταίω εγώ...
     - Φταις και το ξέρεις, μου είπε ένα αυτοκίνητο που έτρεχε στον δρόμο.
     Δεν ήταν γερμανικό αυτοκίνητο. Αλλιώς δε θα μιλούσε έτσι. Τα γερμανικά αυτοκίνητα είναι πειθαρχημένα. Και έχουν σε άριστη κατάσταση τα λάστιχά τους και τις ζώνες ασφαλείας τους. Και φυσικά, έχουν και το ντεπόζιτό τους γεμάτο.
     Και, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, φταίνε και οι μπάλες. Που είναι τόσο σφαιρικές. Και που δεν έχουν γωνίες. Που είναι τόσο δύσκολες στο χειρισμό. Και που σίγουρα δεν είναι γερμανικές. Αλλιώς θα είχαν κάποιο σχήμα πολύ πιο λογικό. Αποκλείεται οι μπάλες να είναι γερμανικές.
     - Δηλαδή, επιμένεις να το κρατάς κρυφό; μου είπε και το λεωφορείο, που ήρθε με δέκα λεπτά καθυστέρηση.
     Ούτε αυτό ήταν γερμανικό. Αλλιώς θα είχε έρθει στην ώρα του. Στην ώρα του θα είχε έρθει και αν ήταν αγγλικό. Αλλά όχι, αυτό δεν ήταν ούτε γερμανικό, ούτε αγγλικό. Να δεις που ήταν ισπανικό. Μύριζε τάπας και κρασί. Μπορεί, βέβαια, να έφταιγε και ότι πεινούσα. Ή, μπορεί απλώς να μύριζαν τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ.
     Οι συνεπιβάτες μου με κοίταξαν καχύποπτα. Να τους είχε πει τίποτα κανείς; Αυτά τα γυαλιά ηλίου που φοράω αφήνουν πάντα τόσα πράγματα ακάλυπτα...
     - Ακόμα να το ομολογήσεις; με ρώτησε ο εαυτός μου μέσα από τον καθρέφτη, όταν γύρισα στο σπίτι.
     Εκνευρίστηκα, το ομολογώ. Όλη η μαγεία της ημέρας εξατμίστηκε. Τι κρίμα! Ενώ αν ήμουν Γερμανίδα, θα ήταν όλα τόσο διαφορετικά...
     Εντάξει, λοιπόν, το αποφάσισα: αφού όλοι επιμένουν, θα το πω. Και διόλου δε φοβάμαι. Και μάλλον όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να φοβούνται, όταν μάθουν αυτό που έχω να πω. Και να δούμε τότε ποιος θα κοροϊδεύει τα γερμανικά ιδεώδη...
     Ε, λοιπόν, ας το μάθουν όλοι και να το βάλουν καλά στο μυαλό τους: εγώ είμαι αυτή που άλλαξε τον ρου των γεγονότων. Εγώ είμαι αυτή που κρατάει στα χέρια της τις τύχες του κόσμου. Εγώ κινώ τα νήματα της μοίρας...
     Και για να το πω πιο απλά, εγώ είμαι η αιτία που το κύπελο το πήρε η Γερμανία. Εγώ και μόνο εγώ. Και αν φαίνεται δύσκολο να το πιστέψει κανείς, υπάρχουν αποδείξεις, εκτός από την Βραζιλιάνα της πίσω βεράντας που ψυχομαχεί.
     Πρώτα-πρώτα, τον αγώνα δεν τον παρακολούθησα, όπως δεν παρακολούθησα κανέναν αγώνα μέχρι εχθές. Και αφού πέρασε αρκετή ώρα και υπολόγισα ότι μπορεί και να είχε τελειώσει, άνοιξα την τηλεόραση. Το αποτέλεσμα ήταν ισόπαλο και έμεναν κάτι παραπάνω από δέκα λεπτά για τη λήξη.
     - Μάλλον θα πάνε στα πέναλτι, σκέφτηκα, καθότι είμαι και γνώστρια (η γνώση των κανόνων είναι ύψιστο γερμανικό προσόν).
