Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Απεργιακές κινητοποιήσεις



     Τελευταία νέα από το στρατηγείο του Άη-Βασίλη. Συνεχίζεται για τρίτη εβδομάδα η απεργία των ξωτικών που εργάζονται στις παραδόσεις. Υπενθυμίζουμε ότι τα ξωτικά ξεκίνησαν την απεργία τους διεκδικώντας ανταλλαγή πόστου με τα ξωτικά που εργάζονται στις κατασκευές και στις συσκευασίες.
     Σύμφωνα με το συνδικαλιστικό εκπρόσωπο των ξωτικών που εργάζονται στις παραδόσεις, τα ξωτικά ουσιαστικά διεκδικούν ίσα δικαιώματα με τους υπόλοιπους συναδέλφους τους που εργάζονται σε συνθήκες ελεγχόμενης θερμοκρασίας και υγρασίας, κάτι το οποίο είναι αδύνατο για όσους εργάζονται στις παραδόσεις, καθώς εκείνοι εκτίθενται σε εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες. Να θυμίσουμε ότι οι παραδόσεις συνεχίζουν να γίνονται με απαρχαιωμένα, ανοιχτά έλκηθρα, χωρίς ούτε καν θερμαινόμενα καθίσματα, με αποτέλεσμα τα ξωτικά που συνοδεύουν τον Άη-Βασίλη στις παραδόσεις να ταλαιπωρούνται από επίμονο συνάχι και, σε μερικές περιπτώσεις, να παθαίνουν και κρυοπαγήματα.
     Ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος των ξωτικών τόνισε ότι η απεργία θα συνεχιστεί όσο χρειαστεί, μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος, που είναι η ισότητα όλων των εργαζομένων ή, τουλάχιστον, η εναλλαγή των ξωτικών στις διάφορες θέσεις, ούτως ώστε να εξομαλυνθούν οι ανισότητες. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του συνδικαλιστικού εκπροσώπου, ήρθε ο καιρός του εκσυγχρονισμού, καθώς το λεγόμενο job rotation είναι μία συνήθης πρακτική σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις και είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει σε σύσφιξη των σχέσεων όλων των τομέων παραγωγής.
     Στον αντίποδα των δηλώσεων αυτών, ο εκπρόσωπος των ξωτικών που εργάζονται στις κατασκευές δήλωσε ότι η εναλλαγή δεν μπορεί να γίνει, καθώς η κατασκευή παιχνιδιών απαιτεί πολυετή εκπαίδευση και υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση των παραδόσεων. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο εκπρόσωπος των ξωτικών που εργάζονται στις συσκευασίες, εξέφρασε την άποψη ότι η συσκευασία απαιτεί καλλιτεχνικό αισθητήριο και λεπτούς χειρισμούς, κάτι που δεν αποτελεί απαραίτητο προσόν για όσους εργάζονται στις παραδόσεις.
     Από το περιβάλλον του Άη-Βασίλη εκφράστηκε η άποψη ότι ο χρόνος που επιλέχθηκε για τις κινητοποιήσεις δεν είναι ο κατάλληλος, καθώς τέτοια εποχή εκατομμύρια παιδιά περιμένουν τα δώρα τους και η Πρωτοχρονιά κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα, και ότι ο ίδιος είναι πρόθυμος να συζητήσει τα αιτήματα των ξωτικών, αμέσως μετά την Πρωτοχρονιά. Καθώς, όμως, η πλευρά των ξωτικών αρνήθηκε να διακόψει την απεργία, από το περιβάλλον του Άη-Βασίλη εκδόθηκε έκτακτο ανακοινωθέν, σύμφωνα με το οποίο προτείνεται να δοθούν στα ξωτικά που εργάζονται στις παραδόσεις βαρέα και ανθυγιεινά ένσημα, ούτως ώστε να αντισταθμιστούν οι διαφορές, καθώς επίσης και ότι είναι υπό συζήτηση πρόταση για συνταξιοδότηση σε μικρότερη ηλικία από τα υπόλοιπα ξωτικά.
     Ο εκπρόσωπος των ξωτικών που εργάζονται στις κατασκευές δήλωσε ότι το όριο της συνταξιοδότησης πρέπει να παραμείνει ενιαίο και αν υπάρξει μείωση, αυτή να ισχύσει για όλους τους κλάδους, κάτι με το οποίο συμφώνησε και ο εκπρόσωπος των ξωτικών που εργάζονται στις συσκευασίες. Ο εκπρόσωπος του Άη-Βασίλη δήλωσε ότι μία μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης κατά δέκα χρόνια ουδόλως θίγει τα κεκτημένα εργατικά δικαιώματα, και ότι αποτελεί ένα είδος απονομής εργατικής δικαιοσύνης, καθώς οι συνθήκες εργασίας των εργαζομένων στις παραδόσεις υπολείπονται, κατά κοινή ομολογία, εκείνων των υπολοίπων εργαζομένων.
