Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Για να μην ξεχάσω




     Αγαπημένο μου παιδί, σε λέω έτσι αν και δεν είσαι παιδί μου, αλλά είναι σαν να είσαι παιδί μου. Επειδή γελάς και φωτίζεται η Πλάση, επειδή με κοιτάς, και κάθε κύτταρό μου πλημμυρίζει αισιοδοξία.
     Αγαπημένο μου παιδί, εύχομαι να είσαι πάντα γερό και να αντιμετωπίζεις τον κόσμο με τον ίδιο ενθουσιασμό, όπως τώρα. Εύχομαι να μην μπεις ποτέ σε καλούπι και να είσαι πάντα ο θαυμάσιος, μοναδικός εαυτός σου. Εύχομαι πάντα η φαντασία σου να καλπάζει, σαν ένα όμορφο, φτερωτό άλογο στον απέραντο ουρανό.
     Εύχομαι να μην γνωρίσεις ποτέ το άσχημο πρόσωπο του κόσμου. Εύχομαι να μην γνωρίσεις τη βία, εύχομαι να μην γνωρίσεις τον ρατσισμό, να μην γνωρίσεις την στέρηση, να μην γνωρίσεις την πείνα και τη δίψα, εύχομαι να μην γνωρίσεις την κακή πλευρά των ανθρώπων.
     Αλλά εύχομαι και να μη βιαιοπραγήσεις ποτέ, να μη γίνεις οπαδός του ρατσισμού, να μην γνωρίσεις την αφθονία που οδηγεί στην πλεονεξία και την αδιαφορία για τους άλλους, εύχομαι να μην βγει ποτέ στην επιφάνεια η δική σου κακή πλευρά.
     Εύχομαι να μην γνωρίσεις την ανθρώπινη εκμετάλλευση και τον ψυχολογικό εκβιασμό, εύχομαι να γνωρίσεις το πραγματικό νόημα της αγάπης, αυτής που δε μετριέται με χρήματα και υλικά αγαθά, που δεν χρειάζεται απόδειξη, και δώρα, και χαμόγελα υποχρεωτικά.
     Εύχομαι να διατηρήσεις την ικανότητα να διακρίνεις τους ανθρώπους, και να μην ξεγελιέσαι από τα χρυσά τους προσωπεία. Εύχομαι να έχεις τη δύναμη να ακολουθήσεις το δικό σου δρόμο, αυτόν που θα κάνει την ψυχή σου να γαληνεύει και όχι αυτόν που ικανοποιεί απωθημένα άλλων ή αναπαράγει χιλιοπαιγμένους ρόλους του κοινωνικού θεάτρου σκιών.
     Εύχομαι η εσωτερική σου μουσική να είναι πάντα εναρμονισμένη με τη μουσική του σύμπαντος. Εύχομαι να έχω τη δύναμη να σε βοηθήσω, αν χρειαστεί, να διατηρήσεις αυτή την αρμονία. Εύχομαι, αν χρειαστεί, να νιώθεις ότι μπορείς να μου ζητήσεις βοήθεια.
     Μα περισσότερο από όλα εύχομαι, παιδί μου, το περιβάλλον όπου μεγαλώνεις να μην καταστρέψει όλες τις λαμπρές προοπτικές του υπέροχου, μοναδικού, θαυμάσιου εαυτού σου. Επειδή αυτό προβλέπω…

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Θύμα των σέλφι

     Το μικρό κάστρο ξύπνησε και τεντώθηκε. Ήταν μια όμορφη, ηλιόλουστη μέρα και εκείνο αισθανόταν τόσο ωραία...
     Πλύθηκε, χτενίστηκε, έπλυνε και τα δόντια του, όπως του είχε μάθει η μαμά του, και στάθηκε περήφανο κάτω από τον ήλιο. Αισθανόταν όμορφο, αισθανόταν μοναδικό. Αισθανόταν όπως έπρεπε να αισθάνεται κάθε κάστρο που σέβεται τον εαυτό του.
     Ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και γύρω από το κάστρο οι άνθρωποι πήγαιναν και έρχονταν, χωρίς να του δίνουν και μεγάλη σημασία, είναι αλήθεια, αλλά το κάστρο δεν στενοχωριόταν, ήξερε εξάλλου ότι τόσον καιρό εκεί, ίσως και να το είχαν συνηθίσει...
     Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένα πούλμαν.
     - Τουρίστες, σκέφτηκε το κάστρο και με το ζόρι κρατήθηκε να μην κάνει μια τούμπα από τη χαρά του.
     Τώρα είχε έρθει η ώρα του, τώρα όλα τα φώτα της προσοχής θα έπεφταν επάνω του, τώρα ήταν η μεγάλη του στιγμή, πόσες φωτογραφίες θα το έβγαζαν, ήταν καθ'όλα ευπαρουσίαστο ή είχε ξεχάσει τίποτα; όχι, όλα ήταν στη θέση τους και τα δοντάκια του καθαρά, πλυμένα και έτοιμα για το πιο φωτεινό του χαμόγελο.
     Το πούλμαν είχε παρκάρει ήδη και, πράγματι, ο τόπος γέμισε τουρίστες με φωτογραφικές μηχανές! Το κάστρο τεντώθηκε, κορδώθηκε, και πήρε μια επιβλητική πόζα, χαμογελώντας ταυτόχρονα με τα πεντακάθαρα δόντια του. Έπρεπε να μείνει ακίνητο, για να βγουν καλές οι φωτογραφίες. Και οι φωτογραφίες άρχισαν να βγαίνουν με ρυθμό πολυβόλου.
     - Τέλεια! ακούστηκε από μία κοπέλα και το κάστρο χάρηκε, που είχε βγάλει μια όμορφη φωτογραφία.
     - Πού την είδες την τελειότητα; ακούστηκε η φίλη της. Δεν βλέπεις ότι μου έχεις κόψει την άκρη του κεφαλιού μου; Χάλια είναι!
     - Πώς με έβγαλες έτσι, καημένε; ακούστηκε και μια γυναίκα που μιλούσε στον άντρα της. Δεν βλέπεις που φαίνεται σαν να έχω μουστάκι; Βγάλε μου μια καινούργια φωτογραφία!
     - Ποτέ δεν βγαίνω καλή στις φωτογραφίες! γκρίνιαξε μια κοπέλα με αλογοουρά, που αυτοφωτογραφιζόταν.
     - Χαμογελάστε! ακούστηκε και ένας νεαρός που φωτογράφιζε δυο φίλους του.
     - Κοίτα να μας βγάλεις καλούς, είπε ο ένας, τη φωτογραφία θα τη βάλω στο φέισμπουκ.
     - Κάντε λίγο πιο δεξιά, να φαίνεται και το κάστρο...
     - Ποιο κάστρο, βρε βλήμα; Εμάς φρόντισε να βγάλεις, το κάστρο ας βγει και μισό, δεν άκουσες πως θέλω να τη βάλω στο φέισμπουκ;
     Το κάστρο δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του. Κανένας δεν ενδιαφερόταν να το φωτογραφίσει, αυτό που τους ένοιαζε όλους ήταν να βγουν εκείνοι φωτογραφία! Για εκείνο δεν νοιαζόταν κανείς, κι ας είχε φροντίσει να είναι ευπαρουσίαστο, κι ας είχε πάρει την καλύτερή του πόζα, κι ας είχε κρατήσει την ανάσα του για να μείνει ακίνητο.
     Ένιωσε ανεπιθύμητο, άσχημο, τιποτένιο, στενοχωρήθηκε πολύ και άρχισε να παρακαλάει να βρέξει, για να μπορέσει να κλάψει με την ησυχία του, χωρίς να το καταλάβει κανένας. Ώστε η μαμά του του είχε πει ψέματα; Δεν ήταν το πιο όμορφο και το πιο μοναδικό κάστρο του κόσμου;
     Αλλά δεν μπορεί, η μαμά του δεν έλεγε ποτέ ψέματα και αν του είχε πει ότι ήταν όμορφο, έτσι θα ήταν. Και τότε γιατί κανείς δεν έδειχνε να το καταλαβαίνει;
     Και τότε το μικρό κάστρο θυμήθηκε και κάτι άλλο που του είχε πει η μαμά του: ότι ο καθένας την ομορφιά του την έχει ανεξάρτητα από το αν οι άλλοι θα το καταλάβουν, και ότι και εκείνο ήταν όμορφο ό,τι κι αν πίστευαν οι άλλοι. Και το μικρό κάστρο άρχισε να αισθάνεται θυμό.
