Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Χίλιοι και ένας κόμποι

    
     - Τι έγινε; ρώτησε ανήσυχη η Γκιουλμπαχάρ, όταν άκουσε τον Αλή να χτυπάει θυμωμένος την πόρτα του σπιτιού.
     - Άσε με, βρε γυναίκα, είπε εκείνος, παρά τρίχα να σκοτωθώ σήμερα...
     - Αχ, αφέντη μου, πώς έγινε αυτό;
     - Το χαλί φταίει! φώναξε ο Αλή και πέταξε ένα σκισμένο χαλί στο πάτωμα. Πιάστηκε σε ένα καρφί, χωρίς να το καταλάβω, και σκίστηκε, και καθώς ξεκίνησα να φύγω αυτό άρχισε να ξηλώνεται σιγά-σιγά. Πριν προλάβω να απομακρυνθώ, πέσαμε και οι δύο κάτω.
     - Δοξασμένο το όνομα του Αλλάχ! είπε η Γκιουλμπαχάρ. Ευτυχώς μας φύλαξε από τα χειρότερα.
     - Ναι, είπε και ο Αλή, φαντάζεσαι τι θα είχε γίνει αν είχα προλάβει να βγω στη λεωφόρο; Φαντάζεσαι πόσα άλλα χαλιά θα είχαν μπλεχτεί στην ξηλωμένη κλωστή;
     - Δε θέλω να το φανταστώ, είπε εκείνη και έσκυψε να μαζέψει το χαλί.
     - Ε, τι κάνεις εκεί; ρώτησε ο Αλή.
     - Το παίρνω να το πετάξω, είπε η Γκιουλμπαχάρ. Έχει ξηλωθεί τόσο που δεν φτιάχνεται. 
     - Αχ, γυναίκα σπάταλη! είπε ο Αλή. Ο πατέρας μου πάντα έλεγε "όλα φτιάχνονται, τίποτα να μην πετιέται". Και τώρα θέλεις εσύ να πετάξω καινούργιο χαλί;
     - Όχι και καινούργιο, αυτό ήταν προίκα του πατέρα σου, που και εκείνος το κληρονόμησε από τον δικό του πατέρα, και ποιος ξέρει από ποιον το κληρονόμησε και εκείνος. Αν το χαλί μπορούσε να μιλήσει, θα σου έλεγε για τότε που το πρωτοπάτησαν τα πασουμάκια της Χαντιτζά, της γυναίκας του Προφήτη...
     - Υπερβάλλεις, αλλά ακόμα και έτσι, είναι αυτός λόγος να το πετάξω;
     - Μα έχει ξηλωθεί...
     - Ε, και; Θα το πάω στο μάστορα να το φτιάξει. Φέρε μου το πουγκί μου.
     - Αχ, άντρα μου, είσαι δυνατός, είσαι όμορφος, είσαι δουλευταράς, αλλά σοφός δεν είσαι. Δεν το καταλαβαίνεις ότι το σημερινό σου ατύχημα ήταν ένα μήνυμα που σου έστειλε ο Αλλάχ; Αρκετά το χρησιμοποίησες αυτό το χαλί, καιρός να πάρεις άλλο. Αλλιώς, την επόμενη φορά που θα ξηλωθεί, φοβάμαι πως δεν θα την γλιτώσεις.
     - Δάγκωσε την γλώσσα σου, γυναίκα, είπε ο Αλή, και παρ'το απόφαση: το χαλί δεν πετιέται. Έχει πολλά ταξίδια να κάνει ακόμα.
     - Ναι, καλά, είπε και η Γκιουλμπαχάρ, που έβλεπε ότι ο άντρας της δεν έβαζε μυαλό, θυμάσαι στο ταξίδι του μέλιτος, που παρά τρίχα να μας πετάξει μέσα στον Ινδικό ωκεανό, να μας φάνε τα ψάρια;
     - Εκεί έφταιγα εγώ, είπε ο Αλή, δεν είχα προσέξει ότι του είχαν μπερδευτεί τα κρόσσια στη μια άκρη. Ήμουν και νιόπαντρος βλέπεις, και δεν είχα μάτια για τίποτα άλλο, παρά μόνο για εσένα.
     - Βρε, άσε τις γαλιφιές, και δε με ρίχνεις! Το καλό που σου θέλω, πάρε ένα καινούργιο χαλί. Αλλιώς, σύντομα με βλέπω να μένω χήρα, και ποιος θα μας φροντίζει, εμένα και τα πέντε μας παιδιά;
     - Και είναι λόγος αυτός να ξοδέψω τα ωραία μας λεφτά; Τι θαρρείς, ότι τα λεφτά φυτρώνουν στα δέντρα; Ενώ με μερικά γρόσια θα κάνω τη δουλειά μου και θα μας μείνουν και τα λεφτά.
     - Καλά μου το έλεγε η μάνα μου, είπε η Γκιουλμπαχάρ: "όλα γιατρεύονται στον άνθρωπο παιδί μου, μόνο η τσιγκουνιά δεν γιατρεύεται με τίποτα".
     Αλλά ο Αλή είχε ήδη φορτωθεί στον ώμο το ξηλωμένο χαλί και άνοιγε την πόρτα για να φύγει.
     - Πήγαινέ το, τουλάχιστον, στο Μουσταφά, είπε η Γκιουλμπαχάρ.
     - Τι λες, βρε γυναίκα; Αυτός θα με χρεώσει ένα πουγκί γρόσια!
     - Κάνει όμως καλή δουλειά...
     - Ναι, σιγά, χρυσή κλωστή χρησιμοποιεί; Άκου, στο Μουσταφά! Δεν αγοράζω καλύτερα καινούργιο χαλί;
     - Στα λόγια μου έρχεσαι, είπε η Γκιουλμπαχάρ.
     - Στον Αχμέντ θα το πάω.
     - Τι να σου πω, άντρα μου, εσύ θα το φας το κεφάλι σου. Δεν βλέπεις που ο Αχμέντ δεν έχει καθόλου πελατεία; Χαζοί είναι οι άλλοι που δεν επισκευάζουν τα χαλιά τους σε αυτόν;
     - Είναι λογικό, τώρα ξεκινάει, νέο παιδί είναι.
     - Την επιχείρηση του πατέρα του κληρονόμησε.
     - Ε, και;
     - Δε σου φαίνεται περίεργο που ούτε οι πελάτες του πατέρα του δεν πατάνε πια στο μαγαζί του;
     - Είσαι υπερβολική, είπε ο Αλή. Λοιπόν, εγώ τώρα πηγαίνω...
     - Πετάξου και μέχρι την αγορά να μου πάρεις μπαχαρικά για το κους κους, είπε η Γκιουλμπαχάρ, για να τον πειράξει. Αλλά, τι λέω, πώς θα πεταχτείς χωρίς χαλί;
     Ο Αλή δεν της απάντησε, αλλά έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Η Γκιουλμπαχάρ αναστέναξε.