     Σε μία προσπάθεια να βρεθεί μία συμβιβαστική λύση, η σύζυγος του Άη-Βασίλη προσφέρθηκε να πλέξει μάλλινα σκουφιά, κασκόλ και χοντρές κάλτσες για τα ξωτικά που εργάζονται στις παραδόσεις, καθώς επίσης και μάλλινα καλύμματα για τα καθίσματα των ελκήθρων. Αυτό έγινε εν μέρει αποδεκτό από την πλευρά του Άη-Βασίλη, καθώς η ενασχόληση της συζύγου του με το πλέξιμο σκουφιών, κασκόλ, καλτσών και καλυμμάτων σημαίνει ότι θα απουσιάζουν οι συνταγές-υπερπαραγωγή από το Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, λόγω έλλειψης χρόνου. Ο Άη-Βασίλης βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τη σύζυγό του, ούτως ώστε να μη λείψει, τουλάχιστον, από το Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, η σούπα από κάστανο, που είναι η αγαπημένη του, καθώς επίσης και η πουτίγκα με δαμάσκηνα, κουκουνάρια και μαρμελάδα αγριοκέρασου, που αποτελεί την αδιαμφισβήτητη σπεσιαλιτέ της.
     Σε έκτακτη γενική συνέλευση των ξωτικών συζητήθηκαν οι προτάσεις του Άη-Βασίλη, οι οποίες όμως κρίθηκαν ανεπαρκείς από την πλειοψηφία. Τα ξωτικά που εργάζονται στις μεταφορές θεωρούν ότι τα μάλλινα σκουφιά κτλ. θα βελτιώσουν λίγο την κατάσταση, αλλά δε θα επιλύσουν το πρόβλημα και προτείνουν τη χορήγηση ειδικών, ισοθερμικών στολών και εσωρούχων. Ο Άη-Βασίλης δήλωσε ότι είναι πρόθυμος να συζητήσει μία τέτοια λύση, μόνο που θα πρέπει να βρεθεί τρόπος οι ισοθερμικές στολές να μοιάζουν με παραδοσιακές στολές ξωτικών.
     Καθώς οι συνομιλίες γίνονται πλέον σε πνεύμα συναίνεσης, η πιθανότητα συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών είναι αυξημένη. Ευχή όλων μας είναι το έλκηθρο του Άη-Βασίλη να πετάξει στον ουρανό και η παράδοση των δώρων να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το πρωί της Πρωτοχρονιάς. Αν, παρ'όλα αυτά , υπάρξουν καθυστερήσεις στις παραδόσεις, μην στενοχωριέστε και μην απελπίζεστε. Στο τέλος, όλα θα τακτοποιηθούν. Απλώς κάντε λίγη υπομονή. Λόγω της ημέρας.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Εκπλήρωση προορισμού

     Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα έλατο. Δηλαδή, δεν υπήρχε μόνο ένα έλατο, αλλά αυτό το έλατο δεν ήταν όπως τα άλλα. Ήταν λίγο καχεκτικό, πολύ αδύνατο, και είχε σοβαρά προβλήματα φυλλόπτωσης, που καθώς φαίνεται ήταν κληρονομικά, καθώς από το σόι του μπαμπά του ήταν όλοι φαλακροί.
     Η ιδιαιτερότητα αυτή του έλατου δε θα ήταν ίσως τόσο σημαντική, αν δε μεγάλωνε ανάμεσα σε άλλα έλατα, καλοζωισμένα και στρουμπουλά, και με πυκνό φύλλωμα, τα οποία, όχι μόνο καμάρωναν για τον εαυτό τους, αλλά χαίρονταν κιόλας να κομπάζουν δίπλα στο ελατάκι, κάνοντάς το να νιώθει ακόμα πιο άσχημα. Παρ'όλ'αυτά, το ελατάκι μεγάλωνε, όπως μεγάλωναν και τα υπόλοιπα έλατα γύρω του...
     Και έφτασε ο καιρός που τα έλατα μεγάλωσαν αρκετά και που πλησίαζε ο καιρός να εκπληρώσουν τον προορισμό τους. Και ο τότε ο τόπος γέμισε ξυλοκόπους, που μετρούσαν και που εξέταζαν, και που αποφάσιζαν ποιο έλατο έκανε για χριστουγεννιάτικο δέντρο και ποιο όχι... Και ένα-ένα, τα έλατα έφευγαν μέσα σε φορτηγά, και αποχαιρετούσαν το μέρος που γεννήθηκαν με χαρές και με τραγούδια.
