Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Ωραίος σαν Έλλην

     Τι κατάσταση είναι αυτή! Να είσαι στην στάση και να βρέχει και να περιμένεις το λεωφορείο πρωί-πρωί και αυτό να μην εμφανίζεται! Δεν είμαστε λαός, κύριε! Ας ήταν να ζούσαμε στο εξωτερικό και θά'βλεπες τι καλή συγκοινωνία θα είχαμε! Αλλά δεν είμαστε λαός, κάφροι είμαστε! Α, να, έρχεται ένα λεωφορείο, για να δω, α, δεν είναι το δικό μου, ε, σιγά καλέ, μας έκανες μούσκεμα! Δεν μπορείς να προσέχεις λιγάκι, άνθρωποι είμαστε, δεν είμαστε ζώα, κόψε λίγη ταχύτητα ντε, σε στάση πλησιάζεις, έλεος πια, μα κανένας σεβασμός; Κοίτα τώρα πώς με έκανε, ρε φίλε, μούσκεμα με έκανε, ορίστε, το παντελόνι μου έγινε χάλια, εχθές το πήρα από το καθαριστήριο, ναι, τι να την κάνω τη συγγνώμη σου τώρα που με έβρεξες, ε, δεν είναι και νεράκι του Θεού, βρωμόνερα του δρόμου είναι, σιγά, κυρία μου, μην σπρώχνεις, ορίστε, πέρνα, ο κόσμος λέει και ένα ευχαριστώ, αλλά τι κάθομαι και λέω; Δεν είμαστε λαός εμείς, κάφροι είμαστε!
     Α, να, επιτέλους, έρχεται το λεωφορείο, ναι, σιγά κύριε, μην σπρώχνετε, υπάρχει κόσμος μπροστά, μην σπρώχνετε, λέω, προχωράτε εσείς κυρία, άντε, θα νυχτώσουμε μέχρι να μπούμε... Δεν σας έβαλα χέρι, κυρία, σας σπρώχνω μπας και προχωρήσετε λίγο, εξάλλου και εμένα με σπρώχνουν οι από πίσω, άλλη όρεξη δεν είχα πρωί-πρωί να βάζω χέρι δεξιά κι αριστερά... Ε, μα κάντε ένα βήμα πιο μέσα να μπούμε και εμείς, τι "δεν έχει χώρο", αφού το βλέπω, μέσα είναι άδειο, πώς δεν χωράμε, άδειο είναι στη μέση σας λέω, κάντε ένα βηματάκι πιο πέρα, ένα βηματάκι μόνο χρειάζεται, μα τι κάφροι, Θεέ μου, όχι, κύριε, δεν μπορώ να περιμένω το επόμενο, θα αργήσω στη δουλειά μου, εσείς τι μπαστακωθήκατε στην πόρτα, πώς θα περάσουμε, πηγαίνετε λίγο πιο πέρα, αν είναι δυνατόν, στέκονται στη μέση και εμποδίζουν τη διέλευση! Ναι, κύριε, θα μιλάω όσο θέλω, δημοκρατία έχουμε, αν δεν σου αρέσει να πας αλλού, άντε πια όλα τα φασισταριά, τι είναι αυτά τα πράγματα, άντε, ένα βηματάκι ακόμα και μπήκαμε... Επιτέλους!
     Μα πώς πάει έτσι αργά το λεωφορείο, ποτέ μας δεν θα φτάσουμε, τι θα γίνει, κύριε οδηγέ, έχουμε και δουλειές, τρέξε λίγο, αν θέλαμε να πάμε αργά θα πηγαίναμε με τα πόδια. Τι κατάσταση είναι αυτή, δεν φτάνει που δεν τρέχεις, κάθε τρεις και λίγο κόβεις και ταχύτητα... Ε, και τι έγινε που έχει κόσμο στις στάσεις; Στάσεις είναι, κόσμο θα έχουν. Αν είναι δυνατόν να κόβεις έτσι προτού σταματήσεις σε κάθε στάση... Και τι έγινε, μωρέ, που ο δρόμος έχει νερά; Τι φοβάσαι μην τους βρέξεις, από ζάχαρη είναι; Νεράκι του Θεού είναι, εντάξει, μη φέρνουν και την καταστροφή... Εξάλλου, τι κάθονται κι αυτοί δίπλα στον δρόμο, ας σταθούν πιο μέσα...