     - Ο Αλλάχ ας μας προστατεύσει, είπε και πήγε να μαγειρέψει.
     Ο Αλή πήγε με το χαλί του στο μαγαζί του Αχμέντ. Εκείνος χάρηκε πολύ που τον είδε, ένα μήνα είχε να δει πελάτη.
     - Πόσα θέλεις για να επισκευάσεις αυτό το χαλί; ρώτησε ο Αλή.
     - Από ό,τι βλέπω, θέλει αρκετή δουλειά, είπε εκείνος. Έχει ξηλωθεί μεγάλο μέρος του. Τριάντα γρόσια θα μου δώσεις και θα σου το φτιάξω.
     - Τριάντα; είπε ο Αλή. Ε, όχι και τριάντα. Εγώ υπολόγιζα πέντε!
     - Να σου κάνω καλύτερη τιμή τότε, είπε ο Αχμέντ. Δώσε μου είκοσι, αλλά μην το πεις σε κανέναν και νομίζουν ότι άρχισα τις αγαθοεργίες.
     - Είκοσι γρόσια είναι πολλά, οικογενειάρχης άνθρωπος είμαι, είπε ο Αλή. Να σου δώσω δέκα, από το υστέρημά μου;
     - Με γδύνεις, είπε ο Αλή, αλλά χαλάλι σου. Θα σου το φτιάξω με δέκα γρόσια. Αλλά τα θέλω όλα μπροστά.
     Έτσι και έγινε, και ο Αλή έδωσε τα δέκα γρόσια, και ο Αχμέντ τα πήρε, και ο Αλή ήταν πολύ ικανοποιημένος από το παζάρι που έκανε, και που δε θα έδινε ένα πουγκί γρόσια στο Μουσταφά, και σιγά, πόσο καλύτερος ήταν ο Μουσταφά πια, και εκείνος παιδί μάστορα ήταν και ο Αχμέντ παιδί μάστορα ήταν... Και ο Αλή γύρισε στο σπίτι του πολύ ικανοποιημένος.
     - Πότε θα το πάρεις το χαλί; ρώτησε η Γκιουλμπαχάρ.
     - Την Παρασκευή, είπε ο Αλή.
     - Άντε να δούμε, έχει και παζάρι στο Ισπαχάν την Παρασκευή, να πας να ψωνίσεις που μας τελειώνουν οι προμήθειες. 
     - Τι σπάταλη! σκέφτηκε ο Αλή. Όλο στα ψώνια το έχει το μυαλό της.
     Αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν που η Γκιουλμπαχάρ του είχε φτιάξει και το αγαπημένο του φαγητό, ιμάμ μπαϊλντί.
     Τώρα, όσοι ξέρουν από χαλιά, γνωρίζουν ότι η κατασκευή των ιπτάμενων χαλιών είναι μία τέχνη μυστική, που την γνωρίζουν ελάχιστοι και που πηγαίνει από πατέρα σε γιο. Το μυστικό βρίσκεται στους κόμπους, και συγκεκριμένα σε έναν, στον κόμπο τον μαγικό. Και είναι αυτός ο κόμπος που κάνει όλη τη δουλειά, και που ο τεχνίτης πρέπει να ξέρει να τον φτιάχνει με κλειστά μάτια. Και αλίμονο αν λυθεί ο μαγικός κόμπος. Τότε, το χαλί - είτε είναι στον αέρα είτε όχι - χάνει την ικανότητά του να πετάει και πέφτει. Ό,τι είχε συμβεί στον Αλή, δηλαδή.
     Πέρασαν οι μέρες και ήρθε η Παρασκευή, και ο Αλή πήγε όλος χαρά να παραλάβει το επιδιορθωμένο του χαλί. Ο Αχμέντ τον περίμενε, και μάλιστα του το είχε διπλώσει και ωραία, και του το είχε τυλίξει με ένα βελούδο. 
     - Το βελούδο είναι προσφορά του καταστήματος, είπε ο Αχμέντ.
     Και ο Αλή έτρεξε με χαρά στο σπίτι του, με το χαλί το περιτυλιγμένο με βελούδο στον ώμο. Τώρα θα έβλεπε η γυναίκα του, που τον είχε αμφισβητήσει!
     - Λοιπόν, είπε καμαρωτά, τι έχεις να πεις; Όχι μόνο έφτιαξε το χαλί με δέκα γρόσια μόνο, αλλά μας κάνει δώρο και αυτό το υπέροχο βελούδο, να το πάρεις να κεντήσεις μαξιλάρια για το μεγάλο τον οντά.
     Η Γκιουλμπαχάρ δεν είπε τίποτα, εντάξει, μπορεί να είχε κάνει και λάθος.
     - Θα πεταχτείς τώρα μέχρι το Ισπαχάν, να μου πάρεις προμήθειες; τον ρώτησε.
     - Φυσικά, είπε ο Αλή, και ξεδίπλωσε το χαλί. Πάμε! είπε.
     Αλλά το χαλί έμεινε ακίνητο, σαν να ήταν κουφό.
     - Πάμε! ξαναείπε ο Αλή. Πάμε στο Ισπαχάν!
     Αλλά το χαλί έμεινε στη θέση του.
     - Τι έγινε; αναρωτήθηκε ο Αλή. Γιατί δεν πετάει;
     - Τι να έγινε, καημένε; είπε η Γκιουλμπαχάρ. Ο Αχμέντ σε κορόιδεψε. Δεν ξέρει να φτιάχνει ιπτάμενα χαλιά, αυτό είναι. Γι'αυτό και κανείς δεν πηγαίνει το χαλί του σε εκείνον, σου τα'λεγα εγώ, δε σου τα'λεγα;
     Βέβαια, η Γκιουλμπαχάρ δεν είχε απόλυτο δίκιο. Ο Αχμέντ δεν είχε πρόθεση να κοροϊδέψει τον Αλή. Είχε προσπαθήσει να το φτιάξει το χαλί, απλώς δεν τα είχε καταφέρει. Και αυτό επειδή, παρ'όλα τα μαθήματα που του είχε κάνει ο πατέρας του, αυτός δεν είχε καταφέρει να μάθει πώς δένεται ο μαγικός κόμπος, πότε τον έδενε ανάποδα, πότε τον έδενε σε λάθος θέση, και γι'αυτό δεν μπορούσε να φτιάξει ιπτάμενα χαλιά.
     - Θα του το πάω πίσω, είπε θυμωμένος ο Αλή.
     Και μια και δυο, φορτώθηκε ξανά το χαλί στον ώμο του και πήγε στον Αχμέντ.
     - Με κορόιδεψες, του είπε, δε μου το έφτιαξες το χαλί.
     - Πώς δε σου το έφτιαξα, δε θυμάσαι που ήταν ξηλωμένο; είπε εκείνος.
     - Ναι, αλλά προτού ξηλωθεί πετούσε, ενώ τώρα δεν πετάει!