     Το καχεκτικό έλατο είχε μεγαλώσει και αυτό, είχε ψηλώσει και είχε δυναμώσει, αλλά η φυλλόπτωση συνέχιζε να το ταλαιπωρεί, είπαμε, το πρόβλημα ήταν κληρονομικό... Και οι ξυλοκόποι που μετρούσαν, που εξέταζαν και που αποφάσιζαν, το προσπερνούσαν χωρίς να του δίνουν την παραμικρή σημασία.
     Τα βράδια, που κοιμόταν, το έλατο ονειρευόταν ότι το έπαιρναν και εκείνο, και ότι το έβαζαν σε ένα φορτηγό, και ότι το πήγαιναν σε ένα σπίτι, και το γέμιζαν φωτάκια και λογής-λογής στολίδια, και ότι όλοι το θαύμαζαν. Και το έλατο αισθανόταν πολύ περήφανο για τον εαυτό του. Και τεντωνόταν και ψήλωνε λίγο ακόμα.
     Όμως, αυτό γινόταν μόνο στον ύπνο του. Μόλις ξυπνούσε, συνειδητοποιούσε την σκληρή πραγματικότητα και τα δάκρυά του μπερδεύονταν με την πρωινή δροσιά. Πόσο θα ήθελε να το διαλέξουν και εκείνο, έστω και την τελευταία στιγμή! 
     Είχε μείνει μονάχο του τώρα, αφού όλα τα άλλα έλατα είχαν φύγει και, τουλάχιστον, δεν το κορόιδευε κανείς. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για να βγάλει το έλατο από τη δυστυχία του.
     Και έφτασε η παραμονή των Χριστουγέννων. "Τώρα όλα τα άλλα έλατα θα καλοπερνάνε", σκέφτηκε το έλατο και μελαγχόλησε πάλι. "Θα έχουν βρει τη θαλπωρή μιας οικογένειας και θα γιορτάζουν, μέσα στα φώτα και στη χαρά. Ενώ εγώ..."
     Ένα αστεράκι λαμπύρισε στον ουρανό. Μήπως ήταν ένα αστεράκι ευχών; Μακάρι να ήταν. Το έλατο έκανε μια ευχή και το αστεράκι τρεμόπαιξε, σαν να του έκλεισε το μάτι. Και το έλατο αποκοιμήθηκε, μόνο, μέσα στην ερημιά...
     Και το αστεράκι πράγματι την άκουσε την ευχή. Και πήγε στη βασίλισσα του χιονιού και της το είπε. Και η βασίλισσα του χιονιού, που δεν είναι καθόλου κακιά, αλλά έχει μία πολύ ζεστή καρδιά, το λυπήθηκε το έλατο. Και έστειλε χιονονεράιδες, φορτωμένες με στολίδια πολλών ειδών, και εκείνες στόλισαν το έλατο με προσοχή, για να μην το ξυπνήσουν. Και εκείνο το βράδυ, το έλατο ονειρεύτηκε και πάλι ότι ήταν στολισμένο.
     Και όταν άνοιξε τα μάτια του το έλατο, το επόμενο πρωί, ο κόσμος ήταν διαφορετικός και το έλατο νόμιζε ότι συνέχιζε να ονειρεύεται. Όμως δεν ήταν όνειρο. Και τις επόμενες μέρες ο τόπος γέμισε εκδρομείς που πήγαν να χαρούν το χιόνι.
     - Για δείτε εκεί ένα όμορφο δέντρο, σαν χριστουγεννιάτικο είναι! έλεγαν όλοι και το έβγαζαν φωτογραφία.
     Και η αλήθεια ήταν ότι ήταν το μόνο έλατο στην περιοχή, αφού όλα τα άλλα τα είχαν πάρει. Και το έλατο, για πρώτη φορά, απολάμβανε τη μοναδικότητά του και, μυστικά, ευχαριστούσε το αστεράκι των ευχών για το δώρο που του είχε κάνει, να το βοηθήσει να εκπληρώσει τον προορισμό του...

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Το μυστικό της επιτυχίας του

     Για όσους τον γνωρίζουν από μικρό, ο Χειμώνας ήταν ένα φυσιολογικό παιδί, με λαμπερά μάτια και κόκκινα μάγουλα, λίγο κλειστός χαρακτήρας, βέβαια, αλλά με μεγάλες προοπτικές. Συνεπώς, δεν προκάλεσε καμία έκπληξη το γεγονός ότι μεγαλώνοντας, ο Χειμώνας μεταμορφώθηκε σε έναν πρώτης τάξεως νεαρό, σαν τα κρύα τα νερά, που όλες τον έβλεπαν σαν ξερολούκουμο.
