Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Τρία χρόνια και τρεις μέρες






      Βαθιά μέσα στη ζούγκλα της Λατινικής Αμερικής, σε ένα μέρος που παραμένει κρυφό, πνιγμένο στην πυκνή βλάστηση, όπου το μόνο που ακούγεται είναι οι φωνές των πουλιών, υπάρχουν τα ερείπια μίας αρχαίας ινδιάνικης πόλης. Το όνομά της έχει πια σβηστεί από τα χείλη των ανθρώπων, γι'αυτό και δε θα πούμε πώς ονομάζεται. Ας πούμε μόνο πως οι άνθρωποι που την έχτισαν ήταν άνθρωποι γεμάτοι σοφία.
     Οι άνθρωποι εκείνοι μιλούσαν με τη φύση και διάβαζαν τον ουρανό σαν ανοιχτό βιβλίο. Βιβλία όμως δεν είχαν για να γράψουν τις δικές τους ιστορίες. Μόνο πηλό και πέτρες και σφυριά και τσεκούρια. Μη νομίζετε, όμως, ότι οι ιστορίες τους δεν ειπώθηκαν επειδή δεν είχαν χαρτί και μολύβι. Οι ιστορίες τους γράφτηκαν στον πηλό και στην πέτρα.
     Και ήταν πολλές οι ιστορίες τους. Και μία από αυτές έλεγε ότι όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου, ένας άνθρωπος, που θα καθόταν μπροστά σε μία φωτεινή πλάκα, θα έφτιαχνε ένα αστέρι στο σύμπαν. Και πως εκείνο το αστέρι θα υπήρχε και δεν θα υπήρχε, αλλά και ότι θα γέμιζε με ιστορίες. Και ότι το αστέρι θα ήταν μόνο του στην αρχή, σιγά-σιγά όμως θα τραβούσε κοντά του και άλλα αστέρια. Και ότι το αστέρι εκείνο θα είχε όνομα, και ότι το όνομά του θα ήταν μεγάλο. Και ότι θα ζούσε αρκετά χρόνια και ότι κάθε έναν χρόνο και μία μέρα θα γέμιζε με μία ιστορία.
     Πριν από τρία χρόνια και τρεις μέρες, λοιπόν, ένα βαρετό απόγευμα, ένας άνθρωπος κάθησε μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, και έφτιαξε αυτό το ιστολόγιο. Και από εκείνη την στιγμή, το σύμπαν άλλαξε (κι αν νομίζετε ότι υπερβάλλω, να διευκρινίσω ότι αναφέρομαι στο σύμπαν αυτού του ανθρώπου).
     Κανείς, ούτε ίσως οι σοφοί ινδιάνοι, δεν θα περίμενε τη μακροημέρευσή του, κι όμως το ιστολόγιο έφτασε αισίως τα τρία χρόνια και τις τρεις μέρες! Παρ'όλο, δε, που ξεκίνησε μόνο κι έρημο,  σιγά-σιγά γέμισε ιστορίες και φίλους, ακριβώς όπως το είχαν προβλέψει οι σοφοί ινδιάνοι. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι μόλις έναν χρόνο και μια μέρα πριν, οι εγγεγραμμένοι φίλοι ήταν 15, ενώ τώρα είναι ήδη 44! Είναι σίγουρο ότι χωρίς αυτούς τους φίλους, εγγεγραμμένους και μη, αυτό το μπλογκ θα ήταν αρκετά διαφορετικό.
     Οι ιστορίες δεν φυτρώνουν ακριβώς στα δέντρα και δεν βγαίνουν πάντα εύκολα, όμως είναι πάντα εκεί και κρύβονται στα πιο απίθανα σημεία. Και η Πίπη, που "γεννήθηκε" σχεδόν ένα χρόνο μετά τη γέννηση του μπλογκ, έγινε σύντομα η ηρωίδα πολλών από εκείνες τις ιστορίες και έκανε κανονική κατάληψη στο χώρο, παίζοντας και το ρόλο της παραμυθούς αρκετές φορές. Της συμβαίνουν διάφορα της Πίπης, είναι αλήθεια. Αυτά δεν τα πρόβλεψαν οι σοφοί ινδιάνοι αλλά και δεν χρειαζόταν να τα προβλέψουν, αφού σε όλους συμβαίνουν διάφορα.