     - Τι να σου πω, είπε ο Αχμέντ, φαίνεται θα ξηλώθηκε ο μαγικός κόμπος.
     - Ε, φτιάξ'τον! είπε ο Αλή.
     - Θα σου τον έφτιαχνα πολύ ευχαρίστως, είπε ο Αχμέντ, αν μπορούσα να βρω ποιος είναι. Αλλά πού να τον βρω το μαγικό κόμπο μέσα σε όλους αυτούς τους κόμπους που έχει το χαλί;
     - Και τώρα τι θα κάνω; είπε ο Αλή. Θέλω να πάω στο Ισπαχάν να ψωνίσω και υπολόγιζα σε αυτό το χαλί.
     - Μπορείς να νοικιάσεις χαλί από τον Ισμαήλ. Με δέκα γρόσια νοικιάζεις ένα για ολόκληρη τη μέρα.
     - Δέκα γρόσια; Είναι πολλά, μα τον Προφήτη! Και με το χαλί αυτό τι θα κάνω;
     - Α, δεν ξέρω, αν θέλεις πήγαινέ το στο Μουσταφά. Ίσως εκείνος να μπορεί να τον βρει το μαγικό κόμπο και να τον φτιάξει. Εγώ δεν μπορώ.
     Εγκεφαλικό πήγε να πάθει ο Αλή. Τόσα λεφτά πεταμένα, το χαλί αχρηστευμένο πια, και θα έπρεπε είτε να νοικιάσει είτε να αγοράσει καινούργιο... Και τι θα έλεγε στη γυναίκα του, που θα τον κορόιδευε;
     Με βαριά καρδιά πήγε στο μαγαζί του Γιουσούφ με τα χαλιά, και ύστερα από σκληρά παζάρια κατάφερε να αγοράσει ένα καινούργιο ιπτάμενο χαλί. Φόρτωσε και το παλιό, το επιδιορθωμένο του χαλί επάνω στο καινούργιο, και γύρισε στο σπίτι.
     - Τι είναι αυτό; ρώτησε η Γκιουλμπαχάρ. Πήρες καινούργιο χαλί;
     - Ναι, είπε ο Αλή, το σκέφτηκα καλύτερα. Είπα να στρώσουμε το παλιό στο μεγάλο τον οντά. Θα ταιριάζει πολύ ωραία με τα βελούδινα μαξιλάρια που θα κεντήσεις. Όσο για τις μετακινήσεις μου, αποφάσισα να αγοράσω ένα άλλο, να μη μου παραπονιέσαι και εσύ. Βέβαια, μου κόστισε δύο πουγκιά γρόσια, αλλά χαλάλι.
     - Πόσο σοφά τα σκέφτηκες όλα, άντρα μου, είπε η Γκιουλμπαχάρ, που τα κατάλαβε όλα. Θα πεταχτείς τώρα στο Ισπαχάν να ψωνίσεις;
     - Φυσικά, είπε εκείνος. Δώσε μου τη λίστα με τα ψώνια. Και αν βρω, θα σου φέρω και ένα ρόδο. Να δεις τι καλό άντρα έχεις. 
     Η Γκιουλμπαχάρ χαμογέλασε. Από μέσα της ευχαριστούσε τον Αλλάχ, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα είχε τακτοποιήσει όλα τόσο ωραία.
     - Πάμε! είπε ο Αλή και το χαλί ανυψώθηκε στον αέρα.
     Το χαλί με τον Αλή εξαφανίστηκε και η Γκιουλμπαχάρ πήρε το παλιό χαλί στο μεγάλο τον οντά και το έστρωσε. Και εκεί παραμένει μέχρι σήμερα, να κάνει παρέα με τα βελούδινα, κεντητά μαξιλάρια.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Μεταξύ μας

     
     Λοιπόν, θα σας εκμυστηρευθώ κάτι: στο σπίτι μου υπάρχει... μας ακούει κανείς; Μήπως υπάρχει κάποιος που κρυφοκοιτάζει την οθόνη του υπολογιστή πίσω από την πλάτη σας; Διώξτε τον, θέλω ό,τι πω να μείνει μεταξύ μας. Λοιπόν; Όλα εντάξει; Να συνεχίσω;
     Στο σπίτι μου, λοιπόν, υπάρχει - είμαστε μόνοι, είπαμε, έτσι; - , υπάρχει ένα φάντασμα! Ορίστε, το είπα: υπάρχει ένα φάντασμα στο σπίτι μου. Τώρα θα μου πείτε, πώς το ξέρω. Έλα ντε που το ξέρω! 
     Μισό λεπτό να βεβαιωθώ ότι δεν κρυφοκοιτάει αυτά που γράφω. Αλλιώς, ποιος ξέρει τι θα μου κάνει όταν του δοθεί η ευκαιρία. ...Ναι, δεν ακούω τίποτα. Μπορεί να κοιμάται. Ή, μπορεί απλώς να μην ξέρει ότι γράφω γι'αυτό. Όπως και να'χει, νομίζω πως είμαι μόνη μου τώρα.
     Στην αρχή δεν το είχα καταλάβει ότι δεν ήμουν μόνη στο σπίτι. Η πρώτη υποψία μου μπήκε όταν έχασα ένα ζευγάρι κάλτσες, και αργότερα άλλο ένα. Πού πήγαν οι κάλτσες μου, αφού χωρίς τα πόδια μου δεν μπορούν να περπατήσουν και να φύγουν; Άρα, κάποιος τις πήρε. Και ποιος άλλος θα μπορούσε να τις έχει πάρει, παρά κάποιο φάντασμα;
     Και δεν είναι μόνο οι κάλτσες. Από όταν πρωτοϋποπτεύθηκα την ύπαρξή του στο σπίτι, το φάντασμα ξεθάρρεψε. Μερικές φορές σβήνει τα φώτα στα καλά καθούμενα, άλλες φορές εξαφανίζει μαχαιροπήρουνα, άλλες φορές σκοντάφτει επάνω στα έπιπλα και τα κάνει να βγάζουν περίεργους θορύβους και όταν γίνεται πραγματικά κακό με σκουντάει και μου πέφτουν τα πράγματα από τα χέρια ή χάνω την ισορροπία μου... Καμιά μέρα θα χτυπήσω και η αιτία θα είναι το φάντασμα. Και όχι τίποτ'άλλο, πώς θα το πω στους γιατρούς, που θα με κοιτάξουν σαν να είμαι τρελλή;
     Σκέφτομαι ότι θα'πρεπε να το διώξω με κάποιον τρόπο, αλλά, από την άλλη, είναι μια παρέα... Και αν αποφασίσω να το διώξω, τι θα πρέπει να κάνω, εξορκισμό; Α, μπα, τα φοβάμαι αυτά, καλύτερα να συνεχίσω να προσποιούμαι ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα και - ποιος ξέρει; - μπορεί να βαρεθεί και να φύγει από μόνο του.
