Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Με καθυστέρηση ετών



-   Καλημέρα! ήταν σαν να έλεγε το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού του Άη-Βασίλη, έτσι καθώς πεταγόταν μέσα από την τρύπια κάλτσα.
Ο Άη-Βασίλης αναστέναξε. Σηκώθηκε και πήγε στο συρτάρι με τις κάλτσες. Έψαξε να βρει μια κάλτσα χωρίς τρύπα, αλλά δεν τα κατάφερε. Πήρε ένα ζευγάρι στην τύχη και το φόρεσε επάνω από τις κάλτσες που είχε φορέσει ήδη. Το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού δεν φαινόταν πια.
-   Ξύπνησες; ακούστηκε από την κουζίνα η φωνή της γυναίκας του.
-   Ναι, απάντησε.
-   Σου ετοίμασα το πρωινό σου. Έλα να φας.
Ο Άη-Βασίλης πήγε στην κουζίνα και κάθησε στο τραπέζι.
-   Σου έφτιαξα βάφλες, του είπε η γυναίκα του.
Ο Άη-Βασίλης ένιωσε το στόμα του να πλημμυρίζει από σάλια, τα οποία όμως του κόπηκαν απότομα, όταν είδε ότι επάνω στις φρεσκοψημένες βάφλες βρίσκονταν ατζούγιες με ντομάτα και κάπαρη.
-   Δεν πεινάω ιδιαίτερα, είπε, ελπίζοντας να μην ακούγονται τα γουργουρητά του στομαχιού του. Θα πιω μόνο έναν καφέ.
Η γυναίκα του έφερε την αγαπημένη του κούπα, που ήταν γεμάτη με αχνιστό, μοσχομυριστό καφέ. Ο Άη-Βασίλης την έφερε στα χείλη του και άρχισε να πίνει.
-   Φτου! έκανε μόλις ο καφές έφτασε στην γλώσσα του. Τι έκανες, βρε γυναίκα; Αλάτι έβαλες στον καφέ;
Η γυναίκα του τον κοίταζε έκπληκτη.
-   Το αλάτι και η ζάχαρη μοιάζουν, είπε μόνο.
-   Πού είναι η στολή μου; ρώτησε ο Άη-Βασίλης και σηκώθηκε από το τραπέζι.
-   Μέσα, την έχω κρεμάσει δίπλα στο τζάκι για να είναι ζεστή.
-   Πάω να ντυθώ. Έχω ήδη αργήσει.
Πήγε στο καθιστικό. Δίπλα στο τζάκι ήταν πράγματι κρεμασμένη μια στολή. Αλλά ήταν δική του αυτή η στολή;
-   Βρε γυναίκα, γιατί η στολή μου είναι ροζ;
-   Είχε γαριάσει λίγο και την έβαλα στην χλωρίνη.
-   Στην χλωρίνη; Μέχρι κι εγώ το ξέρω ότι τα χρωματιστά δεν μπαίνουν στην χλωρίνη! Πώς θα την φορέσω τώρα;
-   Και τι πειράζει;
-   Μα είναι η καλή μου η στολή, και η καλή μου η στολή είναι κόκκινη, όλος ο κόσμος το ξέρει!
-   Ε, και ποιος θα τη δει; Βράδυ θα είναι, σκοτάδι θα είναι, σιγά μην το καταλάβουν…
Ο Άη-Βασίλης έπιασε την στολή του και την κοίταξε και από τις δύο πλευρές. Στην πλάτη υπήρχε μία μεγάλη στάμπα από σίδερο.
-   Και αυτό εδώ τι είναι; ρώτησε τη γυναίκα του, που εκείνη την ώρα έμπαινε στο δωμάτιο.
-   Ε, τι, ασιδέρωτη θα τη φορούσες;
Ο Άη-Βασίλης αναστέναξε. Η κατάστασή της είχε αρχίσει να χειροτερεύει. Τη μια έκαιγε το φαγητό, την άλλη ξεχνούσε αναμμένο το θερμοσίφωνα με τις ώρες, έβαζε αλάτι στον καφέ, χλωρίνη στα χρωματιστά… Καταραμένο Αλτσχάιμερ!
Το ρολόι χτύπησε οκτώ φορές.
-   Ώρα να πηγαίνω, είπε ο Άη-Βασίλης και φόρεσε τη ροζ στολή του.
-   Στο καλό, είπε η γυναίκα του και γύρισε στην κουζίνα.
-   Ελπίζω να μη βάλει φωτιά στο σπίτι μέχρι να γυρίσω, σκέφτηκε ο Άη-Βασίλης.
Πήγε στον στάβλο και έζεψε τους τάρανδους στο έλκηθρο. Οι βοηθοί του έφεραν τους σάκους με τα δώρα. Μόλις τον είδαν, με το ζόρι συγκράτησαν τα γέλια τους.
-   Έγινε κάτι και γελάτε; ρώτησε εκείνος αυστηρά.
-   Όχι, τίποτα, απάντησαν εκείνοι και έφυγαν βιαστικά, για να γελάσουν με την ησυχία τους.
Ο Άη-Βασίλης διατήρησε την αυτοκυριαρχία του. Στο κάτω-κάτω της γραφής, η μέρα αυτή ήταν αφιερωμένη στα παιδιά. Θα έβαζε, λοιπόν, στην άκρη τα προσωπικά του θέματα, και θα τα αντιμετώπιζε ξανά από την επόμενη μέρα.
-   Ες αύριον τα σπουδαία! είπε και έπιασε τα γκέμια των ταράνδων του.
Στην στιγμή, το έλκηθρο βρέθηκε ψηλά στον αέρα και ο Άη-Βασίλης ένιωσε τα άσπρα του μαλλιά να κυματίζουν στον ψυχρό αέρα.
-   Πάρε εσύ τα γκέμια, είπε στον έναν από τους βοηθούς του που τον συνόδευαν.
Ύστερα, πήρε τον ένα σάκο και τον άνοιξε. Ο σάκος ήταν γεμάτος γράμματα.
-   Ας διαβάσω το πρώτο, είπε ο Άη-Βασίλης. «Καλέ μου Άη-Βασίλη, ήμουν καλό παιδί, μπλα-μπλα-μπλα,… θέλω μία μεγάλη αρκουδίτσα, με αγάπη, Μαίρη». Λοιπόν, ας πάμε μια μεγάλη αρκουδίτσα στη Μαίρη, που ήταν καλό κορίτσι.
Είπε, και έβαλε το χέρι του στον άλλο σάκο, αυτόν με τα δώρα. Ως δια μαγείας, όταν έβγαλε το χέρι του από το σάκο, αυτό κρατούσε μια μεγάλη αρκουδίτσα, με ένα κόκκινο κασκόλ. Ύστερα, το έλκηθρο σταμάτησε ακριβώς πάνω από την καμινάδα ενός σπιτιού, και ο Άη-Βασίλης πήδηξε μέσα.