     Κάποιες ιστορίες είναι πιο κεφάτες, κάποιες περισσότερο λυπημένες, αλλά γενικά η τάση του μπλογκ είναι χιουμοριστική. Της Πίπης, έτσι κι αλλιώς, δεν της αρέσουν πολύ τα σοβαρά, προτιμάει να διασκεδάζει και ακόμα και όταν την παθαίνει, πάλι γελάει. Επιπλέον, και αυτό να μείνει μεταξύ μας, έχει υπογράψει συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας με αυτό το μπλογκ, και ένας από τους όρους της συνεργασίας ήταν να αποφεύγονται οι ιστορίες που της θυμίζουν καθαρισμένο κρεμμύδι, που της φέρνουν δάκρυα δηλαδή. Πάντως, για να εξηγούμαστε, μέχρι στιγμής δεν έχουν εκδηλωθεί παράπονα, ούτε από τη μία, ούτε από την άλλη πλευρά.
     Είναι περίεργο συναίσθημα ένα μπλογκ να εισβάλλει στη ζωή σου και να διεκδικεί μέρος του χρόνου σου. Αλλά είναι σίγουρο ότι δε μετάνιωσα τη δημιουργία της Οξείας Γλωσσοπάθειας. Και όσο κι αν συχνά σκέφτομαι ότι το όνομα αυτό ίσως να μην είναι και το καλύτερο που θα μπορούσα να έχω βρει, χαίρομαι που μέσω αυτής γνώρισα έναν κόσμο που αγνοούσα.
     Και τώρα, εκπληρώνοντας για μια ακόμα φορά την προφητεία των σοφών ινδιάνων, θα κλείσω αυτήν την ανάρτηση με την υπόσχεση, σε έναν χρόνο και μία μέρα από σήμερα να ξαναβρεθούμε εδώ για να ξαναγιορτάσουμε. Αμήν!

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Οξεία Κλαδευτηρίαση

     Όλοι έχετε μάθει ότι η Νεράιδα της χλωρίδας είναι αδερφή της Πίπης. Ποιος, όμως, είναι ο μπαμπάς της;
     Φαντάζομαι ότι όλοι γνωρίζετε τον Ψαλιδοχέρη. Και πώς θα γινόταν να μην τον γνωρίζετε, άλλωστε, αφού είναι το διασημότερο μέλος της οικογένειάς του; Κανείς, για παράδειγμα, δεν γνωρίζει τον Μαχαιροχέρη ή τον Τρυπανοχέρη, ούτε τον Πριονοχέρη τον ξέρει κανείς, ή μήπως κάνω λάθος; Όλοι οι συγγενείς του Ψαλιδοχέρη, λοιπόν, ζουν στην αφάνεια και στην σκιά του διάσημου συγγενή τους, και το ίδιο κάνει και ο μπαμπάς της Πίπης. Επειδή ο μπαμπάς της Πίπης είναι ο Κλαδευτηροχέρης, πρώτος ξάδερφος του Ψαλιδοχέρη, από τη μεριά της μαμάς του.
     Ο Κλαδευτηροχέρης, που λέτε, λατρεύει τα κλαδέματα. Δωσ'του κλάδεμα και παρ'του την ψυχή. Και όσο πιο πολύ κλάδεμα έχει να κάνει, τόσο περισσότερο το ευχαριστιέται. Και η Πίπη κλαδεύει, αλλά δεν τρελλαίνεται κιόλας.
     Μια μέρα που η Πίπη γύρισε από τη Χώρα της αμειβόμενης δουλείας στη Χώρα του διαμερίσματος και επισκέφτηκε τη Χώρα της μπροστινής βεράντας, είδε ότι μία τριανταφυλλιά ήταν κλαδεμένη. Κατάλαβε ότι το είχε κάνει ο Κλαδευτηροχέρης, αλλά δεν είπε τίποτα. Η τριανταφυλλιά χρειαζόταν κλάδεμα, έτσι κι αλλιώς. Και για όσους αναρωτιούνται πώς μπήκε ο Κλαδευτηροχέρης στη Χώρα της μπροστινής βεράντας, θα σας πω ότι ο Κλαδευτηροχέρης έχει άδεια εισόδου μακράς διαρκείας και κλειδί, οπότε μπήκε κανονικότατα.
     Δεν είπε, λοιπόν, τίποτα η Πίπη στον Κλαδευτηροχέρη, και ούτε του είπε τίποτα όταν είδε κλαδεμένο και το γιασεμί, παρ'όλο που ίσως να ήταν περισσότερο κλαδεμένο από όσο θα ήθελε. Όταν, όμως, είδε κλαδεμένη και την άλλη τριανταφυλλιά, σαν νεοσύλλεκτο φαντάρο, με το ζόρι κρατήθηκε να μην πει τίποτα. Σκέφτηκε ότι θα τον στενοχωρούσε, και εδώ που τα λέμε, τόσα πράγματα κάνει για χάρη της, για να έχει εκείνη χρόνο και να παίζει με το φίλο της το βιολί, για να χορεύει και για να κάνει ένα σωρό άλλα πράγματα! Και γι'αυτό, πάλι δεν του είπε τίποτα.
