Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Ανεπιτυχής εκστρατεία

     Ο μεγάλος θαλασσοπόρος Ενδυμίων ήταν ο αγαπημένος θαλασσοπόρος της Βασίλισσας, ένας από τους λίγους κοινούς θνητούς που η Βασίλισσα επέτρεπε να τρώνε μαζί της στο ίδιο τραπέζι, σε απόσταση μικρότερη των δέκα μέτρων. Η Βασίλισσα τον εκτιμούσε πολύ και λάτρευε τα πικάντικα ανέκδοτα που της διηγόταν, ανέκδοτα που ανέδιδαν αρμύρα και περιπέτεια και που την έκαναν να κοκκινίζει ελαφρά.
     Όμως, τον τελευταίο καιρό, κάτι τον είχε πιάσει τον Ενδυμίωνα. Θέλετε ο πολύς καιρός που είχε περάσει από το τελευταίο του ταξίδι, θέλετε οι πολλές επισκέψεις του στην τεράστια βιβλιοθήκη του παλατιού, τον τελευταίο καιρό ήταν πολύ σκεπτικός και τα ανέκδοτα που έλεγε είχαν περιοριστεί στο ελάχιστο. Εμφανιζόταν, βέβαια, ανελιπώς στο παλάτι και έτρωγε με όρεξη το φαγητό του, αλλά τα μεσημέρια χανόταν σε μεγάλους περιπάτους στον κήπο του παλατιού και ξεχνούσε την απογευματινή παρτίδα σκάκι, που έπαιζε με το Βασιλιά, αναγκάζοντάς τον (το Βασιλιά), να στέλνει να τον φωνάζουν.
     Τόσο ο Βασιλιάς, όσο και η Βασίλισσα, ήταν λεπτοί άνθρωποι και δεν έθιξαν το θέμα στον Ενδυμίωνα. Ήρθε, όμως, η μέρα που ο τρανός θαλασσοπόρος τους αποκάλυψε αυτό που τον απασχολούσε. Ήθελε, τους είπε, να ναυλώσει μερικά καράβια και να ανοιχτεί στις θάλασσες, με σκοπό να ανακαλύψει νέες χώρες και να τις χαρίσει στη Βασίλισσά του.
     Ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα πίστευαν ότι όλες οι χώρες είχαν πια ανακαλυφτεί και είχαν και χάρτη που το αποδείκνυε, όμως ο Ενδυμίωνας ήταν πεπεισμένος για το αντίθετο, και κάθε μέρα τους πιπίλιζε το μυαλό με τις ιδέες που είχαν φωλιάσει στο μυαλό του, τόσο που η Βασίλισσα σκέφτηκε να του απαγορεύσει την είσοδο στο παλάτι. 
     Από την άλλη, μερικές νέες χώρες θα ήταν ένα πρώτης τάξης δώρο γενεθλίων, μια που τα γενέθλιά της πλησίαζαν και, σύμφωνα με τον Ενδυμίωνα, η κατάκτηση των νέων χωρών ήταν ζήτημα λίγων μηνών. Βέβαια, ήταν και το οικονομικό στη μέση: μερικά καράβια πλήρως εξοπλισμένα κόστιζαν πολύ ακριβά, και θα της χαλούσαν τα σχέδια για μια μικρή επέκταση τριάντα δωματίων που σκόπευε να κάνει στο παλάτι, για να χωράνε πιο άνετα, καθώς η πρόσφατη γέννηση του μοναχογιού της είχε δημιουργήσει την ανάγκη για περισσότερο χώρο... 
     Αποφάσισε, λοιπόν, να χρηματοδοτήσει μεν το ταξίδι του Ενδυμίωνα, αλλά του είπε ότι ήταν διατεθειμένη να ναυλώσει ένα πλοίο μόνο. Αν εκείνος χρειαζόταν κι άλλα, ας τα έβρισκε μόνος του.
     Έτσι, ο Ενδυμίωνας απευθύνθηκε στους άλλους θαλασσοπόρους φίλους του, και τελικά κατάφερε να σχηματίσει έναν μικρό στόλο. Μπροστά, λοιπόν, πήγαινε ένα μικρό πλοιαράκι, η Σαπουνάδα, με αρχηγό τον καπετάν Φούσκα, άσο στους ελιγμούς, ακολουθούμενο από την καραβέλα του Ενδυμίωνα, τη Νηνεμία, που έπλεε καμαρωτή-καμαρωτή, με το φουσκωμένο γκρίζο, ριγέ πανί της. Πίσω από τη Νηνεμία ερχόταν η Νεφέλη, το μεγάλο πλοίο του καπετάν Νύστα με το τεράστιο, λευκό πανί του, και ύστερα από τη Νεφέλη, ερχόταν η Σαΐτα, που είχε τους πιο γερούς και δυνατούς ναυτικούς από όλα τα καράβια του στόλου του Ενδυμίωνα. Τελευταίες στη σειρά ήταν η Μπιάνκα και η Μπιανκούλα, και οι δυο του καπετάν Λουλάκη, παιδικού φίλου του Ενδυμίωνα και εξαίρετου ξιφομάχου.
