Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Για ένα χορό

     Στον σταθμό του μετρό που πηγαίνω συνήθως, υπάρχει μια συστάδα ευκαλύπτων. Και πρέπει να είναι αρκετά ηλικιωμένοι αυτοί οι ευκάλυπτοι, καθώς είναι πάρα πολύ ψηλοί. Πάντα τους κοιτάζω και τους θαυμάζω, και είναι, πράγματι, χάρμα οφθαλμών, με τα μικρά φυλλαράκια τους, που χορεύουν ανάλαφρα στον άνεμο. Και πάντα κάθομαι κάτω από την σκιά τους, τα μεσημέρια που ο ήλιος είναι ιδιαίτερα καυτός.
     Φανταστείτε, λοιπόν, την έκπληξή μου τις προάλλες, όταν είδα ότι κάποιοι από αυτούς τους τεράστιους ευκαλύπτους είχαν κουτσουρευτεί και έστεκαν σχεδόν σαν γυμνές κολώνες στη θέση όπου πρωτύτερα ανέμιζαν την σγουρή τους κόμμη. Πυρ και μανία έγινα με τους ανεγκέφαλους που αποφάσισαν το κλάδεμα εν μέσω καύσωνα και που άφησαν το χώρο σχεδόν γυμνό.
     Σχεδόν γεμάτη αποστροφή για το θέαμα έφτασα και εχθές στον σταθμό. Και μην βρίσκοντας λεωφορείο να με περιμένει, ούτε καμιά άλλη σκιά, αποφάσισα να "βολευτώ" όπως-όπως στην σκιά ενός κορμού ευκαλύπτου. Και καθώς έπαιζα κρυφτούλι με τον ήλιο πίσω από τον κορμό του ευκάλυπτου, άκουσα ένα μουρμουρητό.
     Στην αρχή νόμιζα ότι παράκουσα. Ύστερα όμως βεβαιώθηκα ότι δεν ήταν η ιδέα μου. Κοίταξα δεξιά και αριστερά: μερικοί επιβάτες που περίμεναν το λεωφορείο. Αυτοκίνητα περνούσαν από τον διπλανό δρόμο, γεμίζοντάς τον με καυσαέριο και φασαρία. Το φανάρι πιο πέρα πρασίνιζε και κοκκίνιζε διαδοχικά. Κάποιες δεκαοχτούρες πετούσαν πού και πού. Από πού προερχόταν όλο αυτό το μουρμουρητό;
     Και τότε τα είδα. Ένα σωρό μυρμήγκια έτρεχαν πάνω-κάτω στον κορμό του ευκάλυπτου. Έτρεχαν πάνω-κάτω, χωρίς σταματημό.
     - Γρήγορα-γρήγορα! φώναζαν. Γρήγορα, να προλάβουμε να μαζέψουμε τη σοδειά μας, γρήγορα να τη φυλάξουμε στα κελάρια, γρήγορα προτού φύγει το καλοκαίρι, τρέξτε, τρέξτε, τρέξτε!
     Και δωσ'του και έτρεχαν τα μυρμήγκια.
     - Μα πού πάτε; ρώτησα. Δεν βλέπετε ότι αυτός ο ευκάλυπτος είναι σχεδόν φαλακρός;
     - Ε, όχι και φαλακρός, μασκαρεμένος είμαι! ακούστηκε μια βαριά φωνή και ο ευκάλυπτος τρεμούλιασε ολόκληρος, κάνοντας τα μυρμήγκια να σταματήσουν για λίγο το τρέξιμο φωνάζοντας "Σεισμός!".
     - Συγγνώμη, του είπα, δεν ήθελα να σε θίξω, αλλά έτσι όπως σε κλάδεψαν...
     - Και θαρρείς, ανόητο πλάσμα, ότι αυτό που βλέπεις έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή μου;
     Τον κοίταξα απορημένη.
     - Μάθε, λοιπόν, συνέχισε ο ευκάλυπτος, ότι την επόμενη βδομάδα είναι ο ετήσιος χορός των ευκαλύπτων...