     Ώστε έτσι, λοιπόν, ήταν όλοι τόσο εγωιστές που το μόνο που τους ένοιαζε ουσιαστικά ήταν να φωτογραφίσουν τον εαυτό τους;
     - Θα τους δείξω εγώ, είπε τότε το μικρό κάστρο.
     Και άρχισε να χορεύει και να τραντάζεται, τόσο που τα πουλιά που κούρνιαζαν επάνω του τρόμαξαν και πέταξαν μακριά. Και όλο και κουνιόταν το κάστρο, και ούτε που χαμογελούσε πια. Και σε όλες τις φωτογραφίες που το τράβηξαν εκείνη τη μέρα, εκείνο βγήκε "κουνημένο".
     Αλλά, δυστυχώς, κανένας δεν το πήρε είδηση...

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Κουσκουσιάρες κολλητές

     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό της Αφρικής, ζούσαν δύο φίλες. Οι δύο φίλες είχαν μεγαλώσει μαζί, όπως συνηθίζεται στα μικρά χωριά της Αφρικής και όχι μόνο, και γι'αυτό ήταν και αχώριστες. Όπου πήγαινε η Μπέντε, πήγαινε και η Ούντε.
     Η Μπέντε και η Ούντε ήταν πολύ όμορφες και από καλές οικογένειες, και δεν άργησαν να παντρευτούν τους δύο καλύτερους κυνηγούς του χωριού. Οι γάμοι τους έγιναν με μεγάλες επισημότητες και οι ήχοι από τα ταμ-ταμ που ανακοίνωναν το χαρμόσυνο γεγονός έφτασαν στα πέρατα της ηπείρου. Η Μπέντε και η Ούντε έβγαλαν τις κοριτσίστικες φορεσιές τους και φόρεσαν αυτές των παντρεμένων γυναικών. Και πριν περάσει πολύς καιρός, απόκτησαν από ένα γλυκύτατο, σγουρομάλλικο μωράκι και έγιναν μανούλες.
     Όμως, όσο όμορφες και καλές και αν ήταν η Μπέντε και η Ούντε, είχαν και ένα "μικρό ελάττωμα": ήταν κουτσομπόλες. Ό,τι κι αν συνέβαινε, λοιπόν, στο χωριό, ήταν του άμεσου ενδιαφέροντός τους. Αν ακουγόταν κάποιος τσακωμός, παρατούσαν ό,τι έκαναν και έτρεχαν αμέσως να δουν τι συνέβαινε. Πολλές φορές έκαψαν το φαγητό στο τσουκάλι και πολλές φορές η καλύβα τους κινδύνεψε να πάρει φωτιά, και πολλές φορές άφησαν την καλύβα τους ασυγύριστη, για να τρέξουν να μάθουν ποιος τσακωνόταν με ποιον και γιατί.
     Αλλά και κάθε φορά που συναντιούνταν οι δυο τους, είτε στον δρόμο για το ποτάμι, όπου πήγαιναν να πλύνουν τα ρούχα, είτε στον δρόμο για την αγορά, όπου πήγαιναν να πουλήσουν λαχανικά, στέκονταν με τις ώρες και κουτσομπόλευαν, και δεν σταματούσαν, παρά μόνο όταν ερχόταν κάποιος να τις φωνάξει.
     Ήταν πάρα πολύ συνηθισμένο θέαμα οι δύο φίλες, κουβαλώντας από ένα μεγάλο καλάθι στο κεφάλι, πότε γεμάτο με ρούχα που πήγαιναν να πλυθούν στο ποτάμι, πότε με λαχανικά που πήγαιναν να πουληθούν στην αγορά, να στέκονται με τις ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο και να συζητάνε.