     Κι αν, από την άλλη, μου κουβαλήσει και την οικογένειά του; Τότε τι κάνω; Και μην αναρωτιέστε αν είμαι καλά στα μυαλά μου, είναι απόλυτα λογικό να έχει και οικογένεια. Αλλιώς, γιατί να κλέψει δύο ζευγάρια κάλτσες και όχι μόνο ένα; Φως-φανάρι, τα έκλεψε για την οικογένειά του.
     Γενικά, κατά καιρούς χάνω πολλά πράγματα, από όταν εμφανίστηκε το φάντασμα. Χάνω αποδείξεις, σημειώσεις, την ισορροπία μου, την ώρα μου, το κέφι μου, την ψυχραιμία μου, μέχρι και το μυαλό μου χάνω. Ευτυχώς που δεν έχασα ακόμα τον ύπνο μου, παρ'όλο που εκείνο προσπαθεί να με κάνει να τον χάσω. Βλέπετε, το βράδυ που ξαπλώνω για να κοιμηθώ είναι που κάνει την περισσότερη φασαρία. Και δώσ'του να τρίζουν από τα βήματά του τα πατώματα ή και οι πόρτες. Και ορίστε που το ψυγείο ακούγεται πιο δυνατά το βράδυ, που το φάντασμα βολτάρει ανενόχλητο στο σπίτι. Και ορίστε που τα ρούχα που ακουμπάω το βράδυ τακτοποιημένα στο κάτω μέρος του κρεβατιού τα βρίσκω την επόμενη μέρα πεσμένα στο πάτωμα!                                         
     Το φωτιστικό στη Χώρα του διαμερίσματος της Πίπης τα βλέπει όλα, ακόμα κι όταν είναι σβηστό. Ακόμα και όταν γύρω του τα πάντα είναι σκοτεινά, ακόμα και τότε εκείνο βλέπει πεντακάθαρα. Βλέπει, λοιπόν, πεντακάθαρα, πότε η Πίπη είναι απρόσεκτη με τα πράγματά της, και πότε είναι αφηρημένη και αφήνει διάφορα πράγματα κάπου πρόχειρα, και ύστερα τα ψάχνει και δεν τα βρίσκει. Και βλέπει πολύ καθαρά ότι η Πίπη είναι απρόσεκτη όταν κουβαλάει πράγματα και όλο σκοντάφτει δεξιά και αριστερά, και όλο κινδυνεύουν να της πέσουν τα πράγματα από τα χέρια της. Και, φυσικά, δεν του ξεφεύγει καθόλου ότι η Πίπη κλωτσάει στον ύπνο της και ρίχνει κάτω από το κρεβάτι της ό,τι βρίσκεται επάνω του. Και το φωτιστικό διασκεδάζει πάρα πολύ όταν βλέπει την Πίπη να ψάχνει κάτι που την προηγούμενη μέρα κρατούσε στα χέρια της, ή να παραπατάει και να προσπαθεί με αγωνία να κρατήσει την ισορροπία της και τα πράγματα που κρατάει , ή να κοιτάζει έκπληκτη τα πεσμένα ρούχα στο πάτωμα του υπνοδωματίου της, αυτά που η ίδια έριξε με μια κλωτσιά κάτω το προηγούμενο βράδυ. Έχει μεγάλη πλάκα αυτή η Πίπη!                                              
     Α, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω με το φάντασμα! Τι; Μήπως είμαι υπερβολική; Τι εννοείτε όταν λέτε ότι τα έχω τα χρονάκια μου; Όχι, το φάντασμα δε λέγεται Αλτσχάιμερ, δεν έχουμε συστηθεί, δεν ξέρω το όνομά του, πώς σας ήρθε αυτό, άκου Αλτσχάιμερ! Αλλά έτσι είναι πάντα, κανείς δεν αποδέχεται την αλήθεια. όλοι είναι δύσπιστοι, όμως εγώ λέω την αλήθεια, υπάρχει φάντασμα στο σπίτι και θα το αποδείξω... Ορίστε, πάλι εξαφανίστηκε το μαχαίρι του ψωμιού... αν δεν είναι αυτό απόδειξη, τότε δεν ξέρω τι είναι, και τώρα που το θυμήθηκα, κάτσε να μετρήσω και τις κάλτσες μου, ίσως λείπει κι άλλο ζευγάρι, μόλις μου φάνηκε ότι έχασα και μια μπλούζα...

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Ψάχνοντας τη σωτηρία



     Σε μία χώρα πέρα από τη Χώρα της πίσω βεράντας, ζούσε μια κακομαθημένη πριγκήπισσα. Της άρεσε να είναι συνέχεια ξαπλωμένη και το μόνο που την ενδιέφερε ήταν τα στολίδια και τα λούσα. Τα ρούχα της ήταν πανάκριβα και της τα σχεδίαζαν ειδικά για εκείνη οι πιο διάσημοι σχεδιαστές μόδας, και για τα παπούτσια της απασχολούσε τριάντα πριγκηπικούς τσαγκάρηδες.
     Μια μέρα, στο πριγκηπικό δωμάτιο, μια μικρή πολύ μικρή νεραϊδούλα έκανε το λάθος να μπει από το ανοιχτό παράθυρο. Η νεραϊδούλα ήταν πολύ νέα και περίεργη, όπως είναι συνήθως όλες οι νέες νεραϊδούλες και άρχισε να τριγυρνάει στο δωμάτιο και να θαυμάζει τα τόσα στολίδια, τα τόσα πανέμορφα φορέματα που υπήρχαν στην τεράστια, πριγκηπική ντουλάπα, και τα τόσα διαφορετικά παπούτσια, τα γυαλισμένα και τοποθετημένα με τάξη το ένα δίπλα στο άλλο. Πολύ θα ήθελε και εκείνη να έχει τόσα φορέματα και παπούτσια, αλλά στη Νεραϊδοχώρα αυτό δε γινόταν. Στη Νεραϊδοχώρα, κάθε νεραϊδούλα έχει ένα φόρεμα και ένα ζευγάρι παπούτσια, που δε χαλάνε ποτέ και που τα φοράει συνέχεια. Έχει και η Νεραϊδοχώρα τα βάσανά της, τι νομίζετε;
     Η νεραϊδούλα πετούσε και χάζευε και δεν ήθελε να φύγει. Έκανε όμως το λάθος να μην προσέχει τίποτα άλλο εκτός από τα φορέματα και τα στολίδια και δεν πρόσεξε ένα χέρι που την πλησίαζε αργά-αργά... 
     Χραπ! έκανε μια η πριγκήπισσα και έπιασε τη νεραϊδούλα από τα δυο της φτερά.
     - Σε παρακαλώ, είπε τρομαγμένη η νεραϊδούλα στην πριγκήπισσα, άσε με να φύγω!
     Εκείνη δεν είπε τίποτα, μόνο συνέχιζε να την κρατάει από τα φτερά και να την περιεργάζεται.
