Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Κουσκουσιάρες κολλητές

     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό της Αφρικής, ζούσαν δύο φίλες. Οι δύο φίλες είχαν μεγαλώσει μαζί, όπως συνηθίζεται στα μικρά χωριά της Αφρικής και όχι μόνο, και γι'αυτό ήταν και αχώριστες. Όπου πήγαινε η Μπέντε, πήγαινε και η Ούντε.
     Η Μπέντε και η Ούντε ήταν πολύ όμορφες και από καλές οικογένειες, και δεν άργησαν να παντρευτούν τους δύο καλύτερους κυνηγούς του χωριού. Οι γάμοι τους έγιναν με μεγάλες επισημότητες και οι ήχοι από τα ταμ-ταμ που ανακοίνωναν το χαρμόσυνο γεγονός έφτασαν στα πέρατα της ηπείρου. Η Μπέντε και η Ούντε έβγαλαν τις κοριτσίστικες φορεσιές τους και φόρεσαν αυτές των παντρεμένων γυναικών. Και πριν περάσει πολύς καιρός, απόκτησαν από ένα γλυκύτατο, σγουρομάλλικο μωράκι και έγιναν μανούλες.
     Όμως, όσο όμορφες και καλές και αν ήταν η Μπέντε και η Ούντε, είχαν και ένα "μικρό ελάττωμα": ήταν κουτσομπόλες. Ό,τι κι αν συνέβαινε, λοιπόν, στο χωριό, ήταν του άμεσου ενδιαφέροντός τους. Αν ακουγόταν κάποιος τσακωμός, παρατούσαν ό,τι έκαναν και έτρεχαν αμέσως να δουν τι συνέβαινε. Πολλές φορές έκαψαν το φαγητό στο τσουκάλι και πολλές φορές η καλύβα τους κινδύνεψε να πάρει φωτιά, και πολλές φορές άφησαν την καλύβα τους ασυγύριστη, για να τρέξουν να μάθουν ποιος τσακωνόταν με ποιον και γιατί.
     Αλλά και κάθε φορά που συναντιούνταν οι δυο τους, είτε στον δρόμο για το ποτάμι, όπου πήγαιναν να πλύνουν τα ρούχα, είτε στον δρόμο για την αγορά, όπου πήγαιναν να πουλήσουν λαχανικά, στέκονταν με τις ώρες και κουτσομπόλευαν, και δεν σταματούσαν, παρά μόνο όταν ερχόταν κάποιος να τις φωνάξει.
     Ήταν πάρα πολύ συνηθισμένο θέαμα οι δύο φίλες, κουβαλώντας από ένα μεγάλο καλάθι στο κεφάλι, πότε γεμάτο με ρούχα που πήγαιναν να πλυθούν στο ποτάμι, πότε με λαχανικά που πήγαιναν να πουληθούν στην αγορά, να στέκονται με τις ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο και να συζητάνε.
     - Αχ, έλεγε ο άντρας της Μπέντε, πότε θα μαζευτεί αυτή η γυναίκα; Πότε θα γυρίσω στο σπίτι από το κυνήγι και θα βρω το φαγητό μαγειρεμένο;
     - Αχ, έλεγε και ο άντρας της Ούντε, πότε θα μαζευτεί αυτή η γυναίκα; Πότε θα συμμαζέψει λίγο το σπίτι, πότε θα σκουπίσει, πότε θα ασχοληθεί με το παιδί μας;
     Και το βράδυ οι άντρες, λίγο πριν αποσυρθούν στην καλύβα των αντρών για να κοιμηθούν, έκαναν παρατήρηση στις γυναίκες τους και τους ζητούσαν να κόψουν αυτήν την κακή τους συνήθεια. Και εκείνες το υπόσχονταν, σίγουρες ότι θα το τηρούσαν, μα έλα που την επόμενη μέρα ξαναβρίσκονταν μαζί να κουτσομπολεύουν, με τα καλάθια στο κεφάλι!
