Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Βασιλικά γενέθλια


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια όμορφη χώρα, ζούσε ένας βασιλιάς που βαριόταν πολύ εύκολα. Όλη τη μέρα την περνούσε στο παλάτι με τους υπουργούς του, βγάζοντας νόμους. Έβγαζε νόμους για τα πάντα: για τους ανθρώπους, για τα ζώα, για τα φυτά, για τη γη, για τη θάλασσα, για τα ποτάμια... Μέχρι και για τον ήλιο έβγαζε νόμους ο βασιλιάς που βαριόταν. 
     Ένας από τους νόμους που είχε βγάλει ο βασιλιάς ήταν ότι τα βασιλικά γενέθλια έπρεπε να γιορτάζονται σε όλη τη χώρα. Έτσι, μια μέρα που ο βασιλιάς είχε γενέθλια και οι βασιλικές μπάντες έπαιζαν εορταστικά τραγούδια, και ο βασιλικός ζαχαροπλάστης έφτιαξε μία ωραία πενταόροφη τούρτα γενεθλίων, ένας ηλικιωμένος ωρολογοποιός επισκέφτηκε το παλάτι για να ευχηθεί στο βασιλιά.
     Ο βασιλιάς τον δέχτηκε στη μεγάλη, βασιλική σάλα των εκδηλώσεων. Ο ηλικιωμένος πλησίασε αργά-αργά και γονάτισε μπροστά στο βασιλιά. Μαζί του είχε ένα μικρό κουτάκι.
     - Βασιλιά μου, είπε, ήρθα να ευχηθώ στη Μεγαλειότητά σας ευτυχία και μακροημέρευση και της έφερα ένα μικρό, ταπεινό δώρο.
     Και λέγοντας αυτά, πρόσφερε το κουτάκι που κρατούσε.
     Ο βασιλιάς ήταν έτοιμος να χασμουρηθεί, αλλά όταν άκουσε για δώρο συγκρατήθηκε. Έπιασε στα χέρια του το κουτάκι και το άνοιξε. Μέσα βρισκόταν ένα μικρό, μηχανικό πουλάκι. Και το πουλάκι είχε ένα κουρδιστήρι. Και όταν το κούρδιζες, το πουλάκι κελαηδούσε γλυκά.
     Πολύ ενθουσιάστηκε ο βασιλιάς με αυτό το δώρο, και πρόσταξε να δώσουν στον ηλικιωμένο ωρολογοποιό ένα κομμάτι τούρτα με κερασάκι επάνω. Ο ωρολογοποιός ευχαρίστησε το βασιλιά, του ευχήθηκε και πάλι, έκανε μια μεγάλη υπόκλιση και έφυγε από το παλάτι.
     - Μα τι ωραίο που είναι αυτό το μηχανικό πουλί! θαύμασε ο βασιλιάς και πέρασε όλη την υπόλοιπη μέρα κουρδίζοντάς το.
     Δεν χασμουρήθηκε ούτε μια φορά εκείνη τη μέρα.
     - Για δες, σκέφτηκε, τελικά δεν ήταν και πολύ βαρετά τα γενέθλιά μου. Κρίμα που τελείωσαν, δεν πρόλαβα να τα χαρώ. Ωραία δε θα ήταν να μην τελείωναν απόψε; Αλλά γιατί να τελειώσουν; Θα βγάλω νόμο ότι τα γενέθλιά μου θα γιορτάζονται δύο μέρες στη σειρά.
     Έτσι και έκανε. Και την επόμενη μέρα ξανάρχισαν οι βασιλικές μπάντες να παίζουν εορταστικά τραγούδια, και ο βασιλικός ζαχαροπλάστης έφτιαξε καινούργια τούρτα, και ο βασιλιάς ξαναέσβησε κεράκια, και σε όλη τη χώρα ξαναγιόρτασαν τα γενέθλια του βασιλιά. Αλλά κανένας δεν του έφερε κάποιο περίεργο δώρο του βασιλιά εκείνη τη μέρα.
     - Τι κρίμα! σκέφτηκε και χασμουρήθηκε. Καλό το μηχανικό πουλί, αλλά το βαρέθηκα και κανείς δεν μου έφερε κανένα άλλο δώρο. Αυτό δεν είναι καθόλου ωραίο. Θα βγάλω νέο νόμο.