     Και κάθησα πιο αναπαυτικά στον καναπέ, για να δω τα τελευταία λεπτά του αγώνα, πριν από τα πέναλτι. Και μόλις βολεύτηκα στον καναπέ, σήκωσα τα μάτια μου και με το βλέμμα μου οδήγησα με ασφάλεια και ακρίβεια την μπάλα από τα πόδια του Γερμανού παίκτη στα δίχτυα του Αργεντινού τερματοφύλακα! Ε, αν αυτό δεν είναι απόδειξη, δεν ξέρω τι άλλο είναι!
     Από εκεί και ύστερα, όλα ήταν υπόθεση λεπτών. Και καθόλου δεν ανησύχησα με το φάουλ που κέρδισε ο Μέσι, καθώς όλοι ξέρουν ότι ο Μέσι δεν είναι Σαραβάκος, και μόνο ο Σαραβάκος έβαζε γκολ από εκείνη τη θέση του φάουλ. Και φυσικά, βοήθησα και εγώ - για παν ενδεχόμενο - οδηγώντας με το βλέμμα μου την μπάλα από τα πόδια του Μέσι ψηλά, πάνω από τα δοκάρια του Γερμανού τερματοφύλακα.
     Αυτά, λοιπόν, έχω να δηλώσω, και πολύ το χάρηκα που βύθισα ολόκληρη Αργεντινή στο πένθος, και άνοιξε η καρδιά μου που έβλεπα την Ανγκελίτσα να δέχεται συγχαρητήρια και στη συνέχεια να ποζάρει με τους παίκτες, τι συγκινητική σκηνή! Και ίσως να κύλησε και ένα δάκρυ στο μάγουλό μου, αλλά δεν ήταν δάκρυ λύπης για την ήττα της Αργεντινής, ήταν δάκρυ συγκίνησης για τα τιμημένα Γερμανόπουλα, που κατάφεραν να τιθασεύσουν την μπάλα, παρ'όλο το σφαιρικό της σχήμα.
     Και από εδώ και πέρα, νίπτω τας χείρας μου για ό,τι μπορεί να επακολουθήσει, καθώς - όπως είναι λογικό - αφού μπορώ να βυθίσω στο πένθος μια ολόκληρη χώρα, μπορεί κανείς να φανταστεί τι μπορώ να κάνω σε μεμονωμένα άτομα. Είπα και ελάλησα, και αμαρτία ουκ έχω.
     Και τώρα πάω στον καθρέφτη να κοιτάξω προκλητικά τον εαυτό μου κατάματα. Και είμαι σίγουρη ότι δε θα έχει τίποτα να μου πει.

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Προτεραιότητα στον πελάτη


     - Ξεθεώθηκα σήμερα! είπε ο πελαργός και έπεσε βαρύς στην πολυθρόνα. Αυτό το αρκουδάκι ήταν ασήκωτο.
     Η κυρία πελαργίνα δεν είπε τίποτα, μόνο του έφερε μία λεκάνη με ζεστό νερό για να βάλει τα πόδια του.
     - Και όχι μόνο ήταν βαρύ, συνέχισε ο πελαργός, αλλά ήταν και ζωηρό. Είδα κι έπαθα για να μη μου πέσει στον δρόμο!
     Η κυρία πελαργίνα χαμογέλασε και άρχισε να κάνει μασάζ στα κουρασμένα φτερά του άντρα της. Και προτού περάσει πολλή ώρα, ο πελαργός είχε αποκοιμηθεί.
     - Πώς πήγε η δουλειά σήμερα; τον ρώτησε την επόμενη μέρα.
     - Αχ, είπε εκείνος, σήμερα ήταν ακόμα χειρότερα. Σήμερα έπρεπε να παραδώσω ένα ελεφαντάκι. Και όχι μόνο ήταν πολύ βαρύ, αλλά έπρεπε να το πάω στην Αφρική. Έλιωσα από τη ζέστη.
