Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Επαγγελματική ανέλιξη

     Σήμερα, λοιπόν, θα μιλήσουμε την Μπέτυ. Η Μπέτυ ήταν μία προβατίνα, που είχε την τύχη να γεννηθεί σε μία μεγάλη φάρμα. Και μπορούμε να πούμε ότι ήταν και πολύ τυχερή, αφού τα παιδικά της χρόνια πέρασαν όμορφα, με πλουσιοπάροχα γεύματα στο γρασίδι και άφθονα παιχνίδια με τα άλλα αρνάκια, αντί να καταλήξει σε κανέναν πάγκο χασάπη, όπως συμβαίνει με τόσα άλλα πρόβατα.
     Αλλά, όπως συμβαίνει με όλους, κάποια μέρα η Μπέτυ μεγάλωσε και, όπως είναι λογικό, εντάχθηκε στο εργατικό δυναμικό της φάρμας. Και έτσι άρχισε το καθημερινό άρμεγμα της Μπέτυς και όλων των συνομίληκων φιλενάδων της. Αυτό δεν ήταν και πολύ ευχάριστο, αλλά αυτή ήταν η δουλειά που της έτυχε να κάνει και η Μπέτυ δεν παραπονιόταν. Και όχι μόνο δεν παραπονιόταν, αλλά ήταν και πολύ παραγωγική.
     Όπως ήταν αναμενόμενο, η αυξημένη απόδοση της Μπέτυς δεν πέρασε απαρατήρητη από το αφεντικό, που την κάλεσε κοντά του και, προσφέροντάς της να φάει ένα μοσχομυριστό χορτάρι, της είπε:
     - Μπέτυ, βλέπω ότι είσαι πολύ καλή στη δουλειά σου και είμαι πολύ ευχαριστημένος από εσένα. Αν συνεχίσεις έτσι, θα ανταμειφθείς. Φάε και αυτό το χορτάρι, που το έκοψα ειδικά για εσένα.
     Και η Μπέτυ, κολακευμένη από τα καλά λόγια του αφεντικού, έφαγε το χορτάρι και το έστειλε, ικανοποιημένη, να κάνει τον γύρο του πεπτικού της συστήματος. Και, φυσικά, συνέχισε έτσι, όπως της είπε το αφεντικό της. Και το καθημερινό της άρμεγμα συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό.
     Πέρασε λίγος καιρός και το αφεντικό την ξανακάλεσε κοντά του.
     - Αποφάσισα να σε ξεχωρίσω από τις υπόλοιπες, της είπε. Σε συμπαθώ πολύ για να σε αφήσω στην ίδια θέση με τις υπόλοιπες προβατίνες. Από σήμερα, ανήκεις στις επίλεκτες. Είσαι κι εσύ μία από αυτές.
     Και η Μπέτυ κολακεύτηκε πολύ, άσχετα που δεν άλλαξε τίποτα στην καθημερινότητά της. Και το καθημερινό άρμεγμα συνεχίστηκε.
     Και ύστερα από λίγο καιρό το αφεντικό την κάλεσε και πάλι.
     - Θα ήθελα να αυξήσεις λίγο την παραγωγή σου, της είπε.
     - Μα, δεν παράγω αρκετά; ρώτησε εκείνη.
     - Φοβάμαι πως όχι, της απάντησε. Βλέπεις, για να ευημερήσουμε έπρεπε να ανοιχτώ και σε άλλες αγορές, και οι νέοι αγοραστές έχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις. Το καταλαβαίνεις, φαντάζομαι. Εξάλλου, εσύ δεν είσαι μια απλή προβατίνα, εσύ είσαι επίλεκτη. Ορίστε, φάε και ένα χορταράκι που μάζεψα για εσένα.
     Και η Μπέτυ το έφαγε το χορταράκι και της φάνηκε λίγο μαραμένο. Αλλά δεν ήταν και για πέταμα. Και ζορίστηκε λίγο, αλλά την παραγωγή της την αύξησε. Αλλά, μαζί με την Μπέτυ, αύξησαν την παραγωγή τους και οι άλλες προβατίνες. Και μια μέρα το αφεντικό την ξανακάλεσε κοντά του.
     - Δεν είμαι πολύ ευχαριστημένος από εσένα, της είπε. Εγώ κάνω τόσα για εσένα, κι εσύ...
     - Μα την αύξησα την παραγωγή μου, είπε η Μπέτυ.
     - Ναι, αλλά εσύ είσαι μία επίλεκτη, δεν μπορείς απλά να ξεχωρίζεις όπως και πριν. Θα πρέπει να ξεχωρίζεις με διαφορά, αν θέλεις να παραμείνεις επίλεκτη. Εγώ οφείλω να σε ενημερώσω, επειδή σε συμπαθώ. Το έχεις καταλάβει, φαντάζομαι, ότι οι νέοι αγοραστές είναι σκληροί διαπραγματευτές. Αν, λοιπόν, δεν κάνεις κάτι για να ξεχωρίσεις από το σωρό, εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Σε τελευταία ανάλυση, τι σου ζητάω; Λίγο γαλατάκι παραπάνω.
     Και έφυγε, αφήνοντας την Μπέτυ μόνη και χωρίς μεζεδάκι. Και η Μπέτυ στενοχωρήθηκε, αλλά ήταν αποφασισμένη να κάνει ό,τι μπορούσε, εξάλλου το αφεντικό εκείνη συμπαθούσε, και γι'αυτό την είχε κάνει και επίλεκτη. Και ζορίστηκε κι άλλο και την αύξησε λίγο ακόμα την παραγωγή της. Και το καθημερινό άρμεγμα συνεχίστηκε ακόμα πιο εντατικά.
     Και η Μπέτυ κουραζόταν πάρα πολύ λόγω του εντατικού αρμέγματος, αλλά την παρηγορούσε η σκέψη ότι ήταν μια επίλεκτη προβατίνα. Και κάποια μέρα το αφεντικό της ζήτησε κάτι που δεν είχε ξανακουστεί στη φάρμα:
     - Θα ήθελα, της είπε, από εδώ και πέρα να βγάζεις σοκολατούχο γάλα.
     - Τι είναι αυτό;
     - Γάλα με σοκολάτα.
     - Και πώς θα το κάνω αυτό, αφού ούτε καν τι είναι η σοκολάτα δεν γνωρίζω;
     Και το αφεντικό τής περιέγραψε τη σοκολάτα. Η Μπέτυ έμεινε με ανοιχτό το στόμα, και παρά τρίχα να πνιγεί με κάτι χθεσινά χορταράκια που αναμασούσε.
     - Μα αυτό δεν γίνεται, είπε.
     - Φυσικά και γίνεται, απάντησε εκείνος. Το λένε όλες οι σχετικές μελέτες.
     - Λένε οι μελέτες και πώς θα γίνει αυτό;
     - Α, όχι, αυτό πρέπει να το βρεις μόνη σου.
     - Οι άλλες προβατίνες τι είπαν;
     - Α, οι άλλες προβατίνες δεν το ξέρουν. Εξάλλου, εκείνες δεν θα ενταχθούν στο νέο πρόγραμμα σοκολατογαλακτοπαραγωγής.
     - Μα αυτό είναι αδικία! Όλα από εμένα τα ζητάτε!
     - Δεν το περίμενα αυτό από εσένα, είπε έκπληκτο το αφεντικό. Αντί να εκτιμήσεις την ευκαιρία που σου δίνεται, γκρινιάζεις κι από πάνω!
     - Τι ευκαιρία;
     - Μα δεν καταλαβαίνεις την τιμή που σου γίνεται; Πρέπει να νιώθεις περήφανη για τον εαυτό σου. Μόνο εσύ εντάχθηκες στο νέο πρόγραμμα επειδή μόνο εσύ είσαι άξια για ένα τέτοιο κατόρθωμα. Ώρες-ώρες με κάνεις να μετανιώνω για το χορτάρι που σε τάισα. Ή, μήπως το ξέχασες το χορτάρι;
     - Όχι, είπε η Μπέτυ, που η αλήθεια είναι ότι είχε αρχίσει να το ξεχνάει, μην ανησυχείτε, θα προσπαθήσω να βγάλω σοκολατούχο γάλα.
     - Βέβαια, όπως καταλαβαίνεις, θα πρέπει να αυξήσεις και την ποσότητα. Η ζήτηση για σοκολατούχο γάλα είναι αυξημένη παγκοσμίως.
     Η Μπέτυ δεν είπε τίποτα, μόνο αναστέναξε. Και από εκείνη τη μέρα βάλθηκε να προσπαθεί να βγάλει σοκολατούχο γάλα. Και σχεδόν όλη της τη μέρα την περνούσε με την αρμεκτική μηχανή κολλημένη πάνω της. Οι άλλες προβατίνες άρχισαν να την κοιτάζουν με λύπηση, αλλά εκείνη σκεφτόταν πόσο καλύτερή τους ήταν, που μόνο εκείνη είχε επιλεχθεί για να παράγει το νέο προϊόν.
     - Τις καημένες! σκεφτόταν και σήκωνε το κεφάλι της ψηλά, με περηφάνεια.
     Κι όμως, η ζωή της στην πραγματικότητα θα ήταν πολύ καλύτερη, αν συνειδητοποιούσε ότι ήταν απλώς μια προβατίνα...