Δεν άργησε να εμφανιστεί  και πάλι, όχι μαυρισμένος και βρώμικος από τον καπνό, αλλά πεντακάθαρος, μέσα στη ροζ στολή του. Οι βοηθοί του γέλασαν λίγο, αλλά με ένα βλέμμα του σταμάτησαν αμέσως.
-   Για να δούμε το επόμενο γράμμα, είπε ο Άη-Βασίλης. «Αγαπημένε μου Άη-Βασίλη, σου γράφω αυτό το γράμμα επειδή θέλω να μου φέρεις ένα κόκκινο φορτηγό, είσαι ο καλύτερος,… και εγώ ήμουν καλό παιδί,… διάβαζα τα μαθήματά μου,… ο φίλος σου, Μανώλης». Εντάξει, λοιπόν, Μανώλη, θα το πάρεις το δώρο που ζήτησες.
Και έβαλε το χέρι του μέσα στο σάκο με τα δώρα, και όταν το έβγαλε αυτό κρατούσε ένα όμορφο, κόκκινο φορτηγό. Και πάλι ο Άη-Βασίλης βούτηξε μέσα σε μια καμινάδα, και πάλι πρόβαλε ύστερα από λίγο, χαμογελαστός και ροζ.
Και το επόμενο γράμμα ήταν της Βαγγελιώς, και το επόμενο από αυτό της Ελένης, και μετά του Στέλιου, και του Θοδωρή, και του Αντρέα, και της Ανδρομάχης… Και κάθε φορά ο Άη-Βασίλης διάβαζε το γράμμα του παιδιού και ύστερα έβγαζε ένα παιχνίδι από το σάκο και βούταγε μέσα σε μια καμινάδα, μέχρι να ξαναβγεί από εκεί, το ίδιο χαμογελαστός και το ίδιο ροζ όπως την πρώτη φορά.
Και αυτό συνεχίστηκε όλη τη νύχτα, και οι δύο σάκοι – ο σάκος με τα γράμματα και ο σάκος με τα δώρα – άρχισαν σιγά-σιγά να αδειάζουν. Ο Άη-Βασίλης άρχισε να νιώθει κούραση – σε τελευταία ανάλυση, τα είχε τα χρονάκια του. Όμως δεν μπορούσε και να αφήσει παραπονεμένα τα παιδιά, τόσα ωραία γράμματα του είχαν στείλει! Έπρεπε να συνεχίσει.
Και συνέχισε να βουτάει μέσα στις καμινάδες, παρ’όλο που τώρα τον πονούσε η μέση του και όλο και κάποιο βογγητό του ξέφευγε στη διαδρομή. Και τα αστέρια λαμπύριζαν στον ουρανό ακόμα, αλλά η νύχτα έφτανε στο τέλος της. Ο Άη-Βασίλης άρχισε να περιμένει την ώρα της επιστροφής, για να βουτήξει τα κουρασμένα του πόδια σε μια λεκάνη με ζεστό νερό, και ύστερα να πιει ένα μεγάλο φλιτζάνι γάλα με νόστιμα μπισκότα σοκολάτας, με την προϋπόθεση η γυναίκα του να τα είχε φτιάξει σωστά, βέβαια, και να μην είχε ξεχάσει κανένα υλικό, ούτε να είχε βάλει αλάτι αντί για ζάχαρη, όπως είχε κάνει το πρωί στον καφέ του.
Έβαλε το χέρι του στο σάκο. Ένα γράμμα έμενε μέσα. Επιτέλους! Η δουλειά του θα τελείωνε σύντομα. Άνοιξε το γράμμα. Το χαρτί ήταν κιτρινισμένο, το ίδιο και ο φάκελος. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν παιδικός, αλλά του φάνηκε πολύ γνωστός.
-   Δεν είναι δυνατόν! αναφώνησε.
Οι τάρανδοι ταράχτηκαν και ευτυχώς που ο βοηθός του συγκράτησε τα γκέμια, αλλιώς μπορεί και να αναποδογύριζε το έλκηθρο.
-   Τι συνέβη; ρώτησαν όλοι οι βοηθοί μαζί.
Αλλά ο Άη-Βασίλης δεν απάντησε. Κοιτούσε τον φάκελο που περιείχε το γράμμα. Τα μάτια του είχαν αρχίσει να γυαλίζουν περισσότερο από το συνηθισμένο. Άρχισε να διαβάζει:
«Αγαπημένε μου Άη-Βασίλη, δεν με ξέρεις αλλά εγώ σε ξέρω καλά. Δεν σου είχα γράψει ποτέ γράμμα μέχρι σήμερα, επειδή δεν ήξερα να γράφω. Φέτος, όμως, που πήγα σχολείο και έμαθα να γράφω και να διαβάζω, και επειδή ήμουν καλό κορίτσι, θα ήθελα να σου ζητήσω ένα δώρο. Το δώρο που θα ήθελα να σου ζητήσω είναι μία κούκλα με ροζ μαλλιά. Θα την ονομάσω Ροζαλία, και θα την αγαπάω πολύ, και θα την παίρνω μαζί μου παντού. Θα είναι η καλύτερή μου φίλη.
Το ξέρω ότι υπάρχουν πολλά παιδάκια που σε περιμένουν, και ίσως να μην μπορέσεις να μου φέρεις την κούκλα που σου ζήτησα. Ίσως πάλι το γράμμα μου να χαθεί στον δρόμο και να μην το πάρεις ποτέ. Εγώ, πάντως, θα σε περιμένω την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, κι αν δεν έρθεις, δεν πειράζει, είμαι αρκετά μεγάλη και καταλαβαίνω. Έτσι κι αλλιώς, να ξέρεις ότι σε αγαπάω πολύ, επειδή μου θυμίζεις τον παππού μου, που με παίρνει στα γόνατά του και μου λέει παραμύθια.
Καλή χρονιά, Άγιε μου Βασίλη!»  
-   Κλαις, Άη-Βασίλη; ρώτησαν οι βοηθοί.
-   Τελειώσαμε και φέτος, είπε εκείνος. Γυρίζουμε στο σπίτι!
Έπιασε τα γκέμια και έστριψε το έλκηθρο. Ύστερα από λίγο, είδαν το σπίτι του Άη-Βασίλη με την καμινάδα του να καπνίζει.
-   Θα μπω από την καμινάδα, είπε ο Άη-Βασίλης στους βοηθούς του. Εσείς να πάτε τους ταράνδους στον στάβλο και ύστερα να πάτε να ξεκουραστείτε.
Οι βοηθοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι. Πρώτη φορά ο Άη-Βασίλης έμπαινε στο σπίτι του με αυτόν τον τρόπο.
-   Α, παρά τρίχα να το ξεχάσω, είπε ο Άη-Βασίλης, και βούτηξε το χέρι του στο σάκο με τα δώρα. Όταν το ξανάβγαλε, κρατούσε μια κούκλα με ροζ μαλλιά.
