Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Ουράνια γέφυρα

     Ήταν μοιραίο και η πεταλούδα και το λουλούδι αγαπήθηκαν. Και αγαπήθηκαν πολύ, πάρα πολύ, τόσο πολύ που δεν ήξεραν τι να την κάνουν τόση αγάπη μαζεμένη.
     Ο έρωτάς τους γεννήθηκε από την πρώτη στιγμή που αντίκρισαν ο ένας τον άλλον. Εντυπωσιάστηκε το λουλούδι από τα πολύχρωμα, ανάλαφρα φτερά της και από τη χάρη με την οποία χόρευε στον αέρα. Γοητεύτηκε η πεταλούδα από τα όμορφά του πέταλα και από το μεθυστικό του άρωμα. Και έτσι οι δυο τους έγιναν αχώριστοι. Και όλο έσκυβε η πεταλούδα επάνω από το λουλούδι και το φιλούσε τρυφερά, και όλο ανατρίχιαζε το λουλούδι κάθε φορά που τα πέταλά του άγγιζαν την άκρη των φτερών της ή τα μικροσκοπικά της ποδαράκια, και ήταν απόλαυση να τους βλέπεις τους δυο ερωτευμένους.
     Όμως, η πεταλούδα ήταν πιο φευγάτη και αναζητούσε συνέχεια νέες συγκινήσεις. Αναρωτιόταν τι τάχα να βρισκόταν και πιο πέρα, πόσες ομορφιές έκρυβε αυτός ο κόσμος; Κάθε φορά που το ανέφερε αυτό στο λουλούδι, εκείνο αναστέναζε.
     - Τι σημασία έχει τι υπάρχει πιο πέρα, όταν έχουμε ο ένας τον άλλον; τη ρωτούσε.
     - Το λες αυτό επειδή εσύ δεν μπορείς να φύγεις από εκεί που είσαι, του απαντούσε. Αν είχες κι εσύ πόδια και μπορούσες να περπατήσεις, σίγουρα θα σκεφτόσουν διαφορετικά.
     Αυτή η παρατήρηση το πλήγωνε το λουλούδι, αλλά δεν έλεγε τίποτα, αφού κατά βάθος θα ήθελε και εκείνο να μπορεί να περπατάει και να χορεύει αγκαλιά με την αγαπημένη του πεταλούδα. Αλλά και η πεταλούδα το μετάνιωνε που είχε μιλήσει έτσι, και για να απαλύνει τον πόνο του αγαπημένου της τον γέμιζε φιλιά.
     Κάποτε όμως η περιέργεια της πεταλούδας φάνηκε να κερδίζει την αγάπη της για το λουλούδι και έτσι αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι.
     - Πού θα πας; Πού θα με αφήσεις μόνο μου; τη ρώτησε το λουλούδι και σκούπισε τις δροσοσταλίδες που του σκέπαζαν τα πέταλα.
     - Αφού σου είπα, απάντησε εκείνη, θέλω να γνωρίσω τον κόσμο, δεν μπορώ να ζω στην άγνοια.
     - Μη με αφήνεις μόνο, σε παρακαλώ! Αν φύγεις θα με ξεχάσεις και δεν θα ξαναγυρίσεις πίσω.
     - Μα τι κουτό που είσαι! Ποιος σου είπε ότι θα σε ξεχάσω; Ένα σύντομο ταξίδι θα κάνω και θα γυρίσω. Αφού ξέρεις πόσο σε αγαπάω!
     - Και αν φύγεις και πας μακριά, πώς θα γυρίσεις πίσω; Θα χαθείς!
     - Μην ανησυχείς και δεν χάνομαι εγώ! Με δύο τινάγματα των φτερών μου θα είμαι πίσω προτού το καταλάβεις.
     Το λουλούδι κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τρόπος να μεταπείσει την πεταλούδα.
     - Θα μου λείψεις, αγαπημένη μου, της είπε.
     - Και εμένα θα μου λείψεις, του απάντησε, αλλά δεν θα αργήσω, το υπόσχομαι.
     Και το φίλησε σε όλα τα πέταλά του. Ύστερα άνοιξε τα φτερά της και πέταξε ψηλά στον ουρανό.
     Το λουλούδι έμεινε στη θέση του να περιμένει την επιστροφή της αγάπης του. Κάθε μέρα σήκωνε το κεφαλάκι του προς τον ουρανό και κοιτούσε όλο αγωνία, και κάθε βράδυ έγερνε το κεφαλάκι του προς τη γη στενοχωρημένο, αφού η πεταλούδα δεν είχε φανεί. 
     Και η αλήθεια είναι ότι η πεταλούδα περνούσε πολύ ωραία, αφού γνώριζε καινούργιους τόπους και έκανε νέες γνωριμίες, και χωρίς να το θέλει δεν το σκεφτόταν και πολύ το αγαπημένο της λουλούδι. Και σιγά-σιγά, σαν να το ξέχασε. Και όλο και κοίταζε το λουλούδι το πρωί ψηλά στον ουρανό, και όλο και έγερνε το κεφαλάκι του προς τη γη κάθε βράδυ...
     - Με ξέχασε, έλεγε μονάχο του και έκλαιγε σιωπηλά. Πάει η αγάπη μου...
     Όλα τα καλά όμως κάποια στιγμή τελειώνουν, και η πεταλούδα άρχισε να βαριέται. Και εκεί που βαριόταν κατάλαβε ότι κάτι της έλειπε. Και θυμήθηκε το λουλούδι της, το δικό της λουλούδι.
     - Πρέπει να γυρίσω πίσω! είπε και ξεκίνησε.
     Όμως, προς τα πού έπρεπε να πάει; Η απόσταση που είχε διανύσει ήταν πάρα πολύ μεγάλη και δεν μπορούσε να θυμηθεί προς τα πού έπρεπε να πετάξει. Όλοι οι δρόμοι της φαίνονταν ίδιοι, κανένας δεν της θύμιζε τον δρόμο που οδηγούσε προς την αγάπη της. Και τότε, η πεταλούδα ένιωσε τόσο λυπημένη που άρχισε να κλαίει.
     - Την έχασα την αγάπη μου, έλεγε καθώς έκλαιγε. Τι να κάνει τώρα το αγαπημένο μου λουλούδι; Θα ζει ή θα έχει μαραζώσει να με περιμένει; Αχ, τι κακό του έκανα, η άπονη!
     Όμως το κλάμα της πεταλούδας το άκουσε ο αέρας και την λυπήθηκε. Και πήγε μέχρι τον ήλιο και του το είπε. Και εκείνος είπε στον αέρα να μαζέψει τα σύννεφα και να τα στίψει καλά-καλά. Και ο αέρας έτρεξε γύρω-γύρω και μάζεψε όσα σύννεφα βρήκε, και τα έσφιξε μέχρι που άρχισαν να κλαίνε. Και τότε έλαμψε ο ήλιος. Και στον ουρανό εμφανίστηκε μία πολύχρωμη γέφυρα.
     - Τι όμορφη γέφυρα! σκέφτηκε η πεταλούδα. Άραγε πού να οδηγεί;
     Και ξεχνώντας την στενοχώρια της ακολούθησε την πολύχρωμη γέφυρα. Και όσο πετούσε, τόσο η καρδιά της γινόταν πιο ελαφριά, και ύστερα από λίγο ο κόσμος άρχισε να φαντάζει πιο οικείος, και η γέφυρα άρχισε να κατεβαίνει, και μαζί της κατέβαινε και η πεταλούδα, και όλο κατέβαινε, όλο κατέβαινε, και ξαφνικά, στη βάση της γέφυρας φάνηκε το αγαπημένο της λουλούδι, και τώρα η πεταλούδα πετούσε σαν τρελλή από τη χαρά της, και το λουλούδι, που κοιτούσε και εκείνο μαγεμένο την πολύχρωμη γέφυρα, είδε την αγαπημένη του πεταλούδα να πλησιάζει και δεν πίστευε στα μάτια του...
     - Τι χαζή που ήμουν! είπε η πεταλούδα. Αγαπημένο μου λουλούδι, δεν θα σε ξαναφήσω ποτέ!
     Και ο αέρας πήρε τα λόγια της πεταλούδας και τα μετέφερε μέχρι τον ήλιο. Και εκείνος τα άκουσε και χαμογέλασε ευχαριστημένος. Και η πολύχρωμη γέφυρα άρχισε σιγά-σιγά να σβήνει...
     
