Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Ντεκαντάνς




     Δύο αγάπες είχε ο μαχαραγιάς, γνωστός με το όνομα Σακαμάτρα: την όμορφη γυναίκα του, Σινταραβάνι, και την μονάκριβή του κόρη, την πριγκήπισσα Σιναμάρτι. Γι'αυτό και σήμερα ξύπνησε πολύ χαρούμενος, αφού ήταν μια πολύ σημαντική μέρα για την πριγκήπισσα.
     Βλέπετε, έκλεινε τα τρία της χρόνια και αυτό σήμαινε ότι είχε έρθει η ώρα για την τελετή του ιερού λωτού. Όλοι οι ευγενείς του παλατιού, με πρώτο και καλύτερο τον Σακαμάτρα, θα συνόδευαν την πριγκήπισσα, επάνω σε ελέφαντες, βαμμένους με ιερά χρώματα, η δε Σιναμάρτι θα ταξίδευε επάνω στον αγαπημένο της ελέφαντα, τον Μπινταγιάνα.
     Όλες οι προετοιμασίες είχαν γίνει καθώς έπρεπε, οι επίσημες φορεσιές είχαν ραφτεί και κεντηθεί με πολύτιμους λίθους, η μεταξωτή φορεσιά της πριγκήπισσας επίσης ήταν έτοιμη, το μόνο που έμενε να γίνει ήταν να στολιστεί ο Μπινταγιάνα. Γι'αυτόν τον λόγο είχαν καλέσει στο παλάτι τους καλύτερους διακοσμητές ελεφάντων. Τα νύχια του Μπινταγιάνα βάφτηκαν τυρκουάζ, ενώ στο κεφάλι του τοποθετήθηκε ένα χρυσοκέντητο κάλυμμα, ειδικά κεντημένο με κινέζικο μετάξι.
     Κι όμως, κάτι έμελλε να χαλάσει τη γιορτινή διάθεση του παλατιού: ο Μπινταγιάνα καθόταν κάτω και δεν κουνιόταν σχεδόν καθόλου. Τα στολισμένα του αυτιά παρέμεναν κι αυτά πεσμένα κάτω, το δε κεφάλι του φαινόταν βαρύ.
     Ήταν εμφανές ότι ο αγαπημένος ελέφαντας της Σιναμάρτι ήταν άρρωστος, και αυτό δεν ήταν διόλου καλό σημάδι. Μία λύση υπήρχε, και αυτή ήταν να παρασκευαστεί ένα ειδικό φάρμακο από πολτοποιημένα φρούτα και μπαχαρικά, που το ράντιζαν με ιερό νερό από τον Γάγγη και το έδιναν στον άρρωστο ελέφαντα να το φάει.
     Ο Σακαμάτρα απευθύνθηκε στη γυναίκα του, την όμορφη Σινταραβάνι, για να φτιάξει το γιατρικό, όπως προέβλεπε το τελετουργικό. Η όμορφη Σινταραβάνι, που από όταν είχε παντρευτεί με τον Σακαμάτρα είχε γεμίσει στρογγυλάδες, βρισκόταν στο δωμάτιό της με τις ακολούθους της και έλεγαν πικάντικες ιστορίες, τις οποίες διέκοψαν αμέσως μόλις ο μαχαραγιάς άνοιξε την πόρτα.
     - Καλημέρα, όμορφη Σινταραβάνι, είπε ο Σακαμάτρα.
     - Καλημέρα, βασιλιά μου, απάντησε εκείνη. Τι οδήγησε τα βήματά σου σε εμένα;
     - Ο Μπινταγιάνα αρρώστησε.
     - Δεν είναι δυνατόν!
     - Κι όμως, είναι καθισμένος κάτω και αρνείται να σηκωθεί. Θα πρέπει να του φτιάξεις το εξαγνιστικό φάρμακο, αλλιώς η πριγκήπισσα δεν θα μπορέσει να πάρει μέρος στην τελετή του ιερού λωτού...
     Και τότε η Σινταραβάνι είπε κάτι ανήκουστο μέχρι τότε.
     - Δεν μπορώ να φτιάξω το φάρμακο, να το φτιάξεις εσύ, βασιλιά μου, είπε και έκανε μια μικρή υπόκλιση.
     Στην στιγμή οι ακόλουθοί της σηκώθηκαν και βγήκαν έξω από το δωμάτιο.
     - Μα αφού ξέρεις ότι η παρασκευή αυτού του φαρμάκου είναι καθήκον της μητέρας της εορτάζουσας.
     - Δεν μπορώ, αφού ξέρεις ότι εγώ δεν τα καταφέρνω σε αυτά τα πράγματα...
     Αυτό ήταν ξεκάθαρα μία μπηχτή, και μην πει κανείς ότι οι βασίλισσες δεν γνωρίζουν από μπηχτές, προφανώς δεν έχουν γνωρίσει καμία βασίλισσα. Ο Σακαμάτρα κατάλαβε τι εννοούσε η γυναίκα του, αλλά προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε.