-   Πηγαίνετε τώρα, είπε και βούτηξε στην καμινάδα.
Μέσα στο σπίτι υπήρχε ησυχία. Μόνο στην κουζίνα ακούγονταν βήματα.
-   Ήρθες; ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του. Πώς πήγε η δουλειά;
Ο Άη-Βασίλης μπήκε στην κουζίνα. Η γυναίκα του ετοίμαζε το γάλα του.  Στο χέρι της κρατούσε ένα κουταλάκι γεμάτο με μία άσπρη σκόνη. Το βάζο με τη ζάχαρη ήταν επάνω στον πάγκο της κουζίνας. Δίπλα στο φλιτζάνι με το γάλα, ανοιχτό, βρισκόταν το βάζο με το αλάτι. Ανοιχτό ήταν και το μάτι της κουζίνας.
Η γυναίκα του έμεινε να τον κοιτάζει. Το κουτάλι έπεσε από το χέρι της και το αλάτι σκόρπισε επάνω στο τραπέζι.
-   Ροζαλία! είπε μόνο.
Ο Άη-Βασίλης της έδωσε την κούκλα. Εκείνη την πήρε και την έσφιξε στην αγκαλιά της.
-   Ευχαριστώ, Άη-Βασίλη, ψιθύρισε.
Ο Άη-Βασίλης έσβησε το μάτι της κουζίνας, μάζεψε το σκορπισμένο αλάτι από το τραπέζι και πήγε να αλλάξει. Έβγαλε την στολή του και την έβαλε προσεκτικά επάνω στην κρεμάστρα. Με το χέρι του, σκούπισε τα μάτια του που είχαν θολώσει από τα δάκρυα. Τότε μόνο πρόσεξε ότι το ροζ της στολής ήταν ακριβώς ίδιο με το χρώμα των μαλλιών της κούκλας.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Χωρίς Ομπρέλα Προχωρώντας

     Τυχερή ήταν η Πίπη σήμερα. Δηλαδή, γενικά είναι τυχερή η Πίπη, αλλά σήμερα ήταν πιο τυχερή από ό,τι συνήθως.
     Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Εχθές το βράδυ που η Πίπη πήγε με τον φίλο της το βιολί να παίξουν μαζί με τον δάσκαλο, πήρε μαζί της και την ομπρέλα της, σε περίπτωση που έβρεχε. Δεν έβρεξε τελικά, και ευτυχώς, επειδή θα ήταν δύσκολο η ίδια ομπρέλα να φτάσει και για εκείνη και για το βιολί. Όμως, όταν γύρισε στη Χώρα του διαμερίσματος - ύστερα και από ένα μάθημα κρητικού χορού - κουρασμένη καθώς ήταν, ξέχασε να βάλει την ομπρέλα στην τσάντα που παίρνει κάθε μέρα μαζί της, στη δουλειά.
     Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως κάποιοι σοκαριστούν που η Πίπη έχει δουλειά και πηγαίνει εκεί. Ίσως νομίζουν ότι η μόνη της δουλειά είναι να μιλάει με τα ζώα και τα φυτά και να περιπλανιέται μεταξύ της Χώρας του διαμερίσματος και των χωρών της μπροστινής και της πίσω βεράντας, αλλά σας βεβαιώνω ότι υπάρχει και δουλειά στη μέση. Τέλος πάντων, αυτό δεν είναι της παρούσης.
     Η Πίπη, λοιπόν, ξέχασε να βάλει την ομπρέλα στην τσάντα που παίρνει μαζί της στη δουλειά. Βέβαια, το πρωί που ετοιμάστηκε για να φύγει για τη δουλειά, η αλήθεια είναι ότι η τσάντα της της φάνηκε αρκετά ελαφριά, αλλά δεν συνειδητοποίησε τι έλειπε. Το συνειδητοποίησε μόνο όταν βγήκε στον δρόμο και είδε τον συννεφιασμένο ουρανό.
     - Ωχ! σκέφτηκε η Πίπη. Ξέχασα να πάρω την ομπρέλα μου!
     - Καλά να πάθεις! της απάντησαν τα γκρίζα, σχεδόν μαύρα σύννεφα, που πρέπει να ήταν θυμωμένα.
     Τώρα εγώ το ξέρω ότι όλοι γνωρίζετε ότι η Πίπη έχει ένα ιπτάμενο κρεβάτι και έναν ταξιδιάρη καναπέ, αλλά όπως καταλαβαίνετε, επειδή η Πίπη ζει ανάμεσά μας, δεν είναι δυνατόν για τις καθημερινές της μετακινήσεις να χρησιμοποιεί το κρεβάτι της! Χρησιμοποιεί λεωφορείο και μετρό και δεν ντύνεται πολύ παράξενα, για να μην προκαλεί.
     Έτσι, όταν η Πίπη συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει την ομπρέλα της, δεν τόλμησε να γυρίσει πίσω στη Χώρα του διαμερίσματος, επειδή έτσι θα έχανε το λεωφορείο. Πήγε, λοιπόν, στην στάση και περίμενε, και το λεωφορείο - ευτυχώς, επειδή έκανε και ψύχρα - δεν άργησε. Και να σημειώσουμε εδώ ότι, μπορεί η Πίπη να μην ήταν εξοπλισμένη για βροχή, ήταν όμως πλήρως εξοπλισμένη για έντονη ηλιοφάνεια, αφού τα γυαλιά ηλίου της βρίσκονταν μέσα στην τσάντα!
     Πάντως, η πιθανότητα ηλιοφάνειας ήταν τόσο μικρή που δε φαινόταν καθόλου, και επιπλέον είναι παρατηρημένο  ότι όταν ξεχνάς να πάρεις ομπρέλα πάντα βρέχει, λες και το σύμπαν θέλει να σε τιμωρήσει για την απερισκεψία σου.
     Σκέφτηκε, λοιπόν, η Πίπη να εφαρμόσει βουντού, αλλά τι βουντού να κάνει; Στο μυαλό της ήρθαν οι ινδιάνοι και ο χορός της βροχής. Αν, λοιπόν, η Πίπη ήταν ινδιάνα - σκέφτηκε η Πίπη - όλο και κάποιο σχετικό χορό θα είχε μάθει από το Λευκό Φτερό, τον Όρθιο Βούβαλο, το Δυνατό Άλογο, ή την Ποκαχόντας, αν και - εδώ που τα λέμε - το πιθανότερο θα ήταν οι ινδιάνοι να γνώριζαν μόνο το χορό της βροχής, πράγμα εντελώς αχρείαστο στην περίπτωση αυτή, αφού η βροχή φαινόταν σχεδόν σίγουρη.