     Έτσι, τα κλαδέματα συνεχίστηκαν. Κλαδεύτηκε και το αγιόκλημα, κλαδεύτηκε και η τρίτη τριανταφυλλιά. Και ύστερα ήρθε η σειρά της Χώρας της πίσω βεράντας, ξεκινώντας από την αρμπαρόριζα και συνεχίζοντας με το γέρικο δεντρολίβανο, που είχε αρχίσει να καραφλιάζει. 
     Στη Χώρα της πίσω βεράντας, εδώ και αρκετά χρόνια, ζούσε και μία λουίζα. Τη λουίζα αυτή η Πίπη είχε βαλθεί να την κάνει να μοιάζει με δέντρο και το είχε καταφέρει κάπως, κλαδεύοντας πάντα τους βλαστούς που πετάγονταν από τη βάση του φυτού και αφήνοντας να αναπτύσσονται μόνο τα κλαδιά.
     Μέχρι που επέδραμε ο Κλαδευτηροχέρης. Και προφανώς εργάστηκε με περισσό ζήλο, αφού από δεντράκι η λουίζα μετατράπηκε σε γκλίτσα για τα πρόβατα. Μόνο που η Πίπη δεν έχει πρόβατα, και τώρα τι θα κάνει; Εννοείται ότι τελικά του έκανε παρατήρηση του Κλαδευτηροχέρη, ο οποίος ζήτησε συγγνώμη, αλλά με συγγνώμες η γκλίτσα δεν ξαναγίνεται δεντράκι, γίνεται;
     Αυτά έπαθε η Πίπη, αλλά αντί να κλαίει και να οδύρεται αποφάσισε να αναζητήσει νέους ενοίκους για τη Χώρα της πίσω βεράντας. Βρήκε, λοιπόν, μία εξωτική αλλοδαπή, ονόματος Διπλαδένια, πήρε και ένα νέο δεντρολίβανο, δασύτριχο και αρρενωπό, και όσο για τη λουίζα, ζωή σε λόγου μας.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Ερωτικό καυγαδάκι

     - Ποια ήταν αυτή; ρώτησε η Άνοιξη θυμωμένη.
     - Καμία, καρδούλα μου, της απάντησε ο Μάιος, δείχνοντάς της το πιο γλυκό του χαμόγελο.
     - Και καλά, τα φτιάξατε που τα φτιάξατε, κρατήστε τουλάχιστον και τα προσχήματα!
     - Μα για ποια μιλάς, αστέρι μου;
     - Βρε, μην προσπαθείς να με τουμπάρεις, όλοι σας είδαν.
     - Από τη ζήλεια τους, μωρό μου, με διαβάλλουν. Ξέρεις, δα, πώς με λιμπίζονται όλες και επειδή εγώ διάλεξα εσένα, έχουν βαλθεί να μας χωρίσουν.
     - Δηλαδή, θέλεις να πεις ότι είναι συκοφαντίες;
     - Και τι άλλο θα μπορούσε να ήταν;
     - Α, και που σας είδα μαζί αγκαλιά στο ηλιοβασίλεμα εχθές, συκοφαντία ήταν κι αυτό;
     - Μας είδες; Τι μας είδες, δηλαδή; Πώς μας είδες;
     - Τι πώς σας είδα; Με τα μάτια μου σας είδα!
     - Θα σου φάνηκε, μωρό μου, εγώ δεν ήμουν αγκαλιά με καμία στο ηλιοβασίλεμα. Αφού το ξέρεις, δεν έχω μάτια για άλλη.
     - Μα, με κοροϊδεύεις ακόμα και μέσα στα μούτρα μου;
     - Εγώ να σε κοροϊδέψω, βρε κουτό; Να κοροϊδέψω αυτό το μουτράκι;
     - Τόσο κρατάνε οι όρκοι σου, δηλαδή; Προχθές ακόμα μου ορκιζόσουν αιώνια αγάπη!
     - Έλα τώρα, και μην κλαις, αλήθεια σου είπα. Τι φταίω που είμαι ομορφόπαιδο και με λιμπίζονται όλες;
     - Ναι, ας μην τους έδινες λαβές και θα κάθονταν στα αυγά τους!