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Αποτυχημένο καμουφλάζ

     - Τι φτιάχνεις; ρώτησε η μικρή Σελήνη τη μαμά της.
     - Γλυκό του κουταλιού, είπε εκείνη.
     - Ωραία, είπε η Σελήνη.
     - Μη χαίρεσαι, της είπε η μαμά της. Το γλυκό το φτιάχνω για να έχουμε κάτι να κεράσουμε τους επισκέπτες. Δε μου έχεις αφήσει κανένα γλυκό στο σπίτι, ό,τι φτιάχνω το τρως.
     - Μα αφού είναι ωραία!
     - Ωραία είναι, αλλά πρέπει να καταναλώνονται με μέτρο! Έχεις δει καθόλου πώς έχεις γίνει; Σαν μια μπάλα. Πώς θα βρεις γαμπρό μεθαύριο, που θα είσαι χοντρή και δε θα σε θέλει κανένας;
     - Μα, ούτε να δοκιμάσω;
     - Ούτε.
     - Μα γιατί;
     - Σου είπα γιατί. Άντε τώρα να παίξεις, να με αφήσεις να τελειώσω το γλυκό. Έχω κι άλλες δουλειές να κάνω.
     Η μικρή Σελήνη πήγε να παίξει, αλλά καθόλου δεν είχε όρεξη. Στο μυαλό της ερχόταν συνέχεια το γλυκό που έφτιαχνε η μαμά της. Μα, δεν ήταν αδικία να το φάνε οι ξένοι και εκείνη να μη δοκιμάσει καθόλου; Και όσο σκεφτόταν το γλυκό, τόσο περισσότερα σάλια της έτρεχαν.
     Αλλά και η μαμά της Σελήνης σκεφτόταν. Τι να έκανε για να μην της φάει η Σελήνη το γλυκό; Πού να το κρύψει, που η μικρή ήταν πολύ περίεργη και θα έψαχνε παντού; Το σιρόπι είχε κιόλας δέσει, και η μαμά της Σελήνης δεν είχε αποφασίσει τι θα έκανε. Τελικά, το έβαλε σε ένα μεγάλο βάζο και ύστερα πήρε μία καρέκλα και ανέβηκε επάνω, και έφτασε το πιο ψηλό ντουλάπι της κουζίνας και το έβαλε εκεί μέσα.
     - Πού το έβαλες το βάζο με το γλυκό; τη ρώτησε η Σελήνη αργότερα.
     - Στο ντουλάπι το έβαλα, αλλά πρόσεχε κακομοίρα μου να μη φας, θα το ελέγχω κάθε μέρα!
     - Έλα, καλέ μαμά!
     - Μίλησα!
     Και έτσι, η μαμά της Σελήνης έλεγχε κάθε μέρα το βάζο με το γλυκό, και προς μεγάλη της χαρά, το γλυκό παρέμενε άθικτο. Όμως, η αλήθεια να λέγεται, δεν περνούσε μέρα που η Σελήνη να μην σκεφτεί τον γλυκό πειρασμό που ήταν μέσα στο ντουλάπι. Και μια μέρα, που η μαμά της πήγε βόλτα σε μια φίλη, η Σελήνη δεν άντεξε τον πειρασμό και άνοιξε το βάζο με το γλυκό.
     - Μια κουταλίτσα θα δοκιμάσω μόνο, είπε, να δω πώς είναι. Μία κουταλίτσα, και η μαμά δε θα το καταλάβει.
     Και πράγματι, όταν γύρισε η μαμά της δεν πήρε είδηση ότι το βάζο είχε ανοιχτεί. Η Σελήνη ανάσανε ανακουφισμένη, όμως τώρα που είχε δοκιμάσει το γλυκό και ήξερε πόσο νόστιμο ήταν, η σκέψη της άρχισε να τριγυρνά μόνιμα γύρω από το απαγορευμένο βάζο. Και αν δοκίμαζε άλλη μια κουταλιά, τι θα πείραζε δηλαδή; Μία κουταλιά μόνο, μία!
     Και όταν η μαμά της πήγε στην αγορά για ψώνια, η μικρή Σελήνη εκμεταλλεύτηκε την απουσία της για να ξανανοίξει το βάζο με το γλυκό. Και η στάθμη του γλυκού κατέβηκε λίγο ακόμη. Και τώρα φαινόταν λίγο ότι κάποιος είχε φάει από το γλυκό.
     - Μμμμ, τι ωραίο που είναι! είπε η Σελήνη. Τι κρίμα να το φάνε οι ξένοι! Αλλά τώρα, έτσι κι αλλιώς, φαίνεται ότι λείπει γλυκό από το βάζο. Ας φάω, λοιπόν, λίγο ακόμα.
     Και έτσι κι έκανε, και η στάθμη του γλυκού κατέβηκε λίγο ακόμη.
     - Μμμμ, σα να μου φαίνεται ότι αυτή η κουταλιά ήταν πιο νόστιμη, είπε η Σελήνη. Η αλήθεια είναι ότι το κουταλάκι είναι μικρό και δεν πολυκαταλαβαίνω τη γεύση. Κανονικά έπρεπε να πάρω μεγαλύτερο. Δεν πειράζει, θα φάω άλλη μία κουταλίτσα.
     Και η Σελήνη έφαγε άλλη μια κουταλιά από το γλυκό, καί ύστερα έφαγε άλλη μία, και άλλη μία, και άλλη μία, και προτού το καταλάβει, το βάζο με το γλυκό είχε αδειάσει.
     - Συμφορά μου! σκέφτηκε η Σελήνη. Τι θα κάνω τώρα που θα γυρίσει η μαμά από τα ψώνια και θα βρει το βάζο άδειο; Θα με σκοτώσει!
     Άλλη λύση, λοιπόν, δεν υπήρχε από το να κρυφτεί μέχρι να της περάσει ο θυμός της μαμάς της. Αλλά, δείτε τη φωτογραφία και πείτε μου: πιστεύει στ'αλήθεια ότι έτσι δε θα την βρει η μαμά της;