     Σκέφτηκε, τότε, η Πίπη ότι αν ο χορός της βροχής περιελάμβανε έντονο χορό με ποδοβολητά, το αντίθετο ίσως να έφερνε ξηρασία, οπότε - και επειδή όταν το σκέφτηκε ήταν μέσα στο λεωφορείο και το να ξαπλώσει θα φαινόταν αρκετά περίεργο - φαντάστηκε ότι ξάπλωνε και έμενε ακίνητη, σκεπτόμενη την ξηρασία που επιθυμούσε.
     Η Πίπη πήγε στη δουλειά της και η μέρα κύλησε όπως κυλάει συνήθως, και κάποια στιγμή έφτασε η ώρα να φύγει από τη δουλειά. Και - ω, του θαύματος! - ο ουρανός φαινόταν πιο καθαρός τώρα, είχαν περάσει και πολλές ώρες, βέβαια...
     Και έτσι, η Πίπη πήρε το μετρό του γυρισμού, και σκεφτόταν ότι τελικά την βροχή την γλίτωσε, και μήπως να πήγαινε και στο σούπερ μάρκετ; Αλλά άσε καλύτερα, ας μην το διακινδυνεύσει... Και πήρε το λεωφορείο του γυρισμού, και λίγο πριν φτάσει στην στάση της το παρμπρίζ του λεωφορείου γέμισε ψιλές-ψιλές σταγόνες.
     Και τότε η Πίπη σκέφτηκε ότι το ξόρκι - ή το βουντού - έφτανε στη λήξη του και τάχυνε το βήμα της. Και έφτασε στη Χώρα του διαμερίσματος χωρίς ομπρέλα, αλλά και χωρίς να έχει βραχεί, και έτσι εγώ βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω ότι η Πίπη σήμερα κατάφερε το ακατόρθωτο, γι'αυτήν, τουλάχιστον. Και έχω να δηλώσω, χωρίς αμφιβολία, ότι αν η Πίπη ήταν ξαδέρφη της Ποκαχόντας και είχε ινδιάνικο όνομα, θα μπορούσε - για σήμερα τουλάχιστον - να λέγεται Χωρίς Ομπρέλα Προχωρώντας.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Ειρήνη υμίν

     - Χορόνια πολλά! είπε ο καινούργιος.
     Ο παλιός δεν απάντησε.
     - Ωραία είναι εδώ, συνέχισε ο πρώτος. Θα περενάτε καλά.
     Ο παλιός δεν απάντησε και πάλι, μόνο που του έριξε μια λοξή ματιά.
     - Ξένος; ακούστηκε μια φωνή από το βάθος.
     Κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
     - Και από πού μας έρχεσαι, παληκάρι;
     - Ινδία.
     - Καλά το κατάλαβα εγώ, είπε ένας τέταρτος.
     - Χορόνια πολλά, χιριστουγεννιάτικη αγελάδα! είπε και πάλι ο καινούργιος.
     - Ε, όχι και αγελάδα, για πρόσεχε τα λόγια σου!
     - Στην πατιρίδα εμείς τις αγελάδες τις έχουμε ιερές, δεν το είπα για κακό.
     - Σκασίλα μας τι κάνετε στην πατρίδα σας, ακούστηκε κάποιος από το βάθος.
     - Έτσι και με ξαναπείς αγελάδα θα σε κλωτσήσω, να το ξέρεις!
     - Καλά, συγκωνώμη.
     Ο καινούργιος χαμογέλασε.
     - Μπορώ να καθήσω εδώ; ρώτησε.
     - Ε, όχι και δίπλα μου! ακούστηκε μια τσιριχτή φωνή. Να πας εκεί, πιο πέρα.
     - Μα εκεί είναι άκαρη, θα πέσω!
     - Να προσέχεις, να μην πέσεις!
     - Για στάσου, ρε φιλενάδα, τον διώχνεις από εσένα και τον στέλνεις δίπλα σε εμένα;
     - Ε, διώξ'τον κι εσύ!
     - Άκου, μεγάλε, εδώ δεν χωράς, πήγαινε πιο πέρα, να, εκεί πίσω που δεν φαίνεσαι, να έχεις και την ησυχία σου.
     - Ησυχία, κάποιος έρχεται! ακούστηκε μια φωνή.
     Όλοι, τόσο οι παλιοί όσο και ο καινούργιος, σταμάτησαν να μιλάνε. Τα φώτα άναψαν. Η Πίπη πλησίασε στο δέντρο.
     - Μα τι κακός χαμός γίνεται εδώ, είπε, όλα τα στολίδια είναι ανακατωμένα. Αφού τα έφτιαξα, πώς χάλασαν πάλι;
     Αλλά κανένα από τα στολίδια δεν της απάντησε. Η Πίπη άπλωσε τα χέρια της και άρχισε να ξανατακτοποιεί τα στολίδια, έτσι ώστε το δέντρο της να φαίνεται όμορφο από όλες τις πλευρές. Έπιασε και το καινούργιο στολίδι και το τοποθέτησε στην μέση του δέντρου, να φαίνεται καλά-καλά.
     Βλέπετε, από όταν η Πίπη πήγε να ζήσει στη Χώρα του διαμερίσματος, έχει ένα δικό της χριστουγεννιάτικο έθιμο: κάθε χρονιά αγοράζει ένα καινούργιο στολίδι, και έτσι ποτέ το δέντρο της δεν είναι ίδιο με το δέντρο της προηγούμενης χρονιάς. Έτσι και φέτος, αγόρασε την στολισμένη μπάλα από την Ινδία. Αλλά πού να το φανταστεί ότι το νέο στολίδι θα δημιουργούσε τόση φασαρία;
     Αφού, λοιπόν, η Πίπη τακτοποίησε τα στολίδια στο δέντρο, έσβησε το φως και βγήκε από το δωμάτιο. Και, όπως ήδη ξέρετε, κάθε φορά που η Πίπη σβήνει το φως, όλο και κάτι γίνεται στη Χώρα του διαμερίσματος. Έτσι και τώρα, με το που έσβησε η Πίπη το φως, τα στολίδια ξανάρχισαν να τσακώνονται.
     - Και τώρα τι θα γίνει, ρώτησε μία μεγάλη, κόκκινη μπάλα, εγώ θα έχω δίπλα μου αυτόν τον Ινδό;
     - Συγκωνώμη, είπε εκείνος, αλλά η Πίπη με έβαλε.
     - Ε, και τι μ'αυτό; Για πήγαινε πιο πέρα, θα πιάσουμε κοριούς.
     - Δηλαδή τι καταλαβαίνεις, πετάχτηκε μια χρυσή μπάλα, θα τον διώξεις από δίπλα σου να έρθει να σταθεί εδώ, δίπλα σε εμένα;
     - Δεν τον έστειλα δίπλα σου, πιο πέρα του είπα να πάει.
     - Μη με πλησιάζεις, είπε ένας τάρανδος και κλώτσησε νευρικά τα πίσω του πόδια.