     Η κυρία πελαργίνα του έφερε ένα δροσερό αναψυκτικό.
     - Τουλάχιστον αποζημιώθηκα όταν είδα με τι λαχτάρα το περίμενε η μαμά του και πόσες χαρές έκανε όταν το είδε. Κάτι τέτοιες στιγμές συνειδητοποιώ ότι κάνω λειτούργημα.
     Η κυρία πελαργίνα αναστέναξε.
     - Αύριο τι δρομολόγιο έχεις; τον ρώτησε και του χαμογέλασε γλυκά.
     - Αύριο μάλλον θα δουλέψω υπερωρίες. Έχω να παραδώσω πέντε κουνελάκια.
     - Πέντε; είπε η κυρία πελαργίνα και γούρλωσε τα μάτια της.
     - Ε, είπε ο πελαργός καθώς έπινε μια γουλιά από το αναψυκτικό του, ξέρεις πώς είναι αυτά, τα κουνέλια γεννούν πολλά μικρά.
     Η κυρία πελαργίνα δεν είπε τίποτα, μόνο αναστέναξε ξανά.
     - Μεθαύριο ποιο είναι το πρόγραμμά σου; τον ρώτησε ύστερα από λίγο.
     Αλλά ο πελαργός κοιμόταν ήδη του καλού καιρού.
     - Σήμερα σου έχω το αγαπημένο σου φαγητό, είπε η κυρία πελαργίνα στον πελαργό ύστερα από λίγες μέρες, όταν γύρισε από τη δουλειά του.
     - Έφτιαξες ψαροκροκέτες; ρώτησε εκείνος.
     - Ναι, και έψησα και βατραχοπόδαρα...
     - Μα είσαι καταπληκτική! είπε ο πελαργός ενθουσιασμένος. Σε ευχαριστώ πολύ!
     - Ε, δεν μπορούσα να μη σε περιποιηθώ σήμερα...
     - Σήμερα; Γιατί, τι είναι σήμερα;
     - Η επέτειός μας είναι, είπε η κυρία πελαργίνα και αναστέναξε. Πάλι το ξέχασες;
     - Τι να πω, είπε εκείνος, είμαι αδιόρθωτος. Με τη δουλειά το ξέχασα τελείως.
     - Είχατε πολλή δουλειά και σήμερα;
     - Αν είχαμε, λέει... Χίλια πεντακόσια ιπποκαμπάκια μετέφερα σήμερα!
     Η κυρία πελαργίνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
     - Να δεις χαρά που έκανε ο κύριος Ιππόκαμπος όταν τα είδε! Ήταν πολύ συγκινητικό.
     - Μέχρι και οι μπαμπάδες αποκτούν παιδιά, μονολόγησε η κυρία πελαργίνα.
     - Είπες τίποτα; τη ρώτησε ο πελαργός και, πιάνοντας με το ράμφος του μια ψαροκροκέτα, την έκανε μια χαψιά.
     - Τίποτα, είπε η κυρία πελαργίνα. Θυμάσαι τουλάχιστον πόσο καιρό είμαστε μαζί;
     - Α, αυτό δεν το ξεχνάω, είπε ο πελαργός καθώς ξεκοκάλιζε ένα βατραχοπόδαρο. Είμαστε μαζί εδώ και πέντε χρόνια!
     Την κοίταξε γεμάτος περηφάνεια.
     - Και δε μου λες, τότε, κύριε, πότε θα πάψεις να ασχολείσαι μόνο με τους ξένους και θα ασχοληθείς και λίγο με εμένα;
     - Τι θέλεις να πεις;
     - Όλα αυτά τα χρόνια έχω βαρεθεί να σε ακούω να μιλάς για τη δουλειά σου, είπε η κυρία πελαργίνα. Πηγαίνεις παιδιά σε όλους. Όλοι κάνουν παιδιά: άλλος ένα, άλλος δύο, άλλος πέντε, άλλος χίλια πεντακόσια... Μέχρι και οι μπαμπάδες αποκτούν παιδιά.