     Και έβγαλε καινούργιο νόμο ότι τα γενέθλια του βασιλιά θα γιορτάζονταν τρεις μέρες στη σειρά και ότι όλοι οι υπήκοοι θα έπρεπε να του κάνουν δώρο.
     Και την επόμενη μέρα, που οι βασιλικές μπάντες ξαναέπαιζαν τα εορταστικά τους τραγούδια και που ο βασιλικός ζαχαροπλάστης έφτιαχνε μια καινούργια τούρτα γενεθλίων, το παλάτι γέμισε από κόσμο που περίμενε στη σειρά για να δώσει στο βασιλιά το δώρο του. Γέμισε το παλάτι δώρα, και αυτό ήταν αρκετά ωραίο. Όμως, κανένα δώρο δεν ήταν τόσο ενδιαφέρον όσο ήταν το μηχανικό πουλί, όταν το πρωτοείδε.
     - Ωραία τα δώρα, σκέφτηκε ο βασιλιάς, αλλά καθόλου πρωτότυπα. Μάλλον θα πρέπει να βγάλω καινούργιο νόμο.
     Και έβγαλε καινούργιο νόμο που έλεγε ότι και την επόμενη μέρα θα είχε γενέθλια ο βασιλιάς και ότι όλοι οι υπήκοοι θα έπρεπε να του φέρουν τα πιο αξιοπερίεργα δώρα που μπορούσαν να βρουν. Και την επόμενη μέρα ξαναγέμισε το παλάτι από κόσμο, και ξαναγέμισε και με δώρα, και αυτή τη φορά τα δώρα ήταν πιο ενδιαφέροντα, ναι, αλλά και πάλι...
     - Τι θα γίνει τώρα που ξανατελείωσαν τα γενέθλιά μου; σκέφτηκε ο βασιλιάς. Θα περιμένω πάλι μέχρι του χρόνου; Ας βγάλω, καλύτερα, έναν νόμο.
     Και έβγαλε καινούργιο νόμο που έλεγε ότι ο βασιλιάς θα είχε γενέθλια κάθε μέρα, και κάθε μέρα η χώρα θα τα γιόρταζε, και κάθε μέρα οι υπήκοοι θα έπρεπε να του φέρνουν τα πιο αξιοπερίεργα δώρα που μπορούσαν να φανταστούν.
     Από τότε, οι μέρες του βασιλιά έγιναν πολύ πιο ενδιαφέρουσες από παλιά και δεν χασμουριόταν τόσο συχνά. Κάθε μέρα είχε μια καινούργια τούρτα γενεθλίων και ένα σωρό δώρα να θαυμάσει και αυτό του έδινε μεγάλη χαρά. Και γέμιζε το παλάτι δώρα, τόσο που άρχισαν να φτιάχνουν και νέα δωμάτια στο παλάτι για να τα χωρέσουν, και ο κόσμος δεν τελείωνε ποτέ, αφού μέχρι να φύγει ξημέρωνε η νέα μέρα και έπρεπε όλοι να ξαναστηθούν στην ουρά με το καινούργιο τους δώρο.
     Μεγάλο πρόβλημα είχαν οι υπήκοοι του βασιλιά. Δεν ήταν δα εύκολο να φέρνουν δώρα στο βασιλιά κάθε μέρα. Άσε που υπήρχε και ο νόμος για τα πρωτότυπα δώρα, και πού να τα βρουν τα πρωτότυπα δώρα οι άνθρωποι;
     Μια μέρα, όμως, έφτασε στο παλάτι μια γριούλα με καμπούρα και μπαστούνι. Η γριούλα ήταν ξένη, από άλλο τόπο, αλλά είχε ακούσει τόσα λόγια για το βασιλιά, που ήθελε να τον γνωρίσει και από κοντά. Στο ένα της χέρι - αυτό που δεν κρατούσε το μπαστούνι - κρατούσε ένα μικρό πακετάκι.
     - Μεγαλειότατε, είπε αφού έκανε μια υπόκλιση, άκουσα πολλά για εσένα και ήρθα να σε γνωρίσω. Και, αν και από ξένη χώρα, μην νομίζεις πως σε ξέχασα: ορίστε το δώρο μου για τα γενέθλιά σου.