     - Μη με κωλωτσήσεις, χιριστουγεννιάτικη αγελάδα, θα πάω μακαριά...
     - Δεν είμαι αγελάδα, σου είπα! Είμαι τάρανδος, τά-ραν-δος!
     - Συγκωνώμη, κύριε τά-ραν-δε, τι είναι τά-ραν-δος;
     - Εγώ είμαι τάρανδος, τι λέω τόση ώρα;
     - Εγώ δεν ήξερα, στην Ινδία τά-ραν-δος δεν υπάρεχει.
     - Παιδιά, ας ηρεμήσουμε λίγο, είπε ο ένας από τους δύο χιονάνθρωπους, αυτός με το καρότο στη μύτη.
     - Να ηρεμήσεις εσύ! φώναξαν τρεις μπάλες τρίδυμες, κόκκινες με χρυσά και πράσινα σχέδια.
     - Μη μιλάς έτσι στο φίλο μου, πετάχτηκε ο άλλος χιονάνθρωπος, αυτός με το σκουφί. Δεν φταίει εκείνος, αν η Πίπη μας έφερε κι άλλη χριστουγεννιάτικη μπάλα, αφού το ίδιο κάνει κάθε χρόνο. Εμείς οι πιο παλιοί το θυμόμαστε καλά.
     - Τι θα πει παλιός και καινούργιος; Τι θέλεις να πεις με αυτό, ότι είσαι καλύτερος από εμάς; ρώτησε ένα σπιτάκι.
     - Το ποιος είναι καλύτερος έτσι κι αλλιώς το ξέρουμε, είπε και μια μικρή, πλεκτή κάλτσα.
     - Τι εννοείς; ρώτησε ένα αγγελάκι.
     - Εννοώ ότι κάποιο στολίδι που έχει φτιαχτεί από τα χέρια της έχει σίγουρα μεγαλύτερη αξία από εκείνο που το έχει αγοράσει...
     - Το λες αυτό επειδή εσένα σε έφτιαξε! είπε ένα ψεύτικο μπισκοτάκι.
     - Το λέω απλώς επειδή είναι η αλήθεια.
     - Και τι θα γίνει τελικά με τον Ινδό;
     - Εγώ λέω... ξεκίνησε να μιλάει αυτός.
     - Εσύ να μη λες τίποτα, πρώτα να μάθεις να μιλάς. Ορίστε, έρχονται οι ξένοι και μας παίρνουν τις δουλειές...
     - Ναι, και είδες πώς η Πίπη τον έβαλε στην καλύτερη θέση; Άντε εμείς τώρα να πάμε στο πίσω μέρος του δέντρου, κι αν πέσει μια ματιά επάνω μας σε όλες τις γιορτές τυχεροί θα είμαστε.
     - Ε, εντάξει, αυτό διορθώνεται... είπε συνωμοτικά μία χρυσή μπάλα.
     - Τι θέλεις να πεις;
     - Ε, να, ψηλά είναι, καινούργιος είναι, δεν ξέρει τα κατατόπια, εύκολα θα μπορούσε να στραβοπατήσει και να πέσει...
     - Ιιιι! έκανε μία μικρή μπαλίτσα, θέλεις να πεις να κάνουμε φόνο;
     - Ε, όχι και φόνο, βρε παιδιά, είπε ένας Άγιος Βασίλης, γιορτές είναι, ντροπή!
     - Εσύ να κλείσεις τα αυτιά σου, να μην ακούς!
     - Θα ξεσπάσεις και στον Άγιο Βασίλη τώρα;
     - Αφού λέει βλακείες!
     - Και σοβαρά τώρα, προτείνεις να τον βγάλουμε από τη μέση τον Ινδό;
     - Ε, τι άλλο μας μένει να κάνουμε; Αλλιώς θα μονιμοποιηθεί εδώ και δεν τον ξεκολλάει κανένας. Αν και, τώρα που το σκέφτομαι, οι Ινδοί είναι πολύ ανθεκτικοί, λόγω της γιόγκα.
     - Α, κσέρω γιόγκα, είπε ο Ινδός. Στην πατιρίδα μου, όλοι μαθαίνουν. Εγώ, δέκα χορόνια σουπουδάζω. Είμαι πολύ καλός.
     - Τι σας έλεγα; Δεν θα πάθει τίποτα.
     - Γιατί δε φεύγεις μόνος σου, να τελειώνουμε; ρώτησε μια μπάλα άσπρη και κόκκινη τον Ινδό. Αφού το βλέπεις, δεν ταιριάζεις μαζί μας.
     - Μα και εγώ κόκκινο χωρώμα έχω.
     - Δεν έχει σημασία, το δικό σου το κόκκινο με το δικό μου το κόκκινο δεν ταιριάζουν καθόλου!
     - Ούτε με το δικό μου ταιριάζεις!
     - Ούτε με το δικό μου!
     - Γιατί, σάμπως με το δικό μου ταιριάζει, νομίζεις;
     - Σας τσάκωσα! ακούστηκε ξαφνικά η φωνή της Πίπης και τα φώτα άναψαν. Τι κάνετε εδώ;
     Τα στολίδια δεν ήξεραν τι να απαντήσουν. Βλέπετε, δεν περίμεναν να τους την έχει στήσει έτσι η Πίπη.
     - Δεν ντρέπεστε, συνέχισε η Πίπη, να τσακώνεστε; Το δέντρο είναι αρκετά μεγάλο και σας χωράει όλους. Κι αν εγώ φέτος αποφάσισα να αγοράσω μία μπάλα από την Ινδία, εσείς θα πρέπει να την καλοδεχτείτε και όχι να την διώχνετε. Και τι πειράζει που είναι από την Ινδία; Κανονίστε την πορεία σας, αλλιώς δε σας βλέπω καλά. Στο δέντρο της Πίπης, ρατσισμοί δε χωράνε. Έγινα κατανοητή;
     Τα στολίδια δε μιλούσαν.
     - Έγινα κατανοητή; ξαναρώτησε η Πίπη.
     - Ναι, μουρμούρισαν τα στολίδια.
     - Έτσι μπράβο, είπε η Πίπη και έφυγε από το δωμάτιο, αφού έσβησε το φως.
     - Ειρήνη υμίν, είπε ένα μικρό αγγελάκι.
     - Σκάσε κι εσύ, του είπε μία από τις τρίδυμες.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Χώρος συνάντησης

     Σε ένα μέρος μακρινό, ίσως όχι και τόσο μακρινό όμως, υπάρχει ένα μικρό σπιτάκι. Μη νομίζετε, βέβαια, ότι επειδή είναι μικρό το σπιτάκι δεν είναι άξιο προσοχής. Ίσα-ίσα, που είναι πολύ όμορφο, και περιτριγυρίζεται από έναν κουκλίστικο κήπο. Όποιος τύχει και περάσει από εκεί δεν θα δει κανέναν να περιποιείται τον κήπο, ούτε να καθαρίζει το σπίτι, κι όμως το σπίτι φαίνεται πάντα καθαρό και ο κήπος φροντισμένος.