     - Αν μιλάς για τον ιππόκαμπο, αυτός είναι μία εξαίρεση...
     - Δε με ενδιαφέρει! είπε η κυρία πελαργίνα και ο πελαργός λούφαξε, καθώς σκέφτηκε ότι μάλλον η γυναίκα του βρισκόταν στις δύσκολες μέρες της... Δε μιλάω για τον ιππόκαμπο, μιλάω για εμένα! Τόσα χρόνια, με τη δουλειά που κάνεις, δεν βρήκες καιρό να στριμώξεις στο πρόγραμμά σου μια παράδοση για το σπίτι σου;
     - Τι θέλεις να πεις;
     - Καλά μου έλεγε η μάνα μου ότι ήσουν χαζός, είπε η κυρία πελαργίνα και ο πελαργός σκέφτηκε ότι αυτή ήταν μια πολύ ακατάλληλη φράση να ειπωθεί τη μέρα της επετείου, αλλά μάλλον έφταιγαν οι δύσκολες μέρες. Πότε θα φέρεις ένα μωρό και στο σπίτι μας;
     Ο πελαργός στάθηκε και παρά τρίχα να στραβοκαταπιεί. Ώστε αυτό ήταν; Η γυναίκα του ήθελε ένα μωρό;
     - Μα αφού ξέρεις, της είπε, ότι δε μου αρέσει να φέρνω δουλειά στο σπίτι...
     - Ανοησίες! είπε εκείνη. Θα μπορούσες, αν ήθελες, να κανονίσεις να έρθει κάποιος συνάδελφός σου.
     - Τέτοια εποχή; Αδύνατον! Αφού το ξέρεις ότι είμαστε υποχρεωμένοι να βάζουμε τη δουλειά μας πάνω από όλους.
     - Ε, λοιπόν, και εγώ αποφάσισα ότι αν δεν κανονίσεις παράδοση για το σπίτι μας, θα σε αφήσω και θα γυρίσω στη μάνα μου!
     Αυτό ήταν πολύ βαρύ! Και ο πελαργός δεν τη χώνευε την πεθερά του.
     - Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις! είπε θυμωμένα.
     Και εκείνη τη μέρα δεν ξαναμίλησαν. Και ο πελαργός δεν κοιμήθηκε καλά, γιατί ήταν πιασμένος από τη δουλειά και δεν του είχε κάνει μασάζ η γυναίκα του.
     Πέρασαν μέρες και η κυρία πελαργίνα άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της. Ήταν αποφασισμένη να αφήσει τον άντρα της, δεν έλεγε ψέματα. Και εκείνος, όμως, το είχε ξανασκεφτεί το θέμα. Δεν είχε και άδικο η κυρία πελαργίνα. Πέντε χρόνια ήταν αυτά. Κι αν ζητούσε από το αφεντικό να κάνει μια παράδοση στο δικό του σπίτι;
     - Αποκλείεται! του είπε το αφεντικό του. Το ξέρετε, θαρρώ, ότι για εμάς προτεραιότητα έχει ο πελάτης και όχι το προσωπικό.
     - Το ξέρω, είπε ο πελαργός, αλλά μήπως θα μπορούσε η σύζυγός μου να αντιμετωπιστεί σαν πελάτισσα; Περιμένει πολύ καιρό...
     - Δεν ακούσατε τι είπα; Α-πο-κλεί-ε-ται!
     Ο πελαργός ξαναγύρισε στη δουλειά του. Ένιωθε, όμως, πολύ λυπημένος. Σέρνοντας τα βήματά του πήγε στο χώρο παραλαβής του εμπορεύματος.
     - Έλα, σήμερα δε θα κουραστείς πολύ, του είπε ο υπεύθυνος. Το πακέτο δεν είναι ούτε πολύ βαρύ ούτε πρέπει να το πας πολύ μακριά.
     - Ευχαριστώ, είπε ο πελαργός και φορτώθηκε το δέμα, χωρίς ούτε να το κοιτάξει.