     

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

Λευκός πειρασμός

     Ε, λοιπόν, ναι! Όταν χιονίζει, τα πάντα φαίνονται πιο... τι; Είπατε "όμορφα"; Μα τι πεζοί που είστε! Πιο νόστιμα φαίνονται, πιο νόστιμα!
     Και δε μιλάω για τις περιπτώσεις όπου όλα καλύπτονται από το χιόνι και μοιάζουν σαν ένα απέραντο, λευκό χαλί, όχι, μιλάω για τις περιπτώσεις όπου το χιόνι είναι τόσο ώστε όλα να φαίνονται πασπαλισμένα με ζάχαρη άχνη, που κάτω από το λευκό διακρίνονται τα σχήματα, για τις περιπτώσεις που σκεφτόμαστε "Μισή δουλειά!", αφού θα προτιμούσαμε να το έχει στρώσει για τα καλά, για να αποκλειστούμε μέσα στο σπίτι και να χουχουλιάζουμε σαν καθωσπρέπει σπιτόγατοι.
     Μια τέτοια μέρα ήταν και σήμερα, αφού η βραδυνή χιονόπτωση ήταν αρκετή για να πασπαλίσει τα πάντα με αφράτο, λευκό χιονάκι, αλλά όχι αρκετή για να αποκλειστούμε στα σπίτια μας. Και όταν βγήκα από το σπίτι μου για να πάω στη δουλειά, μόλις έπεσε το μάτι μου επάνω στις χιονισμένες επιφάνειες, δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Ναι, το ομολογώ: πρωί-πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι, με έπιασαν λιγούρες!
     Μα τι λαχταριστό τοπίο ήταν αυτό! Τι όμορφοι εκείνοι οι θάμνοι! Και πόσο αφράτοι φαίνονταν! Σαν αμυγδαλωτά... Και το χορταράκι εκεί πέρα, πόσο νόστιμο έμοιαζε, σαν μαλλί της γριάς... Και εκείνα εκεί τα δεντράκια, ναι, βέβαια, αυτά θα ήταν πιο τραγανά, σαν καραμελίτσες... Και δώσ'του να περνάνε από δίπλα μου του κόσμου οι πειρασμοί... Μέχρι και τα βουνά στο βάθος φαίνονταν πολύ νόστιμα, έτσι όπως ρόδιζαν στο φως της αυγής... Μους, το δίχως άλλο, μους φράουλα!
     Τι ήταν πάλι αυτό που έπαθα; Τι δοκιμασίες έπρεπε να περάσω πρωινιάτικα; Δεν έφτανε το πρωινό ξύπνημα; Να, κοίτα εκεί, πόσο τρυφερά πρέπει να είναι εκείνα τα φυλλαράκια! Και μήπως δεν δείχνουν πεντανόστιμα εκείνα τα χορταράκια στη νησίδα; Μέχρι και εκείνο το παρκαρισμένο αυτοκίνητο με προκαλούσε να το δοκιμάσω! Ήμαρτον, Κύριε!
     Λοιπόν, το αποφάσισα: θα μεταναστεύσω. Θα πάω κάπου που να μη χιονίζει ποτέ, κάπου που να μην πέφτει ποτέ ζάχαρη άχνη από τον ουρανό, που τα δέντρα να μην θυμίζουν καραμέλες, ούτε οι θάμνοι αμυγδαλωτά. Κάπου, που να βγαίνω από το σπίτι μου και να μην νιώθω ότι βρίσκομαι σε ένα τεράστιο ζαχαροπλαστείο, που να μην συναντάω τον πειρασμό σε κάθε μου βήμα...
     Αλλά, μεταξύ μας, ποιον κοροϊδεύω; Αυτό που πραγματικά πρέπει να κάνω είναι να πάω κάπου όπου να μην χρειάζεται να ξυπνάω πρωί-πρωί...