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Τι;



Τι σου κοστίζει να σκεφτείς προτού μιλήσεις;
Και τι κοστίζει να σταθείς προτού γαυγίσεις;
Κοστίζει τάχα μια ζωή;
Ένα χωράφι; Μια πετρελαιοπηγή;

Είναι επίπονο; Χρειάζεται προπόνηση;
Είναι τεκμήριο με έξτρα φορολόγηση;
Χρειάζεται μήπως να έχεις άδεια;
Να δύνασαι να ομιλείς με ευφράδεια;

Θέλει να έχεις έγκριτες σπουδές;
Να προσκομίσεις και περγαμηνές;
Να έχεις υψηλό αιματοκρίτη;
Βεβαίωση από Μητροπολίτη;

Μήπως να είσαι ολυμπιονίκης;
Ή, γενικά, επίλεκτος πολίτης;
Να έχεις μετρητά και μετοχές;
Να είσαι μέσα σε επιτροπές;

Σε κόμματα, συλλόγους, οργανώσεις;
Να συμμετέχεις ενεργά σε διαδηλώσεις;
Τι τάχα να χρειάζεται, που δεν το έχεις;
Αλλά γιατί μιλάω; Δεν προσέχεις…

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Κεριού επιτρέποντος



 

     Όλα ήταν έτοιμα για τη μεγάλη γιορτή στο νεραϊδοπαλάτι.  Τα πατώματα ήταν γυαλισμένα, τα έπιπλα λουστραρισμένα, τα χαλιά φρεσκοσκουπισμένα, ο μπουφές στρωμένος, οι κήποι ποτισμένοι και στολισμένοι με κορδέλες και χιλιάδες πυγολαμπίδες... Ήταν, βλέπετε, τα γενέθλια της μοναχοκόρης του νεραϊδοβασιλιά και μάλιστα τα πιο σημαντικά από τα γενέθλιά της.
     Θα ξέρετε, φυσικά, ότι οι νεράιδες όταν γεννιούνται δεν έχουν νεραϊδόσκονη και νεραϊδοϊκανότητες, αλλά τις αποκτούν στα δέκατά τους γενέθλια - μαζί με το ραβδάκι που πραγματοποιεί τις ευχές, εννοείται, και που είναι πάντα το δώρο της νεραϊδονονάς τους. Γι'αυτό και τα συγκεκριμένα γενέθλια της νεραϊδοπριγκήπισσας ήταν τόσο σημαντικά.
     Νεράιδες από όλο το νεραϊδοβασίλειο ήρθαν με τις νεραϊδοάμαξές τους, που τις έσερναν ιπτάμενοι ιππόκαμποι ή - για τις πιο παραδοσιακές νεράιδες - πεταλούδες. Οι νεράιδες φορούσαν τα καλύτερά τους φορέματα, φτιαγμένα από ειδικές για την περίσταση νεραϊδοκλωστές και κρατούσαν νεραϊδόσκονη σε μικρά μπουκαλάκια - το ιδανικό δώρο για τα δέκατα γενέθλια μιας νεράιδας, και ένα δώρο που ποτέ δεν είναι αρκετό και γι'αυτό ποτέ δεν πάει χαμένο.
     Μουσική ακουγόταν σε όλους τους χώρους του παλατιού και οι καλεσμένοι χόρευαν περιμένοντας την μεγάλη στιγμή της βραδιάς, όταν η νεραϊδοπριγκήπισσα θα έσβηνε τα δέκα κεράκια στην τούρτα της και θα έπαιρνε το δώρο της νεραϊδονονάς της μαζί με τις νεραϊδοϊκανότητες που το συνοδεύουν.
     Ο νεραϊδοβασιλιάς και η νεραϊδοβασίλισσα είχαν ήδη κατέβει στη μεγάλη σάλα του παλατιού, και αφού είχαν χαιρετήσει όλους τους καλεσμένους, είχαν καθήσει στον θρόνο τους, περιμένοντας την κορύφωση της γιορτής. Και η νεραϊδονονά είχε έρθει επίσης, φορώντας ένα φόρεμα από συννεφοκλωστές, στολισμένο με μαργαριτάρια βροχής, και είχε καθήσει στην τιμητική θέση που βρισκόταν ακριβώς δίπλα από τους βασιλιάδες. Στα πόδια της κρατούσε ένα μικρό δεματάκι, που σίγουρα περιείχε το νεραϊδοραβδάκι, που θα έδινε στη βαφτιστήρα της, αφού έσβηνε τα δέκα κεράκια στην τούρτα.
     Ξάφνου, η μουσική σταμάτησε. Όλοι γύρισαν το κεφάλι τους προς τη μεγάλη, μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στη σάλα. Στην κορυφή της στεκόταν η νεραϊδοπριγκήπισσα, που φορούσε ένα λαμπερό φόρεμα στολισμένο με αστερόσκονη, και ασορτί παπούτσια με φιόγκους. Όλοι τη θαύμασαν, τόσο όμορφη που ήταν. Η νεραϊδοπριγκήπισσα κατέβηκε την σκάλα με χάρη και, αφού φίλησε τα χέρια των γονιών και της νεραϊδονονάς της, χαιρέτησε με ένα νεύμα του κεφαλιού τους καλεσμένους και πήγε και στάθηκε στη μέση της σάλας.
     Δύο σερβιτόροι εμφανίστηκαν τότε. Έφερναν ένα τραπέζι, επάνω στο οποίο υπήρχε η τούρτα των γενεθλίων. Ο νεραϊδοβασιλιάς είχε προσλάβει τον καλύτερο ζαχαροπλάστη για να την φτιάξει και όλοι ήταν περίεργοι να τη δουν και τεντώνονταν στις μύτες των ποδιών τους.
     Οι σερβιτόροι έφεραν το τραπέζι με την τούρτα ακριβώς μπροστά στην νεραϊδοπριγκήπισσα και ύστερα έφυγαν. Και η τούρτα ήταν πράγματι ένα θαύμα της ζαχαροπλαστικής. Ήταν άσπρη, και στολισμένη με κάθε λογής ζαχαρωτά: σπιτάκια από μαρέγκα, που τα παράθυρά τους ήταν φτιαγμένα από καραμέλα, ζωάκια από ζαχαρόπαστα που έμοιαζαν αληθινά, μέχρι και ένα ποταμάκι από υγρή καραμέλα είχε η θαυμαστή αυτή τούρτα. Και, φυσικά, σε περίοπτη θέση, επάνω σε έναν λόφο γεμάτο λουλουδάκια από πολύχρωμες καραμέλες, υπήρχαν τα δέκα κεριά, δέκα άσπρα, περήφανα κεριά, όλα με το φωτεινό καπελάκι της φωτιάς στο κεφάλι τους, αφού και τα δέκα ήταν αναμμένα.
     Ένα φλάουτο και μία άρπα συνόδεψαν τους παρευρισκόμενους στο τυπικό τραγούδι των γενεθλίων και όταν το τραγούδι τελείωσε, η νεραϊδοπριγκήπισσα πήρε μια βαθιά ανάσα και ύστερα έκανε ένα φου! και όλα τα φωτεινά καπελάκια εξαφανίστηκαν από τα κεφάλια των κεριών. Αλλά, εκεί που όλοι άρχισαν να χειροκροτούν το σβήσιμο των κεριών, ξαφνικά η σάλα πάγωσε: το ένα κεράκι είχε και πάλι φωτεινό καπελάκι στο κεφάλι του!
     - Δεν πειράζει, είπε ο νεραϊδοβασιλιάς, καμιά φορά συμβαίνουν αυτά. Σβήσε, κόρη μου, και το τελευταίο κεράκι.
     Φου! ξαναέκανε η νεραϊδοπριγκήπισσα, και το φωτεινό καπελάκι εξαφανίστηκε, αλλά αμέσως μετά, ως δια μαγείας, το κεράκι ήταν και πάλι αναμμένο.