     Ο ίδιος δεν έπαιρνε χαμπάρι κανένα από τα συναισθήματα που με την ομορφιά του ξυπνούσε στις γυναίκες, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του το περνούσε στο σπίτι, δίπλα στο τζάκι, διαβάζοντας βιβλία, κατά προτίμηση ογκώδη. Μάταια εκείνες αναστέναζαν, κάθε φορά που τον έβλεπαν να περνάει, καθώς πήγαινε στη δανειστική βιβλιοθήκη, με ένα βιβλίο κάτω από τη μασχάλη του, και μάταια του χάριζαν λουλούδια στην πρώτη ευκαιρία.
     Τα νιάτα όμως περνάνε γρήγορα, και έτσι πέρασαν και τα νιάτα του Χειμώνα, και μια ωραία πρωία ξύπνησε με ρυτίδες στο πρόσωπό του και γκρίζα μαλλιά στους κροτάφους. Και καθώς ο Χειμώνας κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη, ένιωσε κάτι μέσα του να ραγίζει. Πώς είχαν περάσει τόσα χρόνια, χωρίς καν να το πάρει είδηση, έτσι που ήταν, όλη μέρα χωμένος στα βιβλία;
     - Μεγαλώνω, σκέφτηκε ο Χειμώνας, και ξαφνικά συνειδητοποίησε κάτι: στον κόσμο υπήρχαν γυναίκες!
     Ο ενθουσιασμός που τον κατέλαβε ήταν μεγάλος και εκείνη κιόλας την στιγμή αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να παντρευτεί. Και δεν άργησε να τον πετύχει τον στόχο του, κι ας είχε γκρίζους κροτάφους. Βλέπετε, και οι γκρίζοι κρόταφοι δίνουν γοητεία.
     Παντρεύτηκε, λοιπόν, ο Χειμώνας, και πήρε μια νέα κοπέλα, ψηλόλιγνη και κομψή, με λευκό σαν χιόνι δέρμα και ρόδινα μάγουλα. Ο γάμος τους έγινε μια όμορφη μέρα που χιόνιζε, και οι χιονονιφάδες έπεφταν επάνω στους νεόνυμφους, λούζοντάς τους με ευχές. Οι καλεσμένοι εντυπωσιάστηκαν από την ομορφιά της νύφης, η οποία φορούσε ένα νυφικό κεντημένο με διαμάντια, που λαμπύριζαν παιχνιδιάρικα σε κάθε της κίνηση. Και ο γαμπρός δεν είχε μάτια παρά μόνο για την όμορφη νυφούλα. Η ευτυχία του δεν περιγραφόταν!
     Ένα ελάττωμα, μόνο, έμοιαζε να έχει η νύφη, και αυτό ήταν ότι έδινε μεγάλη σημασία στην εμφάνισή της. Αγόραζε όλα τα περιοδικά μόδας, για να ενημερώνεται για τις τελευταίες τάσεις, ήταν μονίμως σε δίαιτα για να διατηρεί τη σιλουέτα της και ξόδευε όλα της τα λεφτά σε κρέμες και καλλυντικά, γενικότερα.
     Ο Χειμώνας όλα αυτά τα θεωρούσε υπερβολικά, αλλά από την άλλη ήταν πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα του, οπότε δεν της πήγαινε κόντρα. Και εκείνη συνέχιζε τις δίαιτες και τις κούρες ομορφιάς.
     - Άρχισα να βγάζω ρυτίδες, του είπε μια μέρα, πολύ στενοχωρημένη.
     - Πού τις βλέπεις τις ρυτίδες, μάτια μου; Ιδέα σου είναι.
     - Δεν είναι καθόλου ιδέα μου. Άρχισα να γερνάω σου λέω!
     Και έντρομη όρμησε στο τηλέφωνο για να ψάξει έναν πλαστικό χειρουργό. Μάταια ο Χειμώνας προσπαθούσε να την αποτρέψει, εκείνη δεν άκουγε τίποτα. Από την άλλη, η διαφορά ηλικίας που είχαν οι δυο τους ήταν τέτοια που ο Χειμώνας φοβόταν ότι ανά πάσα στιγμή η γυναίκα του θα γνώριζε κάποιον νέο παιδαρά και θα τον άφηνε για εκείνον. Έτσι, δεν συνέχιζε τις νουθεσίες για πολύ, από φόβο μην την διώξει ο ίδιος μια ώρα αρχύτερα από κοντά του. 
     Και η γυναίκα του άρχισε τις επισκέψεις στους αισθητικούς και στους πλαστικούς. Και μια μέρα ήρθε στο σπίτι κάπως θυμωμένη.