     - Αχ, έλεγε ο άντρας της Μπέντε, πότε θα μαζευτεί αυτή η γυναίκα; Πότε θα γυρίσω στο σπίτι από το κυνήγι και θα βρω το φαγητό μαγειρεμένο;
     - Αχ, έλεγε και ο άντρας της Ούντε, πότε θα μαζευτεί αυτή η γυναίκα; Πότε θα συμμαζέψει λίγο το σπίτι, πότε θα σκουπίσει, πότε θα ασχοληθεί με το παιδί μας;
     Και το βράδυ οι άντρες, λίγο πριν αποσυρθούν στην καλύβα των αντρών για να κοιμηθούν, έκαναν παρατήρηση στις γυναίκες τους και τους ζητούσαν να κόψουν αυτήν την κακή τους συνήθεια. Και εκείνες το υπόσχονταν, σίγουρες ότι θα το τηρούσαν, μα έλα που την επόμενη μέρα ξαναβρίσκονταν μαζί να κουτσομπολεύουν, με τα καλάθια στο κεφάλι!
     Είδαν κι απόειδαν οι άντρες τους, και πήγαν να ζητήσουν τη βοήθεια των πεθερικών τους. Και έπιασαν οι γονείς της Μπέντε και της Ούντε τις κόρες τους και τους είπαν ότι δεν ήταν σωστό, τώρα που ήταν παντρεμένες γυναίκες, να κάθονται και να κουτσομπολεύουν με τις ώρες, σαν να ήταν ανύπαντρα κοριτσάκια. Αλλά η Μπέντε και η Ούντε είχαν καβαλήσει και λίγο το καλάμι, ναι, τώρα ήταν παντρεμένες γυναίκες και κανένας δεν είχε το δικαίωμα να τις νουθετήσει πια, ούτε οι ίδιοι οι γονείς τους, και αφού ήταν παντρεμένες γυναίκες θα έκαναν ό,τι ήθελαν!
     Αφού, λοιπόν, τίποτα δε γινόταν με τις δύο φιλενάδες, οι άντρες τους προσέφυγαν στο μάγο του χωριού. Και αφού του εξέθεσαν το πρόβλημα - κάτι που όλοι στο χωριό γνώριζαν, εξάλλου - του ζήτησαν τη βοήθειά του. Εκείνος τους κοίταξε με τα ρυτιδιασμένα του μάτια, αναστέναξε βαθιά και τους είπε να στείλουν τις γυναίκες τους να τους μιλήσει.
      Οι δύο φίλες πήγαν και στο μάγο μαζί, και μάλιστα πήγαν με τα καλάθια τους στο κεφάλι, καθώς ήταν ημέρα μπουγάδας. Εκείνος τις κοίταξε αυστηρά και τους είπε ότι τα καμώματά τους δυσαρεστούσαν όλους τους ανθρώπους γύρω τους, ξεκινώντας από τους άντρες τους και φτάνοντας μέχρι τον τελευταίο συγχωριανό τους, και ότι θα έπρεπε επιτέλους να σταματήσουν το κουτσομπολιό και να συγκεντρωθούν στα καθήκοντά τους, στις καλύβες τους και στις οικογένειές τους.
     Η Μπέντε είπε ότι το κουτσομπολιό ήταν η μόνη της ευχαρίστηση και η Ούντε είπε ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς κουτσομπολιό. Για τους λόγους αυτούς, ούτε η μία, ούτε η άλλη είχαν σκοπό να σταματήσουν αυτή τους τη συνήθεια.
     Ο μάγος ύψωσε τον τόνο της φωνής του και τους είπε ότι μέχρι και οι θεοί ήταν δυσαρεστημένοι με τις δυο τους και ότι αν συνέχιζαν να δυσαρεστούν τους θεούς θα τις έβρισκε μεγάλη συμφορά, αλλά εκείνες γέλασαν και είπαν ότι οι θεοί είχαν άλλες, πολύ σημαντικότερες δουλειές από το να ασχολούνται με δύο φίλες που περνούσαν καλά μαζί. Και ο μάγος ένιωσε μία ζέστη να τον πλημμυρίζει, καθώς άρχισε - κατά το κοινώς λεγόμενο - να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.
     Και τους είπε ότι μπορεί οι θεοί να είχαν πολλές και σημαντικότερες δουλειές να κάνουν, αλλά μπορούσε να φροντίσει αυτός ο ίδιος να ενημερωθούν για τα κατορθώματά τους, και μπορούσε επίσης να ζητήσει την τιμωρία τους. Και εκείνες κοιτάχτηκαν βαριεστημένα και ύστερα σήκωσαν τους ώμους τους με αδιαφορία. Και τον ρώτησαν αν είχε κάτι άλλο να τους πει, επειδή περνούσε η ώρα και έπρεπε να πάνε στο ποτάμι να πλύνουν τα ρούχα τους.