     - Χορεύουν οι ευκάλυπτοι; σκέφτηκα, αλλά δεν είπα τίποτα.
     - ... και ήθελα να βρω μια στολή...
     - Τι είδους στολή; δεν άντεξα και τον διέκοψα.
     - Ο χορός είναι μασκέ, αναστέναξε ο ευκάλυπτος. Τίποτα δεν ξέρεις πια;
     - Μα το Καρναβάλι είναι το χειμώνα, είπα διστακτικά.
     - Θεέ μου, τι αλαζονικά όντα που είστε εσείς οι άνθρωποι! Και νομίζεις, χαζοπούλι μου, ότι όλα γυρνούν γύρω από εσάς; Τι μας νοιάζει εμάς πότε γιορτάζετε εσείς το Καρναβάλι; Και, δηλαδή, τι δουλειά έχει το δικό σας Καρναβάλι με εμάς; Εγώ σου μιλάω για αληθινό χορό!
     - Έχεις δίκιο, του είπα για να τον καλμάρω, αλλά και για να μάθω τη συνέχεια. Και λοιπόν;
     - Τι λοιπόν; Α, ναι, ήθελα, λοιπόν, να βρω μία στολή, και την βρήκα!
     - Και τι στολή βρήκες;
     - Για τήρα με! είπε ο ευκάλυπτος και κορδώθηκε σαν τον Παντελή Ζερβό στην κυρά μας τη μαμμή. Ποιον σου θυμίζω;
     Τον κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω. Ίσως έφταιγε και η ζέστη, εμένα πάντως δε μου θύμιζε τίποτα.
     - Δε σου θυμίζω τίποτα; ρώτησε ο ευκάλυπτος και ξανακορδώθηκε.
     - Ναι, να δεις πώς το λένε, άρχισα να λέω προσπαθώντας να κερδίσω χρόνο, μοιάζεις με εκείνο, καλέ, αχ, δε μου έρχεται το όνομα...
     - Ναι, είπε όλος καμάρι ο ευκάλυπτος: ντύθηκα μπαομπάμπ!
     Ώστε αυτό ήταν!
     - Γι'αυτό σε κλάδεψαν; ρώτησα, προσπαθώντας ακόμα να βρω την ομοιότητα.
     - Ναι, δεν είμαι πολύ πετυχημένος;
     - Αν είσαι, λέει! Ίδιος είσαι. Γι'αυτό και εκείνοι οι αφρικανοί, τους βλέπεις καλέ εκεί πιο πέρα, αυτοί που πουλάνε παπούτσια αθλητικά, όπου να'ναι θα έρθουν να κατασκηνώσουν εδώ, θα τους θυμίζεις την πατρίδα τους.
     - Ας έρθουν, ίσως τους καλέσω να έρθουν και στον χορό. Θα χρειαστώ μερικά αξεσουάρ...
     Ύστερα από αυτό, όπως καταλαβαίνετε, εγώ δεν είχα τι άλλο να προσθέσω. Εξάλλου, ήρθε και το λεωφορείο μου και έπρεπε να επιβιβαστώ. Πρόλαβα, όμως, να βγάλω μια φωτογραφία τον ευκάλυπτο-μπαομπάμπ προτού φύγω από την σκιά του κορμού του.
     - Είναι για το ιστολόγιό μου, του είπα, χωρίς να του διευκρινίσω ότι θα τον έκανα βούκινο.     

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Έργα και ημέρες της Πίπης

     Μεγάλη ανησυχία έχει πέσει στο μπλογκοσύμπαν. Ο ένας με τον άλλον σκουντιούνται και ύστερα λένε χαμηλόφωνα:
     - Τα έμαθες; Η Πίπη εξαφανίστηκε!
     Κακώς, βέβαια, μιλούν χαμηλόφωνα, αφού η εξαφάνιση της Πίπης είναι κοινό μυστικό και όλοι το γνωρίζουν. Όμως, αυτό που δεν ξέρουν είναι το πού βρίσκεται η Πίπη, αφού καμία ανακοίνωσή της δεν προηγήθηκε της εξαφάνισης. Και οι φήμες πάνε κι έρχονται.