     - Τι εννοείς, καλή μου γυναίκα; είπε ευγενικά. Εσύ είσαι η πιο όμορφη, και η πιο έξυπνη, και η πιο καλή από όλες τις βασίλισσες, είσαι ο ήλιος που φωτίζει τη ζωή μου...
     - Αυτό να το σκεφτόσουν προχθές, προτού μου πεις ότι το κάρυ που σου έφτιαξα ήταν πολύ πικάντικο! 
     Ο Σακαμάτρα κοίταξε με λαχτάρα τις στρογγυλάδες της Σινταραβάνι, οι οποίες τον διευκόλυναν πολύ, κάθε φορά που επιχειρούσε την αγαπημένη του στάση αριθμός 77 του Κάμα Σούτρα. Τι βλακεία ήταν αυτή που είχε κάνει, να της πει ότι το κάρυ της ήταν πολύ πικάντικο; Πέντε μήνες θα του το κρατούσε τώρα.
     - Δεν εννοούσα κάτι κακό, ομορφιά μου. Ίσα-ίσα, που ήθελα να συμπληρώσω ότι έτσι πικάντικα μου αρέσουν τα φαγητά...
     - Βρε, άσ'τα αυτά και δεν χάνεις ευκαιρία να συγκρίνεις τα φαγητά μου με αυτά της μητέρας σου! "Η μητέρα μου αυτό", "η μητέρα μου εκείνο", και "έτσι το φτιάχνει η μητέρα μου", και "η συνταγή της μητέρας μου"... Και η δικιά μου η μητέρα έχει συνταγές, κύριε, και όλοι είχαν να το λένε για τη μαγειρική της, και ειδικά για το κάρυ της. Που θα μου πεις εσύ ότι είναι πολύ πικάντικο...
     - Έσφαλλα, το ομολογώ, είπε ο Σακαμάτρα, προσπαθώντας να την καλμάρει. Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ, και φτιάξε το φάρμακο για τον Μπινταγιάνα.
     - Αποκλείεται!
     - Μα πώς θα πάει η κόρη μας στην αίθουσα της τελετής του ιερού λωτού; Μόνο επάνω στον αγαπημένο της ελέφαντα μπορεί να πάει...
     - ... ή μπορεί να την οδηγήσει εκεί ο ίδιος της ο πατέρας.
     - Τρελλάθηκες; Μα εγώ είμαι μαχαραγιάς, πώς θα την πάω;
     - Να την βάλεις επάνω στο καρότσι της και να την πας. Αυτό δεν απαγορεύεται, ίσα-ίσα που είναι και πολύ της μόδας, τώρα τελευταία.
     - Και τι θα γίνει με όλους τους στολισμένους ελέφαντες, με τις κεντημένες στολές, χαμένες θα πάνε;
     - Στείλε τις στολές με έναν από τους ελέφαντες και ντύνεστε εκεί. Εγώ, μια φορά, το φάρμακο δεν το φτιάχνω!
     - Μα είναι για την κόρη σου!
     - Είναι και δικιά σου κόρη.
     - Μα...
     - Δεν έχει μα και ξεμά... Ετοιμάσου, βάλε την κόρη σου στο καρότσι και πήγαινέ την για να γίνει η τελετή. Άντε, βιάσου, θα αργήσετε!
     - Και πώς θα πάω, χωρίς ελέφαντα;
     - Ξέρω εγώ; Πάρε το μετρό!
     - Το μετρό; Και πώς το παίρνουν το μετρό;
     - Μπαίνουν μέσα και το παίρνουν, ρώτα να μάθεις... Και κοίτα μη βάλεις την στολή την κεντημένη με τα ρουμπίνια και σε κλέψουν ολόκληρο εκεί μέσα! Και την κόρη μας απλά να την ντύσεις, αλλιώς θα την κλέψουν και θα πρέπει να κάνουμε άλλη!
     Πολύ τρόμαξε ο Σακαμάτρα με όσα του είπε η γυναίκα του, αλλά δεν τον έπαιρνε να κάνει και τίποτα, παρά μόνο να υπακούσει. Έτσι, ντυμένος απλά και με την μονάκριβή του Σιναμάρτι στο καρότσι, πήγε να πάρει το μετρό. Εκεί τους είδα και εγώ σήμερα το πρωί, που πήγαιναν για την τελετή του ιερού λωτού. Και μη μου πείτε πώς τους κατάλαβα. Ο Σακαμάτρα, πάνω στη βιασύνη του να ντυθεί, είχε ξεχάσει να βγάλει το τουρμπάνι του. Πάλι καλά που δεν είχε ξεχάσει να βγάλει και την στολή με τα ρουμπίνια.

