Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Και αν...;


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη του δάσους, ζούσε ένα μικρό αγοράκι με τη μαμά του. Η μαμά του το υπεραγαπούσε το αγοράκι της και ανησυχούσε πολύ μην της κρυώσει. Γι'αυτό και του είχε πλέξει ένα κόκκινο σκουφάκι και το έβαζε να το φοράει συνέχεια. Ο μικρός αγαπούσε κι αυτός πολύ τη μαμά του και δεν ήθελε να την στενοχωρεί. Γι'αυτό και φορούσε συνέχεια το κόκκινο σκουφάκι του, και τα παιδιά στο σχολείο τον κορόιδευαν και τον φώναζαν Κοκκινοσκουφάκη, και ο Κοκκινοσκουφάκης δεν είχε κανέναν φίλο και περνούσε το διάλειμμα μόνος τους, κλωτσώντας πέτρες.
     Μια μέρα η μαμά του Κοκκινοσκουφάκη αρρώστησε άσχημα και δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί από το κρεβάτι της. Φώναξε, λοιπόν, τον γιατρό, και εκείνος της έγραψε να πάρει κάτι χάπια. Μόνο πως τα χάπια αυτά τα είχαν στο φαρμακείο του γειτονικού χωριού, που βρισκόταν από την άλλη πλευρά του δάσους. Τι να κάνει, λοιπόν, η μαμά, φώναξε τον Κοκκινοσκουφάκη και του είπε να πάει στο γειτονικό χωριό να αγοράσει τα χάπια για να της τα φέρει και να γίνει καλά.
     - Μόνο να προσέχεις πολύ, του είπε η μαμά. Να μην χαζεύεις στον δρόμο. Είναι ήδη αργά και δεν θέλω να σε πιάσει η νύχτα μέσα στο δάσος. Να πας γρήγορα, να πάρεις τα χάπια και να γυρίσεις, και να μην μιλήσεις σε κανέναν στον δρόμο.
     - Εντάξει, μαμά, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης, αλλά όπως ξέρει όλος ο κόσμος, όταν ένα παιδί λέει "εντάξει" δεν το εννοεί και τόσο πολύ.
          Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, ο Κοκκινοσκουφάκης είχε όλη την καλή διάθεση να υπακούσει τη μαμά του. Έφυγε, λοιπόν, τρέχοντας και ύστερα από λίγη ώρα έφτασε στο γειτονικό χωριό. Πήγε στο φαρμακείο, αγόρασε τα χάπια της μαμάς του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
     Επειδή, όμως, ήταν κουρασμένος από το τρέξιμο, τώρα περπατούσε πιο αργά. Ήταν και η μέρα ωραία και σε λίγο ο Κοκκινοσκουφάκης ξεχάστηκε. Έτσι, ύστερα από λίγο έτρεχε χοροπηδώντας μέσα στο δάσος, κυνηγώντας πεταλούδες και ψάχνοντας για χελώνες και σαλιγκάρια, και καθόλου δεν σκεφτόταν ότι έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του.
     Ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει στον ουρανό και το δάσος άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα πουλάκια και όλα τα ζώα του δάσους άρχισαν να μαζεύονται στις φωλιές τους. Μόνο τότε ο Κοκκινοσκουφάκης θυμήθηκε την άρρωστη μαμά του και κατάλαβε ότι είχε αργήσει.
     Έτρεξε, λοιπόν, για να γυρίσει γρήγορα, αλλά το δάσος ήταν σκοτεινό και δεν μπορούσε να διακρίνει το μονοπάτι. Έψαξε από εδώ, έψαξε από εκεί, τίποτα. Στο μεταξύ, ο ήλιος έδυσε και ο ουρανός σκοτείνιασε τελείως. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε και το φεγγάρι, σαν ασημένιο μενταγιόν στο λαιμό της νύχτας. Ήταν ολοστρόγγυλο, σαν τα χάπια που ο Κοκκινοσκουφάκης είχε αγοράσει στο φαρμακείο.
     Τι μεγάλο που φαινόταν το φεγγάρι! Και τι όμορφο που ήταν, έτσι ασημένιο μέσα στον κατάμαυρο ουρανό! Και τότε ακούστηκε ένας ήχος: Ουουουουουουουουουουουου! Ουουουουουουουουουου!
     Ο Κοκκινοσκουφάκης νόμιζε ότι ήταν ο αέρας που φυσούσε, αλλά ο αέρας κάνει Βουουουουουουου και όχι ουουουουουου. Ουουουουουουουουουου! ακούστηκε και πάλι και τότε ο Κοκκινοσκουφάκης θυμήθηκε: όταν το φεγγάρι ήταν στρογγυλό έβγαιναν οι λυκάνθρωποι και ούρλιαζαν στο φεγγαρόφωτο και έτρωγαν τα μικρά παιδιά.
     Φοβήθηκε πολύ και ευτυχώς που δεν είχε πιει πολύ νερό εκείνη την ημέρα, αλλιώς θα κατουριόταν επάνω του. Τα ουρλιαχτά συνέχιζαν, για την ακρίβεια όχι απλώς συνέχιζαν αλλά γίνονταν και περισσότερα. Πόσοι λυκάνθρωποι υπήρχαν μέσα στο δάσος;