     Κάποιοι πιστεύουν ότι η Πίπη μπαρκάρισε και τώρα ταξιδεύει με ένα ιπτάμενο πλοίο, γνωρίζοντας νέους τόπους και νέους ανθρώπους. Κάποιοι άλλοι λένε ότι έγινε βασίλισσα σε ένα μικρό νησί του Ειρηνικού, και ζει τρώγοντας μπανάνες και πίνοντας χυμό καρύδας, ντυμένη με χρυσά ενδύματα και στολισμένη με πολύτιμους λίθους. Άλλοι λένε ότι εκεί που έκανε βόλτα με το ιπτάμενο κρεβάτι της φύσηξε δυνατός αέρας, που την έστειλε στον Άρη, και τώρα η Πίπη βρίσκεται ανάμεσα στους Αρειανούς, προετοιμάζοντας την επιστροφή της.
     Ό,τι και να λένε οι άλλοι, όμως, μόνο εγώ γνωρίζω την αλήθεια. Γι'αυτό, προτού η Ιντερπόλ ξαμολύσει τα λαγωνικά της και προτού ο Ερυθρός Σταυρός βγάλει έκτακτο ανακοινωθέν, θα σας πω τι κάνει η Πίπη και πού ήταν τόσο καιρό.
     Το πρώτο πράγμα που έκανε η Πίπη ήταν να εμφανιστεί δημοσίως με το φίλο της το βιολί. Αυτό ίσως και να μπορούσατε να το φανταστείτε, δεδομένου ότι η Πίπη και το βιολί έχουν γίνει κολλητοί εδώ και πάνω από έναν χρόνο.
     Από πέρυσι της το πρότεινε ο δάσκαλος, αλλά εκείνη αντιστεκόταν σθεναρά. Όμως φέτος ήρθαν έτσι τα πράγματα, που η Πίπη δεν την απέφυγε τη δημόσια έκθεση. Γι'αυτό και τον τελευταίο καιρό έκανε εντατικές πρόβες, και πριν από μια βδομάδα περίπου, η Πίπη με το βιολί έπαιξαν μαζί δημόσια σε κοινό μεγαλύτερο των δέκα ανθρώπων. Αυτό ήταν κάτι που κανείς δεν θα το είχε προβλέψει παλιότερα, και ούτε ο ίδιος ο Μότσαρτ δεν το είχε φανταστεί, όταν έγραφε το κομμάτι, ότι θα ερχόταν η μέρα που η Πίπη θα έπαιζε Μότσαρτ!
     Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να μπορούσα να πω ότι η εμφάνιση αυτή της Πίπης έκανε παραπληγικούς να περπατήσουν, τυφλούς να δουν το φως τους και μουγγούς να μιλήσουν, αλλά δε θα το πω. Μπορώ όμως να βεβαιώσω ότι κανένα ακουστικό τύμπανο δεν τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της παράστασης και είμαι σίγουρη ότι η εμφάνισή της θα είναι κάτι που θα θυμούνται για χρόνια, κυρίως επειδή διαδέχτηκε την εμφάνιση μικρών παιδιών και η υψομετρική τους διαφορά ήταν περισσότερο από εμφανής.
     Μη νομίζετε, όμως, ότι μετά την εμφάνιση με το βιολί η Πίπη ξεμπέρδεψε. Αν ήταν έτσι, τώρα δεν θα την αναζητούσαν παντού. Όχι, μετά το βιολί η Πίπη είχε και άλλες υποχρεώσεις, οι οποίες συνέπεσαν με μία ατυχή συγκυρία.
     Εδώ θα μου επιτρέψετε να κάνω μια παρένθεση για να επανέλθω στον Ιούνη, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ έπιασε τον ήλιο και του μαρτύρησε ότι εγώ βγάζω στη φόρα όλα τα άπλυτα του ουρανού, και μαρτυράω τι κάνει το φεγγάρι, και τι κάνουν τα σύννεφα, και τι κάνουν οι μήνες, και τι κάνει ο γερο-χρόνος, και ότι αν το κάνω αυτό για εκείνους τότε κάλλιστα μπορώ να το κάνω και για τον ίδιο τον ήλιο. Και άλλα πολλά σχετικά θα του είπε, και ο ήλιος θύμωσε, και φούντωσε, και άναψε, και κόρωσε, και με το ζόρι τον κρατούσαν στη θέση του στον ουρανό.