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Αντικρουόμενες απόψεις

     Γενικά θα αναφέρω ότι δεν μου αρέσουν καθόλου οι αδικίες. Και άλλοι θα πουν το ίδιο, είμαι σίγουρη, αλλά κάποιοι θα αναφέρονται απλώς στις αδικίες που μπορεί να υποστούν οι ίδιοι και όχι στις αδικίες γενικά. Εγώ αναφέρομαι στις αδικίες γενικά.
     Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες και εγώ πήγαινα στη δουλειά, προσποιούμενη όπως πάντα ότι δεν υπήρχαν άλλα, σημαντικότερα πράγματα για να γίνουν εκείνη την ώρα. Και εκεί που το βλέμμα μου περιπλανιόταν στους δρόμους, καθώς τους διέσχιζε το λεωφορείο, τις είδα. Δεν ήταν μία, ήταν δύο. Και ήταν και οι δύο ανθισμένες.
     - Δύο ανθισμένες αμυγδαλιές! θα σκεφτούν όλοι με χαρά. Τι ωραία, αφού άνθισαν οι αμυγδαλιές, ο χειμώνας όπου να'ναι μας αποχαιρετάει!
     Έλα όμως που δεν ήταν αμυγδαλιές, δυο γαζίες ήταν, φορτωμένες κατακίτρινα λουλούδια. Η εικόνα μου φάνηκε λίγο εξωπραγματική, καθώς ήταν Γενάρης μήνας. Και πώς στο καλό άνθισαν οι γαζίες, αφού πρώτα ανθίζουν οι αμυγδαλιές;
     Πολύ προβληματίστηκα, αλήθεια. Και το έψαξα λίγο το θέμα. Και άκρη δεν έβγαλα, αλλά το γεγονός είναι ότι είδα τις γαζίες προτού δω τις αμυγδαλιές. Τι να έγινε, λοιπόν; Μήπως οι γαζίες και οι αμυγδαλιές δίνουν κάποιον αγώνα δρόμου που εμείς αγνοούμε, προσπαθώντας να κόψουν το νήμα του χειμώνα πρώτες;
     Α, δεν γινόταν, θα έπρεπε να βασιστώ σε προσωπικές μαρτυρίες για να βγάλω ασφαλή συμπεράσματα. Και μια και δυο, πήγα να συναντήσω τις γαζίες για να τους πάρω συνέντευξη. Λίγο πριν φτάσω στις γαζίες, όμως, στον δρόμο μου βρέθηκε μια αμυγδαλιά. Ήταν ολάνθιστη, γεμάτη ασπρορόδινα λουλουδάκια.
     - Παπαράτσι; με ρώτησε.
     - Όχι.
     - Ερευνήτρια του National Geographic;
     - Όχι, όχι.
     - Προσκοπίνα;
     - Όχι.
     - Αρχαιολόγος;
     - Όχι, ούτε.
     - Μα τι είσαι, επιτέλους;
     - Απλώς, περίεργη.
     - Περίεργη; Και τι θέλεις να μάθεις;
     - Ουσιαστικά θέλω να μάθω ποιος ανθίζει πρώτος το χειμώνα: οι αμυγδαλιές ή οι γαζίες;
     - Θέλει και ρώτημα; Οι αμυγδαλιές, φυσικά.
     - Μα εγώ τις προάλλες είδα ανθισμένες γαζίες προτού συναντήσω ανθισμένη αμυγδαλιά.
     - Τι κακοήθειες είναι αυτές; Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι οι αμυγδαλιές ανθίζουν πρώτες...
     - Ναι, αλλά εγώ είδα...
     - Δεν με ενδιαφέρει τι βλέπει ο καθένας, σημασία έχει τι ξέρει ο κόσμος.
     - Από πότε;
     - Από πάντα.
     - Και, λοιπόν, το αποκλείεις να ανθίζουν πρώτες οι γαζίες;
     - Ούτε κατά διάνοια!
     - Καλά, άντε γεια...
     - Ε, στάσου, πού πας;
     - Να πάρω συνέντευξη από τις γαζίες που είδα ανθισμένες τις προάλλες.
     - Αυτό το αστειάκι με τις ανθισμένες γαζίες πρέπει να σταματήσει.
     - Μα αφού τις είδα!
     - Τίποτα δεν είδες. Μα, ακόμα και αν είδες κάτι, συγκρίνεται ό,τι κι αν είδες με μία ανθισμένη αμυγδαλιά; Κοίτα τι όμορφα που είναι τα λουλούδια μου, κοίτα τα πώς χορεύουν στον αέρα, σκέψου πόσα ωραία αμυγδαλάκια θα βγουν από αυτά τα όμορφα λουλουδάκια...
     - Όλα αυτά ωραία και καλά είναι, αλλά εγώ θέλω να ακούσω και τι έχουν να μου πουν οι γαζίες.
     - Ωραία! Δώσε τώρα βήμα και στις γαζίες, να πάρουν αέρα και ποιος τις μαζεύει ύστερα! Αυτή η ελευθερία του λόγου μάς έφαγε!
     Την άφησα να μουρμουρίζει και πήγα στις γαζίες. Δεν με περίμεναν, φυσικά.
     - Ήρθα να σας πάρω συνέντευξη, τους είπα.
     - Συνέντευξη; Τι είναι αυτό;
     - Να, θα σας κάνω μερικές ερωτήσεις.
     Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία, αλλά από ό,τι φαίνεται αποφάσισαν να συμμετάσχουν σε αυτό που τους πρότεινα.
     - Τι θέλεις να μάθεις; με ρώτησε η μία.
     - Ήθελα να μου πείτε ποιος ανθίζει πρώτα, οι αμυγδαλιές ή οι γαζίες;
     - Μα, θέλει και ρώτημα; Οι γαζίες φυσικά!
     - Ναι, επειδή όλος ο κόσμος ξέρει ότι οι αμυγδαλιές ανθίζουν...
     - Και τι σημασία έχει τι ξέρει ο κόσμος; πετάχτηκε η άλλη. Όλα τα ξέρει πια αυτός ο κόσμος; Δεν υπάρχει κάτι που να το αγνοεί;
     - Φυσικά και υπάρχει.
     - Και τότε γιατί θα πρέπει να έχει δίκιο ο κόσμος και όχι εμείς;
     Με κοίταξαν και οι δύο ερωτηματικά.
     - Δεν είναι απαραίτητο να έχει δίκιο, εγώ απλώς ρωτάω...
     - Ε, κι εμείς απαντάμε: οι γαζίες ανθίζουν πρώτες!
     Έδειχναν πολύ σίγουρες για τον εαυτό τους.
     - Είσαι δημοσιογράφος; με ρώτησαν ύστερα από λίγο.
     - Όχι.
     - Παπαράτσι;
     - Όχι.
     - Ερευνήτρια του National Geographic;
     - Όχι, από πού κι ως πού;
     - Μήπως αρχαιολόγος;
     - Τίποτα από όλα αυτά. Απλώς, είμαι ένας άνθρωπος με απορίες.
     - Μία από αυτές μόλις σου την λύσαμε.
     - Και δε μου λέτε: αφού οι γαζίες ανθίζουν πρώτες, τότε γιατί ο κόσμος ξέρει για τις αμυγδαλιές;
     - Μας έφαγε η χρησιμοθηρία.
     - Η ποια;
     - Ελληνικά δεν μιλάς;
     - Ναι.
     - Ε, δεν ξέρεις τι θα πει χρησιμοθηρία;
     - Ξέρω, αλλά δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε.
     - Κρίμα, και φαινόσουν έξυπνη! Εννοούμε ότι οι αμυγδαλιές κάνουν αμύγδαλα, χελόουουου!
     - Θα ήταν λίγο περίεργο να κάνατε εσείς αμύγδαλα, δεν νομίζετε;
     - Οι εξυπνάδες σε μάραναν, θέλεις να μάθεις, ναι ή όχι;
     - Φυσικά και θέλω να μάθω.
     - Άκου, λοιπόν, επειδή οι αμυγδαλιές κάνουν αμύγδαλα, που τρώγονται και άρα είναι χρήσιμα, γι'αυτό και τα άνθη της αμυγδαλιάς θεωρούνται πιο σημαντικά και τους δίνεται μεγαλύτερη σημασία. Αλλιώς, μη μου πεις ότι τα δικά μας λουλουδάκια δεν είναι πανέμορφα! Κοίτα τι όμορφες που είμαστε όταν λικνίζονται τα ανθισμένα μας κλαδιά στον αέρα!
     Και για να μου το αποδείξουν, άρχισαν να χορεύουν.
     - Δεν είναι εντυπωσιακό το θέαμα; με ρώτησαν.
     - Ναι, αλλά και οι αμυγδαλιές...
     - Έλεος πια με αυτήν την προπαγάνδα υπέρ των αμυγδαλιών! Μη μας πεις: τα τρως και εσύ τα αμυγδαλάκια, έτσι;
     - Σας παρακαλώ, τα αμύγδαλα δεν έχουν καμία σχέση, είναι απλώς θέμα αισθητικής!
     - Και δεν είναι πιο όμορφο ένα δέντρο με καταπράσινα φύλλα και κατακίτρινα άνθη; Προτιμάς ένα δέντρο χωρίς φύλλα, που μοιάζει να είναι καλυμμένο από χιόνι;
     - Δεν μπορώ να πω, είστε εντυπωσιακές...
     - Ε, τότε;
     - Τι να πω;
     - Και ύστερα βγαίνει αυτός ο τύπος και γράφει και ένα ποιηματάκι, και κάποιος άλλος το μελοποιεί, και έτσι δημιουργούνται οι προκαταλήψεις...
     - Σε ποιο τραγουδάκι αναφέρεστε;
     - Θα το ξέρεις κι εσύ, υποθέτω: "ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά..."
     - Α, ναι....
     - Βλέπεις; Παντού αδικίες, αδερφάκι μου, παντού αδικίες!
     - Δηλαδή, αν βγει ένα άλλο τραγουδάκι να μιλάει για τις γαζίες θα αποκατασταθεί η αδικία; ρώτησα.
     - Ίσως και να μην αποκατασταθεί, αλλά τουλάχιστον θα έχει γίνει κάποιο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά ποιος θα ασχοληθεί τώρα με τις γαζίες;
     - Εγώ, τους είπα, επειδή πολύ με είχε συγκινήσει το πρόβλημά τους. 
     Και έστιψα το μυαλό μου και βγήκε αυτό:
     
