Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Άλλος για λεωφορείο!

     - Συγγνώμη, περιμένετε ώρα;
     - Αρκετή.
     - Ξέρετε αν έχει περάσει το 420;
     - Ναι, πέρασε πριν από δέκα λεπτά.
     - Φτου, να πάρει, ποιος ξέρει πότε θα ξαναπεράσει τώρα...
     - Με συγχωρείτε, από εδώ περνάει το λεωφορείο για Περιστέρι;
     - Περιστέρι; Πού ακριβώς στο Περιστέρι;
     - Κοντά στην πλατεία Δεκαοχτούρας. Κουκουβάγιας και Γερακίου γωνία. Μένει εκεί ο κολλητός μου φίλος.
     - Τι μου λέτε; Εκεί μένει ένας θείος μου.
     - Με τι ασχολείται ο θείος σας;
     - Μπα, τίποτα συγκεκριμένο. Τσιμπολογάει πότε εδώ και πότε εκεί. Με τη σημερινή κατάσταση δεν είναι εύκολο να έχει κανείς μόνιμη εργασία.
     - Και ο φίλος μου έτσι είναι.
     - Πώς λέγεται ο φίλος σας;
     - Φτεροδόλφος...
     - Φτεροδόλφος; Μη μου πείτε ότι είστε ο Πουλιέλμος...
     - Πού το ξέρετε το όνομά μου;
     - Μα ο Φτεροδόλφος είναι ο θείος μου που σας έλεγα!
     - Ε, δεν είναι δυνατόν! Ώστε είστε ανηψιός του Φτεροδόλφου;
     - Ναι. Ο θείος μου όλο για εσάς μιλάει... Και σας θαυμάζει και πολύ, να το ξέρετε. Πάντα σας φέρνει σαν παράδειγμα, όταν προσπαθεί να μας συνετίσει. "Ο φίλος μου ο Πουλιέλμος κάνει αυτό", "Ο φίλος μου ο Πουλιέλμος κάνει εκείνο", όλο για εσάς μιλάει!
     - Με συγκινείτε με αυτά που λέτε... Και εγώ, να ξέρετε, τον εκτιμώ αφάνταστα. Ήταν ο καλύτερος ταχυδρόμος που έχει υπάρξει. Και αν δεν ήταν η καταραμένη η κρίση, τώρα ακόμα θα παρέδιδε αλληλογραφία, αντί να τσιμπολογάει δεξιά κι αριστερά...
     - Ναι, έχετε δίκιο, αλλά δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, θα πρέπει να προσαρμοστούμε στις συνθήκες.
     - Ναι, έτσι είναι. Μα πολύ δεν αργεί το λεωφορείο; Δεσποινίς, περιμένετε ώρα;
     - Από την ώρα που με ρώτησε ο κύριος, έχει περάσει ακόμα περισσότερη.
     - Με φωτίσατε. 
     - Α, να, εκεί, στο βάθος, βλέπω ένα λεωφορείο να έρχεται.
     - Κι εσείς στο Περιστέρι πηγαίνετε;
     - Α, όχι, εγώ πηγαίνω μέχρι τις Κουκουβάουνες. Είμαι καλεσμένος σε έναν γάμο.
     - Α, τι ωραίο πράγμα ο γάμος!
     - Εσείς είστε παντρεμένος;
     - Όχι, αλλά έχω ακούσει. Εσείς;
     - Όχι, αλλά νέος είμαι ακόμα...
     - Α, όχι, τι νέος, ποτέ δεν είναι κανείς αρκετά νέος για να παντρευτεί, ακούστε εμένα που δεν το έκανα. Τώρα είναι η ευκαιρία, τώρα που είστε ακόμα νέος, αργότερα οι κοπελιές ούτε που θα γυρίζουν να σας κοιτάξουν. Αρπάξτε τη ζωή από τα πούπουλα, αγαπητέ! Να, για παράδειγμα, αυτή η δεσποινίς, πώς σας φαίνεται;
     - Αυτή εδώ;
     - Ναι.
     - Που περιμένει το λεωφορείο;
     - Ναι.
     - Δεν ξέρω...
     - Τι δεν ξέρετε, καλέ; Νόστιμη είναι, ίσως να είναι και ελεύθερη, γιατί δεν το τολμάτε;
     - Λέτε;
     - Μα ναι, μπορεί να περιμένει από εσάς να κάνετε την πρώτη κίνηση. Τρία λεωφορεία πέρασαν μέχρι τώρα και δεν ανέβηκε σε κανένα.