     Ύστερα από αυτό θεωρώ υποχρέωσή μου να ζητήσω δημοσίως συγγνώμη για τον καύσωνα των τελευταίων ημερών. Πού να το φανταστώ τι χαφιές είναι ο Ιούνης...
     Αλλά ας επανέλθουμε στην Πίπη και τις υπόλοιπες υποχρεώσεις της. Που αυτή τη φορά είχαν σχέση με το χορό και δη τον παραδοσιακό. Και οι πρόβες ήταν πολλές και καθημερινές. Και η πρώτη εμφάνιση ήταν αρκετά επιτυχημένη, αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός ότι η Πίπη συνειδητοποίησε ότι το σωσίβιο που έχει κάνει φαινόταν και κάτω από το φόρεμα που φορούσε, κάτι που την ανάγκασε να ανεβάσει ελαφρώς το φόρεμα για να το καλύψει, και ύστερα οι γνωστοί της, αντί να της πουν πόσο εντυπωσιάστηκαν από τις τόσο εξαιρετικά εκτελεσμένες της φιγούρες, το μόνο που βρήκαν να της πουν ήταν ότι φάνηκε το μπούτι της... Επειδή όμως η Πίπη δε χαμπαριάζει και πολύ, στην επόμενη πρόβα πήγε φορώντας σορτς, αποκαλύπτοντας με περηφάνεια τα τρία τσιμπήματα κουνουπιών που αποκόμισε από την βραδυά της παράστασης. Μεγάλες στιγμές έζησαν τα μπούτια της Πίπης!
     Όμως οι παραστάσεις δεν είχαν τελειώσει ακόμη. Έμενε μία τελευταία, και οι πρόβες τις τελευταίες μέρες ήταν συνεχόμενες. Και να μην ξεχνάμε και τον ήλιο, τον πυρ και μανία (άτιμε Ιούνη, τι μας έκανες)...
     Βέβαια, προτού φτάσει η βραδυά της παράστασης, η Πίπη συνειδητοποίησε ντροπιασμένη ότι αγνοούσε κάτι σημαντικό: ότι οι περισσότερες συγχορεύτριές της ήταν ντίβες και μεγάλα ονόματα στο παγκόσμιο χορευτικό στερέωμα, με πολλά χρόνια εμπειρίας και άπειρες συνεργασίες με τα μεγαλύτερα μπαλέτα του κόσμου. Αυτό, όπως ήταν αναμενόμενο, οδήγησε σε αλλαγές θέσεων και ομάδων, επειδή οι ντίβες πάντα έχουν τον τελευταίο λόγο. Μεταξύ μας, η Πίπη σκέφτηκε να πάρει μαστίγιο, αλλά τελικά συγκρατήθηκε και αποφάσισε σε πρώτη φάση να φτιάξει μόνο τη λίστα των προς μαστίγωση. Και με έκπληξη διαπίστωσε ότι η λίστα δεν ήταν και τόσο μικρή...
     Και έφτασε η βραδυά της τελευταίας παράστασης και εκεί η Πίπη έμαθε πάρα πολλά πράγματα. Έμαθε, για παράδειγμα, ότι μπορείς να φορέσεις δύο χοντρά καλσόν, το ένα πάνω από το άλλο (και να μην ξεχνάμε και τον θυμωμένο ήλιο), και με αυτόν τον τρόπο μπόρεσε να φανταστεί τι τραβούσαν οι γιαπωνέζες, που τους έδεναν τα πόδια για να μη μεγαλώνουν. Επίσης, αναρωτήθηκε τι είδους μαζοχισμός έκανε τις γυναίκες της Ασσήρου Θεσσαλονίκης να σφίγγουν με κορδέλες τα μαντήλια στο κεφάλι τους, αφού αυτό οδηγούσε σε πόνους στα αυτιά και γενικότερα στο κρανίο, αλλά απάντηση δεν βρήκε.