     Ο βασιλιάς χάρηκε πάρα πολύ που ακόμα και από άλλες χώρες του έφερναν δώρα και πρόσταξε τους αυλικούς του να του φέρουν στα χέρια του το δώρο της γριούλας. Άνοιξε το πακέτο, αλλά τι να δει; Μέσα υπήρχαν κεριά, κεριά γενεθλίων.
     - Α, κεριά, είπε βαριεστημένα.
     - Δεν είναι συνηθισμένα κεριά, Μεγαλειότατε, είπε η γριούλα. Αυτά τα κεριά δεν σβήνουν ποτέ. Δηλαδή, σβήνουν, αλλά ανάβουν ξανά από μόνα τους.
     Ο βασιλιάς δεν είχε ξανακούσει για κεριά που άναβαν μόνα τους και διέταξε να τα δοκιμάσουν αμέσως. Και μόλις τα άναψαν τα κεριά, ο βασιλιάς έκανε μία "φου!" και τα έσβησε. 
     - Σιγά το περίεργο, σκέφτηκε, η γριά με κορόιδεψε, δεν έχουν τίποτα το αξιοπερίεργο αυτά τα κεριά...
     Αλλά προτού ολοκληρώσει την σκέψη του, τα κεριά ως δια μαγείας είχαν ανάψει και φεγγοβολούσαν, σαν να μην είχαν σβήσει ποτέ. Ώστε η γριούλα έλεγε αλήθεια, τα κεριά ήταν πολύ περίεργα. Ο βασιλιάς ενθουσιάστηκε και διέταξε να δώσουν στην γριούλα ένα μεγάλο κομμάτι τούρτα, με σαντιγί και τρούφα σοκολάτα. Και η γριούλα έφυγε από το παλάτι, σκυφτή και καμπουριασμένη όπως είχε έρθει, αλλά και πασαλειμένη με σαντιγί και τρούφα σοκολάτα.
     Ο βασιλιάς δεν το χόρταινε το καινούργιο του δώρο. Προσέλαβε κι άλλους ζαχαροπλάστες στο παλάτι και τους ζήτησε να φτιάχνουν τούρτες. Τώρα μπορούσε να σβήνει και να ξανασβήνει τα κεριά όσες φορές ήθελε. Μπορούσε να έχει γενέθλια όσες φορές μέσα στη μέρα επιθυμούσε. Και τα πολλά γενέθλια μέσα στην ίδια μέρα έγιναν νόμος του κράτους.
     Τρόμος τους έπιασε τους υπηκόους. Τι θα έκαναν τώρα; Πώς θα έβρισκαν τόσα πολλά και πρωτότυπα δώρα κάθε μέρα; Πόσο αχόρταγος ήταν πια αυτός ο βασιλιάς; Αλλά όσο κι αν διαφωνούσαν, δεν μπορούσαν να πάνε κόντρα στον νόμο. Και οι ζαχαροπλάστες του παλατιού έφτιαχναν τη μία τούρτα μετά την άλλη, και οι βασιλικοί αρχιτέκτονες έφτιαχναν νέα δωμάτια για τα δώρα του βασιλιά, και οι βασιλικές μπάντες έπαιζαν συνέχεια εορταστικά τραγούδια.
     Όμως τα κεριά άρχισαν σιγά-σιγά να λιώνουν, και μια ωραία μέρα βασιλικών γενεθλίων έσβησαν για πάντα. Μεγάλη θλίψη κατέλαβε τον βασιλιά. Ήθελε τα κεριά του πίσω. Πού θα μπορούσε να βρει κι άλλα τέτοια κεριά; Έστειλε τους αυλικούς του να ψάξουν σε όλα τα γειτονικά βασίλεια και να βρουν την γριούλα με την καμπούρα. Αυτή σίγουρα θα ήξερε. Οι αυλικοί έψαξαν δέκα μέρες και δέκα νύχτες συνεχόμενα, και τελικά την βρήκαν και την έφεραν στο παλάτι.
     - Τι μπορώ να κάνω για σένα, βασιλιά μου; τον ρώτησε αφού υποκλίθηκε μπροστά του.
     - Τα κεριά έλιωσαν! της είπε εκείνος.
     - Και πού είναι το περίεργο; ρώτησε εκείνη. Αυτό παθαίνουν τα κεριά.
     - Θέλω κι άλλα τέτοια κεριά, πού θα βρω; τη ρώτησε ο βασιλιάς, που δεν του άρεσε και πολύ η απάντησή της.
