Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Πετάει το καράβι;


     Λοιπόν, σήμερα θα μιλήσουμε για κάτι ιπτάμενο. Και, εννοείται ότι δεν αναφέρομαι σε σπουργίτι, περιστέρι ή αετό. Ούτε για πεταλούδα θα μιλήσουμε, σε περίπτωση που πήγε το μυαλό σας σε πεταλούδα.
     Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για το ιπτάμενο κρεβάτι της Πίπης, αλλά ούτε αυτό είναι το θέμα μας. Για να μη σας παιδεύω άλλο, θα σας το πω: το θέμα μας είναι ένα ιπτάμενο καράβι. Και προτού αρχίσετε να μουρμουρίζετε ότι λέω ανακρίβειες, θα σας θυμίσω ότι ιπτάμενα καράβια υπάρχουν.
     Επειδή εδώ όλες οι ιστορίες είναι αληθινές, και αμφισβητήσεις δε σηκώνω, και για να δείτε πόσο μεγάλη σημασία δίνω στην ακρίβεια των γεγονότων, θα σας πω ξεκάθαρα ότι την άποψή μου περί ύπαρξης ιπτάμενων καραβιών δεν τη βασίζω ούτε στο ελάχιστο στο ιπτάμενο καράβι του βαρώνου Μυγχάουζεν, που ως γνωστόν ήταν μέγας παραμυθάς. Ούτε, φυσικά, αναφέρομαι στα αερόπλοια, που ήταν ουσιαστικά ιπτάμενα μπαλόνια. Όχι, εγώ αναφέρομαι σε καράβια με πανιά, με πλώρη, πρύμνη και τα συναφή.
     Ως ατράνταχτο επιχείρημα θα χρησιμοποιήσω τα όσα δηλώνει στην "Αληθινή Ιστορία" του ο Λουκιανός, ο οποίος από την αρχαιότητα ήδη ταξίδεψε με πλοίο στη Σελήνη, και δεν πιστεύω να αμφιβάλλετε γι'αυτό, καθώς οι αρχαίοι Έλληνες ανακάλυψαν τα πάντα. Και, μεταξύ μας, αν το Απόλλων 11 είχε προσεληνωθεί στο σωστό σημείο, είναι σίγουρο πως η φωτογραφία που θα φιγουράριζε παντού δε θα ήταν αυτή του αποτυπώματος του παπουτσιού του Νηλ Άρμστρονγκ, αλλά η φωτογραφία του χαμένου σανδαλιού του Λουκιανού, που το έχασε κυνηγώντας μία τροφαντή ιθαγενή...
     Ας επανέλθουμε, όμως, στο ιπτάμενο καράβι της ιστορίας μας. Θα πρέπει, λοιπόν, να ξέρετε, ότι το καράβι αυτό δεν ήταν εξαρχής ιπτάμενο, είναι σίγουρο όμως ότι ήθελε πολύ να πετάξει.
     - Γιατί να περιορίζομαι στη θάλασσα, έλεγε, όταν θα μπορούσα να πετάω στον αέρα, σαν τα πουλιά;
     Και τα πουλιά γελούσαν και το κορόιδευαν.
     - Αν εσύ πετάξεις, του έλεγαν τα περιστέρια, τότε εμείς θα κολυμπήσουμε σαν πάπιες!
     - Θα πετάξω, θα το δείτε! έλεγε το καράβι με πείσμα.
     Και είναι αλήθεια ότι το πίστευε αυτό που έλεγε. Αλήθεια, επίσης, είναι ότι είχε ακούσει για συνομωσίες του σύμπαντος, όταν θέλεις κάτι πολύ...
     Πώς θα γινόταν, όμως, να πετάξει; Το καράβι είχε εναποθέσει τις περισσότερες ελπίδες του στον αέρα, και όταν φυσούσε πολύ και είχε τρικυμία, ήλπιζε να το βγάλουν βόλτα για να καταφέρει να πετάξει. Τότε ήταν, όμως, που το κρατούσαν δεμένο, και το όνειρό του παρέμενε όνειρο.