     Άλλος ένας τυχερός θα αποκτούσε μωρό, και η γυναίκα του θα ήταν χαρούμενη και δε θα τον εγκατέλειπε, όπως θα εγκατέλειπε εκείνον η κυρία πελαργίνα. Αλλά ποιος νοιαζόταν για εκείνον;
     Άνοιξε τα φτερά του και άρχισε να πετάει. Και τότε διάβασε τον παραλήπτη του δέματος: ήταν η κυρία πελαργίνα! Δεν πίστευε στα μάτια του! Θα πήγαινε δέμα στο δικό του το σπίτι! Με αναπτερωμένες τις ελπίδες του άρχισε να πετάει πιο γρήγορα. Βιαζόταν να φτάσει μια ώρα αρχύτερα, να δει την έκπληξη της γυναίκας του στο πρόσωπό της.
     Βρήκε τη φωλιά άδεια και η καρδιά του σφίχτηκε. Ώστε δεν είχε προλάβει τελικά... Ακούμπησε προσεκτικά το αυγό στη φωλιά. Και τώρα, τι θα γινόταν; Θα ήταν ένας χωρισμένος πατέρας που μεγαλώνει μόνος το παιδί του; Μήπως θα έπρεπε να πάει το αυγό στο σπίτι της πεθεράς του, να το δώσει στη γυναίκα του;
     Όχι, το αυγό έπρεπε να παραδοθεί στη δική του διεύθυνση. Εκείνος θα το μεγάλωνε. Είχε ευθύνη απέναντι στο αυγό και θα την αναλάμβανε πλήρως.
     - Και τώρα οι δυο μας, του είπε.
     Το αυγό κουνήθηκε. Ένα φτερούγισμα ακούστηκε κοντά στη φωλιά. Ήταν η κυρία πελαργίνα. Δεν είχε φύγει τελικά.
 

    

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Ερωτευμένος τροβαδούρος



     Ήταν μια φορά ένα νέο παληκάρι, πολύ ευαίσθητο και πολύ ρομαντικό. Τις νύχτες, το ευαίσθητο παληκάρι έπαιρνε το γρήγορο σαν αστραπή άλογό του και διέσχιζε τα σκοτεινά σοκάκια της πόλης. Του άρεσαν πολύ οι νυχτερινές βόλτες, ειδικά όταν είχε φεγγάρι.
     Μια νύχτα, όμως, έμελλε να είναι η σημαντικότερη νύχτα της ζωής του. Κι αυτό, επειδή εκείνη τη νύχτα, περνώντας κάτω από έναν πύργο και κοιτώντας προς τα επάνω το ολόγιομο φεγγάρι, είδε μια ασημένια ανεμόσκαλα που κυμάτιζε στο απαλό, νυχτερινό αεράκι. Και εκείνη η ανεμόσκαλα δεν ήταν τίποτα άλλο από τα πλούσια, μακριά μαλλιά μιας όμορφης κοπέλας, που κρέμονταν από το παράθυρό της, καθώς εκείνη είχε ακουμπήσει στο παράθυρο και ρέμβαζε.
     Το παληκάρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της κοπέλας και στάθηκε και την κοίταζε σαν χαζός.
     - Πώς να της μιλήσω, τι να της πω; σκεφτόταν.
     Εκείνη ακριβώς την στιγμή, μία φωνή ακούστηκε από το παράθυρο.
     - Πάλι στο παράθυρο κάθεσαι, κόρη μου; είπε η φωνή.
     Η κοπέλα δε μίλησε, μόνο κούνησε το κεφάλι της και η ασημένια ανεμόσκαλα σάλεψε στον αέρα.
     - Δεν ήρθε και σήμερα, έτσι; ρώτησε και πάλι η φωνή.
     Η κοπέλα ξανακούνησε το κεφάλι της.