     Ετίναξε την ανθισμένη τη γαζία,
     και τα κλαδιά της χόρευαν
     και κίτρινο ήταν το φόρεμά της 
     να την κοιτάζουν δεν την χόρταιναν.
     - Τρελλή, γαζία, που είσαι ανθισμένη,
     τον κρύο τον καιρό δεν τον θωρείς;
     - Ας έχει κρύο, καθόλου δεν φοβάμαι,
     η Άνοιξη ζυγώνει, θα το δεις.

     Οι γαζίες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

     - Εντάξει, καλό είναι, είπαν, δεν είναι βέβαια και σαν το άλλο, αλλά κάτι είναι και αυτό, σε ευχαριστούμε και μόνο για την προσπάθεια.
     Και για να με ευχαριστήσουν, άρχισαν και πάλι να χορεύουν.
     - Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη, τους είπα καθώς έφευγα.
     - Και εμείς σε ευχαριστούμε, μου απάντησαν.
     Γυρίζοντας στο σπίτι πέρασα και από την αμυγδαλιά.
     - Τι έγινε, την πήρες τη συνέντευξη; με ρώτησε.
     - Ναι, την πήρα.
     - Και τι συμπέρασμα έβγαλες; 
     - Ότι οι γαζίες είναι πολύ αδικημένες...
     - Ώστε έτσι, ε; είπε και μερικά πέταλα έπεσαν χορεύοντας στο έδαφος.
     - Μη θυμώνεις, είναι η προσωπική μου άποψη.
     - Θα θυμώνω όσο θέλω! Ξέρεις τι δύσκολο που είναι να πρέπει να ανθίσεις για να δείξεις στον κόσμο ότι έρχεται η Άνοιξη, άσχετα με το πόσο κρύο κάνει ακόμη;
     - Μα και η γαζίες...
     - Ξέρεις τι ευθύνη είναι να ξέρεις ότι από εσένα περιμένουν να δουν πότε έρχεται η Άνοιξη; Εγώ είμαι ταγμένη στην υπηρεσία του κόσμου, εκτελώ λειτούργημα! Ενώ οι γαζίες έχουν το ελεύθερο να ανθίζουν όποτε τους έρθει και να κάνουν μποέμικη ζωή!
     - Μήπως είσαι υπερβολική;
     - Καθόλου υπερβολική! Και να είμαι υποχρεωμένη να ανθίσω όταν πρέπει, και ύστερα να δίνω τους καρπούς μου, τα αμυγδαλάκια μου... Ενώ, οι γαζίες τι δίνουν; Τίποτα!
     - Ε, καλά, αν το θέτεις έτσι...
     - Και πώς αλλιώς να το θέσω;
     Η αλήθεια είναι πως ένα δίκιο το είχε και η αμυγδαλιά. Φτου, να πάρει, πάλι μπερδεύτηκα!
     Γύρισα στο σπίτι χωρίς να έχω αποφασίσει ούτε υπέρ της μίας, ούτε υπέρ της άλλης πλευράς. Και τότε - για την ακρίβεια, λίγες μέρες αργότερα - έπαθα οξεία αμυγδαλίτιδα και η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει σταθερά προς τις γαζίες, αφού ούτε να ακούσω για αμύγδαλο δεν ήθελα.  Και μέχρι και το όνομα του μπλογκ σκέφτηκα να αλλάξω. Θύμιζε επικίνδυνα την οξεία αμυγδαλίτιδα...

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Ρέκβιεμ


     
   
    