     Τι γίνεται τώρα, πού πάτε να μπείτε, κύριε, δεν βλέπετε ότι το λεωφορείο είναι γεμάτο; Πού έχει χώρο, με δουλεύετε; Περίμενε, βρε χριστιανέ μου, πώς να κάνω ένα βηματάκι πιο μέσα, το λεωφορείο είναι γεμάτο, δεν καταλαβαίνεις; Ναι, καλά, και από πού να πιαστώ, μαντάμ; Τι φταίω εγώ που βρέθηκα εδώ στην πόρτα; Πού θέλετε να πάτε, κύριε; Από τον σβέρκο μου θέλετε να περάσετε; Κύριε οδηγέ, κλείσε επιτέλους τις πόρτες, θα ξεκινήσουμε καμιά φορά; Δεν γίνεται, κυρία μου, δεν χωράτε, να περιμένετε το επόμενο λεωφορείο, έλεος πια, όλοι αυτό το λεωφορείο θα πάρουν; Αλλά δεν είμαστε λαός, κάφροι είμαστε, τι έγινε τώρα, γιατί σταματήσαμε έτσι απότομα, ε, οδηγέ, δεν μεταφέρεις ζώα, ανθρώπους μεταφέρεις, πώς οδηγείς έτσι, άνθρωπέ μου, νύχτα το πήρες το δίπλωμα; Έλληνας οδηγός, φίλε, ναι, καλά, να σκοτωθούμε εμείς επειδή μια γριά βγήκε στον δρόμο; Είναι σωστά πράγματα αυτά; Και τι θέλει μια γριά γυναίκα πρωί-πρωί και δεν κάθεται στο σπίτι της, γέμισε ο κόσμος γριές και γέρους, αργόσχολους, κατάλαβες, και ύστερα πώς να πάει ο εργαζόμενος στη δουλειά του, αμ' δεν θα φτάσουμε σήμερα...
     Κοίτα, κοίτα χάλι, αδερφάκι μου, ούτε αύριο δεν θα φτάσουμε... Τι μουρμουρίζεις εσύ εκεί πέρα, όλοι έχουν κάτι να πουν, ησυχία επιτέλους, α, ρε, δικτατορία που σας χρειάζεται... Φασίστας είσαι και φαίνεσαι, που θα με πεις εμένα φασίστα, άντε πια, δεν υποφέρεσαι, βούλωσέ το επιτέλους, δεν ξέρεις τι λες, εγώ φυσικά και ξέρω, τι είμαι, κανένας άσχετος είμαι, ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Θεέ μου, μεγαλοδύναμε, βάλε το χέρι σου, αυτή δεν είναι χώρα, να πάρω των ομματιών μου να φύγω, ποιος είπε "μακάρι"; Ε, όχι, ρε, δεν σας την κάνω τη χάρη, να φύγετε εσείς, να ξεβρωμίσει ο τόπος, που είσαστε εσείς άνθρωποι και μιλάτε... Να φύγετε, να πάτε στο εξωτερικό, να μάθετε να φέρεστε, που νομίζετε ότι μπορείτε να κάνετε ό,τι σας καπνίσει... Αμ, δεν είμαστε λαός...
     Ε, στάση, στάση! Δεν ακούς, άνθρωπέ μου, πού με αφήνεις, τριάντα μέτρα από την στάση, αν είναι δυνατόν, συγκοινωνίες σου λένε, καμία εξυπηρέτηση, σιγά, κυρία μου, να περάσω, κάντε στην άκρη, περιμένετε να κατέβω, πού πάτε να μπείτε, δεν βλέπετε ότι κάποιος κατεβαίνει, τι πράγματα είναι αυτά, μα πού ζούμε, επιτέλους, στο Καφριστάν; Ε, δεν είμαστε λαός!