     - Γιατί να μην μπορώ κι εγώ να πετάξω; έλεγε το καημένο το καράβι. Ας πετούσα, έστω για μια φορά!
     Και αυτό το έλεγε χωρίς να το πολυπιστεύει, αφού αν κατάφερνε να πετάξει, ούτε που θα ξανακατέβαινε στη γη...
     Όμως οι μέρες, οι μήνες περνούσαν, και καμία ευκαιρία δεν του δινόταν του καημένου του καραβιού να πετάξει.
     Ώσπου μια μέρα, μια ωραία μέρα, χωρίς αέρα και με τη θάλασσα λάδι, το καράβι βρέθηκε να βολτάρει, χωρίς ιδιαίτερη όρεξη, απορροφημένο από τις σκέψεις του. Τι όμορφος που ήταν ο ουρανός, με τα σύννεφά του, που ταξίδευαν αργά-αργά, πόσο βαρετή του φαινόταν η θάλασσα... αλλά τι ήταν αυτό που έβλεπε;
     Κι όμως, μπροστά στα μάτια του η θάλασσα είχε μεταμορφωθεί σε ουρανό! Το καράβι το έβλεπε τώρα καθαρά, δεν έπλεε πια στη θάλασσα, έπλεε ανάμεσα στα σύννεφα, πετούσε! Τι θαύμα ήταν αυτό! Τι ευτυχία το πλημμύρισε το ιπτάμενο καράβι!
     - Για δείτε με τώρα, φώναζε στα πουλιά, πετάω! Πετάω! Πετάω ανάμεσα στα σύννεφα, τίποτα δεν έχω να ζηλέψω από εσάς, είμαι κι εγώ στον ουρανό και πετάω ανάμεσα στα σύννεφα, πάνω από τα δέντρα! Επιτέλους, η ευχή μου έγινε πραγματικότητα!
     Και τα πουλιά δεν είχαν τι να του απαντήσουν, αφού το καράβι είχε δίκιο. Και άρχισαν και εκείνα να σκέφτονται μήπως θα ήθελαν κάτι διαφορετικό στη ζωή τους. Και άρχισαν να αναρωτιούνται πώς τα κατάφερε το καράβι και πραγματοποίησε το όνειρό του, για να κάνουν κι εκείνα το ίδιο. Αλλά το καράβι δεν είχε χρόνο για εξηγήσεις. Αυτό που είχε σημασία, εξάλλου, ήταν το θαύμα που είχε συμβεί. Και το καράβι συνέχισε να πετάει στον ουρανό, ευτυχισμένο. Και όταν το είδα εγώ, ακόμη πετούσε.
     Τώρα, βέβαια, υπάρχουν αυτοί που θα αμφισβητήσουν την εγκυρότητα της ιστορίας. Αλλά, μη βιάζεστε να κρίνετε, άπιστοι Θωμάδες, και έχουσιν γνώσιν οι φύλακες. Θα μιλούσα εγώ χωρίς ντοκουμέντα; Το φαντάστηκα ότι δε θα με πιστεύατε, γι'αυτό και το έβγαλα φωτογραφία.
     Λοιπόν, τι έχετε να πείτε τώρα; Πετάει το καράβι;


Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Επίμονο καμάκι

     - Ψιτ, κοπελιά! Καλέ, μίλα μας και μη μας αγαπάς! είπε ο ένας.
     - Καλέ, ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου; είπε ο άλλος.
     - Μα, καλά, ούτε μια ματιά δε μας ρίχνεις, δηλαδή; Αφού το ξέρω ότι σου αρέσω, τι το κρύβεις; συνέχισε ο πρώτος.
     - Έλα, καλέ, στείλε έστω ένα χαμόγελο... πετάχτηκε κι ένας τρίτος.
     - Τι ζόρι τραβάς, ρε φίλε; ρώτησε ο πρώτος.