   - Θα πάμε εκδρομή! Θα πάμε εκδρομή! φώναξαν όλο χαρά οι νεροσταλίτσες.
     - Δεν κάθεστε καλύτερα, πού να τρέχετε με τέτοιο καιρό, είσαστε και μικρές ακόμα... διαμαρτυρήθηκε η μαμά τους, η νεφέλη.
     - Όχι, θα πάμε τώρα! Και δεν είμαστε τόσο μικρές, πολλές από τις φίλες μας έχουν ήδη ταξιδέψει.
     - Ναι, αλλά ήταν πιο μεγάλες.
     - Καθόλου πιο μεγάλες δεν ήταν, για θυμήσου, ίδια ηλικία είχαμε.
     - Ε, τέλος πάντων, και πού λέτε να πάτε εκδρομή;
     - Θα πάμε να δούμε τη γη...
     - Τη γη; Είστε τρελλές; Ω, Θεέ μου, τι έπαθα η δόλια η μάνα! Βρε, τι δουλειά έχετε εσείς στη γη, κοριτσάκια είστε ακόμα, προχθές ακόμα ήσαστε ατμός!...
     - Μαμά, μην επιμένεις, εμείς θα πάμε στη γη, το αποφασίσαμε!
     - Βρε νιάνιαρα, τι αποφασίσατε που ακόμα δεν ξέρετε πόσο κάνει ένα και ένα;
     - Δύο κάνει και μην προσπαθείς να μας εμποδίσεις, θα πάμε, θα πάμε, θα πάμε!
     - Πω, πω, μου πήρατε το κεφάλι με τις φωνές σας! Βρε, είναι μακριά η γη, θα κουραστείτε...
     - Δεν είναι και τόσο μακριά, αφού την βλέπουμε μια χαρά από εδώ!
     - Αφού την βλέπετε, τότε, δεν χρειάζεται να πάτε να τη δείτε και από κοντά!
     - Εμείς θα πάμε και σταμάτα να γκρινιάζεις!
     - Βρε, η γη είναι χαμηλά και θα πέσετε και θα χτυπήσετε, δεν σας κάνει εντύπωση που καμία φίλη σας δεν γύρισε πίσω;
     - Θα προσέχουμε.
     - Άμυαλα νιάτα! αναστέναξε η νεφέλη.
     - Σκουριασμένα μυαλά! είπαν οι νεροσταλίτσες.
     - Καλά, είπε στο τέλος η νεφέλη, εντάξει, να πάτε, αλλά δεν μπορείτε να πάτε έτσι, θα χτυπήσετε. Περιμένετε λίγο...
     Και μια και δυο φώναξε τον ξάδερφό της, τον Βοριά. Του εξήγησε τι ήθελαν να κάνουν οι νεροσταλίδες και τον παρακάλεσε να τις προστατέψει.
     - Μην ανησυχείς καθόλου, ξαδέρφη, είπε εκείνος.
     Και βάλθηκε να φυσάει τόσο δυνατά, που ο αέρας στη γη πάγωσε.
     - Τώρα μπορείτε να πηγαίνετε την εκδρομή σας, αλλά προσεκτικά, έτσι; είπε η ανήσυχη μαμά στα ανυπόμονα να φύγουν παιδάκια της.
     - Εντάξει, μαμά, είπαν εκείνα καθώς έφευγαν.
     Και άρχισαν να κατεβαίνουν με φόρα, μέχρι που έφτασαν στον παγωμένο αέρα. Και τότε έγινε ένα θαύμα: όλες οι νεροσταλίδες απόκτησαν ένα άσπρο, αφράτο πανωφόρι και έγιναν πολύ ελαφριές, σχεδόν όσο ο αέρας.
     - Α, τι ωραία! είπαν. Τώρα δεν κινδυνεύουμε να χτυπήσουμε, καθώς πέφτουμε. Θα δούμε τη γη χωρίς να χτυπήσουμε καθόλου. 
     Και όρμησαν με νέο κέφι για να εξερευνήσουν τη γη. Όμως ο άνεμος συνέχιζε να φυσάει και οι νεροσταλίδες χωρίστηκαν, άλλες από εδώ και άλλες από εκεί. Και κάποιες ήταν πολύ τυχερές και έπεσαν απαλά-απαλά πάνω σε χορταράκια μυρωδάτα, άλλες ήταν λιγότερο τυχερές και έπεσαν επάνω σε πλάκες πεζοδρομίου και σε ταράτσες πολυκατοικιών, ενώ κάποιες άλλες συνέχισαν να χορεύουν σαν τρελλές από τη χαρά τους και από τον άνεμο που φυσούσε, και φυσούσε και φυσούσε... 
     Όμως υπήρξαν και κάποιες ακόμα, κάποιες πολύ πιο άτυχες, που όπως χόρευαν παρασυρμένες από τον παγωμένο άνεμο συγκρούστηκαν μετωπικά με ένα παρμπρίζ. Είδα πολλές από αυτές σήμερα το απόγευμα που έπεφταν, με τα αφράτα, λευκά πανωφόρια τους, επάνω στο παρμπρίζ του λεωφορείου, αφήνοντας την τελευταία τους πνοή, χάνοντας το λευκό τους πανωφόρι και κυλώντας αργά-αργά προς τα κάτω.
     Ας είναι τρυφερός ο υαλοκαθαριστήρας που τις σκουπίζει...

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Και αν...;