     - Μπορεί να περιμένει άλλο.
     - ... ή μπορεί να περιμένει να ανέβει σε αυτό που θα ανεβείτε και εσείς.
     - Δεν νομίζω... ούτε μια ματιά δεν μου έριξε τόσην ώρα.
     - Γυναικεία πείσματα, αγαπητέ... Ακούστε κι εμένα, που ξέρω!
     - Αλήθεια;
     - Έχω ακούσει τόσα και τόσα που είναι σαν να ξέρω... Μα ελάτε, τέλος πάντων, τολμήστε το, κάντε το πρώτο βήμα!
     - Και τι να της πω;
     - Με εκπλήσσετε δυσάρεστα! Μα είναι δυνατόν ο ανηψιός του φίλου μου του Φτεροδόλφου να μην ξέρει τι να πει σε μια κοπέλα; Ρωτήστε την κάτι για το λεωφορείο!
     - Δεν ξέρω...
     - Πιστέψτε με, δεν έχει σημασία το τι θα ρωτήσετε, σημασία έχει ότι θα δείξετε ενδιαφέρον. Οι γυναίκες τα εκτιμούν αυτά.
     - Ε...ντάξει. Δεσποινίς, ποιο λεωφορείο περιμένετε εσείς, αν επιτρέπεται;
     - Α, για να σας πω... Με ποιο δικαίωμα με ενοχλείτε, κύριε; Σας έδωσα μήπως εγώ κάποιο τέτοιο δικαίωμα;
     - Μα... όχι, εγώ απλώς σκέφτηκα ότι είστε μόνη... και...
     - Αν είναι δυνατόν! Ε, λοιπόν, αν θέλετε να ξέρετε, εγώ εδώ δεν περιμένω το λεωφορείο, έχω ραντεβού με το αγόρι μου, που είναι ένας παίδαρος με μισό μέτρο άνοιγμα φτερών, και που θα σας σπάσει και τους δύο στο ξύλο, και εσάς, και εκείνο το ραμολιμέντο που σας βάζει φυτιλιές. Και μάλιστα, τώρα βλέπω ότι το αγόρι μου έρχεται με το λεωφορείο που πλησιάζει... Μια χαρά θα σας τακτοποιήσει!
     - Μα όχι, κανένα πρόβλημα, δεν υπάρχει λόγος, εγώ δεν...

     Αυτά διαδραματίστηκαν σε μία στάση λεωφορείου εχθές το πρωί, μία μέρα προτού οι δρόμοι γύρω από τη Χώρα του διαμερίσματος στολιστούν με φωτεινά έλατα, αστέρια και καμπανούλες. Μόνο που δεν είδα πώς κατέληξαν τα πράγματα, επειδή το λεωφορείο που ήρθε ήταν το δικό μου, οπότε έφυγα, αφήνοντας τα τρία περιστέρια μόνα τους στην στάση. Ας μείνουμε, λοιπόν, με την ιστορία ατελείωτη, κι ας την τελειώσει ο καθένας όπως νομίζει καλύτερα. Και ας δώσουμε όλη την προσοχή μας στα Χριστούγεννα, που πλησιάζουν όπως το λεωφορείο στην στάση.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Η Πίπη και το φασόλι ή μια βρωμερή ιστορία

     Τώρα, διαβάζοντας τον τίτλο, πολλοί θα νομίζουν ότι η ιστορία αυτή αποτελεί μια συνέχεια της Πίπης με τις φασολιές, αλλά όχι. Κάποιοι άλλοι ίσως νομίσουν ότι έχει σχέση με την ιστορία της πριγκήπισσας με το μπιζέλι. Αυτοί ίσως να έχουν και κάποιο δίκιο.
     Επειδή η ιστορία έχει να κάνει με μια πριγκήπισσα που δεν μπορούσε να κοιμηθεί εξαιτίας ενός φασολιού. Βέβαια, για να ακριβολογούμε, το φασόλι αυτό καμία σχέση δεν είχε με το μπιζέλι του παραμυθιού, αφού δεν ήταν κρυμμένο κάτω από τριάντα στρώματα, αλλά μέσα σε μια κοιλιά.
     Και αυτή η κοιλιά ανήκε σε μια πριγκήπισσα, που για να είμαστε ειλικρινείς δεν ήταν ακριβώς πριγκήπισσα... Για την ακρίβεια, η κοιλιά ανήκε στην Νεράιδα της χλωρίδας, η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ είναι η αδερφή της Πίπης.