     - Δεν κατάλαβα... Αδερφή σου είναι η κοπελιά ή γυναίκα σου και θίγεσαι;
     - Κάνε μου τη χάρη και μαζέψου! Η κοπελιά είναι δικιά μου!
     - Πώς είναι δικιά σου, δηλαδή;
     - Δικιά μου είναι! Τρεις μήνες τώρα την κορτάρω!
     - Χα, χα! Ας γελάσω! Και τι θα πει αυτό; Ότι επειδή την κορτάρεις την έχεις κιόλας; Αφού ούτε μια ματιά δε γυρίζει να σου ρίξει!
     - Είναι δικιά μου, σου λέω! Απλώς, δε θέλει να δώσει δικαιώματα, επειδή συνοδεύεται από τον κηδεμόνα της, δεν βλέπεις;
     - Άσε, ρε φίλε, που με τριών μηνών κορτάρισμα την έριξες κιόλας! πετάχτηκε ο δεύτερος. Σε λίγο θα μας πεις ότι σου κούνησε και την ουρά της! Αυτού του είδους οι γκόμενες δεν είναι για τα δόντια σου, να το ξέρεις.
     - Και είναι για τα δικά σου, δηλαδή;
     - Τι να ζηλέψει από εσένα, βρε κακομοίρη, που δεν έχεις πού την κεφαλή κλίναι;
     - Άντε, ρε αριστοκράτη εσύ, που θα μας την πεις κιόλας! Ολόκληρο σπίτι, δεν το βλέπεις;
     - Ναι, σιγά το μέγαρο! Εγώ, αν θες να ξέρεις, δίπλα στο τζάκι κοιμάμαι κάθε βράδυ. Εσύ έχεις τζάκι;
     - Ό,τι και να λες, εμένα θέλει η κοπελιά...
     - Ναι, άντε κατούρα μας, ρε...
     - Καλέ, κοπελιά, πετάχτηκε ξανά ο τρίτος, πες μας μια κουβέντα, δεν βλέπεις που σφάζονται τα παληκάρια για σένα; Πες μας, τέλος πάντων, ποιον προτιμάς, αν και είναι σίγουρο ότι εμένα γουστάρεις, το έχω καταλάβει, άσ'τους άλλους δυο να κουρεύονται...
     - Η κοπελιά γουστάρει μεγαλεία, συνέχισε ο δεύτερος, γουστάρει τζάκια και ξηρά τροφή, όχι αποφάγια...
     - Προτού μιλήσεις για το φαγητό μου θα πρέπει να πλένεις το στόμα σου! Ούτε στον ύπνο σου δεν μπορείς να δεις τα σπιτικά φαγητά που τρώω εγώ! Το σπιτικό φαγητό είναι το καλύτερο και μαζί μου η κοπελιά θα καλοπεράσει, πώς, λοιπόν, να μην είμαι εγώ ο εκλεκτός της καρδιάς της;
     - ...και επιπλέον, τα έχεις δει τα μούτρα σου στον καθρέφτη; 
     - Τι έχουν τα μούτρα μου, δηλαδή;
     - Πρώτα-πρώτα, είσαι μαύρος.
     - Βρε, άντε χάσου, παλιορατσιστή!
     - Και, δεύτερον, είσαι και στούμπος. Ενώ εγώ, εκτός από όμορφος είμαι και πρώτο μπόι.
     - Το ύψος δεν είναι το παν...
     - Βρε, την πρόσεξες την κορμοστασιά της; Τι να σε κάνει εσένα, που είσαι σαν μπασμένο; Ένα κεφάλι σου ρίχνει!
     - Ναι, αλλά είμαι τσαχπίνης και αγαπησιάρης!
     - Καλές είναι οι τσαχπινιές, αλλά αν χρειαστεί, πώς θα την προστατέψεις, που είσαι μισή μερίδα;
     - Ε, όχι και μισή μερίδα! Καλέ, κοπελιά, πες εδώ σε αυτούς τους ηλίθιους ότι εμένα προτιμάς!
     - Ναι, δεν σφάξανε!
