Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Ζήτημα ευγνωμοσύνης

     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας φτωχός ξυλοκόπος με τη γυναίκα του και τον μικρό του γιο. Οι τρεις τους ζούσαν φτωχικά, αλλά πολύ αγαπημένα. Η γυναίκα του ξυλοκόπου ήταν πολύ καλή μαγείρισσα και έφτιαχνε τα πιο νόστιμα φαγητά, ακόμα και με ελάχιστα υλικά, και ο ξυλοκόπος φρόντιζε πάντα να έχουν αρκετά ξύλα για το τζάκι τους. Όμως μια μέρα η γυναίκα του ξυλοκόπου αρρώστησε βαριά, και ύστερα από μερικές μέρες ο ξυλοκόπος και ο γιος του έμειναν μόνοι στον κόσμο.
     Όπως είναι λογικό, τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ για τον ξυλοκόπο και τον γιο του, αλλά αυτό δεν λιγόστεψε την αγάπη μεταξύ τους. Μόνο πως τώρα, δεν υπήρχε κανείς για να μπαλώσει τα ρούχα τους και για να μαγειρέψει ένα φαγητό της προκοπής, και ο μικρός γυρνούσε παντού με τρύπια ρούχα, με αποτέλεσμα τα άλλα παιδιά να τον κοροϊδεύουν, όταν τον έβλεπαν.
     - Μην στενοχωριέσαι, παιδί μου, του έλεγε ο πατέρας του, όσο υπάρχει αυτό εδώ το τσεκούρι να μη φοβάσαι τίποτα. Όσο υπάρχει το τσεκούρι, θα μπορούμε να βγάζουμε χρήματα για να ζούμε.
     Και συνέχισαν να ζούνε φτωχικά και αγαπημένα. 
     Πέρασαν μερικά χρόνια και ο μικρός μεγάλωσε και έγινε ένα καλόκαρδο αγόρι, που βοηθούσε όποιον έβλεπε ότι είχε ανάγκη. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι οι άλλοι το εκτιμούσαν. Ίσα-ίσα που δέχονταν τη βοήθεια που τους προσέφερε και ύστερα έκαναν ότι δεν τον ήξεραν.
     - Μην στενοχωριέσαι, του έλεγε ο πατέρας του. Έτσι είναι οι άνθρωποι, τι να κάνουμε;
     Η ζωή συνέχιζε να είναι πολύ δύσκολη για το αγόρι και τον πατέρα του και το μόνο που δεν έλειπε από το σπίτι τους ήταν τα ξύλα για το τζάκι. Ο ξυλοκόπος συνέχιζε να δουλεύει σκληρά, όπως και πρώτα, όμως τώρα κουραζόταν πολύ πιο εύκολα. Και μια μέρα ο ξυλοκόπος αρρώστησε πολύ βαριά, και όχι μόνο δεν ξανάγινε καλά, αλλά ύστερα από μερικές εβδομάδες πέθανε και άφησε τον γιο του μόνο κι αβοήθητο.
     Το αγόρι δεν ήξερε τι να κάνει. Λεφτά δεν είχε, φαγητό δεν είχε, άρχισε να πουλάει τα λίγα υπάρχοντά του για να μπορέσει να πάρει κάτι να φάει. Στην αρχή πούλησε το τραπέζι, ύστερα τις καρέκλες, μετά το κρεβάτι του... Και έφτασε μια μέρα, που το μόνο που του είχε μείνει ήταν το τσεκούρι του πατέρα του και ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί.
     Πώς θα πουλούσε, όμως, το τσεκούρι; Όχι, αυτό δεν μπορούσε να το κάνει. Το τσεκούρι ήταν η μόνη περιουσία του πατέρα του, και θυμόταν πάντα τα λόγια του. "Όσο υπάρχει το τσεκούρι, θα μπορούμε να βγάζουμε χρήματα για να ζούμε".
     - Θα γίνω και εγώ ξυλοκόπος! είπε το αγόρι και ξεκίνησε να πάει στο δάσος, να κόψει ξύλα.
     Εκεί που περπατούσε, συνάντησε ένα σκιουράκι.
     - Πεινάω! είπε το σκιουράκι.
     Το αγόρι δεν είχε τίποτα άλλο μαζί του, εκτός από το μπαγιάτικο ψωμί.
     - Δεν τρώω ψωμί εγώ, απάντησε το σκιουράκι, αλλά δεν πειράζει, η πρόθεση μετράει.
     - Ξέρεις πού θα βρω ένα ωραίο δέντρο, να το κόψω, να πάρω τα ξύλα, να τα πουλήσω, για να αγοράσω κάτι να φάω; ρώτησε το αγόρι.
     - Συνέχισε να προχωράς και μέσα στο δάσος θα βρεις το δέντρο που ζητάς, απάντησε το σκιουράκι και σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο πιο πέρα.
     Το αγόρι προχώρησε κι άλλο μέσα στο δάσος. Εκεί που περπατούσε, συνάντησε έναν σκαντζόχοιρο.
     - Πεινάω! είπε ο σκαντζόχοιρος.
     Το αγόρι πρόσφερε και στον σκαντζόχοιρο το ψωμί του, αλλά εκείνος αρνήθηκε.
     - Δεν πειράζει, η πρόθεση μετράει είπε ο σκαντζόχοιρος.
     - Ξέρεις πού θα βρω ένα ωραίο δέντρο, να το κόψω, να πάρω τα ξύλα, να τα πουλήσω, για να αγοράσω κάτι να φάω; ρώτησε το αγόρι.
     - Συνέχισε να προχωράς και θα το βρεις το δέντρο που ψάχνεις, απάντησε ο σκαντζόχοιρος. Βρίσκεται μέσα στο δάσος, θα το συναντήσεις το δίχως άλλο.