     Τώρα θα μου πείτε, πώς μπορεί η Πίπη, πνεύμα ελεύθερο και ολίγον ανατρεπτικό, να έχει για αδερφή της μια νεράιδα; Ε, αυτό δεν μπορώ να το εξηγήσω. Μπορώ απλώς να επιβεβαιώσω ότι η νεράιδα και η Πίπη είναι αδερφές.
     Το φασόλι, λοιπόν, βρισκόταν μέσα στην κοιλιά της νεράιδας, και από όταν βρέθηκε εκεί, ας μην κρυβόμαστε, έκανε ένα σωρό αταξίες. Η μεγαλύτερη από όλες ήταν ότι έκανε την κοιλιά της νεράιδας να πρήζεται και να χορεύει, και η κοιλιά πρήστηκε τόσο πολύ που στο τέλος η νεράιδα δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
     Η μόνη λύση ήταν το φασόλι να βγεί από μέσα από την κοιλιά της νεράιδας, αλλά εκείνο είχε γραπωθεί και δεν το κουνούσε ρούπι.
     - Σιγά μην βγω, έλεγε, να με κάνετε φασολάδα. Εδώ θα μείνω.
     - Βρε, έλα να δεις τι ωραία που είναι εδώ έξω, του έλεγαν για να το δελεάσουν.
     - Πριτς! έκανε εκείνο και τότε η νεράιδα άφηνε μια πορδή (ναι, και οι νεράιδες αφήνουν πορδές καμιά φορά).
     Αλλά τελικά, δεν ήταν στο χέρι του να επιλέξει. Και η νεράιδα πήγε στο γιατρό, και ο γιατρός άνοιξε την κοιλιά και έβγαλε έξω το φασόλι...
     Όμως - κι αυτό είναι ακόμα πιο αξιοθαύμαστο και από την ίδια την νεράιδα - το φασόλι είχε μεταμορφωθεί: είχε βγάλει μαλλιά και μάτια, και μύτη και στόμα, και αυτιά, είχε βγάλει και χέρια και πόδια και έμοιαζε πάρα πολύ με άνθρωπο...
     Και η νεράιδα χάρηκε πολύ που το φασόλι έμοιαζε με άνθρωπο, και όλοι χάρηκαν πολύ, δηλαδή, και μάλλον και το φασόλι χάρηκε, αφού την γλίτωσε τη φασολάδα. Και η Πίπη χάρηκε επίσης, και από τη χαρά της του χάρισε μία αρκουδίτσα που έφτιαξε με τα χεράκια της, καθώς η Πίπη - δεν ξέρω αν το ξέρετε - είναι και χρυσοχέρα.
     Και αν με ρωτάτε για το δεύτερο σκέλος του τίτλου, ε, αυτό είναι εμφανές: η Πίπη χάρηκε τόσο πολύ που το φασόλι της νεράιδας μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο, που η μυρωδιά της χαράς της έφτασε μέχρι το Άλφα του Κενταύρου!

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Ντεκαντάνς




     Δύο αγάπες είχε ο μαχαραγιάς, γνωστός με το όνομα Σακαμάτρα: την όμορφη γυναίκα του, Σινταραβάνι, και την μονάκριβή του κόρη, την πριγκήπισσα Σιναμάρτι. Γι'αυτό και σήμερα ξύπνησε πολύ χαρούμενος, αφού ήταν μια πολύ σημαντική μέρα για την πριγκήπισσα.
     Βλέπετε, έκλεινε τα τρία της χρόνια και αυτό σήμαινε ότι είχε έρθει η ώρα για την τελετή του ιερού λωτού. Όλοι οι ευγενείς του παλατιού, με πρώτο και καλύτερο τον Σακαμάτρα, θα συνόδευαν την πριγκήπισσα, επάνω σε ελέφαντες, βαμμένους με ιερά χρώματα, η δε Σιναμάρτι θα ταξίδευε επάνω στον αγαπημένο της ελέφαντα, τον Μπινταγιάνα.
     Όλες οι προετοιμασίες είχαν γίνει καθώς έπρεπε, οι επίσημες φορεσιές είχαν ραφτεί και κεντηθεί με πολύτιμους λίθους, η μεταξωτή φορεσιά της πριγκήπισσας επίσης ήταν έτοιμη, το μόνο που έμενε να γίνει ήταν να στολιστεί ο Μπινταγιάνα. Γι'αυτόν τον λόγο είχαν καλέσει στο παλάτι τους καλύτερους διακοσμητές ελεφάντων. Τα νύχια του Μπινταγιάνα βάφτηκαν τυρκουάζ, ενώ στο κεφάλι του τοποθετήθηκε ένα χρυσοκέντητο κάλυμμα, ειδικά κεντημένο με κινέζικο μετάξι.