     Σάλος ξέσπασε στη σάλα, και όλοι αναρωτιούνταν: τι μάγια να είχαν γίνει άραγε στα κεριά;
     Φου! ξαναέκανε με πείσμα η νεραϊδοπριγκήπισσα και ξανά φου!, αλλά με το ίδιο πείσμα το κερί άναβε ξανά και ξανά κάθε φορά.
     Και τώρα τι θα γινόταν, που για να πάρει το ραβδάκι της η νεραϊδοπριγκήπισσα θα έπρεπε πρώτα να σβήσει και το δέκατο κεράκι; Και που ειδικά αυτό το δέκατο κεράκι είχε αποδειχτεί πολύ πεισματάρικο; Η νεραϊδοπριγκήπισσα αποφάσισε να το πάρει με το καλό.
     - Σβήσε, σε παρακαλώ, του είπε, αλλιώς δεν θα μπορέσω ποτέ να γίνω κανονική νεράιδα.
     - Και τι με νοιάζει εμένα; απάντησε το κερί.
     - Σβήσε, είπε και ο νεραϊδοβασιλιάς, και θα σου κάνω δώρο ένα κηροπήγιο!
     - Δε θέλω κηροπήγιο!
     - Θα σε ανακηρύξω "κερί της χρονιάς".
     - Δε με νοιάζει!
     - Θα σε γεμίσω χρυσόσκονη!
     - Τι να την κάνω την χρυσόσκονη, δεν τη θέλω!
     - Τι θέλεις, τέλος πάντων;
     - Θέλω να μην σβήσω!
     - Μα αυτό δε γίνεται!
     - Πώς δε γίνεται, αφού ήδη το έκανα!
     Ο νεραϊδοβασιλιάς είχε αρχίσει να εκνευρίζεται.
     - Μην είσαι πεισματάρικο, άρχισαν να του λένε τα άλλα κεριά. Είσαι κερί γενεθλίων, ο σκοπός σου είναι να σβήνεις μόλις σου κάνουν φου!
     - Μωρέ, τι μου λέτε, επειδή εσείς είστε δειλά και υποκύπτετε στη μοίρα σας πρέπει να κάνω κι εγώ το ίδιο;
     - Και τότε γιατί δέχτηκες να μπεις στην τούρτα γενεθλίων της νεραϊδοπριγκήπισσας; ρώτησε ένα από τα κεριά.
     - Ήθελα να δω πώς είναι. Όπως και να το κάνεις, δεν έχουν όλοι την τιμή να πατήσουν μια τέτοια τούρτα!
     - Ναι, αλλά τώρα θα κάνεις δυστυχισμένη την νεραϊδοπριγκήπισσα...
     - Ας την κάνω!
     - ...τους γονείς της, όλους τους καλεσμένους...
     - Δε με νοιάζει!
     - ...τόσα παιδιά που δεν θα δουν ποτέ τις ευχές τους να πραγματοποιούνται...
     - Δε θέλω να σβήσω, σας λέω!
     Η νεραϊδοπριγκήπισσα άρχισε να κλαίει. Ο νεραϊδοβασιλιάς θύμωσε πολύ που είδε τη μοναχοκόρη του σε αυτήν την κατάσταση.
     - Θα του δείξω εγώ, είπε. Αφού δεν θέλει να σβήσει μόνο του, θα διατάξω να του κόψουν το κεφάλι!
     - Ναι, είπε η νεραϊδοβασίλισσα, αλλά τότε η κόρη μας δεν θα γίνει ποτέ κανονική νεράιδα. Θέλεις να της στερήσεις αυτή την ευκαιρία;
     Ο νεραϊδοβασιλιάς δεν το ήθελε αυτό.
     - Και τι θα κάνουμε, τότε;
     - Άφησε να του μιλήσω εγώ, είπε η νεραϊδοβασίλισσα. Ίσως να καταφέρω κάτι.
     Η νεραϊδοβασίλισσα σηκώθηκε από τον θρόνο της και πλησίασε στην τούρτα.
     - Καλό μου κερί, είπε, μπορείς να μου πεις γιατί δεν θέλεις να σβήσεις; Ειλικρινά, δεν έχω ξανασυναντήσει κερί που να μη θέλει να σβήσει και θα ήθελα πολύ να καταλάβω τον λόγο.
     - Αμφιβάλλω αν θα καταλάβεις, απάντησε το κερί. Βλέπεις, για όλους εσάς το να σβήσετε τα κεριά σημαίνει ότι θα συνεχίσετε να ζείτε, ή ότι θα πάρετε νεραϊδοραβδάκι και νεραϊδόσκονη. Για εμάς όχι. Για εμάς το να σβήσουμε σημαίνει ότι θα πεθάνουμε. Και, πώς να το κάνουμε, δεν θέλω να πεθάνω!
     - Κανείς δεν θέλει να πεθάνεις.
     - Ναι; Τότε γιατί όλοι λυσσάξατε να σβήσω; Ή μήπως μπορείς να μου υποσχεθείς ότι αν σβήσω, στη συνέχεια δεν θα με πετάξετε στα σκουπίδια, και ότι στα επόμενα γενέθλια της κόρης σας θα με προσκαλέσετε να σταθώ και πάλι στην τούρτα των γενεθλίων της αντί να πάρετε καινούργιο κερί στη θέση μου;
     - Ώστε αυτό είναι που θέλεις;
     - Αυτό, ναι.
     - Εντάξει, λοιπόν, σου υπόσχομαι ότι αν σβήσεις τώρα όχι μόνο δεν θα σε πετάξουμε στα σκουπίδια, αλλά θα σε βάλουμε σε περίοπτη θέση στο παλάτι, να ανάβεις όποτε σου κάνει κέφι, και σε όλα τα επόμενα γενέθλια της κόρης μας θα είσαι πάντα το τιμώμενο κερί επάνω στην τούρτα της.
     - Αλήθεια το υπόσχεσαι;
     - Αμ'τι; Ψέματα;
     - Και πώς μπορώ να είμαι σίγουρο ότι δεν θα με γελάσεις;
     - Μα, θα την σφραγίσουμε τη συμφωνία μας, εδώ και τώρα. Να, στάξε λίγο από το κερί σου στην άκρη στο ραβδάκι μου.
     Και το κερί έγυρε λίγο το κεφαλάκι του, και μια σταγόνα έπεσε στην άκρη στο ραβδάκι της νεραϊδοβασίλισσας.
     - Εντάξει, είπε το κερί, θα σου κάνω τη χάρη να σβήσω, αλλά θυμήσου τι μου υποσχέθηκες.
     - Μην ανησυχείς, ό,τι σου υποσχέθηκα θα το κάνω, είπε η νεραϊδοβασίλισσα και γύρισε πίσω στον θρόνο της.
     Και τότε, το δέκατο κερί έσβησε, και όλοι στη σάλα χειροκρότησαν. Και η νεραϊδοπριγκήπισσα σταμάτησε να κλαίει, και η νεραϊδονονά σηκώθηκε από τη θέση της, πλησίασε τη βαφτιστήρα της και της έδωσε το πακέτο που κρατούσε. Και η νεραϊδοπριγκήπισσα άνοιξε το πακέτο και μέσα βρήκε το πιο όμορφο νεραϊδοραβδάκι που είχε υπάρξει ποτέ. Και η γιορτή συνεχίστηκε μέχρι την επόμενη μέρα, και όλοι διασκέδασαν πολύ, και έφυγαν από τη γιορτή με τις καλύτερες εντυπώσεις.
     Όσο για το δέκατο κερί, η νεραϊδοβασίλισσα δεν ξέχασε την υπόσχεσή της. Διέταξε να το βάλουν σε περίοπτη θέση μέσα στη μεγάλη σάλα, και κάθε χρονιά, στα γενέθλια της κόρης της, το κερί, φορώντας το φωτεινό του καπέλο στο κεφάλι, καταλάμβανε την πιο τιμητική θέση στην τούρτα των γενεθλίων. Και πάντα έσβηνε υπάκουα, με το πρώτο φύσημα.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Ερωτική φωλιά