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη του δάσους, ζούσε ένα μικρό αγοράκι με τη μαμά του. Η μαμά του το υπεραγαπούσε το αγοράκι της και ανησυχούσε πολύ μην της κρυώσει. Γι'αυτό και του είχε πλέξει ένα κόκκινο σκουφάκι και το έβαζε να το φοράει συνέχεια. Ο μικρός αγαπούσε κι αυτός πολύ τη μαμά του και δεν ήθελε να την στενοχωρεί. Γι'αυτό και φορούσε συνέχεια το κόκκινο σκουφάκι του, και τα παιδιά στο σχολείο τον κορόιδευαν και τον φώναζαν Κοκκινοσκουφάκη, και ο Κοκκινοσκουφάκης δεν είχε κανέναν φίλο και περνούσε το διάλειμμα μόνος τους, κλωτσώντας πέτρες.
     Μια μέρα η μαμά του Κοκκινοσκουφάκη αρρώστησε άσχημα και δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί από το κρεβάτι της. Φώναξε, λοιπόν, τον γιατρό, και εκείνος της έγραψε να πάρει κάτι χάπια. Μόνο πως τα χάπια αυτά τα είχαν στο φαρμακείο του γειτονικού χωριού, που βρισκόταν από την άλλη πλευρά του δάσους. Τι να κάνει, λοιπόν, η μαμά, φώναξε τον Κοκκινοσκουφάκη και του είπε να πάει στο γειτονικό χωριό να αγοράσει τα χάπια για να της τα φέρει και να γίνει καλά.
     - Μόνο να προσέχεις πολύ, του είπε η μαμά. Να μην χαζεύεις στον δρόμο. Είναι ήδη αργά και δεν θέλω να σε πιάσει η νύχτα μέσα στο δάσος. Να πας γρήγορα, να πάρεις τα χάπια και να γυρίσεις, και να μην μιλήσεις σε κανέναν στον δρόμο.
     - Εντάξει, μαμά, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης, αλλά όπως ξέρει όλος ο κόσμος, όταν ένα παιδί λέει "εντάξει" δεν το εννοεί και τόσο πολύ.
          Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, ο Κοκκινοσκουφάκης είχε όλη την καλή διάθεση να υπακούσει τη μαμά του. Έφυγε, λοιπόν, τρέχοντας και ύστερα από λίγη ώρα έφτασε στο γειτονικό χωριό. Πήγε στο φαρμακείο, αγόρασε τα χάπια της μαμάς του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
     Επειδή, όμως, ήταν κουρασμένος από το τρέξιμο, τώρα περπατούσε πιο αργά. Ήταν και η μέρα ωραία και σε λίγο ο Κοκκινοσκουφάκης ξεχάστηκε. Έτσι, ύστερα από λίγο έτρεχε χοροπηδώντας μέσα στο δάσος, κυνηγώντας πεταλούδες και ψάχνοντας για χελώνες και σαλιγκάρια, και καθόλου δεν σκεφτόταν ότι έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του.
     Ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει στον ουρανό και το δάσος άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα πουλάκια και όλα τα ζώα του δάσους άρχισαν να μαζεύονται στις φωλιές τους. Μόνο τότε ο Κοκκινοσκουφάκης θυμήθηκε την άρρωστη μαμά του και κατάλαβε ότι είχε αργήσει.
     Έτρεξε, λοιπόν, για να γυρίσει γρήγορα, αλλά το δάσος ήταν σκοτεινό και δεν μπορούσε να διακρίνει το μονοπάτι. Έψαξε από εδώ, έψαξε από εκεί, τίποτα. Στο μεταξύ, ο ήλιος έδυσε και ο ουρανός σκοτείνιασε τελείως. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε και το φεγγάρι, σαν ασημένιο μενταγιόν στο λαιμό της νύχτας. Ήταν ολοστρόγγυλο, σαν τα χάπια που ο Κοκκινοσκουφάκης είχε αγοράσει στο φαρμακείο.
     Τι μεγάλο που φαινόταν το φεγγάρι! Και τι όμορφο που ήταν, έτσι ασημένιο μέσα στον κατάμαυρο ουρανό! Και τότε ακούστηκε ένας ήχος: Ουουουουουουουουουουουου! Ουουουουουουουουουου!
     Ο Κοκκινοσκουφάκης νόμιζε ότι ήταν ο αέρας που φυσούσε, αλλά ο αέρας κάνει Βουουουουουουου και όχι ουουουουουου. Ουουουουουουουουουου! ακούστηκε και πάλι και τότε ο Κοκκινοσκουφάκης θυμήθηκε: όταν το φεγγάρι ήταν στρογγυλό έβγαιναν οι λυκάνθρωποι και ούρλιαζαν στο φεγγαρόφωτο και έτρωγαν τα μικρά παιδιά.
     Φοβήθηκε πολύ και ευτυχώς που δεν είχε πιει πολύ νερό εκείνη την ημέρα, αλλιώς θα κατουριόταν επάνω του. Τα ουρλιαχτά συνέχιζαν, για την ακρίβεια όχι απλώς συνέχιζαν αλλά γίνονταν και περισσότερα. Πόσοι λυκάνθρωποι υπήρχαν μέσα στο δάσος;
     Ο Κοκκινοσκουφάκης άρχισε να ψάχνει μέρος για να κρυφτεί και να γλιτώσει, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να δει πού πήγαινε μέσα στο δάσος. Μπορεί να υπήρχε το φεγγάρι, αλλά το δάσος ήταν πολύ πυκνό και το φως του φεγγαριού δεν έφτανε μέχρι μέσα.
     Εκεί που έψαχνε να βρει κρυψώνα, ο Κοκκινοσκουφάκης άκουσε μία φωνή:
     - Ε, εσύ, τι ψάχνεις;
     Γύρισε τρομαγμένος και κοίταξε. Κάποιος ήταν εκεί μπροστά του, αλλά δεν μπορούσε να τον δει μέσα στο σκοτάδι.
     - Ποιος είσαι εσύ; ρώτησε, παρ'όλη την τρομάρα του.
     - Είμαι φίλος.
     - Τι φίλος;
     - Φίλος. Δεν ξέρεις τι θα πει φίλος;
     - Δεν έχω φίλους.
     - Α, καλά... Πώς ξέμεινες τέτοια ώρα μονάχος στο δάσος; Δεν το ξέρεις ότι υπάρχουν λυκάνθρωποι;
     Και ο Κοκκινοσκουφάκης ξέχασε που του είχε πει η μαμά του να μην μιλήσει σε κανέναν στον δρόμο και του τα είπε όλα του άγνωστου φίλου.
          - Καημένο μου παιδί, είπε εκείνος, πόσο ταλαιπωρήθηκες! Αν θέλεις, μπορείς να έρθεις μέχρι το σπίτι μου που είναι εδώ παραπέρα, να κοιμηθείς μέχρι το πρωί και ύστερα να φύγεις να πας στη μαμά σου.
           - Εντάξει, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης και ακολούθησε τον νέο του φίλο.
           Προχώρησαν λίγο και έφτασαν σε ένα μικρό ξέφωτο. Εκεί δεν υπήρχαν δέντρα για να εμποδίζουν το φως του φεγγαριού.
           - Γιατί είσαι τόσο τριχωτός; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
           - Για να μην κρυώνω.
           Συνέχισαν να περπατάνε και ύστερα από λίγο έφτασαν σε άλλο ξέφωτο.
           - Γιατί έχεις μυτερά αυτιά; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
           - Επειδή μου τα τραβούσε η μάνα μου όταν ήμουν μικρός.
           Προχώρησαν λίγο ακόμα και έφτασαν μπροστά σε ένα σπιτάκι.
           - Φτάσαμε, είπε ο φίλος.
           - Α, μα γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
           - Για να γελάω! είπε ο φίλος, ουουουουουουουουουουουουουχαχαχαχαχα!
           Και τότε ο Κοκκινοσκουφάκης κατάλαβε ότι ο φίλος ήταν λυκάνθρωπος. Το αίμα του πάγωσε και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Ούτε να μιλήσει μπορούσε.
           - Μη φοβάσαι, του είπε ο λυκάνθρωπος, δεν θα σε πειράξω. Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους λυκανθρώπους. Εμένα μου αρέσει μόνο να κάνω αστεία και να γελάω. Οι άλλοι λυκάνθρωποι με κοροϊδεύουν και δεν έχω κανέναν φίλο.
           - Και εμένα με κοροϊδεύουν τα άλλα παιδιά που φοράω το σκουφί που μου έφτιαξε η μαμά μου, είπε δειλά ο Κοκκινοσκουφάκης.
           - Θέλεις να γίνουμε φίλοι; ρώτησε ο λυκάνθρωπος.
           Και έτσι ξεκίνησε μια φιλία περίεργη, μια φιλία ασυνήθιστη, αλλά και τόσο αναγκαία για τα δύο αυτά μοναχικά πλάσματα, που από τότε έγιναν πραγματικά αχώριστοι. Και η μαμά του Κοκκινοσκουφάκη τι έγινε;
            Α, η μαμά πήρε τα χάπια και έγινε καλά και τόση ήταν η χαρά της που ο γιος της απόκτησε έναν φίλο, έστω και λυκάνθρωπο, που έπλεξε ένα κόκκινο σκουφάκι και για εκείνον, ένα σκουφάκι με τρύπες για τα αυτιά, εννοείται.