     Στη συνέχεια, και αφού απαλλάχθηκε από το ένα χοντρό καλσόν, αισθάνθηκε πιο άνετα σαν Ευβοιώτισσα από την Κάρυστο, παρ'όλο που το κεφαλοδέσιμο και γενικότερα η στολή της συγκεκριμένης περιοχής ήταν πολύ απλούστερα. Και χόρεψε, και τα έδωσε όλα, που λένε, και κάποια στιγμή η παράσταση έφτασε στο τέλος της. 
     Και τότε, η Πίπη έκανε τη μεγαλύτερη ανακάλυψη απ'όλες: συνειδητοποίησε ότι όλο εκείνο το χορευτικό τελετουργικό με τις κορδέλες στο κεφάλι και το διπλό καλσόν στην αρχή, με το μονό καλσόν και το απλό κεφαλοδέσιμο στη συνέχεια, την είχε μεταμορφώσει σε φακίρη! Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, το τελετουργικό αυτό είχε μεταμορφώσει τη γη σε ένα απέραντο στρώμα φακίρη, ξέρετε, αυτό με τα καρφιά... Και δωσ'του να περπατάει στα καρφιά η Πίπη, είχε αφήσει και το ιπτάμενο κρεβάτι της στο σπίτι, και κάθε βήμα και καρφί, κάθε καρφί και πόνος. Και ώσπου να φτάσει στο σπίτι της είδε και έπαθε. Και ίσως ύστερα από όλο αυτό να πρέπει να ξαναβαφτιστεί. Και να την πούμε Καρφοπερπάτα Πιπιστράτα.
     Αυτά, λοιπόν, ήταν τα όσα έζησε πάνω-κάτω η Πίπη όλες αυτές τις μέρες, και αυτά ήταν τα όσα έπαθε, και αν την χρειαστείτε μην την ψάξετε ούτε στον ουρανό, ούτε στη θάλασσα, ούτε στο φεγγάρι, ούτε στον Άρη, ούτε σε εξωτικά μέρη, ούτε στον δρόμο, ανάμεσα στον κόσμο. Ψάξτε την όπου υπάρχει λεκάνη γεμάτη νερό και ίσως την πετύχετε να κάνει ποδόλουτρο.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Ζητείται επειγόντως νύφη

     Ήρθε, επιτέλους, ο καιρός να βρει και ο Ιούνης αγαπητικιά, να πάψει να είναι μπακούρι, να χαρεί και η δόλια του η μάνα, που ανησυχούσε πως ο γιος της θα έμενε ένα ανύπαντρο ρεμάλι.
     Και που άργησε να βρει αγαπητικιά, μη νομίζετε, βέβαια, ότι είχε κανένα κουσούρι, ότι ήταν άσχημος ή κουτσός, ή αλλοίθωρος, όχι, κάθε άλλο. Μια χαρά παληκάρι ήταν, με μαλλιά στο χρώμα του σταχυού, σαν τα δεμάτια τα στοιβαγμένα στα θερισμένα χωράφια, μπράτσα γυμνασμένα και δυνατά από τις αγροτικές δουλειές, δέρμα σταράτο και μαυρισμένο από τον ήλιο, παράστημα καμαρωτό και χαμόγελο αστραφτερό. 
     Το μόνο του κουσούρι, αν μπορούμε να μιλήσουμε για κουσούρι, ήταν ότι ο Ιούνης δεν ήταν αυτό που λέμε, νέος από τζάκι. Το αντίθετο, μάλιστα, ένα απλό αγροτόπαιδο ήταν, μεγαλωμένο στις εξοχές, με το φρέσκο του το γαλατάκι, τα δροσερά κηπευτικά του, τα κόκκινα κεράσια του και τα χρυσά του τα βερύκοκα. Αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να του δυσκολεύει τη ζωή, αφού οι κοπέλες ήταν μεγαλωμένες με τα παραμύθια για το βασιλόπουλο, και ο Ιούνης απείχε πολύ από αυτό το πρότυπο.