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Cook rescue


     Όποιος πει ότι η Πίπη δεν ξέρει να μαγειρεύει, είναι κακεντρεχής και πολύ σύντομα θα κληθεί να απολογηθεί ενώπιον δικαστηρίου. Η Πίπη ξέρει να μαγειρεύει, και μάλιστα μαγειρεύει καλά. Και αν διαβάζει συνταγές, είναι απλώς και μόνο για να βελτιώνεται, το διευκρινίζω αυτό.
    Η Πίπη, λοιπόν, αποφάσισε να μαγειρέψει κάτι καινούργιο. Και επειδή είναι οργανωτικός τύπος, ξεκίνησε από τη σωστή προετοιμασία των υλικών. Η συνταγή, λοιπόν, περιελάμβανε ρεβύθια, οπότε το βράδυ η Πίπη έβγαλε τα ρεβύθια από τη σακούλα, όπου ήταν κλεισμένα, και τα άφησε λέγοντας: πιείτε, αλλά με ρέγουλα, εγώ τώρα θα πάω να κοιμηθώ και θα τα πούμε το πρωί, εντάξει;
     Βέβαια, εδώ πρέπει να ομολογήσουμε ότι η Πίπη δεν φέρθηκε και πολύ έντιμα, αφού ξέρει πώς είναι τα ρεβύθια όταν βγαίνουν από τη σακούλα. Εκτός από τη ζέστη και την ποδαρίλα, τα καημένα τα ρεβύθια έχουν να αντιμετωπίσουν και μια έντονη δίψα. Όταν, λοιπόν, βρουν νερό, ύστερα από τόσον καιρό που είναι κλεισμένα μέσα στη σακούλα, τα ρεβύθια πίνουν και πίνουν, και όλο πίνουν, λες και έχουν φάει μισό τόννο σαρδέλλες, και οι κοιλίτσες τους πρήζονται τόσο που λες και θα σκάσουν.
     Έτσι έγινε και με τα ρεβύθια που έβγαλε η Πίπη από τη σακούλα και όταν πήγε το πρωί να τα δει, τα ρεβύθια ήταν αγνώριστα. Όμως αυτό έπρεπε να γίνει και η Πίπη δεν ενοχλήθηκε ιδιαίτερα.
     Η Πίπη, λοιπόν, συνέχισε να εκτελεί τη συνταγή και έβαλε μερικά από τα ρεβύθια σε μια μεταλλική, κυκλική μπανιέρα, άναψε τον θερμοσίφωνα και τους είπε: και τώρα χαλαρώστε και απολαύστε το μπάνιο σας, και τα ρεβύθια έτσι κι αλλιώς ήταν ήδη χαλαρωμένα, οπότε παραδόθηκαν στη χαλάρωση του μπάνιου. Και η Πίπη τα άφησε και πήγε να κάνει και καμιά δουλειά στη Χώρα του διαμερίσματος, που κόντευε να μετατραπεί σε γιουσουρούμ.
     Και έκανε μερικές δουλειές και κουράστηκε, και κάθησε λίγο να ξεκουραστεί, και άναψε τον υπολογιστή, και είδε ότι κάτι ζωάκια κινδύνευαν και βάλθηκε να τα σώζει, και έσωζε η Πίπη τα ζωάκια, και εκείνα την κοιτούσαν με ευγνωμοσύνη και της υπόσχονταν μέχρι και ανδριάντα να της στήσουν. 