     Το αγόρι συνέχισε να περπατάει, και αφού περπάτησε ώρα πολλή, είδε ένα πολύ ωραίο και καμαρωτό δέντρο.
     - Να το δέντρο που έψαχνα, είπε το αγόρι. Θα κόψω πολλά ξύλα από αυτό.
     Αλλά μόλις σήκωσε το τσεκούρι ψηλά για να χτυπήσει το δέντρο, μια φωνή ακούστηκε:
     - Μη με χτυπήσεις! είπε η φωνή.
     Το αγόρι κοντοστάθηκε.
     - Ποιος μίλησε; ρώτησε.
     - Εγώ, το δέντρο. Σε παρακαλώ, μη με κόψεις! Μόλις πρόσφατα έγινα πατέρας. Άφησέ με να χαρώ τα παιδιά μου!
     - Έχεις παιδιά; ρώτησε το αγόρι. Πού είναι τα παιδιά σου;
     - Να, δεν τα βλέπεις; Είναι εκεί πέρα.
     Πράγματι, λίγο πιο πέρα υπήρχαν μερικά μικρά, τοσοδούλικα δεντράκια, που μόλις είχαν φυτρώσει.
     - Μη με κόψεις, ξαναείπε το δέντρο, και δεν θα το μετανιώσεις. Σε παρακαλώ, μην αφήσεις τα παιδιά μου ορφανά!
     Το αγόρι κατέβασε το τσεκούρι. Δεν μπορούσε να στερήσει από τα δεντράκια τον πατέρα τους. Αλλά τι θα έκανε; Πώς θα ζούσε; Πού θα κοιμόταν; Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.
     - Εντάξει, είπε στο δέντρο, δεν θα σε κόψω, όμως χρειαζόμουν τα ξύλα για να τα πουλήσω και να αγοράσω κάτι να φάω.
     - Ευχαριστώ, απάντησε το δέντρο. Είσαι καλός άνθρωπος. Σου υπόσχομαι ότι δε θα το μετανιώσεις που με άφησες να ζήσω.
     Το αγόρι δεν είπε τίποτα. Έπρεπε να βρει πού θα περάσει τη νύχτα του. Ήταν ήδη αργά και δεν προλάβαινε να γυρίσει στο χωριό του. Έφαγε το ψωμί του, τυλίχτηκε όσο καλύτερα μπορούσε στο φθαρμένο του πανωφόρι, κουλουριάστηκε όσο περισσότερο μπορούσε, και αποκοιμήθηκε στην κουφάλα ενός άλλου δέντρου.
     Το άλλο πρωί, όταν στο δάσος άρχισαν να ακούγονται τα κελαηδήματα των πουλιών, το αγόρι ξύπνησε. Δεν πίστευε αυτό που είδε. Δίπλα του ήταν αραδιασμένα τόσα ξύλα που δεν θα μπορούσε να τα κουβαλήσει ούτε αν δούλευε μια εβδομάδα συνέχεια! Και όχι μόνο αυτό. Δίπλα στο προσκεφάλι του βρήκε ένα σωρό καρύδια και βατόμουρα!
     - Ποιος τα έφερε αυτά; ρώτησε.
     - Είναι η ανταμοιβή σου, για την καλή σου την καρδιά, ακούστηκε η φωνή του δέντρου. Πάρε όσα ξύλα θέλεις, είναι όλα για εσένα.
     - Και αυτά; ρώτησε το αγόρι δείχνοντας τα καρύδια και τα βατόμουρα.
     - Αυτά τα έφεραν ένας σκίουρος και ένας σκαντζόχοιρος. Κάτι καλό θα έκανες και για εκείνους, φαντάζομαι.
     Το αγόρι δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο τυχερό ήταν. Έφαγε τα καρύδια και τα βατόμουρα και ύστερα σηκώθηκε για να πάρει τα ξύλα και να τα πάει στο χωριό. Όμως, μια σκέψη του ήρθε στο μυαλό του. Τι θα έκανε αν γυρνούσε στο χωριό του; Πώς θα τον αντιμετώπιζαν εκεί; Θα συνέχιζαν να τον κοροϊδεύουν για την φτώχεια του; Θα ξεπλήρωναν ποτέ την καλοσύνη του με ένα "ευχαριστώ", ένα χαμόγελο, μια χειραψία; Ίσως όχι. Ενώ εκεί, μέσα στο δάσος, ένα δέντρο και μερικά ζώα ήδη του είχαν δείξει περισσότερη ευγνωμοσύνη από όση είχε ποτέ ελπίσει.
     Τα ζύγισε, λοιπόν, τα πράγματα στο μυαλό του το αγόρι και το αποφάσισε. Κι από τότε, το καλόκαρδο αγόρι έμεινε για πάντα στο δάσος.
     Έτσι, αν κάποιος πάει στο δάσος και περπατήσει πάρα πολύ, θα βρει μία μικρή, κουκλίστικη, ξύλινη καλύβα, ανάμεσα στα δέντρα. Και μέσα στην καλύβα, αν χτυπήσει την πόρτα, θα βρει το αγόρι της ιστορίας, που τώρα πια δεν είναι αγόρι, είναι ολόκληρος άντρας. Και αν αυτός ο κάποιος έχει κάποιο πρόβλημα, ο άντρας αυτός θα τον βοηθήσει να το λύσει, χωρίς να περιμένει ανταμοιβή. Ή αν πεινάει, θα του δώσει να φάει καρύδια και φρούτα του δάσους, που του φέρνουν κάθε πρωί τα σκιουράκια και οι σκαντζόχοιροι, χωρίς να ζητήσει πληρωμή. Κι αν του ζητήσει μια συμβουλή, ο άντρας θα τον συμβουλέψει να μένει πάντα κοντά σε εκείνους που δείχνουν ευγνωμοσύνη, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Και, σίγουρα, θα δει και το τσεκούρι του άντρα, ακουμπισμένο σε μία γωνιά, δίπλα στο αναμμένο τζάκι.