     - Για δες, σκέφτηκε. Μια νεραϊδούλα. Και είναι τόσο μικρή! Θα την κρατήσω για πάντα εδώ, και θα με υπηρετεί. Θα έχω τη δικιά μου, προσωπική νεράιδα. Καμία άλλη πριγκήπισσα δε θα έχει προσωπική νεράιδα, μόνο εγώ, μόνο εγώ!
      - Άφησέ με, συνέχισε η νεραϊδούλα. Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου. Η μαμά μου θα ανησυχεί.
     - Αυτό ας το σκεφτόσουν πριν μπεις απρόσκλητη στο δωμάτιό μου, είπε η πριγκήπισσα. Τώρα που σε έπιασα δεν πρόκειται να σε αφήσω. Τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να μένουν ανεκμετάλλευτες. Τώρα πια είσαι δική μου και θα με υπηρετείς.
     - Μα οι νεράιδες δεν είναι υπηρέτριες κανενός. Οι νεράιδες ζουν ελεύθερες.
     - Βλέπεις καμία ελεύθερη νεράιδα εδώ κοντά; ρώτησε προκλητικά η πριγκήπισσα. Εγώ, πάντως, βλέπω μόνο εσένα, και εσύ κάθε άλλο παρά ελεύθερη είσαι! πρόσθεσε.
     Και μια και δυο, έβαλε την νεραϊδούλα - που ήταν μικροσκοπική - μέσα σε ένα σπιρτόκουτο και την έκλεισε μέσα. Ύστερα άνοιξε μερικές τρυπούλες στο σπιρτόκουτο με μία καρφίτσα για να ανασαίνει η νεράιδα και το κουτί το έβαλε στο κομοδίνο της, δίπλα στο κρεβάτι της.
     - Έτσι θα την έχω δίπλα μου αν τυχόν μου έρθει καμιά επιθυμία τη νύχτα, σκέφτηκε.
     Και εκεί παρέμεινε το σπιρτόκουτο με τη νεράιδα όλη την υπόλοιπη μέρα. Μη νομίσετε, βέβαια, πως η νεραϊδούλα δεν προσπάθησε να το σκάσει, όμως δεν κατάφερε τίποτα. Ήταν πολύ μικρή και, επιπλέον, δεν είχε προλάβει να φάει όταν την έπιασε η πριγκήπισσα, και όταν οι νεράιδες δεν τρώνε δεν έχουν δύναμη για τίποτα.
     Η νύχτα άργησε να έρθει εκείνη τη μέρα, αλλά ήρθε τελικά, και η πριγκήπισσα πήγε στο δωμάτιό της και ξάπλωσε στο πριγκηπικό της κρεβάτι. Είχε σκοπό να δει κάτι καλό στον ύπνο της, για να το ζητήσει ύστερα από τη νεράιδα. Αποκοιμήθηκε γρήγορα.
     Την επόμενη μέρα ξύπνησε λίγο αργά. Δε θυμόταν τι όνειρο είχε δει, αλλά είχε καλή διάθεση. Τεντώθηκε, χασμουρήθηκε, σηκώθηκε από το κρεβάτι της και άπλωσε το χέρι της για να χτυπήσει το κουδούνι και να έρθει η πριγκηπική καμαριέρα. Τι ήταν αυτό; Το χέρι της είχε γεμίσει τρίχες! Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι τρίχες ήταν τόσο πυκνές που έμοιαζαν με γούνα!
     - Κλημεντίνη! φώναξε την καμαριέρα της, αφού δεν έφτανε να χτυπήσει το κουδούνι. Κλημεντίνη!
     - Καλημέρα, πριγκήπισσα, είπε η Κλημεντίνη μπαίνοντας χαμογελαστή στο πριγκηπικό δωμάτιο, αλλά τι συμβαίνει; Τι θέλει αυτή η γάτα εδώ; Ξουτ, παλιόγατα, φύγε από το κρεβάτι της κυρίας μου, πώς μπήκες εδώ μέσα;
     - Εγώ είμαι, Κλημεντίνη, δε με γνωρίζεις; ρώτησε η πριγκήπισσα. Εγώ είμαι, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο γέμισα τρίχες, να, δες, και στα χέρια και στα πόδια, θα χρειαστώ επειγόντως αποτρίχωση.
     - Ξουτ! ξαναείπε η Κλημεντίνη και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της πριγκήπισσας, που δεν καταλάβαινε τι γινόταν.
     - Κλημεντίνη, είπε, δεν ακούς τι σου λέω;
     Όμως η Κλημεντίνη είχε ήδη πιάσει ένα μαξιλάρι και το είχε πετάξει προς την πριγκήπισσα.
     - Τι κάνεις εκεί, θεοπάλαβη; ρώτησε η πριγκήπισσα, που ίσα που πρόλαβε να αποφύγει το μαξιλάρι. Πού πήγε ο σεβασμός που μου έδειχνες μέχρι τώρα;
     Δεν είχε προλάβει καλά-καλά να ολοκληρώσει την φράση της, όταν το μάτι της έπεσε επάνω σε ένα ασημένιο βάζο που στόλιζε το πριγκηπικό δωμάτιο. Και εκεί, αντί να δει την αντανάκλασή της -  όπως ήταν λογικό - είδε μία γάτα!
     - Νιάου, είπε, και συνειδητοποίησε ότι από το στόμα της δεν έβγαινε ήχος ανθρώπινος, αλλά μόνο νιαουρίσματα.
     - Φύγε από εδώ, παλιόγατα, είπε η Κλημεντίνη. Θα έρθει η κυρία μου και θα με σκοτώσει αν σε βρει εδώ. Φύγε, ξουτ, είπα!
     Η πριγκήπισσα πήδηξε κάτω από το κρεβάτι της και έτρεξε προς το παράθυρο για να φύγει.
     - Καλά να πάθεις! ακούστηκε μια φωνή από ψηλά.
     Κοίταξε προς τα εκεί από όπου ακουγόταν η φωνή και είδε δύο νεραϊδούλες.
     - Καλά να πάθεις, ξαναείπε η μία νεραϊδούλα, για να είσαι τόσο κακομαθημένη. Εκμεταλλεύτηκες το μέγεθός σου και φυλάκισες τη μοναχοκόρη μου για να σε υπηρετεί για πάντα. Δεν σκέφτηκες, όμως, ότι τα έβαζες με ένα πλάσμα μαγικό. Η τιμωρία σου θα είναι να παραμείνεις για πάντα γάτα. Τέρμα πια οι πολυτέλειες για εσένα. Τώρα θα γυρνάς στους δρόμους και θα ψάχνεις για φαγητό στα σκουπίδια. Θα ζεις έξω, και θα κρυώνεις όταν φυσάει, και θα βρέχεσαι όταν βρέχει, και θα ζεσταίνεσαι όταν έχει ήλιο. Θα δεις τι σημαίνει να τα βάζεις με τις νεράιδες.
     - Νιάου, είπε η πριγκήπισσα.