     - Άμα έρθω από εκεί, θα σου πω εγώ αν σφάξανε ή δεν σφάξανε!
     - Έλα, αν μπορείς!
     - Τώρα δεν μπορώ, αλλά δε θα σε πετύχω κανένα απόγευμα στη βόλτα, θα σε τακτοποιήσω εγώ!
     - Ναι, φοβήθηκα τώρα! Λοιπόν, για να μην παιδεύεσαι, σου λέω από τώρα ότι η μικρή είναι δική μου και ότι σύντομα θα γίνουμε ζευγάρι και θα κάνουμε και πολλά παιδιά. Γι'αυτό, σπάσε και κοίτα να βρεις άλλη.
     - Να βρεις εσύ άλλη!
     - Εγώ δεν χρειάζομαι να βρω άλλη, αφού έχω αυτήν!
     - Αυτή είναι δικιά μου!
     - Νομίζεις!
     - Δε νομίζω, είμαι σίγουρος!
     - Ό,τι και να λέτε εσείς οι δυο, εμένα προτιμάει η κοπελιά.
     - Ναι, σιγά μην προτιμάει εσένα!
     - Πόσο στοίχημα βάζετε;
     - Καλέ, κοπελιά, πες μας τελικά ποιον προτιμάς! Ψιτ, κοπελιά! Ε, κοπελιά!
     Αλλά εκείνη δεν τους έδωσε την παραμικρή σημασία. Συνέχισε να περπατάει αδιάφορα με σταθερό βήμα δίπλα στον κηδεμόνα της, ενώ εκείνοι συνέχιζαν να τσακώνονται για χάρη της. Και όλη η γειτονιά αντηχούσε από τα γαυγίσματα των τριών επίδοξων μνηστήρων.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Επίσημη πρώτη

     Ο κολοβός χαρταετός ήταν πολύ χαρούμενος. Επιτέλους, ο καιρός του είχε κάνει το χατήρι. Έβρεχε συνέχεια και κανένα παιδί δεν είχε πάει να πετάξει αετό. Τι ωραίος που ήταν ο γκρίζος, άδειος από χαρταετούς ουρανός!
     - Τι κρίμα! έλεγαν οι άλλοι χαρταετοί και έκλαιγαν. Μια μέρα μας δίνεται κι εμάς η ευκαιρία να πετάξουμε στον ουρανό, και τώρα θα μείνουμε καθηλωμένοι στη γη...
     - Τι ωραίος καιρός σήμερα! τραγουδούσε ο κολοβός χαρταετός..
     - Τι ωραία που θα ήταν, αν ο καιρός ήταν καλός, έλεγαν οι άλλοι χαρταετοί και σκούπιζαν τα δάκρυά τους...
     - Η καλύτερη Καθαρά Δευτέρα όλων των εποχών! τραγουδούσε ο κολοβός χαρταετός, και το χαμόγελό του έφτανε μέχρι τα αυτιά του.
     - Τι ωραία να μπορούσαμε να πετάξουμε, σαν τα ξαδέρφια μας, τους πραγματικούς αετούς, αυτούς με τα φτερά...
     - Τι ωραία που είναι τα σύννεφα!
     - Και θα κάναμε διαγωνισμό, ποιος θα φτάσει πιο ψηλά...
     - Και θα βλέπουμε την βροχή να πέφτει!
     - Και θα έκανε ζέστη...
     - Και κάνει κρύο!
     - Τι αξίζει η ζωή, αν δεν μπορείς να πετάξεις;
     - Η ζωή είναι πολύ ωραία, αν δεν μπορείς να πετάξεις!
     Ένας ηλικιωμένος χαρταετός, φαφούτης και γεμάτος ρυτίδες, που είχε πετάξει άπειρες φορές στον ουρανό, άκουσε τον κολοβό χαρταετό και πολύ εκνευρίστηκε.
     - Για άκου να σου πω, του είπε, όχι επειδή εσύ δεν μπορείς να πετάξεις, να θέλεις να μην πετάξει κανένας!