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Στα καλά καθούμενα



     Τι ήταν αυτό που έπαθε στα ξαφνικά η Πίπη! Εκεί που βολτάριζε στη Χώρα των θαυμάτων και διάβαζε για της Βανίλιας τα καμώματα, και ενώ έτρωγε ένα κεσεδάκι γιαούρτι – πρόβειο, παρακαλώ – παρά τρίχα να πνιγεί! Λίγο ακόμα και θα κατάπινε το γιαούρτι μαζί με το κουταλάκι! Τι ήταν αυτό; Βραβείο; Από την Βανίλια; Α, μα δεν είναι δυνατόν!
     Από την άλλη, βέβαια, της λύθηκε η απορία, τι τάχα λαμπύριζε τις προάλλες – τι τα’θελες κι εσύ τα στρας και τα διαμάντια στο φόρεμα, βρε Βανίλια; – αλλά τι να το κάνεις, που τώρα θα έπρεπε να παραλάβει και βραβείο;
     Για όσους δεν την ξέρουν, στην Πίπη δεν αρέσει να δίνει συνεντεύξεις, κι αν η Βανίλια περιμένει απαντήσεις σώθηκε. Γι’αυτό και εγώ, επειδή πολύ τη λυπήθηκα τη Βανίλια, που θα έμενε με όλες τις απορίες της αναπάντητες, αποφάσισα να την πάρω εγώ τη συνέντευξη από την Πίπη, που έχω και κάποιο θάρρος.
      Πήγα, λοιπόν, και την επισκέφτηκα στη Χώρα του διαμερίσματος. Δεν με περίμενε, φυσικά.
     - Α, εσύ; μου είπε. Τι θέλεις;
     - Δεν ξέρω αν το έμαθες, της απάντησα, αλλά κέρδισες κάποιο βραβείο...
     - Φυσικά και το έμαθα, τι έγινε λοιπόν, τώρα θα πρέπει και εγώ να ραφτώ σαν τη Βανίλια και να δίνω πρενς κόνφερανς;
     - Δεν είναι απαραίτητο, μπορείς και να μην κάνεις τίποτα από όλα αυτά.
     - Ωραία, τότε, θα παραλάβω το βραβείο στη Χώρα του διαμερίσματος, ντυμένη με τη φόρμα μου, και... δε νομίζω να πειράζει που έχω ασυγύριστα, ε;
     - Όχι, γιατί να πειράζει;
     - ...αν και δε μου φαίνεται και πολύ αδιάβλητος ο τρόπος χορήγησης του συγκεκριμένου βραβείου... Να δεις που η Βανίλια μου το έδωσε επειδή της έκανα κάποτε δώρο ένα ιπποποταμάκι. Πού να το φανταστώ, η δόλια, ότι θα είχε τρέλλα με τα ζώα; Τι ήθελα και εγώ να πρωτοτυπήσω; Ας της έπαιρνα σοκολατάκια!
     - Θα ήθελε, λέει, να σε γνωρίσει καλύτερα...
     - Αλήθεια; Εμένα μου φαίνεται ότι θέλει να της στείλω και ένα σκιουράκι...
     - Γιατί θα έπρεπε να αμφιβάλλεις για τις προθέσεις της;
     - ... ή ένα γαϊδουράκι. Δεν αμφιβάλλω για τις προθέσεις της, απλώς αναρωτιέμαι... Και πώς νομίζει ότι θα με γνωρίσει καλύτερα;
     - Έχω εδώ κάποιες ερωτήσεις...
     - Να τες και οι ερωτήσεις! Είπα, δεν δίνω συνεντεύξεις!
     - Δεν είναι πολλές, μόνο οκτώ...
     - Οκτώ; Με σκοτώνεις!
     - Όχι δα! 
     - Άμα σου λέω!
     - Δεν έχεις δίκιο, οκτώ ερωτήσεις δεν είναι πολλές... και είναι και εύκολες!
     - Και θα με αφήσεις ήσυχη ύστερα;
     - Το υπόσχομαι.
     - Άντε να δούμε...
     - Να ξεκινήσω δηλαδή;
     - Άντε, ξεκίνα, να τελειώνουμε κάποια στιγμή...
     - Λοιπόν, ερώτηση πρώτη: Πείτε μας τι σας ενθουσιάζει...
     - Πρώτα-πρώτα, δεν σου επιτρέπω να μου μιλάς στον πληθυντικό, ποια νομίζεις ότι είσαι;
     - Συγγνώμη...
     - Μάθαμε όλοι τον πληθυντικό ευγενείας και τον χρησιμοποιούμε παντού... Λίγο θέλω για να διακόψω τη συνέντευξη, κανόνισε την πορεία σου.
     - Εντάξει, θα προσέχω. Λοιπόν, τι σε ενθουσιάζει;
     - Η δημιουργία. Μου αρέσει όταν από το τίποτα μπορείς να φτιάξεις κάτι.
     - Γιατί πιστεύετε, χμ, πιστεύεις ότι τα σχόλια και η επικοινωνία βοηθούν τους bloggers και με ποιο τρόπο;
     - Ε, μα τώρα, είναι ερώτηση αυτή; Θα φάω τις κοτσίδες μου!
     - Μα γιατί;
     - Χρειάζεται και ρώτημα; Τα σχόλια και η επικοινωνία βοηθούν όπως βοηθάει ο διάλογος και η ανταλλαγή απόψεων και στην "πραγματική" ζωή. Η επικοινωνία δίνει ιδέες, προτείνει νέες γωνίες θέασης του κόσμου και της ζωής, εμπλουτίζει τον πνευματικό μας κόσμο. Προσωπικά, έχω εμπνευστεί πολλές φορές από κάποια κουβέντα ενός φίλου.
     - Για ποια πράγματα μιλάτε - μιλάς, στο blog σου;
     - Εσύ το πας φιρί-φιρί να με εκνευρίσεις!
     - Μα γιατί;
     - Βρε, εγώ γράφω στο μπλογκ ή εσύ, που έχεις κάνει τη ζωή μου μυθιστόρημα και δεν ξέρω κάθε φορά αν ζω ή αν το φαντάζομαι;
     - Ναι, αλλά εσύ το πήρες το βραβείο!
     - Ωραία, λοιπόν, αφού πρέπει να απαντήσω θα πω ότι γενικά προσπαθώ να διατηρήσω έναν εύθυμο τόνο στο μπλογκ. Γράφω για πράγματα που βλέπω, που ακούω, που νιώθω, προσπαθώντας πάντα να τα παρουσιάσω με έναν τρόπο εναλλακτικό, που είναι μια πραγματική πρόκληση για εμένα. Σε κάλυψα;
     - Ναι, φυσικά. Πάμε τώρα στην τέταρτη ερώτηση: Πώς φαντάζεστε - φαντάζεσαι το blog σου σε δύο χρόνια; Τι θα ήθελες να δεις να μεγαλώνει ή να αλλάζει και με ποιο τρόπο;
     - Το φαντάζομαι λιγότερο ενοχλητικό...
     - Δηλαδή;