     - Ξέρεις τι φταίει που γερνάω; τον ρώτησε. Και χωρίς να περιμένει απάντηση, πρόσθεσε: το φως.
     Με άλλα λόγια, η γυναίκα του Χειμώνα πίστευε ότι θα έπρεπε να αυξηθεί το σκοτάδι, ούτως ώστε να μπορεί να κοιμάται περισσότερες ώρες και έτσι να τρέφεται η επιδερμίδα της. Και ο Χειμώνας, που δεν ήθελε να της χαλάει χατήρι, άρχισε να μικραίνει τη μέρα.
     - Κι άλλο, έλεγε η γυναίκα του, τι θέλεις, δηλαδή, να πάθω φωτογήρανση;
     Και δωσ'του και μίκραινε ο Χειμώνας τη μέρα και μεγάλωνε τη νύχτα. Και για τη γυναίκα του αυτό δεν αρκούσε. Και ζητούσε όλο και πιο μικρή μέρα, όλο και πιο μικρή, όλο και πιο μικρή... Και η μέρα μίκραινε πολύ και κάπου στο Δεκέμβριο ερχόταν μια μέρα που η μέρα ήταν πραγματικά πολύ μικρή, και τότε η γυναίκα του καθάριζε το πρόσωπό της, έβαζε την κρέμα νυκτός και πήγαινε για ύπνο.
     Και ήταν πολύ όμορφη η γυναίκα του όταν κοιμόταν, πιο όμορφη από όταν ήταν ξύπνια, κι αυτό επειδή δεν γκρίνιαζε για τις ρυτίδες και για τη διάρκεια της μέρας. Και ο Χειμώνας απόμενε να τη θαυμάζει, και ξεχνούσε τις γκρίνιες της, ξεχνούσε και τους φόβους του, μέχρι και που τη συγχωρούσε που τον έβαζε συνέχεια να μικραίνει τη μέρα.
     Και οι άνθρωποι παραπονιούνταν που η μέρα είχε μικρύνει τόσο πολύ, και ανυπομονούσαν να έρθει η Άνοιξη, και ούτε που το φαντάζονταν ότι η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου ήταν το μυστικό της επιτυχίας του γάμου του Χειμώνα.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Καλπασμός εντός ορίων

     Κλάπα-κλοπ! Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο, καθώς κάλπαζε, και τα μαλλιά του χαμογελαστού καβαλάρη ανέμιζαν στον αέρα. Πού να έτρεχε, άραγε;
     - Πού πας; τον ρώτησα.
     - Δεν βλέπεις που τρέχω; με ρώτησε. Βιάζομαι, μη με καθυστερείς. Πρέπει να διασχίσω κάμπους και βουνά, πεδιάδες, ρυάκια και ποτάμια... Πρέπει να σώσω την αγαπημένη μου πριγκήπισσα, που είναι κλεισμένη σε έναν ψηλό πύργο.
     - Ναι, αλλά μήπως θα έπρεπε να πάρεις τα μέτρα σου;
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Τι εννοείς; με ρώτησε ο χαμογελαστός καβαλάρης.
     - Να, εννοώ αν ξέρεις τι θα συναντήσεις εκεί.
     - Σαν τι θα μπορούσα να συναντήσω, δηλαδή;
     - Πώς ξέρεις ότι τον πύργο δεν τον φυλάει ένας άγριος δράκος που βγάζει φωτιές από το στόμα του;
     - Λες;
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Φυσικά. Και τότε τι θα κάνεις; Ούτε πανοπλία φοράς, ούτε κράνος, για να μην πω για το σπαθί σου, που δεν ξέρω πού το άφησες...
     - Το σπαθί μου το άφησα προχθές στο σπίτι του ξαδέρφου μου, όπου μονομαχήσαμε μέχρις εσχάτων, και είναι τυχερός που σκέφτηκα το αίμα που μας συνδέει και τον άφησα να ζήσει.
     - Μήπως να πήγαινες να το πάρεις το σπαθί σου;
     - Α, μπα, εμένα δε μου χρειάζεται τίποτα, αν χρειαστεί μπορώ να παλέψω και σώμα με σώμα.
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Σώμα με σώμα με έναν δράκο που βγάζει φωτιές από το στόμα του; Πολύ αισιόδοξο σε βρίσκω!
     - Δε θα υπάρχει δράκος, την τελευταία φορά που άκουσα να μιλάνε για δράκο εννοούσαν κάποιο κινέζικο εστιατόριο.
     - Κι αν υπάρχει;
     - Δε θα υπάρχει, σου λέω! Πιο πιθανό είναι να υπάρχουν φρουροί διασκορπισμένοι γύρω από τον πύργο.
     - Και θα παλέψεις μόνος σου με όλους;
     - Ξέρω καράτε, απάντησε.