     - Μην απογοητεύεσαι, είπε τότε η φωνή. Κάπου εκεί έξω είναι ο πρίγκηπάς σου. Και μια από αυτές τις μέρες θα το δεις, που θα σταθεί κάτω από το παράθυρό σου να σου κάνει καντάδα. Και θα τραγουδάει τόσο ωραία που θα σωπαίνουν τα αηδόνια από την ντροπή τους. Κάνε μόνο λίγη υπομονή και θα έρθει.
     Το παληκάρι άκουσε προσεκτικά και κατάλαβε μεμιάς τι θα έπρεπε να κάνει. Χωρίς να διστάσει, άνοιξε το στόμα του και άρχισε να τραγουδάει.
     Η ασημένια ανεμόσκαλα κουνήθηκε απότομα και άρχισε να ανεβαίνει. Η κοπέλα σηκώθηκε από τη θέση της και έφυγε από το παράθυρο.
     - Μα γιατί έφυγε; αναρωτήθηκε το παληκάρι. Δεν της άρεσε το τραγούδι μου;
     Το παληκάρι πείσμωσε και ξανάρχισε το τραγούδι. Δεν μπορεί, η όμορφη κοπέλα θα το καταλάβαινε τελικά ότι εκείνος ήταν ο πρίγκηπάς της.
     Δεν άργησαν όμως να ανοίξουν τα παράθυρά τους κάποιοι από τους γείτονες.
     - Θα σταματήσεις, άνθρωπέ μου, βραδιάτικα; ρώτησε ένας. Δε μας αφήνεις να κοιμηθούμε με τις αγριοφωνάρες σου!
     - Αγριοφωνάρες; είπε το παληκάρι. Αγριοφωνάρες, εγώ;
     - Εμ, ποιος άλλος;
     - Μα εγώ τραγουδάω πολύ ωραία!
     - Ναι, το ακούσαμε, είπε κάποιος άλλος. Και για να έχουμε καλό ερώτημα, τι σε έπιασε βραδιάτικα και ξεσήκωσες τον κόσμο;
     - Τραγουδάω για την κοπέλα του πύργου, είπε το παληκάρι. Της κάνω καντάδα. Μα δεν είναι η πιο όμορφη κοπέλα που υπάρχει;
     - Α, κατάλαβα, είπε ο γείτονας. Κι άλλος ερωτοχτυπημένος... Λοιπόν, άκου, παληκάρι μου, τι θα σου πω και βαλ'το καλά στο μυαλό σου. Αν συνεχίσεις να τραγουδάς, όχι μόνο την καρδιά της κοπέλας δεν θα κερδίσεις, αλλά θα σου απαγορεύσουν και τη διέλευση από τους δρόμους της πόλης. Είσαι φάλτσος.
     - Φάλτσος; Εγώ;
     Ο γείτονας δε μίλησε.
     - Και τι θα κάνω τώρα, που η κοπέλα περιμένει κάποιον να της κάνει καντάδα;
     - Ε, κάποιος θα βρεθεί να της κάνει καντάδα...
     - Μα εγώ την αγαπάω! διαμαρτυρήθηκε το παληκάρι. Εγώ είμαι ο πρίγκηπάς της!
     - Και τι θέλεις να γίνει; ρώτησε ο γείτονας. Θέλεις να μεταναστεύσουμε για να μπορείς να τραγουδάς ανενόχλητος; Αφού είσαι φάλτσος!
     Το παληκάρι γύρισε στο σπίτι του πολύ λυπημένο και όλο αναστέναζε.
     - Τι έχεις, παιδί μου; το ρώτησε η μητέρα του.
     Και εκείνο της τα είπε όλα.
     - Και αφού είσαι φάλτσος, είπε η μητέρα του, δεν μπορείς τάχα να της κάνεις καντάδα παίζοντας κάποιο μουσικό όργανο;
     Το παληκάρι χοροπήδηξε από τη χαρά του. Αυτό ήταν! Θα καθόταν κάτω από το παράθυρό της και θα της έπαιζε μουσική.