     Και εκείνος τους είπε πως ό,τι είχε να τους πει τους το είχε πει και ότι εκείνες είχαν επιδείξει μεγάλη ασέβεια, τόσο προς το άτομό του όσο και προς τους θεούς, και γι'αυτό εκείνος θα ζητούσε από τους θεούς να τις τιμωρήσουν, αν συνέχιζαν την ίδια συμπεριφορά. Και εκείνες σηκώθηκαν να φύγουν, χωρίς καν να τον χαιρετήσουν, και εκείνος τους φώναξε ότι τις είχε προειδοποιήσει και ότι από εκείνη την στιγμή ήξεραν τι τις περίμενε και ότι έπρεπε να προσέχουν.
     Και ξεκίνησαν οι δύο φίλες να πάνε στο ποτάμι, και η αλήθεια είναι ότι τα λόγια του μάγου τις είχαν επηρεάσει, παρ'όλο που δεν το είχαν δείξει. Και μέσα της, η κάθε μία, είχε αποφασίσει να προσέχει από εδώ και πέρα και να μην κουτσομπολεύει, παρά να μιλάει μόνο για τον εαυτό της και την οικογένειά της.
     Και περπατούσαν οι δυο τους, και μιλούσαν η κάθε μία για τα δικά της, αλλά πόσα νέα να πουν πια; Και ξαφνικά η Μπέντε θυμήθηκε κάτι που είχε γίνει τις προάλλες με τη γειτόνισσά της, και η Ούντε θυμήθηκε έναν τσακωμό που είχε η πεθερά της με τη μαμμή του χωριού, και προτού το καταλάβουν, είχαν σταθεί στη μέση του δρόμου με τα καλάθια στο κεφάλι και κουτσομπόλευαν.
     Και εκεί που μιλούσαν και το ένα κουτσομπολιό έφερνε το άλλο, ξαφνικά ο ουρανός από επάνω τους σκοτείνιασε και φάνηκε μια αστραπή. Και αμέσως μετά ακούστηκε μια βροντή και χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν στη γη με δύναμη.
     Και οι δύο φίλες έκαναν να φύγουν από εκεί που ήταν για να πάνε να προστατευτούν από την βροχή κάτω από το φύλλωμα ενός δέντρου που φαινόταν εκεί κοντά, αλλά τα πόδια της Μπέντε δεν ξεκολλούσαν από τη λάσπη και τα πόδια της Ούντε βούλιαζαν. Και όλο και προσπαθούσαν να ξεκολλήσουν τα πόδια τους, αλλά εκείνα βούλιαζαν όλο και πιο πολύ. Και αφού είδαν ότι δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, οι δύο φίλες έμειναν εκεί, ακίνητες, με τα καλάθια στο κεφάλι, μέχρι να σταματήσει η βροχή. Και για να περάσει η ώρα, συνέχισαν το κουτσομπολιό.
     Και κάποια στιγμή η βροχή σταμάτησε, και βγήκε ο ήλιος, και το χώμα άρχισε να στεγνώνει, και η φύση έλαμψε, καθαρή, φρεσκοπλυμένη, και οι δύο φίλες σκέφτηκαν ότι είχε έρθει η ώρα να φύγουν από εκεί, και ξαφνικά η Μπέντε δεν αναγνώριζε το πρόσωπο της Ούντε, ούτε η Ούντε αναγνώριζε το πρόσωπο της Μπέντε, μόνο οι φωνές τους αναγνωρίζονταν, και αυτό ήταν απόλυτα λογικό, καθώς στη θέση των δύο γυναικών υπήρχαν τώρα πια δυο γαϊδουράγκαθα, πιστά τους αντίγραφα, και στο χωριό άρχισαν να αναρωτιούνται πού να ήταν, άραγε, η Μπέντε και η Ούντε, και μόνο ο μάγος ήξερε, και χαμογελούσε μέσα από τα ρυτιδιασμένα μάτια του...

ΥΓ: Η φωτογραφία είναι της φίλης μου, Αριάδνης Αργυράκη, και ο τίτλος της είναι Friends