     Κι όμως, κάτι έμελλε να χαλάσει τη γιορτινή διάθεση του παλατιού: ο Μπινταγιάνα καθόταν κάτω και δεν κουνιόταν σχεδόν καθόλου. Τα στολισμένα του αυτιά παρέμεναν κι αυτά πεσμένα κάτω, το δε κεφάλι του φαινόταν βαρύ.
     Ήταν εμφανές ότι ο αγαπημένος ελέφαντας της Σιναμάρτι ήταν άρρωστος, και αυτό δεν ήταν διόλου καλό σημάδι. Μία λύση υπήρχε, και αυτή ήταν να παρασκευαστεί ένα ειδικό φάρμακο από πολτοποιημένα φρούτα και μπαχαρικά, που το ράντιζαν με ιερό νερό από τον Γάγγη και το έδιναν στον άρρωστο ελέφαντα να το φάει.
     Ο Σακαμάτρα απευθύνθηκε στη γυναίκα του, την όμορφη Σινταραβάνι, για να φτιάξει το γιατρικό, όπως προέβλεπε το τελετουργικό. Η όμορφη Σινταραβάνι, που από όταν είχε παντρευτεί με τον Σακαμάτρα είχε γεμίσει στρογγυλάδες, βρισκόταν στο δωμάτιό της με τις ακολούθους της και έλεγαν πικάντικες ιστορίες, τις οποίες διέκοψαν αμέσως μόλις ο μαχαραγιάς άνοιξε την πόρτα.
     - Καλημέρα, όμορφη Σινταραβάνι, είπε ο Σακαμάτρα.
     - Καλημέρα, βασιλιά μου, απάντησε εκείνη. Τι οδήγησε τα βήματά σου σε εμένα;
     - Ο Μπινταγιάνα αρρώστησε.
     - Δεν είναι δυνατόν!
     - Κι όμως, είναι καθισμένος κάτω και αρνείται να σηκωθεί. Θα πρέπει να του φτιάξεις το εξαγνιστικό φάρμακο, αλλιώς η πριγκήπισσα δεν θα μπορέσει να πάρει μέρος στην τελετή του ιερού λωτού...
     Και τότε η Σινταραβάνι είπε κάτι ανήκουστο μέχρι τότε.
     - Δεν μπορώ να φτιάξω το φάρμακο, να το φτιάξεις εσύ, βασιλιά μου, είπε και έκανε μια μικρή υπόκλιση.
     Στην στιγμή οι ακόλουθοί της σηκώθηκαν και βγήκαν έξω από το δωμάτιο.
     - Μα αφού ξέρεις ότι η παρασκευή αυτού του φαρμάκου είναι καθήκον της μητέρας της εορτάζουσας.
     - Δεν μπορώ, αφού ξέρεις ότι εγώ δεν τα καταφέρνω σε αυτά τα πράγματα...
     Αυτό ήταν ξεκάθαρα μία μπηχτή, και μην πει κανείς ότι οι βασίλισσες δεν γνωρίζουν από μπηχτές, προφανώς δεν έχουν γνωρίσει καμία βασίλισσα. Ο Σακαμάτρα κατάλαβε τι εννοούσε η γυναίκα του, αλλά προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε.
     - Τι εννοείς, καλή μου γυναίκα; είπε ευγενικά. Εσύ είσαι η πιο όμορφη, και η πιο έξυπνη, και η πιο καλή από όλες τις βασίλισσες, είσαι ο ήλιος που φωτίζει τη ζωή μου...
     - Αυτό να το σκεφτόσουν προχθές, προτού μου πεις ότι το κάρυ που σου έφτιαξα ήταν πολύ πικάντικο! 
     Ο Σακαμάτρα κοίταξε με λαχτάρα τις στρογγυλάδες της Σινταραβάνι, οι οποίες τον διευκόλυναν πολύ, κάθε φορά που επιχειρούσε την αγαπημένη του στάση αριθμός 77 του Κάμα Σούτρα. Τι βλακεία ήταν αυτή που είχε κάνει, να της πει ότι το κάρυ της ήταν πολύ πικάντικο; Πέντε μήνες θα του το κρατούσε τώρα.