     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας τιμημένος Σαμουράι, που τον έλεγαν Σι Ρόκο. Ο Σι Ρόκο ήταν ο πιο αγαπημένος Σαμουράι του αυτοκράτορα, άσος στις πολεμικές τέχνες, δυνατός πολεμιστής, αλλά και τίμιος και εγκρατής άνθρωπος.
     Ο Σι Ρόκο εκτελούσε όλα τα καθήκοντά του με προσήλωση, και κουβαλούσε πάντα μαζί του το τιμημένο σπαθί του πατέρα του, μέσα στην ασημένια, πλουμιστή του θήκη. Και ο πατέρας του Σι Ρόκο ήταν Σαμουράι, και ο παππούς του το ίδιο, και ο προπάππος του ακόμα, Σαμουράι ήταν και εκείνος.
     Ο Σι Ρόκο ήταν πολύ τυπικός στις υποχρεώσεις του και το σπαθί του ήταν πάντα καλογυαλισμένο και κοφτερό. Χτένιζε τα μαλλιά του κατά τον πανάρχαιο τρόπο, φορούσε την στολή του σωστά, γνώριζε τέλεια καλλιγραφία και επίσης ήξερε να απαγγέλλει απέξω κι ανακατωτά τον αποτελούμενο από 15.000 στίχους "Ύμνο στον αυτοκράτορα", που αποτελούσε και τον επίσημο ύμνο της χώρας. Όσο κι αν ήταν έξυπνος, δεν μιλούσε ποτέ αν δεν είχε τίποτα καλό να πει. Ο αυτοκράτορας τον αγαπούσε ιδιαίτερα για αυτό το χαρακτηριστικό του, και εκτιμούσε πολύ την γνώμη του.
     Μια μέρα που ο Σι Ρόκο πήγαινε στο παλάτι, περνώντας έξω από ένα σπίτι άκουσε ένα τραγούδι και κοντοστάθηκε να ακούσει καλύτερα. Η φωνή που τραγουδούσε το τραγούδι τον μάγεψε. Ρώτησε και έμαθε ότι το σπίτι αυτό ήταν μια οκίγια, ένα σπίτι γκεϊσών δηλαδή, και η κοπέλα που τραγουδούσε λεγόταν Μιντόρι και ήταν μάικο, δηλαδή μαθητευόμενη γκέισα. Ο Σι Ρόκο πέρασε όλη εκείνη τη μέρα κάτω από το παράθυρο της Μιντόρι, ακούγοντας το όμορφο τραγούδι της, και ξέχασε να πάει στο παλάτι. Ευτυχώς που ο αυτοκράτορας του είχε αδυναμία, αλλιώς ο Σι Ρόκο θα έπρεπε να περιμένει μία αυστηρότατη τιμωρία, που δεν πήγε στο παλάτι εκείνη τη μέρα.
     Το γεγονός πάντως ήταν ότι ο Σι Ρόκο ήταν σφόδρα ερωτευμένος με τη Μιντόρι, και δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του. Έψαχνε κάθε είδους αφορμή να περάσει έξω από την οκίγια όπου μαθήτευε η αγαπημένη του, και αν τυχόν δεν άκουγε τη φωνή της, έπεφτε σε μελαγχολία και έχανε την όρεξή του. Όμως και η Μιντόρι έμαθε από τις άλλες μάικο ότι είχε έναν φανατικό θαυμαστή και προσπαθούσε να τραγουδάει τα πιο ωραία τραγούδια που γνώριζε. Έτσι, σιγά-σιγά και χωρίς να το συνειδητοποιήσει, και η Μιντόρι ερωτεύτηκε τον Σι Ρόκο, και το τραγούδι της απόκτησε ένα πάθος που κανείς μέχρι τότε δεν είχε ακούσει.
     Τώρα ξέρω τι θα μου πείτε. Θα μου πείτε ότι ούτε ο Σι Ρόκο είχε δει τη Μιντόρι, ούτε η Μιντόρι είχε δει το Σι Ρόκο. Και θα αναρωτηθείτε: πώς έγινε και αγαπήθηκαν οι δυο τους, αφού δεν είχαν ιδωθεί ποτέ; Μα, ξεχνάτε ότι ο έρωτας είναι τυφλός;
     Ερωτεύτηκαν, λοιπόν, οι δύο νέοι, και μια μέρα ο Σι Ρόκο αποφάσισε να στείλει στη Μιντόρι, μέσα σε μια βελούδινη θήκη, μία μικρή τούφα από τα μακριά, μαύρα του μαλλιά, την οποία είχε κόψει ο ίδιος πολύ προσεκτικά, για να μη χαλάσει την κόμμωση του Σαμουράι. Αυτό ήταν απόδειξη υπέρτατου έρωτα, και η Μιντόρι, σε ανταπόδωση της χειρονομίας του Σι Ρόκο, του έστειλε το αγαπημένο της χτένι, που ήταν στολισμένο με πέντε μικρά μαργαριτάρια.
     Όπως ήταν λογικό, από εκείνη τη μέρα ο Σι Ρόκο άρχισε να πετάει στα σύννεφα. Καθυστερούσε στα ραντεβού του, ήταν αφηρημένος, και όσοι τον πρόσεχαν διέκριναν ένα αμυδρό χαμόγελο στις άκρες των χειλιών του. Μα και η Μιντόρι δεν πήγαινε πίσω, και η πρόοδός της στην εκμάθηση του  σαμισέν είχε αρχίσει να επιβραδύνεται, για να μην πούμε ότι μια μέρα, στο μάθημα της τελετουργίας του τσαγιού, άδειασε κατά λάθος το φλιτζάνι με το καυτό τσάι επάνω στη δασκάλα της, με αποτέλεσμα να της λερώσει το κιμονό.
     Μια μέρα, ο αυτοκράτορας κάλεσε το Σι Ρόκο στο παλάτι. Ο Σι Ρόκο πήρε το τιμημένο του σπαθί και πήγε. Γονάτισε προσεκτικά, και υποκλίθηκε. Τότε ο αυτοκράτορας του είπε ότι ήθελε να τον στείλει σε μια ιδιαίτερη αποστολή. Υπήρχε, του είπε, μία μάικο, η οποία σύντομα θα γινόταν γκέισα, και της οποίας ήθελε να γίνει επίσημος προστάτης. Γι'αυτό ήθελε να στείλει το Σι Ρόκο ως απεσταλμένο, για να ενημερώσει την οκίγια για την πρόθεσή του, και να επιληφθεί των διαδικασιών ούτως ώστε η κοπέλα, όταν θα γινόταν γκέισα, να μετακομίσει στο παλάτι ως η επίσημη γκέισα του αυτοκράτορα.