     - Ασχολήσου και με κανέναν άλλον, βρε αδερφέ! Κάθε τρεις και λίγο, η Πίπη αυτό, η Πίπη εκείνο, η Πίπη το άλλο... Λίγη διακριτικότητα, επιτέλους! Όταν το ξεκίνησες, το ξεκίνησες από περιέργεια, εντάξει, έγραφες μερικές σκέψεις από εδώ, μερικές από εκεί, καμιά αστεία ιστορία, όλα μια χαρά. Ύστερα με ανακάλυψες και από τότε δεν με έχεις αφήσει σε χλωρό κλαρί! Το παρατήρησες, φαντάζομαι, ότι έχουν αυξηθεί οι αναρτήσεις σου σε τρίτο πρόσωπο...
     - Πιο αργά, δεν σε προλαβαίνω... Ναι, το ξέρω, έχουν αυξηθεί οι αναρτήσεις που σε έχουν για θέμα, αλλά δεν είναι αυτό πιο διασκεδαστικό;
     - Πιο διασκεδαστικό; Από τι και για ποιον;
     - ...Μάλιστα. Πάντως κάποιοι διασκεδάζουν με τις ιστορίες του μπλογκ...
     - Αυτό είναι το μόνο ευχάριστο. Αν, λοιπόν, κάτι θα έπρεπε να θέλεις για το μπλογκ, είναι να συνεχίσεις να έχεις ιδέες.
     - ... να συνεχίσω να έχω ιδέες. Εντάξει, το έγραψα.
     - Πάμε στην επόμενη ερώτηση τώρα, που πήρα φόρα.
     - Τι είναι αυτό που κάνεις καλύτερα;
     - Όπως ξέρεις, υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που κάνω καλά, και άλλα τόσα που τα κάνω χάλια. Νομίζω, όμως, στάσου να συγκεντρωθώ, ναι, είμαι σχεδόν σίγουρη ότι αυτό που κάνω καλύτερα είναι να μην κάνω τίποτα. Και μη νομίζεις ότι το να μην κάνεις τίποτα είναι εύκολο... Καθόλου εύκολο δεν είναι, θέλει τέχνη. Και αυτήν την τέχνη έχω αποφασίσει να τη μάθω.
     - Ενδιαφέρον... Πόσο χρόνο αφιερώνεις στο μπλογκ σου;
     - Άντε πάλι... το μπλογκ είναι δικό σου, όχι δικό μου! Τέλος πάντων, αν θα έπρεπε να απαντήσω για εσένα σε αυτήν την ερώτηση θα έλεγα ότι γράφεις πάνω-κάτω τέσσερεις φορές το μήνα και ότι αφιερώνεις περισσότερο χρόνο να διαβάζεις μπλογκ παρά να γράφεις, έτσι δεν είναι;
     - Αλήθεια είναι αυτό.
     - Επίσης, πρέπει να πω ότι πολλές ιστορίες τις γράφεις μια κι έξω, και κυρίως αυτές που έχουν να κάνουν με το άτομό μου, αλλά υπάρχουν και ιστορίες που τις δουλεύεις πρώτα στο μυαλό σου μέχρι να "ωριμάσουν". Τελειώσαμε τώρα;
     - Όχι ακόμα, κοντεύουμε... Πώς γεννιούνται οι αναρτήσεις σου;
     - Εσύ θα μου πεις, αφού εσύ τις γράφεις! Δεν πιστεύω να πεις ότι τις φέρνει ο πελαργός, όπως είπε η Βανίλια, όλος ο κόσμος ξέρει ότι οι πελαργοί φέρνουν μωρά και όχι αναρτήσεις...
     - Ναι, επάνω σε αυτό πρέπει να μάθεις κάτι για τα μωρά και τον πελαργό...
     - Παίξ'το μας και έξυπνη τώρα! Να σου θυμίσω την ανάρτηση με τίτλο "Προτεραιότητα στον πελάτη";
     - Τέλος πάντων, αν πρέπει να απαντήσω εγώ...
     - Γιατί, ποιος άλλος θα έπρεπε να απαντήσει;
     - ... θα πω ότι οι αναρτήσεις μπορούν να γεννηθούν από το ο,τιδήποτε, από μία εικόνα, από μία λέξη, από μία κατάσταση... Καλοδεχούμενες από όπου κι αν έρχονται!
     - Ναι, καλά...
     - Και φτάσαμε στην τελευταία ερώτηση...
     - Επιτέλους!
     - Θέλω να ακούσω τις ευχές σου για τον αναγνώστη.
     - Ποιον αναγνώστη; Έναν αναγνώστη μόνο έχεις, βρε άχρηστη, που με έχεις ξεφωνίσει στα πέρατα της Οικουμένης;
     - Δεν με κατάλαβες, όταν λέω "αναγνώστη" εννοώ όλους τους αναγνώστες.
     - Όλους-όλους;
     - Όλους-όλους.
     - Ε, αν είναι για όλους-όλους... Αν και, εδώ που τα λέμε, εγώ δεν νιώθω ότι έχω αναγνώστες, παρατηρητές της ζωής μου έχω, ανάθεμά σε, που σε λίγο δεν θα έχω μούτρα να κυκλοφορήσω...
     - Στο θέμα μας...
     - Στο θέμα μας, εντάξει. Στους δικούς σου αναγνώστες, που βρέθηκαν στα μέρη της Γλωσσοπάθειας από λάθος, όντες υγιείς, εύχομαι περαστικά.
     - Δεν ντρέπεσαι!
     - Ντρέπομαι, αλλά αυτό δεν βοηθάει. Καλύτερα θα ήταν να τους ευχαριστούσες που κάνουν τον κόπο και διαβάζουν τις ιστορίες σου.
     - Μα τους ευχαριστώ, εννοείται!
     - Όσο για τους αναγνώστες γενικά, εγώ τους εύχομαι να βρίσκουν πάντα απολαυστικά κείμενα να διαβάζουν. Διότι, τι είναι ο αναγνώστης χωρίς το ανάγνωσμα;
     - Καλό!
     - Σου άρεσε; Εμ, τέτοια ξεφτιλισμένη είσαι, που περιμένεις από εμένα να απαντήσω τις ερωτήσεις που θα έπρεπε κανονικά να απαντήσεις εσύ.
     - Μα...
     - Δεν θέλω κουβέντα παραπάνω! Αρκετά με τις ερωτήσεις, κουράστηκα. Και τώρα θα πρέπει να ξεσκονίσω για να βάλω και το βραβείο στο ράφι, ωραία τα κατάφερες!
     Και λέγοντας αυτά, η Πίπη πετάχτηκε όρθια και μου έκανε νόημα να σηκωθώ κι εγώ. Υπάκουσα, φυσικά. Δεν είναι να της πηγαίνεις κόντρα της Πίπης όταν είναι αποφασισμένη για κάτι.
     - Χαιρετίσματα στον Πιγκουίνο και στον Φονικό Κούνελο! μου φώναξε καθώς έφευγα. Είναι και οι δυο τους εξαιρετικοί τύποι και τα μπλογκ τους είναι υπέροχα!
     Άρχισα να απομακρύνομαι από τη Χώρα του διαμερίσματος ενώ ο ήλιος έδυε. Φτηνά την γλίτωσα. Τώρα, το τι θα καταλάβει η Βανίλια για την Πίπη, δικό της θέμα. Εγώ, μια φορά, άλλη συνέντευξη από την Πίπη δεν παίρνω.