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Και το καράτε νομίζεις ότι φτάνει;
     - Φτάνει και περισσεύει. Εξάλλου, όλα στο μυαλό είναι...
     - Αυτό βλέπω! Και καλά, ας υποθέσουμε ότι είσαι πανέτοιμος να αντιμετωπίσεις δράκους και φρουρούς... Πώς θα ανέβεις στον πύργο, χωρίς αναρριχητικό εξοπλισμό; Ούτε ένα σκοινί δεν κουβαλάς.
     - Δεν χρειάζομαι αναρριχητικό εξοπλισμό, θα με ανεβάσει στον πύργο το άλογό μου!
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Σοβαρολογείς; Το άλογο θα σε ανεβάσει στον πύργο;
     - Φυσικά, δεν το βλέπεις πώς καλπάζει; Σε δεκαπέντε οροσειρές με έχει ανεβάσει μέχρι τώρα, σε έναν πύργο θα κωλώσει; Και μη μου πεις ότι ο πιο ψηλός πύργος είναι ψηλότερος από το πιο χαμηλό βουνό...
      - Δεν είναι, αλλά...
     - Δεν ακούω τίποτα, είπε ο χαμογελαστός καβαλάρης και σπιρούνιασε το άλογό του.
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Και ας υποθέσουμε ότι ανεβαίνεις στον πύργο...
     - Όχι "ας υποθέσουμε", θα ανέβω σου είπα!
     - Πώς θα κατέβεις στη συνέχεια;
     - Μα τι χαζή ερώτηση είναι αυτή; Όπως ανέβηκα!
     Κλάπα-κλοπ! έκανε το άλογο.
     - Θα πηδήξεις από εκεί επάνω;
     - Αμ, πώς αλλιώς;
     - Και δε θα χτυπήσεις;
     - Θα έχω μαζί μου την πριγκήπισσα, και θα χρησιμοποιήσω το φαρδύ της φόρεμα σαν αλεξίπτωτο, βλέπεις που τα έχω σκεφτεί όλα;
     Κλάπα-κλοπ!
     - Ε, τι να πω, μάλλον..., απάντησα και όπως έκανα να στρίψω ακούστηκε ένα κλαπ... και το άλογο ακινητοποιήθηκε!
     Αρχικά απόρησα, αλλά ύστερα το κατάλαβα: είχε τελειώσει το κέρμα.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Σύλληψη δραπέτη


       Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα φουλάρι ζωηρό. 
     - Αχ, έλεγε και ξανάλεγε, πόσο θα ήθελα να ζήσω ελεύθερο, να πηγαίνω όπου θέλω, όποτε θέλω, και όχι να εξαρτώμαι συνέχεια από άλλους!
     Και δωσ'του και αναστέναζε, το ζωηρό φουλάρι. 
    Η κοπέλα που το είχε, το φορούσε αρκετά συχνά, αλλά το τύλιγε γύρω από το λαιμό της σφιχτά, και δεν του άφηνε πολλά περιθώρια. Και το ζωηρό φουλάρι ασφυκτιούσε, παρ'όλο που της κοπέλας ο λαιμός ήταν τυλιγμένος.
     Όποτε φυσούσε, το ζωηρό φουλάρι ξεθάρρευε και ανέμιζε πιο τσαχπίνικα από ό,τι συνήθως, και χόρευε και τραγουδούσε, ελπίζοντας ότι εκείνη θα ήταν η τυχερή του μέρα. Όμως ακριβώς εκείνη τη μέρα, τη μέρα που φυσούσε, η κοπέλα τύλιγε ακόμα πιο σφιχτά το φουλάρι γύρω από το λαιμό της, και η απελπισία τύλιγε το φουλάρι, όπως εκείνο τύλιγε το λαιμό της κοπέλας...
    Και ο καιρός περνούσε, και πότε φυσούσε, πότε δε φυσούσε, και το φουλάρι πάντα προσπαθούσε να απελευθερωθεί και πάντα αποτύχαινε.
     Ώσπου μια μέρα ο καιρός αγρίεψε πολύ, και ο άνεμος άρχισε να φυσάει δαιμονισμένα. Και τόσο δυνατά φυσούσε ο αέρας, που σήκωνε τα πεσμένα ξερά φύλλα και τα έβαζε να χορεύουν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο αέρας έπιανε και τα κλαδιά των δέντρων και τα κουνούσε πέρα-δώθε δυνατά. Και όπως κουνιούνταν τα κλαδιά των δέντρων, έμοιαζε λες και τα δέντρα μοιρολογούσαν...