     Ο Σι Ρόκο άκουσε τον αυτοκράτορα προσεκτικά και πολύ δύσκολα κατάφερε να κρύψει την ταραχή του όταν άκουσε για ποια μάικο επρόκειτο. Έπρεπε, όμως, να εκτελέσει τις εντολές που είχε λάβει, έτσι υπαγόρευε ο κώδικας τιμής των Σαμουράι. Έτσι, πήγε στην οκίγια και ενημέρωσε την ονέ σαν για την πρόθεση του αυτοκράτορα σχετικά με τη Μιντόρι. Η ονέ σαν δήλωσε ότι ήταν πρόθυμη να αποχωριστεί την Μιντόρι, όταν θα γινόταν γκέισα, ύστερα από μερικές εβδομάδες, και ότι η ίδια θα ενημέρωνε την τυχερή μάικο για την επιθυμία του αυτοκράτορα.
     Βέβαια, όπως μπορείτε να φανταστείτε, ούτε η Μιντόρι ενθουσιάστηκε με τα νέα, καθώς ο αυτοκράτορας ήταν ο πιο ισχυρός άντρας της χώρας, και σίγουρα θα επιδίωκε να μετατρέψει τη Μιντόρι σε κάτι παραπάνω από μια απλή γκέισα, στερώντας της έτσι την πιθανότητα μίας σχέσης με τον αγαπημένο της Σι Ρόκο. Ενώ, λοιπόν, στο άκουσμα της είδησης από την ονέ σαν υποκλίθηκε ελαφρά, σύμφωνα με το πρωτόκολλο, το βράδυ στο δωμάτιό της έκλαψε σιωπηλά, άνευ πρωτοκόλλου.
     Οι μέρες περνούσαν και η μέρα που η Μιντόρι θα μετέβαινε στο παλάτι πλησίαζε απελπιστικά γρήγορα, και οι δύο ερωτευμένοι βρίσκονταν σε απόγνωση. Και τότε ήταν που η απόγνωση οδήγησε το Σι Ρόκο σε μία κίνηση εντελώς απρόβλεπτη για εκείνον, κόντρα σε όλους τους κανόνες ηθικής: πρότεινε στη Μιντόρι να το σκάσουν μακριά οι δυο τους. Και τότε ήταν που η απόγνωση οδήγησε τη Μιντόρι σε μία κίνηση εντελώς άσχετη με την ηθική της: δέχτηκε την πρόταση του Σι Ρόκο.
     Και μία νύχτα σκοτεινή, που το φεγγάρι ήταν τόσο λεπτό όσο τα σχιστά μάτια της Μιντόρι, οι δύο ερωτευμένοι συναντήθηκαν λίγο έξω από τη συνοικία της, και έφυγαν επάνω σε δύο άλογα, φορτωμένοι με λίγα υπάρχοντα. Και ο Σι Ρόκο είχε ήδη κόψει τα μαλλιά του, ενώ η Μιντόρι ήταν εντελώς αμακιγιάριστη και φορούσε το πιο απλό κιμονό της, και όταν ξημέρωσε η μέρα ο Σι Ρόκο και η Μιντόρι κοιτάχτηκαν για πρώτη φορά και ερωτεύτηκαν ξανά.
     Και συνέχισαν τον δρόμο τους χωρίς να σταματήσουν στιγμή, μόνο το βράδυ σταματούσαν στο δάσος για να ξεκουράσουν τα άλογά τους. Και κάποτε έφτασαν ψηλά σε ένα βουνό, όπου τον αυτοκράτορα δεν τον είχαν δει ποτέ και μόνο ακουστά τον είχαν, και αποφάσισαν να μείνουν εκεί. Έτσι, έφτιαξαν ένα μικρό σπιτάκι, πολύ μίνιμαλ, με έναν εξίσου μίνιμαλ κήπο, που ήταν σαν ζωγραφιά. 
     Αλλά ακόμα φοβούνταν μήπως τους ανακαλύψουν οι άντρες του αυτοκράτορα, και έφτιαξαν στο σπίτι και μία σοφίτα με κρυφή είσοδο, για να κρύβεται η Μιντόρι αν τυχόν εμφανιζόταν κάποιος άγνωστος στην πόρτα τους. Και το σπαθί του ο Σι Ρόκο το έθαψε κάτω από τα θεμέλια του σπιτιού, χωρίς τη θήκη του, βέβαια, την οποία την είχε πουλήσει σε κάποιο από τα πρώτα χωριά από τα οποία είχαν περάσει. Και η Μιντόρι είχε πουλήσει και εκείνη τα χτένια της και τα κιμονό της, και ποιος θα τους υποπτευόταν τώρα, που ο Σι Ρόκο άφησε και μουστάκι;
     Και από τότε, ο Σι Ρόκο και η Μιντόρι ζουν αγαπημένοι μαζί, στο όμορφο σπιτάκι τους ψηλά, στο βουνό. Και αν περάσετε τη μέρα από εκεί, το σπιτάκι θα το βρείτε έρημο, κι αν χτυπήσετε την πόρτα, δεν θα σας ανοίξει κανείς. Αν όμως περάσετε από εκεί το βράδυ, θα δείτε καπνό να βγαίνει από την καμινάδα του. Κι αν πλησιάσετε πιο κοντά, ίσως ακούσετε και μια γλυκιά φωνή να τραγουδάει. Κι αν πλησιάσετε ακόμα πιο κοντά και κοιτάξετε από το ελαφρά φωτισμένο παράθυρο, θα δείτε ένα ζευγάρι να πίνει το τσάι του μαζί. Και θα εντυπωσιαστείτε από τη χάρη της γυναίκας που θα σερβίρει το τσάι, και ίσως, κάποιοι από εσάς, να αναγνωρίσετε την πατροπαράδοτη τελετουργία του τσαγιού.
     Και θα είναι μια πραγματικά όμορφη εμπειρία, ιδιαίτερα αν το φεγγάρι είναι λεπτό, σαν τα σχιστά μάτια της Μιντόρι.