     Θα πίστευε, λοιπόν, κανείς, ότι το όμορφο αυτό σπιτάκι είναι έρημο. Κι όμως, εγώ που ξέρω κάτι παραπάνω, σας βεβαιώνω ότι το σπιτάκι κατοικείται. Και όχι απλώς κατοικείται, αλλά κατοικείται από πολλούς. Για την ακρίβεια, σε αυτό το μικρό σπιτάκι κατοικεί μια δεκαπενταμελής οικογένεια. Και μη με ρωτήσετε πώς το ξέρω, απλώς το ξέρω.
     Τώρα, βέβαια, μη μου πείτε, σας έχω εξάψει την περιέργεια. Είμαι σίγουρη ότι θέλετε να μάθετε και ποια οικογένεια κατοικεί στο σπιτάκι. Ε, λοιπόν, επειδή είμαι καλή θα σας πω: στο σπιτάκι αυτό κατοικεί μια δεκαπενταμελής οικογένεια κουνελιών. Και η οικογένεια αυτή δεν είναι άλλη από την οικογένεια του Κούνελου.
     Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να διευκρινίσω ότι ο Κούνελος στον οποίο αναφέρομαι δεν είναι ο Φονικός Κούνελος, για τον οποίο σας έχω ξαναμιλήσει, αν και έχω την αίσθηση ότι οι δυο τους πρέπει να είναι μακρινά ξαδέρφια. Ο Κούνελος στον οποίο αναφέρομαι δεν είναι άλλος από τον Κούνελο, τον φίλο της Αλίκης. Και μη ρωτήσετε "ποιας Αλίκης", είναι προφανές ότι δεν εννοώ τη Βουγιουκλάκη. Για την Αλίκη που πήγε στη Χώρα των Θαυμάτων μιλάω, αν μέχρι τώρα δεν είχατε καταλάβει.
     Είναι, βέβαια, αξιοπερίεργο ένας Κούνελος να κατοικεί σε σπίτι και όχι σε λαγούμι. Όμως, η αλήθεια είναι ότι το όμορφο σπιτάκι απλώς αποτελεί κάλυψη για το λαγούμι, όπου κατοικεί στην πραγματικότητα ο Κούνελος και η δεκαπενταμελής του οικογένεια.
     Κι αν ο Κούνελος μπήκε στον κόπο να φτιάξει ολόκληρο σπίτι, να ξέρετε ότι αυτό το έκανε για τη φίλη του την Αλίκη και για κανέναν άλλο. Βλέπετε, η Αλίκη δεν είναι πια ένα μικρό κοριτσάκι, έχει γίνει πια κοπέλα, και δεν είναι πρέπον για μια καθώς πρέπει δεσποινίδα να κυλιέται στα χώματα και να χώνεται σε λαγούμια, ακόμα κι αν είναι για να δει έναν καλό της φίλο...
     Έτσι, ο Κούνελος έφτιαξε αυτό το σπιτάκι ουσιαστικά για να δέχεται τις επισκέψεις της Αλίκης. Απόδειξη αυτού είναι ότι μέσα το σπίτι είναι εντελώς γυμνό, χωρίς έπιπλα, και το μόνο που υπάρχει είναι η τρύπα που οδηγεί στο λαγούμι της κουνελοοικογένειας.
     Όπως μπορείτε να φανταστείτε, η Αλίκη και ο Κούνελος συναντιούνται τακτικά, ειδικά όταν ο καιρός είναι καλός, και κάθονται στον όμορφο κήπο, ρεμβάζοντας και συζητώντας. Αρκετές φορές ο Κούνελος διοργανώνει και πάρτυ, με επίσημο προσκεκλημένο τον Καπελά, ο οποίος τώρα δεν φοράει ημίψηλο καπέλο όπως πρώτα. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, ο Καπελάς ανακάλυψε τους μπερέδες και τώρα φοράει μπερέ παντού, ακόμα και στα πάρτυ του Κούνελου. 
     Εκτός από τους μπερέδες ο Καπελάς ανακάλυψε και τον καπουτσίνο, τον οποίο τον πίνει αφού αφαιρέσει με το κουταλάκι όλο τον αφρό από επάνω. Άπειρες φορές του έχει εξηγήσει η Αλίκη ότι ο καπουτσίνο πίνεται μαζί με τον αφρό, αλλά καθώς εκείνος είναι ξεροκέφαλος δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη στον αιώνα τον άπαντα.
     Στα "πάρτυ καπουτσίνου" που διοργανώνει ο Κούνελος για τον Καπελά έρχονται κάποιες φορές και ο Τουίντλ-Νταμ και ο Τουίντλ-Ντι. Έχουν μεγαλώσει πια και έχουν και οι δύο στριφτό μουστάκι. Συνεχίζουν όμως να απολαμβάνουν την ποίηση, και έχουν φτιάξει μέχρι στιγμής 227 παραλλαγές του "Θαλάσσιου ελέφαντα και του ξυλουργού", τις οποίες απαγγέλλουν εναλλάξ. Η Αλίκη τους πρότεινε και άλλα θέματα, αλλά εκείνοι έχουν ιδιαίτερη αδυναμία, ο Τουίντλ-Νταμ στους θαλάσσιους ελέφαντες και ο Τουίντλ-Ντι στους ξυλουργούς, έτσι η θεματολογία παραμένει πεισματικά η ίδια. Για να μην τους προσβάλλουν, τόσο η Αλίκη όσο και ο Κούνελος, πάντα χειροκροτούν με ενθουσιασμό τις απαγγελίες των δύο αδελφών. Ο Καπελάς δεν χειροκροτάει ποτέ, καθώς είναι πάντα απασχολημένος με την αφαίρεση του αφρού από τον καπουτσίνο.
     Κάποιες φορές, η Αλίκη επισκέπτεται τον Κούνελο αργά το απόγευμα, και τότε το πάρτυ καπουτσίνου μετατρέπεται σε βραδιά ποτού. Ο Καπελάς δεν συμμετέχει, καθώς ο καπουτσίνο τού φέρνει ύπνο και συνήθως μετά τις 8 αποκοιμιέται επάνω στην καρέκλα του. Ο Κούνελος όμως, που είναι γερό ποτήρι, πίνει τον ένα καροτοχυμό με πάγο μετά τον άλλο. Η Αλίκη προτιμάει τα αλκοολούχα ποτά, καθώς τώρα δεν είναι πια ανήλικη. Πίνει πάντα μπράντυ με χυμό φραγκοστάφυλο, αλλά δεν το παρακάνει, πίνει το πολύ μέχρι δύο ποτήρια.