     Είδαν κι απόειδαν οι άντρες τους, και πήγαν να ζητήσουν τη βοήθεια των πεθερικών τους. Και έπιασαν οι γονείς της Μπέντε και της Ούντε τις κόρες τους και τους είπαν ότι δεν ήταν σωστό, τώρα που ήταν παντρεμένες γυναίκες, να κάθονται και να κουτσομπολεύουν με τις ώρες, σαν να ήταν ανύπαντρα κοριτσάκια. Αλλά η Μπέντε και η Ούντε είχαν καβαλήσει και λίγο το καλάμι, ναι, τώρα ήταν παντρεμένες γυναίκες και κανένας δεν είχε το δικαίωμα να τις νουθετήσει πια, ούτε οι ίδιοι οι γονείς τους, και αφού ήταν παντρεμένες γυναίκες θα έκαναν ό,τι ήθελαν!
     Αφού, λοιπόν, τίποτα δε γινόταν με τις δύο φιλενάδες, οι άντρες τους προσέφυγαν στο μάγο του χωριού. Και αφού του εξέθεσαν το πρόβλημα - κάτι που όλοι στο χωριό γνώριζαν, εξάλλου - του ζήτησαν τη βοήθειά του. Εκείνος τους κοίταξε με τα ρυτιδιασμένα του μάτια, αναστέναξε βαθιά και τους είπε να στείλουν τις γυναίκες τους να τους μιλήσει.
      Οι δύο φίλες πήγαν και στο μάγο μαζί, και μάλιστα πήγαν με τα καλάθια τους στο κεφάλι, καθώς ήταν ημέρα μπουγάδας. Εκείνος τις κοίταξε αυστηρά και τους είπε ότι τα καμώματά τους δυσαρεστούσαν όλους τους ανθρώπους γύρω τους, ξεκινώντας από τους άντρες τους και φτάνοντας μέχρι τον τελευταίο συγχωριανό τους, και ότι θα έπρεπε επιτέλους να σταματήσουν το κουτσομπολιό και να συγκεντρωθούν στα καθήκοντά τους, στις καλύβες τους και στις οικογένειές τους.
     Η Μπέντε είπε ότι το κουτσομπολιό ήταν η μόνη της ευχαρίστηση και η Ούντε είπε ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς κουτσομπολιό. Για τους λόγους αυτούς, ούτε η μία, ούτε η άλλη είχαν σκοπό να σταματήσουν αυτή τους τη συνήθεια.
     Ο μάγος ύψωσε τον τόνο της φωνής του και τους είπε ότι μέχρι και οι θεοί ήταν δυσαρεστημένοι με τις δυο τους και ότι αν συνέχιζαν να δυσαρεστούν τους θεούς θα τις έβρισκε μεγάλη συμφορά, αλλά εκείνες γέλασαν και είπαν ότι οι θεοί είχαν άλλες, πολύ σημαντικότερες δουλειές από το να ασχολούνται με δύο φίλες που περνούσαν καλά μαζί. Και ο μάγος ένιωσε μία ζέστη να τον πλημμυρίζει, καθώς άρχισε - κατά το κοινώς λεγόμενο - να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.
     Και τους είπε ότι μπορεί οι θεοί να είχαν πολλές και σημαντικότερες δουλειές να κάνουν, αλλά μπορούσε να φροντίσει αυτός ο ίδιος να ενημερωθούν για τα κατορθώματά τους, και μπορούσε επίσης να ζητήσει την τιμωρία τους. Και εκείνες κοιτάχτηκαν βαριεστημένα και ύστερα σήκωσαν τους ώμους τους με αδιαφορία. Και τον ρώτησαν αν είχε κάτι άλλο να τους πει, επειδή περνούσε η ώρα και έπρεπε να πάνε στο ποτάμι να πλύνουν τα ρούχα τους.
     Και εκείνος τους είπε πως ό,τι είχε να τους πει τους το είχε πει και ότι εκείνες είχαν επιδείξει μεγάλη ασέβεια, τόσο προς το άτομό του όσο και προς τους θεούς, και γι'αυτό εκείνος θα ζητούσε από τους θεούς να τις τιμωρήσουν, αν συνέχιζαν την ίδια συμπεριφορά. Και εκείνες σηκώθηκαν να φύγουν, χωρίς καν να τον χαιρετήσουν, και εκείνος τους φώναξε ότι τις είχε προειδοποιήσει και ότι από εκείνη την στιγμή ήξεραν τι τις περίμενε και ότι έπρεπε να προσέχουν.