     - Φυσικά και μπορώ να πετάξω! είπε θυμωμένος ο κολοβός χαρταετός.
     - Αφού δεν έχεις ουρά!
     - Ναι, αλλά μπορώ να πετάξω, απλώς δε μου αρέσει!
     - Θέλεις να πεις ότι αν είχες ουρά, πάλι δε θα πετούσες;
     - Φυσικά!
     - Δε σε πιστεύω, είπε ο ηλικιωμένος χαρταετός.
     - Δε με νοιάζει αν με πιστεύεις, είπε και ο κολοβός χαρταετός.
     - Τους ξέρω καλά αυτούς τους τύπους, συνέχισε ο ηλικιωμένος χαρταετός. Προσπαθούν να διαφημίζουν τα κουσούρια τους, ενώ στην πραγματικότητα ντρέπονται γι'αυτά.
     - Δεν ξέρεις τι λες! του φώναξε ο κολοβός χαρταετός.
     Αλλά η αλήθεια ήταν ότι ο ηλικιωμένος χαρταετός ήξερε πολύ καλά τι έλεγε. Ναι, η αλήθεια ήταν ότι ο κολοβός χαρταετός ήθελε πολύ να πετάξει, αλλά χωρίς ουρά δεν μπορούσε. Ντρεπόταν πολύ γι'αυτό, αλλά δεν ήθελε να το καταλάβουν οι άλλοι. Έτσι, είχε αποφασίσει να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι το πέταγμα δεν ήταν και κάτι το τόσο σπουδαίο. Γι'αυτό και χαιρόταν με την βροχή, επειδή τώρα που έβρεχε και κανένας χαρταετός δεν πετούσε στον ουρανό, κανένας δεν θα τον κοιτούσε υποτιμητικά, αφού κανείς δεν θα αντιλαμβανόταν την αδυναμία του.
     Έτυχε, όμως, τη συζήτηση των δύο χαρταετών να την ακούσει ένα αγοράκι. Και το αγοράκι αυτό είχε έναν μπαμπά, που ήξερε από χαρταετούς. Πήρε, λοιπόν, τον κολοβό χαρταετό και τον πήγε στον μπαμπά του.
     - Μπορείς να του βάλεις ουρά; ρώτησε.
     - Φυσικά, είπε ο μπαμπάς του, αλλά δε θέλεις να σου αγοράσω έναν χαρταετό με ουρά;
     - Όχι, είπε ο μικρός, θέλω αυτόν τον χαρταετό.
     Και ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του κολοβού χαρταετού.
     Και ο μπαμπάς πήρε περιοδικά και τα έσκισε, και ύστερα τα έδεσε σε ένα σκοινί λίγα-λίγα, και σε λίγο είχε φτιάξει μια πανέμορφη, πολύχρωμη ουρά!
     Ο κολοβός χαρταετός δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε αποκτήσει ουρά και ότι σε τίποτα δεν υστερούσε πια από τους υπόλοιπους χαρταετούς.
     Και τώρα ήταν αυτός που παρακαλούσε να σταματήσει η βροχή για να πετάξει στους ουρανούς. Και ο ουρανός, σαν να άκουσε την επιθυμία του χαρταετού, άρχισε να καθαρίζει. Τα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται και να φεύγουν, παρέες-παρέες, για να πάνε να παίξουν σε άλλες γειτονιές. Και ύστερα από λίγο φάνηκε και ο ήλιος.
     Όλοι οι χαρταετοί άρχισαν να πανηγυρίζουν. Ήταν μεγάλη η χαρά τους, που αυτό που περίμεναν έναν χρόνο τώρα, θα γινόταν πραγματικότητα. Και χτένιζαν τα μαλλιά τους, και ξεσκόνιζαν τα ρούχα τους, και έλεγχαν τις ουρές τους, για να βεβαιωθούν ότι ήταν έτοιμοι για τη μεγάλη στιγμή.