     - Δεν εννοούσα κάτι κακό, ομορφιά μου. Ίσα-ίσα, που ήθελα να συμπληρώσω ότι έτσι πικάντικα μου αρέσουν τα φαγητά...
     - Βρε, άσ'τα αυτά και δεν χάνεις ευκαιρία να συγκρίνεις τα φαγητά μου με αυτά της μητέρας σου! "Η μητέρα μου αυτό", "η μητέρα μου εκείνο", και "έτσι το φτιάχνει η μητέρα μου", και "η συνταγή της μητέρας μου"... Και η δικιά μου η μητέρα έχει συνταγές, κύριε, και όλοι είχαν να το λένε για τη μαγειρική της, και ειδικά για το κάρυ της. Που θα μου πεις εσύ ότι είναι πολύ πικάντικο...
     - Έσφαλλα, το ομολογώ, είπε ο Σακαμάτρα, προσπαθώντας να την καλμάρει. Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ, και φτιάξε το φάρμακο για τον Μπινταγιάνα.
     - Αποκλείεται!
     - Μα πώς θα πάει η κόρη μας στην αίθουσα της τελετής του ιερού λωτού; Μόνο επάνω στον αγαπημένο της ελέφαντα μπορεί να πάει...
     - ... ή μπορεί να την οδηγήσει εκεί ο ίδιος της ο πατέρας.
     - Τρελλάθηκες; Μα εγώ είμαι μαχαραγιάς, πώς θα την πάω;
     - Να την βάλεις επάνω στο καρότσι της και να την πας. Αυτό δεν απαγορεύεται, ίσα-ίσα που είναι και πολύ της μόδας, τώρα τελευταία.
     - Και τι θα γίνει με όλους τους στολισμένους ελέφαντες, με τις κεντημένες στολές, χαμένες θα πάνε;
     - Στείλε τις στολές με έναν από τους ελέφαντες και ντύνεστε εκεί. Εγώ, μια φορά, το φάρμακο δεν το φτιάχνω!
     - Μα είναι για την κόρη σου!
     - Είναι και δικιά σου κόρη.
     - Μα...
     - Δεν έχει μα και ξεμά... Ετοιμάσου, βάλε την κόρη σου στο καρότσι και πήγαινέ την για να γίνει η τελετή. Άντε, βιάσου, θα αργήσετε!
     - Και πώς θα πάω, χωρίς ελέφαντα;
     - Ξέρω εγώ; Πάρε το μετρό!
     - Το μετρό; Και πώς το παίρνουν το μετρό;
     - Μπαίνουν μέσα και το παίρνουν, ρώτα να μάθεις... Και κοίτα μη βάλεις την στολή την κεντημένη με τα ρουμπίνια και σε κλέψουν ολόκληρο εκεί μέσα! Και την κόρη μας απλά να την ντύσεις, αλλιώς θα την κλέψουν και θα πρέπει να κάνουμε άλλη!
     Πολύ τρόμαξε ο Σακαμάτρα με όσα του είπε η γυναίκα του, αλλά δεν τον έπαιρνε να κάνει και τίποτα, παρά μόνο να υπακούσει. Έτσι, ντυμένος απλά και με την μονάκριβή του Σιναμάρτι στο καρότσι, πήγε να πάρει το μετρό. Εκεί τους είδα και εγώ σήμερα το πρωί, που πήγαιναν για την τελετή του ιερού λωτού. Και μη μου πείτε πώς τους κατάλαβα. Ο Σακαμάτρα, πάνω στη βιασύνη του να ντυθεί, είχε ξεχάσει να βγάλει το τουρμπάνι του. Πάλι καλά που δεν είχε ξεχάσει να βγάλει και την στολή με τα ρουμπίνια.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Νυχτερινή συνάντηση

     Εμφανίστηκε μπροστά μου, μέσα στη νύχτα, ξαφνικά. Τα μάτια της έλαμπαν, η μαύρη της γούνα γυάλιζε.
     - Τρόμαξες; με ρώτησε.
     - Όχι, απάντησα.
     - Θα τρόμαζες αν γνώριζες ποιός είμαι, είπε και με κοίταξε επίμονα.
     - Δεν νομίζω να μην βλέπω, απάντησα. Και αυτό που βλέπω είναι μια μαύρη γάτα. Ο μόνος τρόμος που θα μπορούσα να αισθανθώ θα είχε να κάνει με την γρουσουζιά που λέγεται ότι φέρνουν οι μαύρες γάτες...