     Μερικές φορές, στις βραδιές ποτού παρίσταται και η γάτα Τσέσαϊρ, για την ακρίβεια παρίσταται το χαμόγελό της. Όταν η βραδιά είναι ξάστερη, το χαμόγελο της γάτας Τσέσαϊρ δεν μπορεί να κρυφτεί. Όταν, όμως, ο ουρανός είναι συννεφιασμένος, κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν εκτός από το χαμόγελό της, παρίσταται και η υπόλοιπη γάτα, κρυμμένη πίσω από τα σύννεφα.
     Έτσι ευχάριστα περνάει η ζωή στον όμορφο κήπο του Κούνελου, όταν συναντιέται με τη φίλη του την Αλίκη. Γι'αυτό, αν ποτέ περάσετε έξω από το όμορφο αυτό σπιτάκι, μην παραξενευτείτε αν δείτε τον Κούνελο με την Αλίκη να πίνουν καπουτσίνο ή ποτό. Ούτε να παραξενευτείτε αν δείτε τον Καπελά να φοράει μπερέ ή τους αδελφούς Τουίντλ να έχουν στριφτό μουστάκι. Και πολύ περισσότερο, μην παραξενευτείτε αν είναι βράδυ και δείτε το χαμόγελο της γάτας Τσέσαϊρ. Και, πού ξέρετε; Αν είστε τυχεροί, ίσως ο Κούνελος και η Αλίκη να σας καλέσουν και εσάς να τους κάνετε παρέα. Κι αν δεν φοβάστε μη λερωθείτε, ίσως ο Κούνελος σας επιτρέψει να μπείτε και μέσα στο λαγούμι του.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Ζήτημα ευγνωμοσύνης

     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας φτωχός ξυλοκόπος με τη γυναίκα του και τον μικρό του γιο. Οι τρεις τους ζούσαν φτωχικά, αλλά πολύ αγαπημένα. Η γυναίκα του ξυλοκόπου ήταν πολύ καλή μαγείρισσα και έφτιαχνε τα πιο νόστιμα φαγητά, ακόμα και με ελάχιστα υλικά, και ο ξυλοκόπος φρόντιζε πάντα να έχουν αρκετά ξύλα για το τζάκι τους. Όμως μια μέρα η γυναίκα του ξυλοκόπου αρρώστησε βαριά, και ύστερα από μερικές μέρες ο ξυλοκόπος και ο γιος του έμειναν μόνοι στον κόσμο.
     Όπως είναι λογικό, τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ για τον ξυλοκόπο και τον γιο του, αλλά αυτό δεν λιγόστεψε την αγάπη μεταξύ τους. Μόνο πως τώρα, δεν υπήρχε κανείς για να μπαλώσει τα ρούχα τους και για να μαγειρέψει ένα φαγητό της προκοπής, και ο μικρός γυρνούσε παντού με τρύπια ρούχα, με αποτέλεσμα τα άλλα παιδιά να τον κοροϊδεύουν, όταν τον έβλεπαν.
     - Μην στενοχωριέσαι, παιδί μου, του έλεγε ο πατέρας του, όσο υπάρχει αυτό εδώ το τσεκούρι να μη φοβάσαι τίποτα. Όσο υπάρχει το τσεκούρι, θα μπορούμε να βγάζουμε χρήματα για να ζούμε.
     Και συνέχισαν να ζούνε φτωχικά και αγαπημένα. 
     Πέρασαν μερικά χρόνια και ο μικρός μεγάλωσε και έγινε ένα καλόκαρδο αγόρι, που βοηθούσε όποιον έβλεπε ότι είχε ανάγκη. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι οι άλλοι το εκτιμούσαν. Ίσα-ίσα που δέχονταν τη βοήθεια που τους προσέφερε και ύστερα έκαναν ότι δεν τον ήξεραν.
     - Μην στενοχωριέσαι, του έλεγε ο πατέρας του. Έτσι είναι οι άνθρωποι, τι να κάνουμε;
     Η ζωή συνέχιζε να είναι πολύ δύσκολη για το αγόρι και τον πατέρα του και το μόνο που δεν έλειπε από το σπίτι τους ήταν τα ξύλα για το τζάκι. Ο ξυλοκόπος συνέχιζε να δουλεύει σκληρά, όπως και πρώτα, όμως τώρα κουραζόταν πολύ πιο εύκολα. Και μια μέρα ο ξυλοκόπος αρρώστησε πολύ βαριά, και όχι μόνο δεν ξανάγινε καλά, αλλά ύστερα από μερικές εβδομάδες πέθανε και άφησε τον γιο του μόνο κι αβοήθητο.
     Το αγόρι δεν ήξερε τι να κάνει. Λεφτά δεν είχε, φαγητό δεν είχε, άρχισε να πουλάει τα λίγα υπάρχοντά του για να μπορέσει να πάρει κάτι να φάει. Στην αρχή πούλησε το τραπέζι, ύστερα τις καρέκλες, μετά το κρεβάτι του... Και έφτασε μια μέρα, που το μόνο που του είχε μείνει ήταν το τσεκούρι του πατέρα του και ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί.
     Πώς θα πουλούσε, όμως, το τσεκούρι; Όχι, αυτό δεν μπορούσε να το κάνει. Το τσεκούρι ήταν η μόνη περιουσία του πατέρα του, και θυμόταν πάντα τα λόγια του. "Όσο υπάρχει το τσεκούρι, θα μπορούμε να βγάζουμε χρήματα για να ζούμε".
     - Θα γίνω και εγώ ξυλοκόπος! είπε το αγόρι και ξεκίνησε να πάει στο δάσος, να κόψει ξύλα.
     Εκεί που περπατούσε, συνάντησε ένα σκιουράκι.
     - Πεινάω! είπε το σκιουράκι.
     Το αγόρι δεν είχε τίποτα άλλο μαζί του, εκτός από το μπαγιάτικο ψωμί.
     - Δεν τρώω ψωμί εγώ, απάντησε το σκιουράκι, αλλά δεν πειράζει, η πρόθεση μετράει.
     - Ξέρεις πού θα βρω ένα ωραίο δέντρο, να το κόψω, να πάρω τα ξύλα, να τα πουλήσω, για να αγοράσω κάτι να φάω; ρώτησε το αγόρι.
     - Συνέχισε να προχωράς και μέσα στο δάσος θα βρεις το δέντρο που ζητάς, απάντησε το σκιουράκι και σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο πιο πέρα.
     Το αγόρι προχώρησε κι άλλο μέσα στο δάσος. Εκεί που περπατούσε, συνάντησε έναν σκαντζόχοιρο.
     - Πεινάω! είπε ο σκαντζόχοιρος.
     Το αγόρι πρόσφερε και στον σκαντζόχοιρο το ψωμί του, αλλά εκείνος αρνήθηκε.
     - Δεν πειράζει, η πρόθεση μετράει είπε ο σκαντζόχοιρος.