     Και στα ρουθούνια της Πίπης άρχισαν να φτάνουν αρώματα φρεσκοψημένου καφέ, και η Πίπη ρώτησε τα ζωάκια: εσάς σας μυρίζει καφές; Και εκείνα της είπαν: ναι, μας μυρίζει ελληνικός καφές. Και η Πίπη ένιωσε ότι ο καφές ψηνόταν στη Χώρα του διαμερίσματος και αναρωτήθηκε ποιος της έφτιαχνε καφέ ελληνικό, αφού εκείνη δεν συνηθίζει να πίνει ελληνικό καφέ και, κυρίως, αφού εκείνη την στιγμή η Πίπη βρισκόταν μόνη της στη Χώρα του διαμερίσματος.
     Και ξαφνικά η Πίπη κάτι θυμήθηκε και έτρεξε να δει τα ρεβύθια, που ακόμα ήταν στο μπάνιο τους, αλλά η μπανιέρα είχε αδειάσει, και όλα τα ρεβύθια είχαν αποκτήσει εγκαύματα τρίτου βαθμού. Και άρχισαν να της κάνουν παράπονα τα ρεβύθια ότι τους είχε υποσχεθεί ένα χαλαρωτικό μπάνιο και αντί γι'αυτό κατέληξαν να κάνουν σολάριουμ και ότι τώρα θα έπρεπε να μαυρίσουν και από την άλλη πλευρά, αλλιώς δεν θα μπορούσαν να βγουν στην παραλία έτσι όπως ήταν, με πλάτη Αφρικανού και κοιλιά Σουηδού.
     Και έτσι η Πίπη βάλθηκε να καθαρίζει τα μαυρισμένα ρεβύθια και την μπανιέρα, που επίσης είχε μαυρίσει, και έριξε το φταίξιμο στα ζωάκια, που τελικά μια χαρά περνούσαν, και η  μόνη που χρειαζόταν διάσωση ήταν η ίδια η Πίπη.
     Σε αυτό το σημείο είναι σίγουρο ότι κάποιοι θα πουν ότι αυτό που συνέβη αποδεικνύει περίτρανα ότι η Πίπη είναι άχρηστη στην κουζίνα και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βασικό επιχείρημα εναντίον της στο δικαστήριο για τη μαγειρική της δεινότητα, όμως εγώ θα σας πω να μην προτρέχετε, αγαπητοί μου φίλοι, καθώς ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται. 
     Καθόλου δεν πτοήθηκε, λοιπόν, η Πίπη από αυτήν την αναποδιά, παρά συνέχισε με την εκτέλεση της συνταγής, και το αποτέλεσμα, που το κανονικό του όνομα θα ήταν Φαλάφελ με Χούμους και Αραβικές Πίτες, βγήκε αρκετά καλό. Μάλιστα, η Πίπη το ονόμασε Φαλάφελ με Καπνιστό Χούμους και Αραβικές Πίτες, για να είναι πιο πιστή στη διαδικασία της εκτέλεσης, αφού πρέπει να ληφθεί υπόψη και το σολάριουμ των ρεβυθιών.
     Σε αυτό το σημείο είναι σίγουρο ότι όλοι κατάλαβαν πως υπήρξε ανατροπή στην δίκη για τη μαγειρική δεινότητα της Πίπης, αφού το κύριο επιχείρημα των αντιπάλων της μετατράπηκε σε επιχείρημα υπέρ της.
     Και αφού η Πίπη δικαιώθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας στο μαγειρικό δικαστήριο, όρμησε στα Φαλάφελ με Καπνιστό Χούμους και Αραβικές Πίτες και συγχώρεσε κάθε ένα από τα πεσσόντα υπέρ της συνταγής ρεβύθια.
     Μετά, βέβαια, η κοιλιά της άρχισε να μοιάζει με τις πρησμένες κοιλιές των πεσσόντων ρεβυθιών, και τώρα, εκτός από την πρησμένη της κοιλιά, η Πίπη είναι πολύ πιθανό να κληθεί στο δικαστήριο ορθού βίου, με την κατηγορία της λαιμαργίας. Και πολύ φοβάμαι ότι σε αυτήν τη δίκη θα δυσκολευτεί να βρει επιχειρήματα υπέρ της.
     Αλλά δεν πειράζει. Τώρα προέχει η χώνεψη.