     - Κούνια που σε κούναγε...
     - Δηλαδή, θέλεις να μου πεις ότι δεν είσαι γάτα;
     - Γάτα με βλέπεις εσύ, εγώ όμως είμαι ένας άγριος, μαύρος πάνθηρας.
     - Σαν μικρός είσαι για μαύρος πάνθηρας, μήπως δεν τρως το φαγητό σου; αστειεύτηκα.
     - Μην κοροϊδεύεις, θα το μετανιώσεις, αγρίεψε. Είμαι μαύρος πάνθηρας, αλλά μια μάγισσα με μεταμόρφωσε σε γάτα, αυτό είναι όλο.
     - Εμένα, πάντως, γάτα μου φαίνεσαι.
     - Μη με υποβιβάζεις σε αυτό το επαίσχυντο αιλουροειδές που απαρνήθηκε τη φύση του και ζητιανεύει χάδια από τον άνθρωπο, το πιο άχρηστο ον που αυτή την στιγμή υπάρχει στη γη...
     - Ε, εντάξει, τώρα νομίζω ότι υπερβάλλεις..
     - Δεν υπερβάλλω καθόλου. Βρε, συγκρίνεται το οικόσιτο με το άγριο; Εμένα, η καρδιά μου είναι ατρόμητη, εμένα με φοβούνται όλα τα ζώα της σαβάνας... Ενώ τη γάτα, το πολύ-πολύ να τη φοβηθεί κανένα ποντίκι...
     - Παρ'όλ'αυτά, το εξωτερικό σου δεν εμπνέει ιδιαίτερο φόβο.
     - Ναι, αλλά σημασία έχει το εσωτερικό. Εγώ, λοιπόν, παρ'όλο που το παρουσιαστικό μου είναι παρουσιαστικό γάτας, η καρδιά μου παραμένει το ίδιο ατρόμητη, γι'αυτό κι εγώ παραμένω πάνθηρας, όπως και να μοιάζω εξωτερικά.
     - Αν το λες εσύ... Είσαι, πάντως, αρκετά υπερόπτης.
     - Καθόλου, απλώς λέω την αλήθεια. Δεν μπορώ να αποσιωπήσω το γεγονός ότι είμαι γόνος μιας τιμημένης οικογένειας πανθήρων. Ο παππούς μου ήταν ο φόβος και ο τρόμος στην πατρίδα και κανένα ζώο δεν αισθανόταν ασφαλές, όσο ζούσε εκείνος. Μια φορά, στα νιάτα του, σκότωσε μόνος του μισή αγέλη αντιλόπες. Αν πεις, δε, για τον πατέρα μου, ήταν ο μόνος πάνθηρας που τόλμησε να αναμετρηθεί με ρινόκερο και να βγει νικητής. Όπως βλέπεις, έχω κάθε λόγο να είμαι περήφανος, αφού και εγώ κληρονόμησα τα ίδια γονίδια.
     - Καλά, εντάξει, με έπεισες. Πες μου, όμως: τι σε φέρνει εδώ απόψε;
     - Ψάχνω τα ίχνη της μάγισσας που με μεταμόρφωσε. Δεν πιστεύω να είσαι εσύ!
     - Όχι, εγώ τυχαία βρέθηκα εδώ. Αλλά γιατί σε μεταμόρφωσε σε γάτα;
     - Επειδή με φοβόταν, γιατί άλλο;
     - Θα μου επιτρέψεις να σε βγάλω μια φωτογραφία, για να θυμάμαι τη συνάντησή μας;
     - Τους μισώ τους παπαράτσι!
     - Δεν θα είναι φωτογραφία παπαράτσι, αν μου δώσεις την άδειά σου...
     - Καλά, βγάλε μία μακρινή. Δεν θα τη δημοσιεύσεις, έτσι;
     - Μην ανησυχείς, αν τη δημοσιεύσω δεν θα πω ότι ήσουν εσύ, θα πω ότι ήταν μια μαύρη γάτα.
     - Εντάξει, λοιπόν, γεια σου τώρα.
     Είπε και εξαφανίστηκε. Αλλά μόνο για λίγο. Δευτερόλεπτα μετά πέρασε από μπροστά μου σαν σίφουνας. Ποιος να ξέρει τι ήταν αυτό που τρόμαξε την ατρόμητη καρδιά του; Βρε, λες τελικά να ήταν απλώς μια μαύρη γάτα;