Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Ερωτική φωλιά

     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας τιμημένος Σαμουράι, που τον έλεγαν Σι Ρόκο. Ο Σι Ρόκο ήταν ο πιο αγαπημένος Σαμουράι του αυτοκράτορα, άσος στις πολεμικές τέχνες, δυνατός πολεμιστής, αλλά και τίμιος και εγκρατής άνθρωπος.
     Ο Σι Ρόκο εκτελούσε όλα τα καθήκοντά του με προσήλωση, και κουβαλούσε πάντα μαζί του το τιμημένο σπαθί του πατέρα του, μέσα στην ασημένια, πλουμιστή του θήκη. Και ο πατέρας του Σι Ρόκο ήταν Σαμουράι, και ο παππούς του το ίδιο, και ο προπάππος του ακόμα, Σαμουράι ήταν και εκείνος.
     Ο Σι Ρόκο ήταν πολύ τυπικός στις υποχρεώσεις του και το σπαθί του ήταν πάντα καλογυαλισμένο και κοφτερό. Χτένιζε τα μαλλιά του κατά τον πανάρχαιο τρόπο, φορούσε την στολή του σωστά, γνώριζε τέλεια καλλιγραφία και επίσης ήξερε να απαγγέλλει απέξω κι ανακατωτά τον αποτελούμενο από 15.000 στίχους "Ύμνο στον αυτοκράτορα", που αποτελούσε και τον επίσημο ύμνο της χώρας. Όσο κι αν ήταν έξυπνος, δεν μιλούσε ποτέ αν δεν είχε τίποτα καλό να πει. Ο αυτοκράτορας τον αγαπούσε ιδιαίτερα για αυτό το χαρακτηριστικό του, και εκτιμούσε πολύ την γνώμη του.
     Μια μέρα που ο Σι Ρόκο πήγαινε στο παλάτι, περνώντας έξω από ένα σπίτι άκουσε ένα τραγούδι και κοντοστάθηκε να ακούσει καλύτερα. Η φωνή που τραγουδούσε το τραγούδι τον μάγεψε. Ρώτησε και έμαθε ότι το σπίτι αυτό ήταν μια οκίγια, ένα σπίτι γκεϊσών δηλαδή, και η κοπέλα που τραγουδούσε λεγόταν Μιντόρι και ήταν μάικο, δηλαδή μαθητευόμενη γκέισα. Ο Σι Ρόκο πέρασε όλη εκείνη τη μέρα κάτω από το παράθυρο της Μιντόρι, ακούγοντας το όμορφο τραγούδι της, και ξέχασε να πάει στο παλάτι. Ευτυχώς που ο αυτοκράτορας του είχε αδυναμία, αλλιώς ο Σι Ρόκο θα έπρεπε να περιμένει μία αυστηρότατη τιμωρία, που δεν πήγε στο παλάτι εκείνη τη μέρα.
     Το γεγονός πάντως ήταν ότι ο Σι Ρόκο ήταν σφόδρα ερωτευμένος με τη Μιντόρι, και δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του. Έψαχνε κάθε είδους αφορμή να περάσει έξω από την οκίγια όπου μαθήτευε η αγαπημένη του, και αν τυχόν δεν άκουγε τη φωνή της, έπεφτε σε μελαγχολία και έχανε την όρεξή του. Όμως και η Μιντόρι έμαθε από τις άλλες μάικο ότι είχε έναν φανατικό θαυμαστή και προσπαθούσε να τραγουδάει τα πιο ωραία τραγούδια που γνώριζε. Έτσι, σιγά-σιγά και χωρίς να το συνειδητοποιήσει, και η Μιντόρι ερωτεύτηκε τον Σι Ρόκο, και το τραγούδι της απόκτησε ένα πάθος που κανείς μέχρι τότε δεν είχε ακούσει.
     Τώρα ξέρω τι θα μου πείτε. Θα μου πείτε ότι ούτε ο Σι Ρόκο είχε δει τη Μιντόρι, ούτε η Μιντόρι είχε δει το Σι Ρόκο. Και θα αναρωτηθείτε: πώς έγινε και αγαπήθηκαν οι δυο τους, αφού δεν είχαν ιδωθεί ποτέ; Μα, ξεχνάτε ότι ο έρωτας είναι τυφλός;