     Εδέησε, όμως, μία κοπέλα να ρίξει τα μάτια της επάνω του και ο Ιούνης μόνο που δεν καρβουνιάστηκε από την φλόγα που του άναψε. Φταίει που του χαμογέλασε κιόλας, και που στα μάγουλά της σχηματίστηκαν δυο λακκάκια... Και φυσικά, οι δυο τους δεν άργησαν να γίνουν ζευγάρι.
     Μόνο που η αγαπητικιά του βγήκε λίγο απαιτητική του Ιούνη. Και τη μία του ζητούσε ταξίδια, την άλλη του ζητούσε κοσμήματα, άλλοτε πάλι του ζητούσε να την πάει βαρκάδα στο φεγγαρόφωτο... Από τη μύτη τον έσερνε τον καψερό. Και όσο κι αν αυτό δεν του άρεσε και τόσο, ο Ιούνης σκεφτόταν τη μοναξιά της εργένικης ζωής, σκεφτόταν και τη μάνα του που αδημονούσε να αποκτήσει εγγονάκια και σώπαινε.
     - Τι ωραία θα ήταν να πηγαίναμε μια εκδρομή! του είπε η αγαπητικιά του σήμερα το πρωί. Θα μπορούσαμε να πάμε μέχρι τη θάλασσα, να κάνουμε και κανα μπανάκι, που πήρα καινούργιο μαγιό...
     - Να πάμι, κοκόναμ', είπε ο Ιούνης.
     Και ο καιρός ζέστανε.
     - Ναι, αλλά τότε δε θα μπορώ να φορέσω εκείνο το πλεκτό το ζακετάκι που ταιριάζει με το μικρό μου το τσαντάκι... Καλύτερα να μην πάμε στη θάλασσα.
     - Να μην πάμι, μάναμ', είπε ο Ιούνης.
     Και ο ουρανός συννέφιασε.
     - Και τώρα που το θυμήθηκα: πήρα και κάτι φανταστικές γαλότσες τις προάλλες, αλλά πότε θα τις φορέσω; Θα πρέπει να περιμένω το φθινόπωρο;
     Και το πρόσωπό της συνοφρυώθηκε.
     - Μη μου στενοχουριέσι, κορτσούδαμ', και δεν χρειάζ'ται να περιμένς, είπε ο Ιούνης. 
     Και τα σύννεφα πύκνωσαν και άρχισε να βρέχει.
     - Αχ, δεν μπορώ την βροχή, με μελαγχολεί, είπε η αγαπητικιά.
     - Μη, κοκόναμ', μην σκουτίζεσι κι μαραίν'ται του πρόσωπό'σ...
     Και ο ουρανός φωτίστηκε ξανά.
     - Άσε, δεν πειράζει, θα μου φτιάξει η διάθεση αν φορέσω τις γαλότσες... Μα δεν έχεις ιδέα τι ωραίες που είναι!
     - Όχι, μάναμ', δεν έχου, είπε ο Ιούνης και αμέσως τα σύννεφα ξαναμαζεύτηκαν και ξανάρχισε να βρέχει.
     Και έτσι συνεχίστηκε ο καιρός όλη τη μέρα σήμερα, τη μια να βρέχει, την άλλη να λιάζει. Και όλα αυτά επειδή η αγαπητικιά του Ιούνη μας βγήκε τζαναμπέτισσα, κλασσικό διδυμάκι αναποφάσιστο.
     Και επειδή μου φαίνεται ότι αν τα πράγματα συνεχίσουν στο ίδιο μοτίβο το καλοκαίρι θα το δούμε μόνο με τα κυάλια, κάνω έκκληση σε όλους: μαζευτείτε, και σκεφτείτε, και ψάξτε να βρείτε μια άλλη αγαπητικιά για τον Ιούνη, πιο καλόβολη και πιο ισορροπημένη. Στην ανάγκη, βάλτε αγγελία στις εφημερίδες. Πού θα πάει, κάτι θα βρεθεί.