     Το ζωηρό φουλάρι εκείνη τη μέρα ήταν απλωμένο σε σκοινί, πιασμένο με δύο μανταλάκια. Το είχε πλύνει η κοπέλα και το είχε απλώσει για να στεγνώσει. Και καθώς φυσούσε ο αέρας, το φουλάρι χόρευε ανόρεχτα και σκεφτόταν πόσο τυχερά ήταν τα ξερά φύλλα. Και εκεί που φυσούσε ο αέρας και τα μανταλάκια έσφιγγαν το φουλάρι, εκείνο σκέφτηκε ότι θα μπορούσε, ίσως, να δραπετεύσει. Και σιγά-σιγά και με επιμονή, το φουλάρι χαλάρωσε την σφιχτή λαβή του ενός μανταλακιού. Και επειδή το άλλο μανταλάκι άρχισε να γελάει και να κοροϊδεύει το πρώτο, δίνει μια το φουλάρι και με την επόμενη ριπή του ανέμου βρέθηκε να πετάει στον ουρανό, αγκαλιά με τα ξερά φύλλα!
     Η ευτυχία του δεν περιγραφόταν! Αισθανόταν ελαφρύ και, κυρίως, ελεύθερο. Τίποτα πια δεν το κρατούσε δεμένο στη γη, ούτε λαιμός κοπέλας, ούτε μανταλάκια. Και το ζωηρό φουλάρι βάλθηκε να χορεύει και να γελάει, ακολουθώντας τον άνεμο στο μανιασμένο του διάβα. Η γη φαινόταν πολύ μακριά τώρα και όλα επάνω της, τα σπίτια, τα δέντρα, οι άνθρωποι, φαίνονταν πολύ μικρά. Οι ακτίνες του ήλιου έπαιζαν κυνηγητό τριγύρω του και τα γέλια τους αντηχούσαν απ'άκρη σ'άκρη στον ουρανό.
     Ώσπου, ο άνεμος άρχισε να κουράζεται και η ταχύτητά του να μειώνεται. Οι ηλιαχτίδες άρχισαν να επιστρέφουν ψηλά στον ουρανό και τα γέλια τους σταμάτησαν να ακούγονται. Και τα ξερά φύλλα, μαζί τους και το ζωηρό φουλάρι, άρχισαν να χάνουν ύψος... Και τώρα όλα όσα βρίσκονταν επάνω στη γη, τα σπίτια, τα δέντρα, οι άνθρωποι, άρχισαν να φαίνονται όλο και πιο μεγάλα. Και το ζωηρό φουλάρι όλο και έχανε ύψος. Και, ξαφνικά, εκεί που περνούσε πετώντας δίπλα από ένα δέντρο, το δέντρο έκανε μία χραπ! και το γράπωσε.
     Και το ζωηρό φουλάρι άρχισε να χτυπιέται και να προσπαθεί να απαγκιστρωθεί από το δέντρο, αλλά μάταια. Και τα ξερά φύλλα συνέχισαν να χορεύουν στον αέρα, και να περνάνε από δίπλα του, αλλά το φουλάρι, που πια δεν ήταν τόσο ζωηρό, δεν μπορούσε πια να πετάξει.
     - Τόσο, λοιπόν, κράτησε η χαρά μου; αναρωτήθηκε το φουλάρι. Τόσο, όσο κρατάει ένα όνειρο;

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Εκεί που δεν τα έσπειραν


     - Γαβ! ακούστηκε και το μωρό πετάχτηκε από τον ύπνο του.
     - Ουά! έκλαψε το μωρό.
     - Γαβ! Γαβ! ξανακούστηκε και η Αρετή Μόρφη, άυπνη εδώ και είκοσι ώρες λόγω του μωρού, έτρεξε να το ηρεμήσει.
     - Έλα, έλα, καλό μου, ηρέμησε, είπε η Αρετή Μόρφη στο μωρό. Νάνι, νάνι...
     - Γαβ! άκουσε και ο Γεράσιμος Εικοσάρης, συνταξιούχος σιδηροδρομικός υπάλληλος, σήκωσε το κεφάλι του από την εφημερίδα και αναρωτήθηκε μήπως ήταν ο Φρίξος, το μικρό κανίς του.
     - Φρίξο! φώναξε ο Γεράσιμος Εικοσάρης. Εσύ είσαι που γαβγίζεις;
     - Γαβ! είπε ο Φρίξος και κούνησε την ουρά του εννοώντας "όχι".
     - Γαβ! Γαβ! Γαβ! άκουσε και η Τζίνα Πεντανότα, καθηγήτρια πιάνου, και χάιδεψε τη Μίτση, τη σιαμέζα γατούλα της που, τρομαγμένη από το γάβγισμα, έτρεξε στην αγκαλιά της.