     - Εγώ τα φτιάχνω, του απάντησε.
     - Τότε να μου φτιάξεις και άλλα, την πρόσταξε.
     - Θα σου έφτιαχνα, του απάντησε, αλλά δεν μπορώ. Αυτά τα κεριά είναι μαγικά και δεν πρέπει κανείς να τα καίει συνέχεια. Και εσύ τα έκαψες μέσα σε λίγες μέρες. Τώρα θα πρέπει να περάσει ένας χρόνος προτού ξαναφτιάξω μαγικά κεριά. Αν του χρόνου συνεχίζεις να τα θέλεις, ζήτησέ μου και θα σου φτιάξω.
     Καθόλου δεν του άρεσε αυτό του βασιλιά. 
     - Τα θέλω τώρα! της είπε. Ή μου τα φτιάχνεις ή θα σε ρίξω στη φυλακή, διάλεξε!
     Και αφού η γριούλα είχε αυτές τις δύο επιλογές, δέχτηκε να φτιάξει καινούργια κεριά.
     - Προσοχή, όμως, του είπε. Δεν θα πρέπει να τα καις συνέχεια. Δεν θα σου φτιάξω άλλα, να το ξέρεις.
     Όμως ο βασιλιάς την αγνόησε και μόλις πήρε τα κεριά στα χέρια του άρχισε πάλι να τα αναβοσβήνει συνέχεια. Και πολύ σύντομα και αυτά τα κεριά έλιωσαν. Έστειλε να ξαναφέρουν την γριούλα στο παλάτι και της ζήτησε κι άλλα κεριά.
     - Μα δεν σου είπα να μην τα κάψεις τόσο γρήγορα; είπε εκείνη. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σου φτιάξω άλλα κεριά.
     - Τότε κι εγώ θα σε βάλω στη φυλακή, είπε ο βασιλιάς θυμωμένος. Φρουροί! Πάρτε την και ρίξτε την στη φυλακή! Μήπως τώρα άλλαξες γνώμη, ξεροκέφαλη γριά;
     - Είσαι άπληστος, βασιλιά μου, του είπε εκείνη, και θα το πληρώσεις. Εντάξει, λοιπόν, θα σου φτιάξω κι άλλα κεριά.
     Και όπως είπε, έτσι κι έκανε. Αλλά στα καινούργια κεριά η γριούλα έκανε ένα ξόρκι. Ήτανε, βλέπετε, μάγισσα και ήξερε από αυτά. Ύστερα παρουσιάστηκε στον βασιλιά και του έδωσε τα κεριά.
     - Ορίστε τα καινούργια κεριά, του είπε, αλλά άκου τη συμβουλή μου και μην τα ανάψεις μέχρι του χρόνου. Αλλιώς, θα την πληρώσεις πολύ ακριβά την απληστία σου.
     - Φρουροί, πάρτε την από εδώ! φώναξε ο βασιλιάς εκνευρισμένος και έβαλε τα κεριά επάνω σε μια τούρτα. 
     Ύστερα τα άναψε, πήρε βαθιά ανάσα και φύσηξε "Φου!". Τα κεριά έσβησαν για λίγο και μετά άναψαν και πάλι. Ο βασιλιάς πήρε και πάλι βαθιά ανάσα και ξαναφύσηξε τα κεριά. Τα κεριά έσβησαν, ύστερα άναψαν και πάλι, ύστερα ο βασιλιάς πήρε πάλι βαθιά ανάσα και τα φύσηξε να σβήσουν, και αυτό έγινε πάρα πολλές φορές, τόσες φορές που ο βασιλιάς άρχισε να βαριέται. Σκέφτηκε τότε να σταματήσει για λίγο. Όμως - τι κακό! - δεν μπορούσε να σταματήσει. Χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα γι'αυτό, τα μάγουλά του και τα πνευμόνια του φούσκωναν και ξεφούσκωναν χωρίς σταματημό.
     - Τι έχω πάθει; σκεφτόταν την ώρα που φυσούσε και ξεφυσούσε. Γιατί δεν μπορώ να σταματήσω να σβήνω τα κεριά αφού το θέλω;
     Και τότε εμφανίστηκε μπροστά του η γριούλα.