     Την πιο μεγάλη χαρά απ'όλους, όμως, την είχε ο κολοβός χαρταετός, που πια δεν ήταν κολοβός, αλλά ανυπομονούσε να πετάξει για πρώτη φορά στη ζωή του και είχε και άγχος μήπως δεν τα καταφέρει.
     Δεν υπήρχε, όμως, λόγος να ανησυχεί, αφού ο μικρός με τον μπαμπά του ήταν μάστορες στο πέταγμα. Και ο κολοβός χαρταετός, που πια δεν ήταν κολοβός, άρχισε να πετάει στον ουρανό. Και οι άλλοι χαρταετοί άρχισαν να παίζουν κυνηγητό. Και κανένας δεν τον αποπήρε, όταν τους πλησίασε και εκείνος για να παίξει. Και καθώς ο αέρας του χάιδευε το πρόσωπο, ο χαρταετός αισθάνθηκε πολύ ευτυχισμένος. Και ευχήθηκε να ήταν κάθε μέρα Καθαρά Δευτέρα!
     Και κάπου πιο πέρα στον ουρανό, ο ηλικιωμένος χαρταετός τον κοιτούσε και το φαφούτικό του στόμα χαμογελούσε.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Ιδιοκατοίκηση

 
     - Μαμά, πού έχεις βάλει τα παιχνίδια μου; φώναξε ο μικρός.
     - Στη μεγάλη τη σακούλα, είπε η μαμά του. Δίπλα στη βαλίτσα σου. Μην την ανοίξεις τώρα. Είδα κι έπαθα να τα μαζέψω όλα. Τι τα θες τόσα παιχνίδια, ποτέ μου δεν το κατάλαβα.
     - Γυναίκα, φώναξε ο άντρας της, τα ξυριστικά μου τα πήρες;
     - Ναι, είπε εκείνη και με το ζόρι συγκράτησε μία βρισιά.
     - Τα παπούτσια μου τα καλά τα έβαλες στη βαλίτσα; συνέχισε εκείνος.
     - Και πού ήθελες να τα βάλω;
     - Μα, είχα σκοπό να τα φορέσω σήμερα!
     - Ας την έφτιαχνες τη βαλίτσα μόνος σου τότε! Δεν φτάνει που μάζεψα όλα τα πράγματα μόνη μου, θα ακούω και παράπονα από πάνω;
     - Ας μου έλεγες να την φτιάξω μόνος μου.
     - Ναι, σε ξέρω και από άλλες φορές. Αλλά εγώ φταίω!
     - Να τα, αρχίσαμε πάλι...
     - Ναι, αρχίσαμε, δεν κατάλαβα, δεν μπορούμε να μιλάμε τώρα; Εγώ φταίω, που δεν άκουσα τη μάνα μου...
     - Ναι, ξέρω, που δεν άκουσες τη μάνα σου και παντρεύτηκες εμένα, ενώ σου έκαναν ένα σωρό προξενιά...
     - Γιατί, ψέματα είναι; Τόσοι και τόσοι με ζητήσανε, αλλά εγώ στραβώθηκα και πήρα εσένα. Και μου το'λεγε η μάνα μου: πάρε έναν άντρα να έχει ένα σπίτι δικό του, πού πας με αυτόν τον ξεβράκωτο; Μια ζωή στο ενοίκιο θα ζείτε, θα σας φάνε οι μετακομίσεις...
     - Ώχου, βαρέθηκα να ακούω τα ίδια και τα ίδια... ας την άκουγες τη μάνα σου, εγώ τι φταίω τώρα;
     - Εμ, βέβαια, έπρεπε να την ακούσω, τώρα θα ήμουν νοικοκυρά με δικό μου σπίτι, όχι κάθε τρεις και λίγο να μετακομίζουμε, επειδή εσύ διαλέγεις σπίτια που ύστερα σου τα ζητάνε για ιδιοκατοίκηση...
     - Μαμά, να φορέσω το παλτό μου;
     - Κάνε ό,τι θέλεις, μέχρι και γι'αυτό θα με ρωτάς;
     - Μη φωνάζεις στο παιδί...