     ΥΓ: Η φωτογραφία δείχνει ένα από τα παραμυθένια σπίτια που κατασκευάζει ο αμερικανός Dan Pauly, τα οποία τα είδα σε ανάρτηση στο Facebook. Καθώς γνωρίζω την προέλευση της φωτογραφίας, θεωρώ υποχρέωσή μου να αναφέρω την πηγή. Τέτοια σπίτια ζητάνε από μόνα τους να τους αφιερώσεις μια ανάρτηση.

6 σχόλια:

  1. Είναι πάρα πολύ ωραίο.
    Με ταξίδεψε σε έναν διαφορετικό κόσμο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που σου άρεσε. Έχω μερικές ακόμα φωτογραφίες προς "επεξεργασία". Αν όλα πάνε όπως θα τα ήθελα, θα υπάρξουν μερικά ακόμη ταξίδια σαν κι αυτό.
      Να έχεις μια όμορφη εβδομάδα.

      Διαγραφή
  2. Πραγματικά Πίπη μου : τέτοια σπίτια εξάπτουν τη φαντασία. Η δική σου ήταν εξαιρετική (για άλλη μία φορά)
    Κρατώ αυτό :
    "Κι αν του ζητήσει μια συμβουλή, ο άντρας θα τον συμβουλέψει να μένει πάντα κοντά σε εκείνους που δείχνουν ευγνωμοσύνη, όποιοι κι αν είναι αυτοί."

    Να'σαι πάντα καλά , να γράφεις μάτια μου!
    Καλή εβδομάδα εύχομαι! :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μου αρέσει που πάντα βρίσκεις το "ζουμί" της ιστορίας. Μα τι λαγωνικό είσαι εσύ;
      Πολλά φιλιά

      Διαγραφή
  3. Υπέροχη ιστορία. Θαυμάσιο παραμύθι. Το μεγαλείο της καλωσύνης.
    Το σπιτάκι της φωτογραφίας ένα όνειρο.
    Pippi μου χρόνια σου πολλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χρόνια πολλά και σε εσένα, Dennis, με υγεία και ό,τι άλλο επιθυμείς. Όλα τα σπιτάκια του Dan Pauly είναι όνειρο. Θα "ανεβάσω" κι άλλα.

      Διαγραφή

To comment or not to comment? That is the question