     - Μη φοβάσαι, μικρούλι μου, είπε η Τζίνα Πεντανότα στη Μίτση, δε θα αφήσω εγώ κανέναν να σε πειράξει, ακούς;
     - Νιάου, είπε η Μίτση εννοώντας "Τι;".
     Ένα-ένα, τα σπίτια της γειτονιάς έστρεψαν την προσοχή τους στα γαβγίσματα που ακούγονταν.
     - Από πού έρχονται αυτά τα γαβγίσματα; αναρωτήθηκε ο Στέφανος Τουμπής, καθηγητής αγγλικών, που δούλευε σε πιτσαρία. Για ήμερα σκυλιά, πάντως, δεν ακούγονται.
     - Από πού έρχονται αυτά τα γαβγίσματα; αναρωτήθηκε και ο Γεράσιμος Εικοσάρης. Από τον Φρίξο μου, πάντως, όχι.
     - Από πού έρχονται αυτά τα γαβγίσματα; αναρωτήθηκε και η Αρετή Μόρφη. Δε θα μας αφήσουν να κοιμηθούμε αυτά τα σκυλιά. Πάντως, δε φαίνεται να είναι σκυλιά από σπίτι.
     Και ήταν αλήθεια. Τα γαβγίσματα δε ήταν γαβγίσματα σκύλων καλοαναθρεμμένων, με τρόπους, με την ωραία τους την σκυλοτροφή, με τα μπισκότα τους, με τα ψεύτικα κόκαλα για την τερηδόνα, με τα κολλάρα για τους ψύλλους... Όχι, κάθε άλλο. Ήταν γαβγίσματα άγριων σκύλων, σκύλων που μεγάλωναν μόνοι τους, χωρίς αφεντικό, χωρίς σίγουρη τροφή αλλά και χωρίς περιορισμό.
     Όλη η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι. Αυτοί που είχαν σκύλο ανησύχησαν μήπως τα άγρια γαβγίσματα που ακούγονταν τον ξεσήκωναν και εκείνον. Αυτοί που είχαν γάτα ανησύχησαν μήπως η γάτα τους έπεφτε θύμα των άγριων εκείνων σκύλων σε κάποια από τις ρέμπελες βόλτες της. Αυτοί που δεν είχαν ούτε σκύλο, ούτε γάτα, προσπαθούσαν να καταλάβουν από πού έρχονταν τα γαβγίσματα και σκέφτονταν σοβαρά να φωνάξουν τον μπόγια...
     Με όλα αυτά, τα γαβγίσματα ούτε σταμάτησαν, ούτε μειώθηκαν. Και όλη η γειτονιά αντηχούσε από τα γαβγίσματα.
     Οι γείτονες αποφάσισαν να ψάξουν τα άγρια σκυλιά που τους είχαν χαλάσει την ησυχία. Χωρίστηκαν σε ομάδες. Η μία ομάδα πήγε προς τη μία κατεύθυνση, η άλλη προς την άλλη. Έψαξαν πίσω και κάτω από αυτοκίνητα, πίσω και μέσα σε κάδους σκουπιδιών, σε πλατείες, σε νησίδες, σε παιδικές χαρές, τίποτα.
     Κι όμως, κάπου υπήρχαν σκυλιά, και μάλιστα άγρια. Κάπου υπήρχαν άγρια σκυλιά που γάβγιζαν και που αποτελούσαν κίνδυνο για την ηρεμία και την τάξη της γειτονιάς. Οι ομάδες περιπολίας ξανακοίταξαν τα αυτοκίνητα, τους κάδους, τις πλατείες, τις νησίδες, τις παιδικές χαρές, χωρίς αποτέλεσμα. Όλοι γύρισαν στα σπίτια τους κατάκοποι και άπρακτοι.
     - Τίποτα! είπε ο Σωκράτης Φούντας και ξάπλωσε στον καναπέ.
     - Ούτε ίχνος! είπε ο Γιάννης Καρφίτσας και σωριάστηκε σε μια καρέκλα.
    - Τζίφος! είπε και ο Πέτρος Στριφτάρης και κάθησε να δει τηλεόραση.
     Κι όμως, αν είχαν ψάξει λίγο πιο προσεκτικά, αν είχαν τα μάτια τους περισσότερο ανοιχτά, θα τα είχαν εντοπίσει τα άγρια σκυλιά που γάβγιζαν, που είχαν ξεφυτρώσει στη γειτονιά από το πουθενά και που, πιο συγκεκριμένα, είχαν φυτρώσει εκεί που δεν τα έσπειραν.
     Θα τα είχαν εντοπίσει εκεί, ανάμεσα στα ξερά χόρτα, στα θεμέλια μιας εγκαταλελειμμένης οικοδομής. Εκεί, δηλαδή, όπου τα εντόπισα εγώ...