     Ο Κοκκινοσκουφάκης άρχισε να ψάχνει μέρος για να κρυφτεί και να γλιτώσει, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να δει πού πήγαινε μέσα στο δάσος. Μπορεί να υπήρχε το φεγγάρι, αλλά το δάσος ήταν πολύ πυκνό και το φως του φεγγαριού δεν έφτανε μέχρι μέσα.
     Εκεί που έψαχνε να βρει κρυψώνα, ο Κοκκινοσκουφάκης άκουσε μία φωνή:
     - Ε, εσύ, τι ψάχνεις;
     Γύρισε τρομαγμένος και κοίταξε. Κάποιος ήταν εκεί μπροστά του, αλλά δεν μπορούσε να τον δει μέσα στο σκοτάδι.
     - Ποιος είσαι εσύ; ρώτησε, παρ'όλη την τρομάρα του.
     - Είμαι φίλος.
     - Τι φίλος;
     - Φίλος. Δεν ξέρεις τι θα πει φίλος;
     - Δεν έχω φίλους.
     - Α, καλά... Πώς ξέμεινες τέτοια ώρα μονάχος στο δάσος; Δεν το ξέρεις ότι υπάρχουν λυκάνθρωποι;
     Και ο Κοκκινοσκουφάκης ξέχασε που του είχε πει η μαμά του να μην μιλήσει σε κανέναν στον δρόμο και του τα είπε όλα του άγνωστου φίλου.
          - Καημένο μου παιδί, είπε εκείνος, πόσο ταλαιπωρήθηκες! Αν θέλεις, μπορείς να έρθεις μέχρι το σπίτι μου που είναι εδώ παραπέρα, να κοιμηθείς μέχρι το πρωί και ύστερα να φύγεις να πας στη μαμά σου.
           - Εντάξει, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης και ακολούθησε τον νέο του φίλο.
           Προχώρησαν λίγο και έφτασαν σε ένα μικρό ξέφωτο. Εκεί δεν υπήρχαν δέντρα για να εμποδίζουν το φως του φεγγαριού.
           - Γιατί είσαι τόσο τριχωτός; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
           - Για να μην κρυώνω.
           Συνέχισαν να περπατάνε και ύστερα από λίγο έφτασαν σε άλλο ξέφωτο.
           - Γιατί έχεις μυτερά αυτιά; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
           - Επειδή μου τα τραβούσε η μάνα μου όταν ήμουν μικρός.
           Προχώρησαν λίγο ακόμα και έφτασαν μπροστά σε ένα σπιτάκι.
           - Φτάσαμε, είπε ο φίλος.
           - Α, μα γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
           - Για να γελάω! είπε ο φίλος, ουουουουουουουουουουουουουχαχαχαχαχα!
           Και τότε ο Κοκκινοσκουφάκης κατάλαβε ότι ο φίλος ήταν λυκάνθρωπος. Το αίμα του πάγωσε και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Ούτε να μιλήσει μπορούσε.
           - Μη φοβάσαι, του είπε ο λυκάνθρωπος, δεν θα σε πειράξω. Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους λυκανθρώπους. Εμένα μου αρέσει μόνο να κάνω αστεία και να γελάω. Οι άλλοι λυκάνθρωποι με κοροϊδεύουν και δεν έχω κανέναν φίλο.
           - Και εμένα με κοροϊδεύουν τα άλλα παιδιά που φοράω το σκουφί που μου έφτιαξε η μαμά μου, είπε δειλά ο Κοκκινοσκουφάκης.
           - Θέλεις να γίνουμε φίλοι; ρώτησε ο λυκάνθρωπος.
           Και έτσι ξεκίνησε μια φιλία περίεργη, μια φιλία ασυνήθιστη, αλλά και τόσο αναγκαία για τα δύο αυτά μοναχικά πλάσματα, που από τότε έγιναν πραγματικά αχώριστοι. Και η μαμά του Κοκκινοσκουφάκη τι έγινε;
            Α, η μαμά πήρε τα χάπια και έγινε καλά και τόση ήταν η χαρά της που ο γιος της απόκτησε έναν φίλο, έστω και λυκάνθρωπο, που έπλεξε ένα κόκκινο σκουφάκι και για εκείνον, ένα σκουφάκι με τρύπες για τα αυτιά, εννοείται.

2 σχόλια:

  1. Στ΄αλήθεια χαριτωμένο το παραμυθάκι σου.
    Μεγάλη η ανάγκη της φιλίας αλλά μπορεί κανείς να την βρει κάπου σήμερα;
    Νάσαι καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, πιστεύω ότι ακόμα υπάρχει φιλία, με όλη τη σημασία της λέξης. Προσωπικά, είχα την τύχη να συναντήσω αρκετά εξαιρετικά άτομα στη ζωή μου και σχετικά πρόσφατα να αποκτήσω μερικούς υπέροχους φίλους. Αισθάνομαι πολύ τυχερή γι'αυτό.
    Χαίρομαι που σου άρεσε το παραμυθάκι μου, αν και δεν μου βγήκε όπως θα το ήθελα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

To comment or not to comment? That is the question