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Ανατροπή

     Ντιν-νταν-ντον! ακούστηκε το κουδούνι. Ο κύριος συνέχισε να πίνει το μπράντυ του.
     - Καλά το έλεγα εγώ, είπε και πλατάγισε την γλώσσα του, δεν υπάρχει τίποτα σαν το παλαιωμένο μπράντυ.
     Από μία πόρτα του δωματίου μπήκε ο μπάτλερ. Με κορμί στητό και φορώντας τη λιβρέα του άρχισε να κατευθύνεται προς την είσοδο της έπαυλης.
     - Πού πηγαίνεις, Αρμόδιε; ρώτησε ο κύριος.
     - Μα, δεν ακούσατε, κύριε; Χτυπούν το κουδούνι, απάντησε εκείνος.
     - Άσε να χτυπούν, είπε ο κύριος.
     - Μάλιστα, κύριε, απάντησε ο μπάτλερ.
     - Φέρε μου ένα μαξιλάρι.
     - Μάλιστα, κύριε.
     Ο μπάτλερ έφυγε και γύρισε κρατώντας ένα κεντημένο μαξιλάρι. Πλησίασε στην πολυθρόνα όπου καθόταν ο κύριος και έβαλε το μαξιλάρι πίσω από τη μέση του.
     Ντιν-νταν-ντον! ακούστηκε και πάλι το κουδούνι, ντιν-νταν-ντον!
     - Πού πας πάλι; ρώτησε ο κύριος.
     - Στην πόρτα, κύριε, δεν ακούτε που χτυπούν ξανά;
     - Άσε να χτυπούν, σου είπα.
     - Μα χτυπούν επίμονα. Κι αν κάνουν καμιά ζημιά στην πόρτα;
     - Καλά, πήγαινε, αλλά δεν είμαι εδώ για κανέναν, λείπω, κατάλαβες;
     - Μάλιστα, κύριε.
     Ο μπάτλερ εξαφανίστηκε. Ακούστηκαν ομιλίες και ύστερα ακούστηκε μια πόρτα να κλείνει. Ο μπάτλερ επέστρεψε.
     Ντιν-νταν-ντον! ακούστηκε και πάλι.
     - Τι έγινε πάλι; είπε εκνευρισμένος ο κύριος. Δεν είπες ότι λείπω;
     - Το είπα, κύριε, αλλά δεν με πίστεψαν. Μου είπαν ότι ξέρουν πως είστε μέσα. Είδαν το αυτοκίνητό σας, που είναι παρκαρισμένο στο ανοιχτό γκαράζ...
     - Και σ'το είπα να το παρκάρεις στο κλειστό!
     - Έχετε δίκιο, κύριε, δικό μου το λάθος.
     - Φυσικά και είναι δικό σου το λάθος. Γι'αυτό και τον επόμενο μήνα θα γίνει μία παρακράτηση στο μισθό σου.
     - Μάλιστα, κύριε.
     - Δεν πιστεύω να έχεις αντίρρηση...
     - Όχι, κύριε.
     Ο μπάτλερ παρέμεινε στη θέση του, να κοιτάζει τον κύριο. Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα προτού ξαναμιλήσει.
     - Και τώρα τι θα πρέπει να κάνω; ρώτησε.
     - Να μου γεμίσεις το ποτήρι με μπράντυ. Δεν βλέπεις ότι τελείωσε;
     - Μάλιστα, κύριε, το βλέπω... Αλλά εγώ εννοούσα τι να κάνω με την επιτροπή...
     - Τίποτα δεν θα κάνεις. Η επιτροπή δεν πρέπει να μπει μέσα και εγώ δεν έχω καμία όρεξη να εγκαταλείψω την έπαυλή μου για καμιά επιτροπή. Το δείπνο είναι έτοιμο;
     - Μάλιστα, κύριε.
     Ντιν-νταν-ντον-ντιν-νταν-ντον-ντιν-νταν-ντον!
     - Α, δεν είναι κατάσταση αυτή, είπε ο κύριος. Θα πρέπει να μεταχειριστώ όλα τα μέσα που διαθέτω. Αρμόδιε, κατέβασε τη θερμοκρασία.
     - Μάλιστα, κύριε, είπε ο μπάτλερ και πήγε μπροστά σε έναν πίνακα γεμάτο κουμπιά και διακόπτες, που βρισκόταν σε έναν από τους τοίχους του δωματίου.
     - Τι θερμοκρασία έχεις βάλει;
     - Τέσσερεις βαθμούς, κύριε.
     - Τέσσερεις; Τόσο πολύ; Κατέβασέ το στο μείον τρία και βλέπουμε.
     Ο μπάτλερ γύρισε έναν περιστρεφόμενο διακόπτη στον πίνακα.
     - Το έβαλα στους μείον τρεις βαθμούς, κύριε, είπε.
     - Ωραία, είπε ο κύριος και τέντωσε τα πόδια του προς το τζάκι, το οποίο ήταν ολόφωτο από τα πολλά κούτσουρα που καίγονταν εκεί μέσα. Για δες και το χιόνι, στα πόσα εκατοστά το έχεις βάλει;
     - Στα δέκα, κύριε.
     - Στα δέκα; Τρελλάθηκες; Μερικές φορές αναρωτιέμαι για ποιον δουλεύεις... Βαλ'το στο ένα μέτρο!
     Ο μπάτλερ γύρισε έναν άλλο περιστρεφόμενο διακόπτη.
     - Το έβαλα, κύριε.
     - Δες και τον αέρα, πόσα Μποφώρ έχεις βάλει;
     - Τέσσερα.
     - Τέσσερα; Μα δεν σου είπα να βάλεις θαλασσινή αύρα, χειμώνα έχουμε! Βάλε έξι να έχουμε το κεφαλάκι μας ήσυχο!
     - Μάλιστα, κύριε.
     Άλλος ένας διακόπτης στον πίνακα περιστράφηκε.
     -  Και τώρα σερβίρισε το δείπνο. Το ξέρεις ότι πρέπει πάντα να τρώω στην ώρα μου.
     - Μάλιστα, κύριε.
     Ο μπάτλερ εξαφανίστηκε για λίγο και ύστερα ξαναφάνηκε.
     - Το δείπνο σερβιρίστηκε, είπε. Αν θέλετε, μπορείτε να περάσετε στην τραπεζαρία.