     Το επόμενο βράδυ, λοιπόν, το παληκάρι πήρε μία φλογέρα και πήγε στον πύργο της αγαπημένης του. Την βρήκε στην ίδια θέση που καθόταν και το προηγούμενο βράδυ, ακουμπισμένη στο παράθυρο. Η ασημένια ανεμόσκαλα ήταν επίσης στην ίδια θέση. Το παληκάρι στάθηκε από κάτω από το παράθυρο της κοπέλας και άρχισε να παίζει. Η κοπέλα δεν κουνήθηκε από τη θέση της.
     Ξαφνικά, το δωμάτιο που ήταν η κοπέλα φωτίστηκε και ακούστηκε μια αντρική φωνή.
     - Τι κάνεις εδώ; ρώτησε η φωνή. Στο κρεβάτι σου, γρήγορα!
     Η ασημένια ανεμόσκαλα εξαφανίστηκε μέσα στο παράθυρο.
     - Και εσύ εκεί κάτω, ακούστηκε η φωνή, σταμάτα να παίζεις, αλλιώς θα κατέβω κάτω!
     Το παληκάρι δεν πτοήθηκε από τις απειλές της αντρικής φωνής και συνέχισε να παίζει την φλογέρα του. Κάπου εκεί μέσα η αγαπημένη του θα συνέχιζε να τον ακούει. Αυτή η σκέψη του έδινε θάρρος.
     Όμως, ύστερα από λίγο, ένας γεροδεμένος άντρας εμφανίστηκε.
     - Ποιος είσαι εσύ που παίζεις μουσική κάτω από το παράθυρο της κόρης μου; ρώτησε. Δεν καταλαβαίνεις ότι ενοχλείς;
     - Είμαι ο πρίγκηπάς της, είπε το παληκάρι, και της παίζω μουσική για να το καταλάβει και εκείνη.
     - Έτσι, ε; είπε ο άντρας και, προτού προλάβει να αντιδράσει το παληκάρι, του άρπαξε την φλογέρα από τα χέρια.
     - Τώρα να δούμε τι θα παίζεις! είπε και με τα δυο του χέρια έκανε μια και έσπασε την φλογέρα στη μέση.
     - Πάρε δρόμο και μη μας ξαναενοχλήσεις! είπε ο άντρας. Η κόρη μου είναι μικρή ακόμα και εγώ θα αποφασίσω ποιος είναι ο πρίγκηπάς της.
     Το παληκάρι κατέβασε το κεφάλι και απομακρύνθηκε. Όμως, αυτό δε σήμαινε ότι είχε παρατήσει τα όπλα. Το αντίθετο μάλιστα, γύρισε στο σπίτι του αποφασισμένο να επιστρέψει κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του, με νέο μουσικό όργανο αυτή τη φορά.
     Το επόμενο βράδυ, λοιπόν, εμφανίστηκε με ένα λαούτο και άρχισε να παίζει. Και πάλι, ύστερα από λίγο, ακούστηκε η αντρική φωνή, και πάλι το παληκάρι συνέχισε να παίζει, και πάλι ο άντρας κατέβηκε κάτω.
     - Τι θα γίνει; ρώτησε ο άντρας. Θα συνεχίσεις για πολύ να μας ενοχλείς;
     Το παληκάρι δεν είπε τίποτα αλλά συνέχισε να παίζει. Και τότε ο άντρας του άρπαξε το λαούτο μέσα από τα χέρια, το σήκωσε ψηλά και ύστερα το χτύπησε στις πλάκες του δρόμου. Και το λαούτο έσπασε.
     - Ελπίζω τώρα να το πήρες το μάθημά σου, είπε ο άντρας.
     Και το παληκάρι το πήρε πραγματικά το μάθημά του. Την επόμενη νύχτα εμφανίστηκε με ένα ακορντεόν. Και πάλι ο άντρας κατέβηκε κάτω, και πάλι του πήρε το ακορντεόν από τα χέρια, και το χτύπησε πολλές φορές στις πλάκες του δρόμου, και ύστερα έβγαλε και ένα μαχαίρι από τη ζώνη του και το έκοψε σε τρία κομμάτια.