     - Τι λαβές τους δίνω, δηλαδή;
     - Ναι, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις κιόλας, που κυκλοφορείς όλη την ώρα στολισμένος σαν γαμπρός, και να τα τριαντάφυλλα στο αυτί, και να τα γαρύφαλα στο πέτο, και τα γιασεμιά, και οι μαργαρίτες...
     - Μάιος είμαι, με τι έπρεπε να κυκλοφορώ, με έλκηθρο; Αν είναι κάτι που με χαρακτηρίζει είναι τα λουλούδια, δεν μπορώ να το αποφύγω...
     - Και τα χαμόγελα είναι τόσο απαραίτητα;
     - Μα να μη χαμογελάω καθόλου; Μάιος είμαι, δεν είμαι Μάρτιος να κατεβάζω και μούτρα! Και τώρα που είπα Μάρτιος, για πες μου εσύ τι δουλειά είχες να χαριεντίζεσαι και με το Μάρτιο και με τον Απρίλιο;
     - Εγώ; Εκείνοι με γλυκοκοίταζαν...
     - Αλήθεια; Εγώ, πάλι, θα έλεγα ότι τους έδωσες και μερικές υποσχέσεις, άσχετα αν τελικά διάλεξες εμένα... Με είδες εμένα να σου κάνω σκηνές ζηλοτυπίας όταν σου έφερναν λουλούδια και σοκολατάκια και όταν σε συνόδευαν στις απογευματινές σου βόλτες;
     - Ναι, κατηγόρησέ με κιόλας, επειδή νοιάζομαι για εσένα! Εξάλλου, όπως είπες και μόνος σου, εγώ εσένα διάλεξα...
     - Κι εγώ το ίδιο έκανα με εσένα. Άσε, λοιπόν, τις ζήλειες και πάμε να χαρούμε τον έρωτά μας...
     - Να πας να χαρείς τον έρωτά σου με τις σουρλουλούδες που τις πας να δουν τα ηλιοβασιλέματα και τους χαρίζεις τριαντάφυλλα...
     - Αν μιλάς για ένα τριαντάφυλλο που μου πήραν τις προάλλες, ε, ντράπηκα να το ζητήσω πίσω, κατηγόρησέ με που είμαι ντροπαλός! Γεγονός, όμως, είναι ότι ποτέ δε σε απάτησα...
     - Έτσι λέτε όλοι, και έχετε τη φωλιά σας λερωμένη!
     - Εμένα η φωλιά μου είναι καθαρή.
     - Έτσι λες!
     - Έτσι είναι. Βρε, έδωσα σε καμιά άλλη μαργαριταρένιο κολιέ σαν αυτό που σου χάρισα εσένα;
     - Και πού το ξέρω εγώ ότι δεν χάρισες;
     - Δεν χάρισα.
     - Δε σε πιστεύω! Και όσο για το κολιέ σου, παρ'το πίσω, χάρισμά σου, δε θέλω να σε ξέρω!
     Και με αυτά τα λόγια, η Άνοιξη τράβηξε με θυμό το μαργαριταρένιο κολιέ που φορούσε στο λαιμό της. Αλλά ήταν τόσος ο θυμός της, που το κολιέ έσπασε. Εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια μαργαριτάρια σκόρπισαν και άρχισαν να πέφτουν στη γη, ανακατωμένα με τα δάκρυα της Άνοιξης. Και οι άνθρωποι είπαν "Χαλάζι!" και έτρεξαν να προστατευτούν. 
     Και η Άνοιξη συνέχισε να κλαίει και ο Μάιος συνέχισε να προσπαθεί να την πείσει για τα αισθήματά του. Τι φταίει κι αυτός που είναι ομορφόπαιδο; Και η Άνοιξη δεν ήθελε να ακούσει, αλλά σιγά-σιγά ο θυμός της μαλάκωσε. Και φαίνεται ότι τελικά ο Μάιος κατάφερε να την ηρεμήσει. Και έτσι ο ουρανός καθάρισε και ο ήλιος πρόβαλε το ακτινοβόλο του χαμόγελο.
     Τέλος καλό, όλα καλά, λοιπόν, για το ζευγάρι. Μόνο που τα μαργαριτάρια από το κολιέ της Άνοιξης έλιωσαν και τώρα ο Μάιος θα αναγκαστεί να της αγοράσει καινούργιο. Μικρό το κακό, αν σκεφτούμε ότι τελικά τη φωλιά του την είχε λερωμένη.