     Ερωτεύτηκαν, λοιπόν, οι δύο νέοι, και μια μέρα ο Σι Ρόκο αποφάσισε να στείλει στη Μιντόρι, μέσα σε μια βελούδινη θήκη, μία μικρή τούφα από τα μακριά, μαύρα του μαλλιά, την οποία είχε κόψει ο ίδιος πολύ προσεκτικά, για να μη χαλάσει την κόμμωση του Σαμουράι. Αυτό ήταν απόδειξη υπέρτατου έρωτα, και η Μιντόρι, σε ανταπόδωση της χειρονομίας του Σι Ρόκο, του έστειλε το αγαπημένο της χτένι, που ήταν στολισμένο με πέντε μικρά μαργαριτάρια.
     Όπως ήταν λογικό, από εκείνη τη μέρα ο Σι Ρόκο άρχισε να πετάει στα σύννεφα. Καθυστερούσε στα ραντεβού του, ήταν αφηρημένος, και όσοι τον πρόσεχαν διέκριναν ένα αμυδρό χαμόγελο στις άκρες των χειλιών του. Μα και η Μιντόρι δεν πήγαινε πίσω, και η πρόοδός της στην εκμάθηση του  σαμισέν είχε αρχίσει να επιβραδύνεται, για να μην πούμε ότι μια μέρα, στο μάθημα της τελετουργίας του τσαγιού, άδειασε κατά λάθος το φλιτζάνι με το καυτό τσάι επάνω στη δασκάλα της, με αποτέλεσμα να της λερώσει το κιμονό.
     Μια μέρα, ο αυτοκράτορας κάλεσε το Σι Ρόκο στο παλάτι. Ο Σι Ρόκο πήρε το τιμημένο του σπαθί και πήγε. Γονάτισε προσεκτικά, και υποκλίθηκε. Τότε ο αυτοκράτορας του είπε ότι ήθελε να τον στείλει σε μια ιδιαίτερη αποστολή. Υπήρχε, του είπε, μία μάικο, η οποία σύντομα θα γινόταν γκέισα, και της οποίας ήθελε να γίνει επίσημος προστάτης. Γι'αυτό ήθελε να στείλει το Σι Ρόκο ως απεσταλμένο, για να ενημερώσει την οκίγια για την πρόθεσή του, και να επιληφθεί των διαδικασιών ούτως ώστε η κοπέλα, όταν θα γινόταν γκέισα, να μετακομίσει στο παλάτι ως η επίσημη γκέισα του αυτοκράτορα.
     Ο Σι Ρόκο άκουσε τον αυτοκράτορα προσεκτικά και πολύ δύσκολα κατάφερε να κρύψει την ταραχή του όταν άκουσε για ποια μάικο επρόκειτο. Έπρεπε, όμως, να εκτελέσει τις εντολές που είχε λάβει, έτσι υπαγόρευε ο κώδικας τιμής των Σαμουράι. Έτσι, πήγε στην οκίγια και ενημέρωσε την ονέ σαν για την πρόθεση του αυτοκράτορα σχετικά με τη Μιντόρι. Η ονέ σαν δήλωσε ότι ήταν πρόθυμη να αποχωριστεί την Μιντόρι, όταν θα γινόταν γκέισα, ύστερα από μερικές εβδομάδες, και ότι η ίδια θα ενημέρωνε την τυχερή μάικο για την επιθυμία του αυτοκράτορα.
     Βέβαια, όπως μπορείτε να φανταστείτε, ούτε η Μιντόρι ενθουσιάστηκε με τα νέα, καθώς ο αυτοκράτορας ήταν ο πιο ισχυρός άντρας της χώρας, και σίγουρα θα επιδίωκε να μετατρέψει τη Μιντόρι σε κάτι παραπάνω από μια απλή γκέισα, στερώντας της έτσι την πιθανότητα μίας σχέσης με τον αγαπημένο της Σι Ρόκο. Ενώ, λοιπόν, στο άκουσμα της είδησης από την ονέ σαν υποκλίθηκε ελαφρά, σύμφωνα με το πρωτόκολλο, το βράδυ στο δωμάτιό της έκλαψε σιωπηλά, άνευ πρωτοκόλλου.