     Το παληκάρι ξαναπήγε κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του πολλές φορές. Και κάθε φορά πήγαινε και με διαφορετικό μουσικό όργανο. Όμως, ο πατέρας της κοπέλας κατέβαινε κάθε φορά κάτω και του έσπαγε το μουσικό του όργανο. Και το παληκάρι στενοχωριόταν, αλλά δεν απογοητευόταν. Και μια νύχτα πήγε και στάθηκε κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του κρατώντας μία λύρα.
     - Δεν υποφέρεσαι πια! είπε ο άντρας και όχι μόνο έσπασε τη λύρα και το δοξάρι σε ένα σωρό κομμάτια, αλλά ανάγκασε το παληκάρι να φάει όλα τα κομμάτια.
     - Και τώρα, φύγε από εδώ και μην ξαναγυρίσεις! του είπε.
     Το παληκάρι έφυγε ντροπιασμένο και βαρυστομαχιασμένο. Τι θα έκανε τώρα; Και εκεί που σκεφτόταν και έτριβε το κεφάλι του μήπως του κατέβει καμιά καλή ιδέα, ακούμπησε κατά λάθος την κοιλιά του. Και η κοιλιά του έβγαλε έναν περίεργο ήχο. Το παληκάρι ξανακούμπησε την κοιλιά του και εκείνη έβγαλε τον ίδιο περίεργο ήχο. Θα έφταιγε η λύρα που είχε καταπιεί, το δίχως άλλο. Το παληκάρι χάιδεψε τη φουσκωμένη του κοιλιά. Και τότε ακούστηκε ήχος λύρας!
     Επρόκειτο για ένα αξιοθαύμαστο γεγονός. Η κοιλιά του έπαιζε μουσική. Και την κοιλιά του κανείς δεν μπορούσε να του την πάρει!
     Το επόμενο βράδυ στήθηκε κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του με αναπτερωμένες τις ελπίδες του. Άρχισε να χαϊδεύει την κοιλιά του και η μουσική της λύρας απλώθηκε σε όλη τη γειτονιά.
     - Δε σου είπα να μην ξαναέρθεις; ακούστηκε ο άντρας. Μα, πού είναι το μουσικό σου όργανο;
     Το παληκάρι έδειξε την κοιλιά του και ο άντρας κατάλαβε. Κατάλαβε ότι δε θα γλίτωνε από εκείνον και ότι η μόνη λύση ήταν να στείλει την κόρη του κάπου μακριά. Και το επόμενο πρωί τη φόρτωσε σε μία άμαξα με τέσσερα καμαρωτά άλογα και την έστειλε μακριά, σε μία αδερφή του που ζούσε σε άλλη χώρα.
     Και έτσι το παληκάρι δεν είδε την ασημένια ανεμόσκαλα το επόμενο βράδυ, που ξαναπήγε στην αγαπημένη του θέση. Και αφού περίμενε όλο το βράδυ κάτω από το παράθυρό της και δεν την είδε να εμφανίζεται, ρώτησε τους γείτονες τι είχε συμβεί. Και ένας από αυτούς του είπε ότι η κοπέλα είχε φύγει.
     Και το παληκάρι στενοχωρήθηκε πολύ, αλλά και πάλι δεν το έβαλε κάτω. Πήγε στη μάνα του, της είπε τι είχε συμβεί και της ζήτησε την ευχή της. Και εκείνη, φυσικά, του έδωσε την ευχή της με όλη της την καρδιά. Και το παληκάρι ξεκίνησε να βρει την αγαπημένη του. Και από όπου περνούσε, χάιδευε την κοιλιά του και ο ήχος της λύρας πλημμύριζε τον αέρα.
     - Μήπως είδατε την αγαπημένη μου; ρωτούσε.
     Αλλά κανείς δεν ήξερε να του απαντήσει. Και όλο χάιδευε την κοιλιά του, μήπως και τον ακούσει η αγαπημένη του και τον γνωρίσει, που ήταν ο πρίγκηπάς της. Και από όσο ξέρω, ακόμα την ψάχνει.