     - Και μην αρχίσεις τις συγγνώμες, συνέχισε η νεράιδα. Δε θα δείξω το παραμικρό έλεος, όπως και εσύ δεν έδειξες έλεος για την κόρη μου. Μόνο αν μετανοήσεις ειλικρινά θα το σκεφτώ να σε επαναφέρω στην πρότερή σου κατάσταση.
     Και οι νεραϊδούλες, μάνα και κόρη, πέταξαν μακριά.
     - Ξουτ, είπα! ακούστηκε ξανά η φωνή της Κλημεντίνης και ένα μαξιλάρι έπεσε με δύναμη επάνω στην πριγκήπισσα.
     Η πριγκήπισσα πήδηξε κάτω από το μπαλκόνι τρομαγμένη. Και τώρα;
     Από μακριά ακούστηκε το γάβγισμα ενός σκύλου. Πώς θα έμενε μόνη της έξω από το σπίτι; Τι θα έκανε αν μπροστά της εμφανιζόταν ένας σκύλος; Και το βράδυ θα κοιμόταν έξω, στα σκοτεινά; Και θα έπρεπε να τρώει από τα σκουπίδια; Μπλιαχ! Τι ατυχία ήταν αυτή! Γιατί είχε φυλακίσει τη νεραϊδούλα; Αχ, αν το ήξερε τι θα πάθαινε, ποτέ δε θα την έπιανε στα χέρια της.
     - Νεράιδα! φώναξε. Νεράιδα, συγγνώμη, το μετάνιωσα! Με ακούς, νεράιδα; Γύρνα πίσω, συχώρεσέ με, το μετάνιωσα!
     Αλλά η νεράιδα και η κόρη της είχαν γίνει άφαντες, και η πριγκήπισσα δεν τις έβλεπε πουθενά. Άρχισε τότε να γυρνάει παντού και να τις ψάχνει. Τις έψαχνε μέσα στα αγριόχορτα, μέσα στα πυκνά φυλλώματα των δέντρων παντού. Αλλά οι νεράιδες κρύβονται πολύ καλά και, έτσι, ακόμα να τις βρει η πριγκήπισσα.
     Αλλά και στο παλάτι έγινε χαμός, επειδή η πριγκήπισσα εξαφανίστηκε και κανείς δεν έμαθε πού πήγε. Και όλοι ψάχνουν, στο παλάτι ψάχνουν την πριγκήπισσα, και ο βασιλιάς και η βασίλισσα έχουν αρρωστήσει από την στενοχώρια τους, και η πριγκήπισσα ψάχνει τη  νεράιδα, και ακόμα δεν την έχει βρει και ανησυχεί.
     Μα πού μπορεί να έχει πάει η νεράιδα;


Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Ιγκόγνιτο

     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε μια καμηλοπάρδαλη, που δεν έμοιαζε με τις άλλες. Κι αυτό επειδή, αντί να κάθεται απλώς και να μασουλάει νωχελικά τα φύλλα των δέντρων, εκείνη είχε και επιθυμίες ασυνήθιστες, επιθυμίες που κανένας πριν από αυτήν δεν είχε στη σαβάνα.
     - Είναι τρελλή αυτή η μικρή, έλεγαν οι άλλες καμηλοπαρδάλεις όταν την έβλεπαν να περνάει, με το λαιμό της τεντωμένο και το ονειροπόλο βλέμμα της να κοιτάζει ψηλά.
     Εκείνην, όμως, καθόλου δεν την ενοχλούσαν τα σχόλια. Βλέπετε, ήταν και λίγο αφηρημένη, οπότε δεν άκουγε τι έλεγαν οι άλλοι γι'αυτήν.
     Και μη φανταστείτε ότι ήταν περίεργη. Όχι, απλά πράγματα ήθελε να μάθει. Ήθελε - ας πούμε - να μάθει πού πηγαίνει ο ήλιος όταν δύει. Καθόταν, λοιπόν, με τις ώρες πριν από το ηλιοβασίλεμα και τεντωνόταν, και κοίταζε πέρα μακριά στον ορίζοντα, αλλά πού πάει ο ήλιος δεν έμαθε τελικά. Ή, ήθελε να μάθει τι είναι η θάλασσα, και πάλι τεντωνόταν για να δει πίσω από τα βουνά, όπου βρισκόταν η θάλασσα, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να τη δει τη θάλασσα και τελικά έμεινε με την απορία.
     Μέχρι που - δε θα το πιστέψετε - της ήρθε η ιδέα να δει πώς ζουν οι άνθρωποι στις πόλεις και να μπει στο μετρό. Έλα, όμως, που ήταν πολύ ψηλή και θα ξεχώριζε με τον μακρύ της λαιμό... Τι να κάνει; Τι να κάνει; 
      - Θέλω να πάω στην πόλη, είπε στο φίλο της, τον κολαούζο.
     - Τι να κάνεις; τη ρώτησε εκείνος.
     - Θέλω να μπω στο μετρό, του απάντησε.
     - Α, έκανε αυτός, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβε τι εννοούσε.
     Η καμηλοπάρδαλη αναστέναξε.
     - Τι συμβαίνει; τη ρώτησε ο κολαούζος, που ήταν καλός φίλος και νοιαζόταν για εκείνη.
     - Δεν μπορώ να πάω, είπε η καμηλοπάρδαλη και άρχισε να σιγοκλαίει.
     - Γιατί; Απαγορεύεται;
     - Όχι, είπε εκείνη και ξέσπασε σε λυγμούς, δεν μπορώ να πάω γιατί είμαι πολύ ψηλήηηηηηηη-ηηηηη-ηηηηηη!!!!
     - Και γιατί δεν πας να ρωτήσεις το γιατρό; Οι γιατροί τα ξέρουν όλα.
     Αυτό, βέβαια, είναι λάθος, αλλά τι να ξέρει κι αυτός; Ένας απλός κολαούζος ήταν. Πάντως, της καμηλοπάρδαλης της κόπηκε το κλάμα και αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του φίλου της.
     Ο γιατρός άκουσε το πρόβλημά της, την κοίταξε από εδώ, την κοίταξε από εκεί, της μέτρησε την πίεση, της έβαλε θερμόμετρο, την έβαλε να κάνει "Αααααα" για να εξετάσει το λαιμό της - αφού ανέβηκε στη φορητή σκάλα που είχε στο ιατρείο του, όλα καλά τα βρήκε.
     - Μία λύση υπάρχει για το πρόβλημά σου, της είπε.
     - Ποια; ρώτησε η καμηλοπάρδαλη.
     - Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, είπε εκείνος, μια μικρή επεμβασούλα. Αν όμως την κάνουμε, μετά δε θα μπορείς να ξαναγίνεις όπως ήσουν.
     - Δε με νοιάζει, απάντησε η καμηλοπάρδαλη, αρκεί να πάω στην πόλη και να μπω στο μετρό!