6 σχόλια:

  1. Καλή σου μέρα.
    Μια πολύ όμορφη ιστορία που έχει απ΄ όλα. Και τόσο διασκεδαστικά δοσμένη. Μέχρι 77 διαθέτει.
    Νάσαι καλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που σου άρεσε, Dennis! Το 77 είναι κλεμμένο από ανάρτηση της xristin.
      Πολλά χαιρετίσματα

      Διαγραφή
  2. Βλέπω Πίπη η έμπνευση ξαναεπέστρεψε ε;
    Μου άρεσε πολύ η ιστορία σου!
    Σε σημείο που ζήλεψα που δεν ήμουν κι εγώ στο μετρό να δω τον μαχαραγιά ντυμένο απλά ;-)

    Καλό βράδυ χαρά μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, Αριστέα μου, μάλλον η έμπνευση άρχισε να επιστρέφει, αλλά βοηθάει και το σύμπαν!
      Ίσως εντυπωσιάστηκα επειδή δεν είχα δει ποτέ Ινδό ή, γενικότερα, αλλοδαπό προερχόμενο από την Ασία (εννοώ Πακιστανούς, Κούρδους κλπ) να έχει επαφή τέτοιου είδους με το βλαστάρι του. Συνήθως όλες οι ευθύνες οι σχετικές με τα παιδιά βαρύνουν αποκλειστικά τις γυναίκες τους, οι οποίες πρέπει να τηρούν την παράδοση και ενδυματολογικά, ενώ οι άντρες έχουν προφανώς το δικαίωμα να συγχρονίζονται και να εναρμονίζονται με τον ενδυματολογικό κώδικα της χώρας όπου βρίσκονται.
      Δεν πιστεύω ότι ζήλεψες την τύχη μου που είδα τον μαχαραγιά. Εσύ μένεις σε κοτζάμ πυργόσπιτο! Εξάλλου, εκείνος θα έπρεπε να ζηλέψει εσένα, είμαι σίγουρη ότι δεν έχει ιδέα από ντεκουπάζ, κρακελέ, κτλ, όρους που εσύ γνωρίζεις απ'έξω κι ανακατωτά.
      Πολλά φιλιά

      Διαγραφή
  3. Γέλασα! (Δεν εχω δει ποτέ μαχαραγιά και κυριως στο μετρο!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ούτε εγώ είχα δει, αλλά το μετρό είναι γεμάτο εκπλήξεις!
      Χαίρομαι που σε διασκέδασε η ιστορία μου.

      Διαγραφή

To comment or not to comment? That is the question