     Και ξεκίνησαν οι δύο φίλες να πάνε στο ποτάμι, και η αλήθεια είναι ότι τα λόγια του μάγου τις είχαν επηρεάσει, παρ'όλο που δεν το είχαν δείξει. Και μέσα της, η κάθε μία, είχε αποφασίσει να προσέχει από εδώ και πέρα και να μην κουτσομπολεύει, παρά να μιλάει μόνο για τον εαυτό της και την οικογένειά της.
     Και περπατούσαν οι δυο τους, και μιλούσαν η κάθε μία για τα δικά της, αλλά πόσα νέα να πουν πια; Και ξαφνικά η Μπέντε θυμήθηκε κάτι που είχε γίνει τις προάλλες με τη γειτόνισσά της, και η Ούντε θυμήθηκε έναν τσακωμό που είχε η πεθερά της με τη μαμμή του χωριού, και προτού το καταλάβουν, είχαν σταθεί στη μέση του δρόμου με τα καλάθια στο κεφάλι και κουτσομπόλευαν.
     Και εκεί που μιλούσαν και το ένα κουτσομπολιό έφερνε το άλλο, ξαφνικά ο ουρανός από επάνω τους σκοτείνιασε και φάνηκε μια αστραπή. Και αμέσως μετά ακούστηκε μια βροντή και χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν στη γη με δύναμη.
     Και οι δύο φίλες έκαναν να φύγουν από εκεί που ήταν για να πάνε να προστατευτούν από την βροχή κάτω από το φύλλωμα ενός δέντρου που φαινόταν εκεί κοντά, αλλά τα πόδια της Μπέντε δεν ξεκολλούσαν από τη λάσπη και τα πόδια της Ούντε βούλιαζαν. Και όλο και προσπαθούσαν να ξεκολλήσουν τα πόδια τους, αλλά εκείνα βούλιαζαν όλο και πιο πολύ. Και αφού είδαν ότι δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, οι δύο φίλες έμειναν εκεί, ακίνητες, με τα καλάθια στο κεφάλι, μέχρι να σταματήσει η βροχή. Και για να περάσει η ώρα, συνέχισαν το κουτσομπολιό.
     Και κάποια στιγμή η βροχή σταμάτησε, και βγήκε ο ήλιος, και το χώμα άρχισε να στεγνώνει, και η φύση έλαμψε, καθαρή, φρεσκοπλυμένη, και οι δύο φίλες σκέφτηκαν ότι είχε έρθει η ώρα να φύγουν από εκεί, και ξαφνικά η Μπέντε δεν αναγνώριζε το πρόσωπο της Ούντε, ούτε η Ούντε αναγνώριζε το πρόσωπο της Μπέντε, μόνο οι φωνές τους αναγνωρίζονταν, και αυτό ήταν απόλυτα λογικό, καθώς στη θέση των δύο γυναικών υπήρχαν τώρα πια δυο γαϊδουράγκαθα, πιστά τους αντίγραφα, και στο χωριό άρχισαν να αναρωτιούνται πού να ήταν, άραγε, η Μπέντε και η Ούντε, και μόνο ο μάγος ήξερε, και χαμογελούσε μέσα από τα ρυτιδιασμένα μάτια του...

ΥΓ: Η φωτογραφία είναι της φίλης μου, Αριάδνης Αργυράκη, και ο τίτλος της είναι Friends
     

2 σχόλια:

  1. καλησπέρα σου.
    Νάμαι και πάλι μετά από πολυήμερες διακοπές. Τις χρειαζόμουν.
    Η ανάστησή σου υπέροχη.
    Πέρασε και από τα δικά μου Εφτάνησα και Ελλάς Καφέ
    Θα σου αρέσουν
    Καλό σου φθινόπωρο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς ήρθες και πάλι, αγαπητέ μου Dennis! Χαίρομαι που επέστρεψες φρέσκος και ανανεωμένος.
      Καλό φθινόπωρο και σε εσένα.
      Θα σε επισκεφτώ σίγουρα.

      Διαγραφή

To comment or not to comment? That is the question