     - Δεν μπορώ, ειδικά όσο βλέπω πόσο ίδιος εσύ πάει να γίνει...
     - Ας τον έκανες με άλλον, τότε!
     - Θεέ μου, δώσε μου δύναμη!
     - Όχι, σε εμένα πρέπει να τη δώσει τη δύναμη, που με ψέλνεις από το πρωί ως το βράδυ! Βρε, σου έλειψε το φαγητό; Σου έλειψε η ζεστασιά; Σου έλειψε το σεξ; Το καλύτερο φαγητό δεν τρώμε; Στα καλύτερα σπίτια δεν σε φέρνω;
     - Τι να το κάνω, αφού ύστερα από λίγο καιρό θα πρέπει να τα εγκαταλείψουμε;
     - Θα προτιμούσες να ήταν κακοφτιαγμένα και να μην τα θέλει κανείς; Άσε που αν μέναμε σε δικό μας σπίτι θα μας τσεκούρωνε η εφορία!
     - Ε, δεν είπα να φτιάξεις και μέγαρο! Ένα απλό σπιτάκι ζήτησα. Ας έφτιαχνες κι εσύ ένα δικό σου σπίτι για αλλαγή. Ως πότε θα ζούμε στο ενοίκιο; Κουράστηκα, δεν αντέχω άλλες μετακομίσεις!
     - Και πού ακούστηκε σπουργίτης να φτιάχνει δικό του σπίτι;
     - Και, δηλαδή, τα άλλα πουλιά χαζά είναι που φτιάχνουν δικά τους σπίτια;
     - Ε, δεν είπα αυτό...
     - Ε, τότε;
     - Μα όλοι το ξέρουν ότι τα σπουργίτια δεν ξέρουν τίποτα από οικοδομές, χτίσιμο, σοβάτισμα, τοίχοι, κουφώματα, δεν ξέρουν τι θα πει.
     - Να μάθουν, τότε!
     - Και πώς να μάθουμε, εξυπνοπούλι μου εσύ;
     - Βλέποντας μαθαίνεις.
     - Ναι, αλλά υπάρχουν και τόσα είδη κατοικίας... Τι σχέδιο να αντιγράψουμε, του πελαργού, της καρδερίνας, του χελιδονιού;
     - Όποιο να'ναι, αρκεί το σπίτι να είναι δικό σου!
     - Δε γίνονται αυτά τα πράγματα.
     - Άμα θέλεις, γίνονται.
     - Ναι, καλά...
     - Και, δε μου λες, για να'χουμε καλό ρώτημα, πότε αναμένεται να γυρίσει το χελιδόνι;
     - Σήμερα, αύριο, δεν ξέρω ακριβώς, αλλά όπου να'ναι έρχεται.
     - Τυχερή η χελιδόνα, δυο σπίτια έχει, άλλο το χειμώνα, άλλο το καλοκαίρι!
     - Άρχισες πάλι;
     - Μα να μην πω τον πόνο μου;
     - Καλά, πάμε και συνεχίζεις να μου τον λες στον δρόμο. Άσε τις βαλίτσες, θα τις κουβαλήσω εγώ όλες. Η δικιά μου η γυναίκα δε θέλω να κουβαλάει βαλίτσες. Μικρέ, πάρε τη βαλίτσα σου και τα παιχνίδια σου και έλα! Φεύγουμε!
     Και όλη η οικογένεια Σπουργίτη αποχώρησε από τη χελιδονοφωλιά, σε αναζήτηση άλλης διαθέσιμης κατοικίας, ενώ κάπου μακριά, η οικογένεια Χελιδόνη πακετάριζε κι αυτή τα υπάρχοντά της, με σκοπό να γυρίσει στη θερινή της φωλιά.
     Μεγάλο πράγμα, να έχεις θερινή κατοικία. 
     Ή, τουλάχιστον, αυτό σκεφτόταν η κυρία Σπουργίτη.