     Οι μέρες περνούσαν και η μέρα που η Μιντόρι θα μετέβαινε στο παλάτι πλησίαζε απελπιστικά γρήγορα, και οι δύο ερωτευμένοι βρίσκονταν σε απόγνωση. Και τότε ήταν που η απόγνωση οδήγησε το Σι Ρόκο σε μία κίνηση εντελώς απρόβλεπτη για εκείνον, κόντρα σε όλους τους κανόνες ηθικής: πρότεινε στη Μιντόρι να το σκάσουν μακριά οι δυο τους. Και τότε ήταν που η απόγνωση οδήγησε τη Μιντόρι σε μία κίνηση εντελώς άσχετη με την ηθική της: δέχτηκε την πρόταση του Σι Ρόκο.
     Και μία νύχτα σκοτεινή, που το φεγγάρι ήταν τόσο λεπτό όσο τα σχιστά μάτια της Μιντόρι, οι δύο ερωτευμένοι συναντήθηκαν λίγο έξω από τη συνοικία της, και έφυγαν επάνω σε δύο άλογα, φορτωμένοι με λίγα υπάρχοντα. Και ο Σι Ρόκο είχε ήδη κόψει τα μαλλιά του, ενώ η Μιντόρι ήταν εντελώς αμακιγιάριστη και φορούσε το πιο απλό κιμονό της, και όταν ξημέρωσε η μέρα ο Σι Ρόκο και η Μιντόρι κοιτάχτηκαν για πρώτη φορά και ερωτεύτηκαν ξανά.
     Και συνέχισαν τον δρόμο τους χωρίς να σταματήσουν στιγμή, μόνο το βράδυ σταματούσαν στο δάσος για να ξεκουράσουν τα άλογά τους. Και κάποτε έφτασαν ψηλά σε ένα βουνό, όπου τον αυτοκράτορα δεν τον είχαν δει ποτέ και μόνο ακουστά τον είχαν, και αποφάσισαν να μείνουν εκεί. Έτσι, έφτιαξαν ένα μικρό σπιτάκι, πολύ μίνιμαλ, με έναν εξίσου μίνιμαλ κήπο, που ήταν σαν ζωγραφιά. 
     Αλλά ακόμα φοβούνταν μήπως τους ανακαλύψουν οι άντρες του αυτοκράτορα, και έφτιαξαν στο σπίτι και μία σοφίτα με κρυφή είσοδο, για να κρύβεται η Μιντόρι αν τυχόν εμφανιζόταν κάποιος άγνωστος στην πόρτα τους. Και το σπαθί του ο Σι Ρόκο το έθαψε κάτω από τα θεμέλια του σπιτιού, χωρίς τη θήκη του, βέβαια, την οποία την είχε πουλήσει σε κάποιο από τα πρώτα χωριά από τα οποία είχαν περάσει. Και η Μιντόρι είχε πουλήσει και εκείνη τα χτένια της και τα κιμονό της, και ποιος θα τους υποπτευόταν τώρα, που ο Σι Ρόκο άφησε και μουστάκι;
     Και από τότε, ο Σι Ρόκο και η Μιντόρι ζουν αγαπημένοι μαζί, στο όμορφο σπιτάκι τους ψηλά, στο βουνό. Και αν περάσετε τη μέρα από εκεί, το σπιτάκι θα το βρείτε έρημο, κι αν χτυπήσετε την πόρτα, δεν θα σας ανοίξει κανείς. Αν όμως περάσετε από εκεί το βράδυ, θα δείτε καπνό να βγαίνει από την καμινάδα του. Κι αν πλησιάσετε πιο κοντά, ίσως ακούσετε και μια γλυκιά φωνή να τραγουδάει. Κι αν πλησιάσετε ακόμα πιο κοντά και κοιτάξετε από το ελαφρά φωτισμένο παράθυρο, θα δείτε ένα ζευγάρι να πίνει το τσάι του μαζί. Και θα εντυπωσιαστείτε από τη χάρη της γυναίκας που θα σερβίρει το τσάι, και ίσως, κάποιοι από εσάς, να αναγνωρίσετε την πατροπαράδοτη τελετουργία του τσαγιού.
     Και θα είναι μια πραγματικά όμορφη εμπειρία, ιδιαίτερα αν το φεγγάρι είναι λεπτό, σαν τα σχιστά μάτια της Μιντόρι.