     Έτσι και έγινε και η καμηλοπάρδαλη μπήκε στο χειρουργείο, και όταν βγήκε ο λαιμός της ήταν πολύ πιο κοντός, και το ίδιο ήταν και η ίδια.
     - Τώρα θα χωράς στο μετρό, της είπε.
     Η καμηλοπάρδαλη δεν ήξερε πώς να τον ευχαριστήσει.
     Έφτιαξε, λοιπόν, τις βαλίτσες της, και μια και δυο πήγε στην πόλη. Και το πρώτο πράγμα που έκανε όταν πήγε στην πόλη ήταν να μπει στο μετρό. 
     Όλα της φαίνονταν ωραία και ήταν πολύ χαρούμενη. Βέβαια, ακόμη ήταν πολύ πιο ψηλή από τους περισσότερους ανθρώπους και έμοιαζε λίγο με τη Χιονάτη ανάμεσα στους νάνους, αλλά κανένας δεν κατάλαβε ότι στην πραγματικότητα ήταν καμηλοπάρδαλη. Δηλαδή, όχι και κανένας...
     Την κατάλαβα εγώ. Μπήκαμε μαζί στο ίδιο βαγόνι - εκείνη μπροστά, εγώ πίσω - και παρ'όλη την επέμβαση, ίσα που την έφτανα στον ώμο. Το κεφάλι της λίγο απείχε από το ταβάνι, και τα καπούλια της ήταν στο ύψος του στήθους μου - δεν ξέρω, βέβαια, πού είχε κρύψει την ουρά της. Στην πλάτη της φαίνονταν ακόμα τα ράμματα από την επέμβαση, σαν να είχε στην πλάτη ένα φερμουάρ.
     Η καμηλοπάρδαλη κοίταζε γύρω της με ενδιαφέρον. Το βλέμμα της έπεσε και σε εμένα, αλλά εγώ προσποιήθηκα ότι δεν είχα καταλάβει ποια ήταν. Και, παρ'όλο που και οι άλλοι επιβάτες την κοιτούσαν σαν μαγνητισμένοι, είμαι σίγουρη ότι κανένας τους δεν κατάλαβε ότι ήταν καμηλοπάρδαλη.
     Κατέβηκε από το μετρό δύο στάσεις προτού κατέβω εγώ. Την είδα που κοντοστάθηκε λίγο, προσπαθώντας να προσανατολιστεί. Ύστερα, άρχισε να περπατάει αργά, νωχελικά προς την έξοδο. Αργά και νωχελικά, σαν καμηλοπάρδαλη. Τελικά, το περπάτημα είναι μεγάλος προδότης.

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Φόνος ή αυτοκτονία;



      "Πτώμα άγνωστης ταυτότητας βρέθηκε στη Χώρα της μπροστινής βεράντας. Το θύμα είναι γένους θηλυκού, ενήλικο, αρτιμελές, και βρέθηκε σκεπασμένο από ξερά φύλλα, στην εμβρυϊκή στάση. Η αστυνομία ερευνά αν πρόκειται για αυτοκτονία ή για εγκληματική ενέργεια. Όποιος γνωρίζει στοιχεία για την υπόθεση, παρακαλείται να επικοινωνήσει με τις Αρχές."
     Ε, ναι, λοιπόν, το ομολογώ! Μερικές φορές καθαρίζω τη βεράντα. Ιδού το έγκλημά μου, κύριοι! Αν άκουσα φωνές τα τελευταία βράδυα; Όχι, δεν άκουσα τίποτα, εκτός από τη φασαρία που έκαναν τα αυτοκίνητα, ο δρόμος έχει πολλή κίνηση, το είδατε και εσείς... Εξάλλου, κοιμάμαι βαριά και όταν κοιμάμαι δεν ακούω τίποτα. Ναι, φυσικά να το πιστέψετε, κοιμάμαι πολύ βαριά.
     Τι εννοείτε, αν συχνάζω στην μπροστινή βεράντα; Φυσικά και την επισκέπτομαι, δεν γνωρίζω να υπάρχει κάποιου είδους απαγόρευση... Ναι, και το βράδυ. Πότε ήταν η τελευταία φορά; Μα, την Τετάρτη, νομίζω... Βγήκα για να ποτίσω. Όχι, δεν άκουσα τίποτα. Πότισα και ύστερα μπήκα στο διαμέρισμα. Έκανε και λίγη ψύχρα, αν θυμάμαι καλά.
     Το θύμα φυσικά και δεν το γνώριζα, δεν το είχα συναντήσει ποτέ μου... Ε, καλά, μπορεί να κάνω και λάθος, μπορεί να είχαμε ξανασυναντηθεί κάπου, αλλά δεν συστηθήκαμε, οπότε δεν το γνώριζα. Όχι, δεν είχα προηγούμενα με κανέναν. Με την τύχη μου τα έχω μερικές φορές, μετράει;
     Εννοείται πως όχι, πού να τα βρω τα όπλα; Μαχαίρια φυσικά και έχω, πώς θα κόβω το φαγητό; Ναι, μόνο για να φάω τα χρησιμοποιώ, πού αλλού να τα χρησιμοποιήσω; Έχω και ένα κοπίδι, για να κόβω χαρτιά. Και ψαλίδι έχω, ναι. Και γουδί πέτρινο. Τι θα πει, τι να το κάνω; Τι το κάνει κανείς το γουδί; Για να φτιάχνω σκορδαλιά, ταραμοσαλάτα και σάλτσα πέστο! Στις 25 Μαρτίου την φτιάχνω την σκορδαλιά. Πέστο έχω φτιάξει μόνο μία φορά, δε μου άρεσε και πολύ, έχουν σημασία όλα αυτά;
     Για τα ξερά φύλλα γνώριζα, ναι. Τα είχα δει που είχαν μαζευτεί στη γωνία. Δεν είχα χρόνο να τα μαζέψω νωρίτερα. Όχι, την Τετάρτη που βγήκα να ποτίσω ήμουν πολύ κουρασμένη, δεν είχα όρεξη να μαζέψω τα ξερά φύλλα. Όχι, βέβαια, πού να ξέρω ότι υπήρχε το πτώμα από κάτω; Όχι, φυσικά, δεν το σκέπασα εγώ με τα φύλλα! Ναι, συνήθως εκεί στη γωνία μαζεύονται, έχουν ξαναμαζευτεί. Όχι, δεν έχω ξαναβρεί πτώμα κάτω από τα ξερά φύλλα στη γωνία, ήταν η πρώτη φορά. Τι με νοιάζει αν το πιστέψετε ή όχι;
     Δεν συνάντησα κανέναν άλλο στη βεράντα... Α, ναι! Βρήκα δύο άγνωστα έντομα που κρύβονταν σε μια από τις καρέκλες. Ναι, ζωντανά ήταν. Όχι, δεν τα σκότωσα. Τα έδιωξα, δεν είμαι δολοφόνος εγώ. Αν θέλετε, ψάξτε να τα βρείτε και να τα ρωτήσετε. Δεν βιαιοπράγησα καθόλου.