     Ο κύριος σηκώθηκε και πήγε στο διπλανό δωμάτιο. Ένα πλούσιο τραπέζι ήταν στρωμένο, και ένα κηροπήγιο το στόλιζε με τα αναμμένα κεριά του. 
     - Τι έχουμε για πρώτο πιάτο;
     - Μανιταρόσουπα βελουτέ με λάδι τρούφας και κρουτόν.
     - Αχ, ωραία, τη λατρεύω τη μανιταρόσουπα!
     Ο κύριος κάθησε και ο μπάτλερ σέρβιρε την αχνιστή σούπα.
     - Διάβασέ μου τα τελευταία νέα, είπε ο κύριος καθώς δοκίμαζε τη σούπα του.
     - Μάλιστα, κύριε, είπε ο μπάτλερ και έφερε μία εφημερίδα. "Επιπλοκές στη διαδοχή του νέου χρόνου", είναι το πρώτο θέμα.
     - Α, είναι και πρώτο θέμα, ε; Για διάβασε να δούμε τι λέει.
     - "Επιπλοκές παρουσιάστηκαν κατά τη διαδικασία διαδοχής του νέου χρόνου, καθώς ο απερχόμενος αρνείται πεισματικά να αποχωρήσει από την κυβερνητική έπαυλη. Πηγές λένε ότι ο απερχόμενος χρόνος έχει κλειδωθεί στην έπαυλη και ούτε αποχωρεί, ούτε παραδίδει τα κλειδιά, στην προσπάθειά του, δε, να διατηρηθεί στον κυβερνητικό θώκο έχει επιστρατεύσει όλα τα μέσα."
     - Όχι, θα τα άφηνα, για διάβασε παρακάτω!
     - "Φόβοι εκφράζονται ότι αν συνεχιστεί αυτό, ο νέος χρόνος - που, υπενθυμίζουμε ότι είναι μόνο ένα βρέφος - κινδυνεύει να πεθάνει προτού αναλάβει τα νέα του καθήκοντα."
     - Κι είχα μια σκασίλα!
     - ..."Έκκληση απευθύνουν όλοι οι παρελθόντες χρόνοι, ούτως ώστε να επικρατήσει η λογική για να εξομαλυνθεί η κατάσταση, αλλά προς το παρόν δεν διαφαίνεται κάποια λύση στο πρόβλημα. Στο μεταξύ, όλη η χώρα έχει βυθιστεί στο κρύο και το χιόνι. Τα φαινόμενα έγιναν εντονότερα τις τελευταίες ώρες, σύμφωνα με έκτακτο μετεωρολογικό δελτίο που εκδόθηκε πριν από λίγο. Η εφημερίδα μας αναμένει τις εξελίξεις και θα σας ενημερώνει για ο,τιδήποτε νέο προκύψει με έκτακτες εκδόσεις."
     Ντιν-νταν-ντον! Ντιν-νταν-ντον! Ντιν-νταν-ντον!
     - Μα ούτε να φάει δεν μπορεί κανείς; είπε ο κύριος. Αρμόδιε, κατέβασε κι άλλο τη θερμοκρασία!
     - Μάλιστα, κύριε.
     - Και βάλε το χιόνι στα δύο μέτρα και τον αέρα στα οκτώ Μποφώρ. Και φέρε το δεύτερο πιάτο, τι έχουμε για δεύτερο;
     - Ορτύκια γεμιστά με ρύζι, κουκουνάρι και σταφίδες, κύριε.
     Ντιν-νταν-ντον! Ντιν-νταν-ντον! Ντιν-νταν-ντον! ξανακούστηκε στην πόρτα.
     - Κάνε γρήγορα! είπε ο κύριος.
     - Μάλιστα, κύριε.
     Ύστερα από λίγο, το κουδούνι σταμάτησε. Ο Αρμόδιος σέρβιρε το δεύτερο πιάτο.
     - Επιτέλους, ησυχία! είπε ο κύριος.
     Και συνέχισε να τρώει, και έφαγε και το δεύτερο πιάτο, και έφαγε και σαλάτα, και έφαγε και το επιδόρπιο, που ήταν σουφλέ σοκολάτας, και ύστερα σηκώθηκε από το τραπέζι και ξανακάθησε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, δίπλα στο τζάκι.
     Ξάφνου, σαν να ακούστηκαν παιδικές φωνές.
     - Αρμόδιε, φώναξε ο κύριος, τι είναι αυτό που ακούγεται;
     Ο μπάτλερ πήγε προς την είσοδο και ύστερα επέστρεψε.
     - Είναι παιδιά, κύριε, είπε.
     - Πώς ήρθαν εδώ τα παιδιά;
     - Δεν ξέρω.
     - Δεν πιστεύω να έχουν μαζί τους και κανένα βρέφος στο καλάθι;
     - Δεν νομίζω, κύριε. Κάτι τρίγωνα κρατάνε και τα χτυπάνε και τραγουδάνε.
     - Μη μου πεις ότι λένε τα κάλαντα!
     - Νομίζω πως ναι.
     - Αχ, μου αρέσουν τα κάλαντα, άνοιξε λίγο να ακούσω καλύτερα...
     Ο μπάτλερ εξαφανίστηκε. Ακούστηκε και πάλι η πόρτα να ανοίγει, και οι παιδικές φωνές δυνάμωσαν.
     - Τι ωραία! είπε ο κύριος και ξάπλωσε καλύτερα στην πολυθρόνα.
     Δεν άργησε να βυθιστεί στον ύπνο.
     Μερικά λεπτά αργότερα, ο νέος ένοικος της έπαυλης είχε ήδη μπει μέσα, αφού προηγουμένως ο κοιμισμένος απερχόμενος κύριος της έπαυλης μεταφέρθηκε με προσοχή έξω από αυτήν. Ο ίδιος ο μπάτλερ βοήθησε να γίνει η μεταφορά, και στη συνέχεια παρέλαβε το καλάθι με το βρέφος, που θα ήταν ο νέος κύριος της έπαυλης για τον επόμενο χρόνο. Τοποθέτησε με προσοχή το καλάθι με το βρέφος δίπλα στο τζάκι για να μην κρυώνει και ύστερα πήγε στον πίνακα με τους διακόπτες.
     Το πρώτο κουμπί που πάτησε ήταν εκείνο της ηλιοφάνειας.