14 σχόλια:

  1. Πόσο όμορφη η ιστορία σου!
    Κόντρα στους κανόνες και στα πρωτόκολλα, η αγάπη νικά, αν της δώσουμε μια ευκαιρία να το κάνει!
    Καλό βράδυ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία μου. Προσπάθησα να είναι αντάξια του σπιτιού της φωτογραφίας.
      Καλό βράδυ και καλό Σ/Κ και σε εσένα.

      Διαγραφή
  2. Έγραψες την... αληθινή ιστορία του σπιτακίου!!!!! Πολύ ωραία ιδέα! Pipi, μ' αρέσεις!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, είδες; Μα, το σπίτι φώναζε από μόνο του: "Σαμουράι, Σαμουράι, Σαμουράι"...
      Φιλιά και καλό Σ/Κ

      Διαγραφή
  3. Αααααααααααααχ, αυτοί είναι έρωτες!!!
    Θα πάω μια νύχτα στο σπίτι. Για τσάι. Ελπίζω να με τρατάρουν και κανένα βουτηματάκι!
    Καλό Σαββατοκύριακο Πίππι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ε, πιστεύω άλλη μία κούπα θα την έχουν, τι στο καλό, φοβάμαι όμως ότι βουτήματα δεν θα υπάρχουν, γι'αυτό καλό θα είναι να φέρεις τα δικά σου. Στην ανάγκη, πάρε μαζί σου δυο-τρεις αυγοφέτες.
      Φιλιά και καλό Σ/Κ και σε εσένα

      Διαγραφή
    2. Καλά λες. Θα έπαιρνα κάτι φυσικά, δεν θα πήγαινα με άδεια χέρια πρώτη φορά σε ξένο σπίτι, αλλά έλεγα να πάρω το φυτόν φίκος!
      Παρόλα αυτά, θα πάω και το φυτόν φίκος και βουτήματα!
      Θα πάρω και αβγά μαζί μου, να τους φτιάξω εκεί αβγοφέτες!
      Μιλ μερσί για την ιδέα!

      Διαγραφή
    3. Καλέ, εσύ δεν θα είσαι απλή επισκέπτρια, κέτερινγκ μετά φυτωρίου θα είσαι! Αλλά άμα ο άνθρωπος είναι πληθωρικός...
      Χαίρομαι που σε βοήθησε η ιδέα μου, από ιδέες είμαι γεμάτη.
      Φιλάκια

      Διαγραφή
  4. Μου φαίνεται το έχω παρακάψει με τους ρεαλισμούς και περίμενα τουλάχιστον σφαγή στο τέλος. Αντ΄αυτού μια ευχάριστη έκπληξη.

    Πάω να βάλω τσάι!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να βάλεις τσάι, ζεις και στην κατάλληλη χώρα.
      Καλό βράδυ!

      Διαγραφή
  5. Έχοντας διαβάσει (και δει) το ημερολόγιο μιας γκέισας που λατρεύω (βιβλίο και ταινία) να σου πω ότι με ταξίδεψες σε μια κουλτούρα τόσο διαφορετική κι άγνωστη σε μας, αλλά το ίδιο πετυχημένα :))
    Και λάτρεψα την ιστορία σου για τη γλυκύτητα και την τρυφερότητα που αναδύεται, για το μελωδικό τραγούδι που έφθασε ως εδώ, για την ικανότητα σου να μου δώσεις δυνατές εικόνες, τόσο που είδα την γκέισα και το Σαμουράι, ταυτίστηκα με τον έρωτα τους και νομίζω ότι θα διαβάσω πάλι το Ημερολόγιο...

    Να'σαι καλά Πίπη μου! :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Την ταινία την έχω δει κι εγώ και η αλήθεια είναι ότι πέρασε λίγο από το μυαλό μου καθώς έγραφα την ιστορία. Χαίρομαι που σου άρεσε.
      Να έχεις μια όμορφη Κυριακή. Φιλάκια

      Διαγραφή
  6. πολύ μου άρεσε η ιστορία σου Πίπη!! ρομαντική! καλά ξηγήθηκε ο σαμουράι! άσε δε που ο σχιστομάτικος πολιτισμός πολύ μου αρέσει!! σαμουράι, γκέισες κλπ, τσάγια, αριθμολογία... καλό απόγευμα!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έτσι είναι, evonita μου, οι Σαμουράι είναι ξηγημένα παληκάρια, τίμια και με αρχές. Χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία μου.
      Πολλά φιλιά

      Διαγραφή

To comment or not to comment? That is the question