     - Όλα εντάξει, βασιλιά μου; ρώτησε, ενώ εκείνος μάταια προσπαθούσε να της μιλήσει. Τα ευχαριστιέσαι τα κεριά σου; Ναι, ξέρω, ξέρω, δεν μπορείς να σταματήσεις, αυτό όμως δεν ήθελες; Ήθελες γενέθλια που να μην τελειώνουν ποτέ, ήθελες δώρα κάθε μέρα, ήθελες μαγικά κεριά... Εγώ σε προειδοποίησα. Σου είπα να μην είσαι άπληστος αλλά δεν με άκουσες. Και τώρα δεν μπορείς να σταματήσεις να γιορτάζεις τα γενέθλιά σου, όπως ακριβώς ήθελες. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο για εσένα. Χρόνια πολλά και πάλι.
     Και η γριούλα έφυγε από το παλάτι, ενώ στο μεταξύ, ο βασιλιάς γινόταν όλο και πιο κόκκινος, όλο και πιο κόκκινος... Η συνεχής προσπάθεια να σβήνει συνέχεια τα κεριά είχε κάνει τα μάγουλά του να πονάνε, αλλά εκείνος συνέχιζε να φυσάει χωρίς να μπορεί να σταματήσει. Και συνέχισε να σβήνει τα κεριά και την επόμενη μέρα, και τη μεθεπόμενη, και την επόμενη από εκείνη...
     Ώσπου μια μέρα ο βασιλιάς έσκασε από το πολύ φύσημα και έπεσε με τα μούτρα επάνω στην τούρτα του, και πασαλείφτηκε με τούρτα όλο του το πρόσωπο. Και έτρεξε κοντά του ο βασιλικός γιατρός, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για τον βασιλιά.
     Και η είδηση του θανάτου του βασιλιά εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα. Και όλη η χώρα γιόρτασε τη μέρα του θανάτου του, όπως ακριβώς μέχρι εκείνη την στιγμή γιόρταζε τα γενέθλιά του, αλλά χωρίς τούρτα και κεριά. Και σίγουρα όχι σύμφωνα με τον νόμο.

6 σχόλια:

  1. Η πληρωμή της απλιστίας.
    Νάσαι καλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ... και της αλαζονείας της εξουσίας. Ευχαριστώ που πέρασες από το "σπιτάκι" μου, αγαπητέ Dennis.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Θα χαρακτήριζα τουλάχιστον "απολαυστική" την ανάγνωση του κειμένου, αγαπητή Pippi. Σα να τρώω ένα κομμάτι από την τούρτα του βασιλιά ένα πράγμα - μα όχι κάθε μέρα και σίγουρα όχι συνεχώς, γιατί και τα ωραιότερα πράγματα όταν επαναλαμβάνονται συνέχεια χάνουν κάποια από την ομορφιά τους.

    Στο καλό να πάει ο βασιλιάς λοιπόν και καλά να πάθει.

    Στο έχω ξαναπεί - μα μου αρέσει πολύ ο τρόπος γραφής σου. Εύγε κορίτσι μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Α! Κι εγώ πήρα το αίμα μου πίσω!
    Μακάρι να έσκαγαν έτσι όλοι οι άπληστοι αλλά τι κρίμα.... η ζωή δεν είναι παραμύθι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Κουνελάκι μου αγαπημένο, σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία μου, αν και κατά την γνώμη μου δεν ήταν η καλύτερή μου.
    Πολλά φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Γλυκιά μου Αριστέα, ο λόγος που μου αρέσουν τόσο τα παραμύθια δεν είναι απλώς ότι η πραγματικότητα μου φαίνεται εξαιρετικά πεζή, αλλά κυρίως επειδή στα παραμύθια πάντα αποκαθίσταται η τάξη των πραγμάτων και σε γενικές γραμμές οι υπερβολές τιμωρούνται. Κάτι που δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, αφού οι υπερβολές προβάλλονται και επικροτούνται. Έχεις απόλυτο δίκιο. Κρίμα που η ζωή δεν είναι παραμύθι.
    Το μόνο που μπορούμε να της κάνουμε είναι να την εμποτίσουμε με παραμυθένια εσάνς. Κάτι είναι και αυτό
    Σου εύχομαι μια καλή νύχτα με παραμυθένια όνειρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

To comment or not to comment? That is the question