     Αυτό είναι ψέμα, δεν τις σκότωσα. Λίγο νεράκι τους έριξα για να φύγουν. Αν είναι έτσι, πού είναι τα πτώματα; Σας λέω, είναι ζωντανές! Μάλλον θα έφυγαν όταν άλλαξε ο καιρός. Όσο έκανε ζέστη, όλο στη βεράντα τις έβρισκα! Και τώρα, δηλαδή, θα βρω τον μπελά μου επειδή δυο άχρηστες κατσαρίδες μου έκαναν καταγγελία;
     Θα τους κάνω κι εγώ! Δε με ξέρουν καλά εμένα! Τον καλύτερο δικηγόρο θα βρω! Για ποιο φόνο, κύριε, για να κάνω μήνυση στις κατσαρίδες που με κατηγόρησαν χωρίς το παραμικρό στοιχείο. Φόνος δεν υπάρχει. Να δείτε που η μέλισσα αυτοκτόνησε μόνη της. Εγώ είμαι αλλεργική στις μέλισσες, δεν τις πλησιάζω. Δεν το ήξερα, κύριε, ότι κάτω από τα ξερά φύλλα βρισκόταν μια νεκρή μέλισσα, το είπαμε αυτό... Έλεος πια, ποιος είναι ο προϊστάμενός σας; Θα φωνάξω τα κανάλια, θα δείτε εσείς... Από πού κι ως πού με αντιμετωπίζετε σαν δολοφόνο; Μία απλή μάρτυρας είμαι!
     Ναι, σιγά μην το λύσατε το μυστήριο... Εδώ χρειάζεται κάποιος καλός αστυνομικός, εσείς προφανώς δεν έχετε την εμπειρία. Φέρτε τον Πουαρώ, φέρτε τον Σέρλοκ Χολμς, δεν ξέρω ποιον θα φέρετε, αρκεί να λυθεί το μυστήριο, να βρω κι εγώ την ησυχία μου!

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Δεύτερη ζωή



      Πάντα σου άρεσαν οι ξένες γλώσσες, ποτέ όμως δεν είχες σκεφτεί ότι "Μία ξένη γλώσσα είναι μια δεύτερη ζωή". Μέχρι που είδες αυτή τη φράση γραμμένη σε μια διαφήμιση στον σταθμό του μετρό και πολύ προβληματίστηκες.
     Είναι αλήθεια, τώρα που το σκέφτεσαι, ότι κάθε μία από τις γλώσσες που γνωρίζεις βγάζει στην επιφάνεια έναν άλλο σου εαυτό. Άλλα πράγματα σου άρεσε να γράφεις στα αγγλικά, άλλα στα ισπανικά, άλλα στα πορτογαλικά. Στα αγγλικά προτιμούσες τις αστυνομικές ιστορίες, στα ισπανικά τα γράμματα με ιστορίες καθημερινής τρέλλας, στα πορτογαλικά τα παραμύθια. Στα ιταλικά δεν κατάλαβες ποτέ σου τι σου άρεσε να γράφεις, δεν ήταν και τόσο υψηλό το επίπεδό σου.
     Σου αρέσει όμως τόσο πολύ η ιδέα μιας δεύτερης ζωής, και μιας τρίτης, και μιας τέταρτης... Και δε σου αρέσει ιδιαίτερα που νιώθεις ότι όλες αυτές τις ζωές τις ζεις τελικά παράλληλα, ενώ θα προτιμούσες η διάρκειά τους να αθροίζεται...
     Φαντάσου, λοιπόν, ότι ξυπνάς το πρωί σαν Άγγλος, και τρως ένα αγγλικό πρωινό με μπέικον και αυγά (μπλιαχ! όχι και μπέικον με αυγά στο πρωινό!). Να το συνοδέψουμε με λίγο τσάι; Why not? Και μετά το πρωινό ξεκινάς να πας στη δουλειά, αλλά το λεωφορείο δεν έρχεται ακριβώς στην ώρα του, για να είσαι ειλικρινής, μάλλον έχουν φάει δρομολόγιο και περιμένεις σχεδόν είκοσι λεπτά (απαράδεκτο, oh, my God!), και μήπως τελικά δε ζεις στην Αγγλία; Μήπως, τελικά, ζεις τη ζωή του Πορτογάλου, μπακαλιάρο να φας το μεσημέρι, δεν είναι κακός ο μπακαλιάρος, και έρχεται το λεωφορείο, μα γιατί οι επιβάτες δεν μπαίνουν ένας-ένας πολιτισμένα στο λεωφορείο, παρά ορμάνε επάνω του σαν πρωτόγονοι κυνηγοί γύρω από το θήραμά τους, σου θυμίζουν λίγο Ινδία όλα αυτά, αλλά όχι, ινδικά δεν ξέρεις, δεν μπορεί να είναι Ινδία, και, τέλος πάντων, μπαίνεις στο λεωφορείο και πας στη δουλειά σου και δουλεύεις, δουλεύεις, δουλεύεις, και φτάνει το μεσημέρι, και βέβαια, είναι ώρα για σιέστα, αν είσαι Ισπανός, αλλά προφανώς ούτε Ισπανός είσαι, δεν βλέπεις να κοιμάσαι το μεσημέρι...
     Και αναρωτιέσαι, πού στα κομμάτια πήγαν αυτές οι δεύτερες ζωές, αφού η μία, αυτή η πρώτη που έχεις, δε σε αφήνεις να ζήσεις τις υπόλοιπες; Hellooooooo!!!! φωνάζεις, αλλά η αγγλική σου ζωή παίρνει το τσάι της κάπου στις όχθες του Τάμεση - it's tea time, βλέπεις -, ¡Holaaaaa! λες όσο πιο γλυκά μπορείς, αλλά η ισπανική σου ζωή την έχει αράξει σε ένα tapas bar και έχει βαρύνει από τα τάπας και τη σαγκρία, πού να έρχεται τώρα, Oláááá! καλείς, αλλά η πορτογαλική σου ζωή πίνει πόρτο και έχει πλαντάξει στο κλάμα ακούγοντας φάντο, πού να σε ακούσει εσένα, Ciao! κάνεις και μια απόπειρα με τα ιταλικά, τι στο καλό, ψυχή έχουν και αυτά, αλλά η ιταλική σου ζωή έχει πέσει με τα μούτρα στα τιραμισού και σιγά μην έρθει...
     Και όμως, το διάβασες πεντακάθαρα, μια ξένη γλώσσα είναι μια δεύτερη ζωή, και τώρα τι θα κάνεις που εσύ το πίστεψες, που περιμένεις τη δεύτερη ζωή να φανεί στη γωνία και αντί γι'αυτήν το μόνο που βλέπεις είναι τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα;
     - Γιατί; φωνάζεις στον ουρανό, αλλά απάντηση δεν παίρνεις. Σε καμία γλώσσα.