     Ξεκίνησε, λοιπόν, η πομπή των πλοίων και η Βασίλισσα κατέβηκε η ίδια στο λιμάνι και κούνησε το δαντελένιο της μαντήλι για δέκα ολόκληρα δευτερόλεπτα, ευχόμενη ταχεία επιστροφή και ευόδωση των σχεδίων του Ενδυμίωνα.  Και ύστερα επέστρεψε στο παλάτι, για να δει τι θα έκανε με την επέκταση, εντάξει, δε θα ήταν τριάντα τα δωμάτια, αλλά είκοσι οπωσδήποτε έπρεπε να είναι.
     Και τα έξι πλοία όλο και απομακρύνονταν από την ξηρά, μέχρι που έπαψαν να τη βλέπουν και το μόνο που έβλεπαν οι θαλασσοπόροι γύρω-γύρω ήταν το βαθύ μπλε της θάλασσας. Και τη μέρα ο άνεμος φούσκωνε τα πανιά και τα πλοία έτρεχαν επάνω στα κύματα, και το βράδυ ο Ενδυμίωνας περνούσε από πλοίο σε πλοίο και φούσκωνε τα μυαλά των ναυτικών με τα πλούτη που θα συναντούσαν στο τέλος του ταξιδιού τους, δίνοντάς τους δύναμη και κουράγιο, και κερδίζοντας στο μεταξύ μικρές περιουσίες από τους άλλους καπετάνιους, σε ολονύκτιες παρτίδες μπριτζ.
     Και ο καιρός περνούσε, και τα γενέθλια της Βασίλισσας έφτασαν, αλλά νέα από τον Ενδυμίωνα δεν υπήρχαν, και ο μοναχογιός της έβγαλε δοντάκια και άρχισε να περπατάει και να δαγκώνει όλα τα έπιπλα του παλατιού, αυξάνοντας κατακόρυφα τα έξοδα της Βασίλισσας. 
     Κι άλλος καιρός πέρασε, και οι επεκτάσεις στο παλάτι ολοκληρώθηκαν και η Βασίλισσα ρωτούσε όποιον καπετάνιο έπιανε λιμάνι εκεί μήπως είδε τον Ενδυμίωνα με τα καράβια του, αλλά κανείς δεν τον είχε δει. Και ο μοναχογιός της Βασίλισσας μεγάλωσε και άρχισε να κάνει μαθήματα με προσωπικούς δασκάλους, και η Βασίλισσα μετάνιωσε πραγματικά για τα χρήματα που είχε δαπανήσει για το πλοίο του Ενδυμίωνα, τόσα λεφτά κόστιζαν τα ιδιαίτερα...
     Και ένας μάντης που πέρασε από εκεί τους είπε ότι ο Ενδυμίωνας ζούσε και βασίλευε, αλλά ότι είχε πέσει σε κυκλώνες και σε τυφώνες και ότι είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος του στόλου του και είχε χάσει και τον αστρολάβο του και θα δυσκολευόταν πολύ να επιστρέψει. Και ο μοναχογιός της Βασίλισσας, που τώρα πια ήταν σε ηλικία γάμου, είπε στη μητέρα του ότι ήθελε ένα δικό του παλάτι, για να μείνει με τη γυναίκα του, όταν θα παντρευόταν. 
     Και η Βασίλισσα έβγαλε χαρτί και μολύβι και έκανε τους υπολογισμούς της, και ξαναμετάνιωσε για τα χρήματα που είχε δαπανήσει για το πλοίο του Ενδυμίωνα, και είπε πως πολύ ακριβά τα είχε πληρώσει τα ανέκδοτά του και ότι πιθανότατα ο μάντης δεν είχε δει σωστά και ο Ενδυμίωνας είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης, και μαζί με αυτόν είχαν εξαφανιστεί και η καραβέλα του και οι νέες χώρες που είχε υποσχεθεί. 
     Και ορκίστηκε να μην προσκαλέσει θαλασσοπόρο ξανά στο παλάτι, ούτε καν για καφέ, ακόμα κι αν της έταζε να κατακτήσει, για χάρη της, το ίδιο το φεγγάρι!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To comment or not to comment? That is the question