     - Ξέρεις πού θα βρω ένα ωραίο δέντρο, να το κόψω, να πάρω τα ξύλα, να τα πουλήσω, για να αγοράσω κάτι να φάω; ρώτησε το αγόρι.
     - Συνέχισε να προχωράς και θα το βρεις το δέντρο που ψάχνεις, απάντησε ο σκαντζόχοιρος. Βρίσκεται μέσα στο δάσος, θα το συναντήσεις το δίχως άλλο.
     Το αγόρι συνέχισε να περπατάει, και αφού περπάτησε ώρα πολλή, είδε ένα πολύ ωραίο και καμαρωτό δέντρο.
     - Να το δέντρο που έψαχνα, είπε το αγόρι. Θα κόψω πολλά ξύλα από αυτό.
     Αλλά μόλις σήκωσε το τσεκούρι ψηλά για να χτυπήσει το δέντρο, μια φωνή ακούστηκε:
     - Μη με χτυπήσεις! είπε η φωνή.
     Το αγόρι κοντοστάθηκε.
     - Ποιος μίλησε; ρώτησε.
     - Εγώ, το δέντρο. Σε παρακαλώ, μη με κόψεις! Μόλις πρόσφατα έγινα πατέρας. Άφησέ με να χαρώ τα παιδιά μου!
     - Έχεις παιδιά; ρώτησε το αγόρι. Πού είναι τα παιδιά σου;
     - Να, δεν τα βλέπεις; Είναι εκεί πέρα.
     Πράγματι, λίγο πιο πέρα υπήρχαν μερικά μικρά, τοσοδούλικα δεντράκια, που μόλις είχαν φυτρώσει.
     - Μη με κόψεις, ξαναείπε το δέντρο, και δεν θα το μετανιώσεις. Σε παρακαλώ, μην αφήσεις τα παιδιά μου ορφανά!
     Το αγόρι κατέβασε το τσεκούρι. Δεν μπορούσε να στερήσει από τα δεντράκια τον πατέρα τους. Αλλά τι θα έκανε; Πώς θα ζούσε; Πού θα κοιμόταν; Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.
     - Εντάξει, είπε στο δέντρο, δεν θα σε κόψω, όμως χρειαζόμουν τα ξύλα για να τα πουλήσω και να αγοράσω κάτι να φάω.
     - Ευχαριστώ, απάντησε το δέντρο. Είσαι καλός άνθρωπος. Σου υπόσχομαι ότι δε θα το μετανιώσεις που με άφησες να ζήσω.
     Το αγόρι δεν είπε τίποτα. Έπρεπε να βρει πού θα περάσει τη νύχτα του. Ήταν ήδη αργά και δεν προλάβαινε να γυρίσει στο χωριό του. Έφαγε το ψωμί του, τυλίχτηκε όσο καλύτερα μπορούσε στο φθαρμένο του πανωφόρι, κουλουριάστηκε όσο περισσότερο μπορούσε, και αποκοιμήθηκε στην κουφάλα ενός άλλου δέντρου.
     Το άλλο πρωί, όταν στο δάσος άρχισαν να ακούγονται τα κελαηδήματα των πουλιών, το αγόρι ξύπνησε. Δεν πίστευε αυτό που είδε. Δίπλα του ήταν αραδιασμένα τόσα ξύλα που δεν θα μπορούσε να τα κουβαλήσει ούτε αν δούλευε μια εβδομάδα συνέχεια! Και όχι μόνο αυτό. Δίπλα στο προσκεφάλι του βρήκε ένα σωρό καρύδια και βατόμουρα!
     - Ποιος τα έφερε αυτά; ρώτησε.
     - Είναι η ανταμοιβή σου, για την καλή σου την καρδιά, ακούστηκε η φωνή του δέντρου. Πάρε όσα ξύλα θέλεις, είναι όλα για εσένα.
     - Και αυτά; ρώτησε το αγόρι δείχνοντας τα καρύδια και τα βατόμουρα.
     - Αυτά τα έφεραν ένας σκίουρος και ένας σκαντζόχοιρος. Κάτι καλό θα έκανες και για εκείνους, φαντάζομαι.
     Το αγόρι δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο τυχερό ήταν. Έφαγε τα καρύδια και τα βατόμουρα και ύστερα σηκώθηκε για να πάρει τα ξύλα και να τα πάει στο χωριό. Όμως, μια σκέψη του ήρθε στο μυαλό του. Τι θα έκανε αν γυρνούσε στο χωριό του; Πώς θα τον αντιμετώπιζαν εκεί; Θα συνέχιζαν να τον κοροϊδεύουν για την φτώχεια του; Θα ξεπλήρωναν ποτέ την καλοσύνη του με ένα "ευχαριστώ", ένα χαμόγελο, μια χειραψία; Ίσως όχι. Ενώ εκεί, μέσα στο δάσος, ένα δέντρο και μερικά ζώα ήδη του είχαν δείξει περισσότερη ευγνωμοσύνη από όση είχε ποτέ ελπίσει.
     Τα ζύγισε, λοιπόν, τα πράγματα στο μυαλό του το αγόρι και το αποφάσισε. Κι από τότε, το καλόκαρδο αγόρι έμεινε για πάντα στο δάσος.
     Έτσι, αν κάποιος πάει στο δάσος και περπατήσει πάρα πολύ, θα βρει μία μικρή, κουκλίστικη, ξύλινη καλύβα, ανάμεσα στα δέντρα. Και μέσα στην καλύβα, αν χτυπήσει την πόρτα, θα βρει το αγόρι της ιστορίας, που τώρα πια δεν είναι αγόρι, είναι ολόκληρος άντρας. Και αν αυτός ο κάποιος έχει κάποιο πρόβλημα, ο άντρας αυτός θα τον βοηθήσει να το λύσει, χωρίς να περιμένει ανταμοιβή. Ή αν πεινάει, θα του δώσει να φάει καρύδια και φρούτα του δάσους, που του φέρνουν κάθε πρωί τα σκιουράκια και οι σκαντζόχοιροι, χωρίς να ζητήσει πληρωμή. Κι αν του ζητήσει μια συμβουλή, ο άντρας θα τον συμβουλέψει να μένει πάντα κοντά σε εκείνους που δείχνουν ευγνωμοσύνη, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Και, σίγουρα, θα δει και το τσεκούρι του άντρα, ακουμπισμένο σε μία γωνιά, δίπλα στο αναμμένο τζάκι.

     ΥΓ: Η φωτογραφία δείχνει ένα από τα παραμυθένια σπίτια που κατασκευάζει ο αμερικανός Dan Pauly, τα οποία τα είδα σε ανάρτηση στο Facebook. Καθώς γνωρίζω την προέλευση της φωτογραφίας, θεωρώ υποχρέωσή μου να αναφέρω την πηγή. Τέτοια σπίτια ζητάνε από μόνα τους να τους αφιερώσεις μια ανάρτηση.