Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Άγριο κυνηγητό

   
     Καιρό έχει να εμφανιστεί η Πίπη, όμως η αλήθεια είναι ότι η Χώρα του διαμερίσματος είναι πολύ ήσυχη και το ίδιο είναι και οι Χώρες της μπροστινής και της πίσω βεράντας, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του δυόσμου, του δεντρολίβανου, της λεβάντας και της πασχαλιάς. Οι θάνατοι φαίνεται να οφείλονταν σε φυσικά αίτια, φήμες όμως λένε ότι τόσοι θάνατοι μαζεμένοι δεν μπορεί να ήταν τυχαίοι.
     Τέλος πάντων. Η ουσία είναι ότι η Πίπη δεν βρίσκει καμία ιστορία να πει, και αυτό την έχει οδηγήσει στη σιωπή. Το μόνο που της μένει να κάνει, αφού της τελείωσαν οι ιστορίες, είναι να ασχολείται με την καθημερινότητά της, η οποία, σε αντίθεση με τα όσα διαβάζετε εδώ μέσα, είναι τόσο, μα τόσο πεζή και βαρετή... Όμως, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, γι'αυτό η Πίπη συνεχίζει να έχει τα αυτιά και τα μάτια της ανοιχτά.
     Κοντά στη Χώρα του διαμερίσματος, υπάρχει ένας κορμός δέντρου. Δε φαίνεται κάτι το ιδιαίτερο, μόνο που σε ένα σημείο του, όπου άλλοτε ξεφύτρωνε ένα κλαδί, τώρα υπάρχει μία σειρά ομόκεντρων κύκλων. Κανείς δε φαίνεται να τον προσέχει, αυτόν τον κορμό. Να, όμως, που η Πίπη τον πρόσεξε. Και όχι μόνο τον πρόσεξε, αλλά και αναρωτήθηκε: Τι να ήταν, άραγε, αυτό το βαθούλωμα στον κορμό;
     Η Ρίνα η Μινωταυρίνα, η καλή φίλη της Πίπης, της είπε ότι ίσως ήταν χρονομηχανή, κάτι που η Πίπη δεν είχε σκεφτεί καθόλου. Όσο, όμως, το σκεφτόταν, τόσο περισσότερο πιθανή της φαινόταν αυτή η εξήγηση. Και μια και δυο, πήγε στον κορμό και στάθηκε μπροστά στο βαθούλωμα.
     Το κοίταζε, το κοίταζε, το κοίταζε, και όλο και το κοίταζε, αλλά αυτό παρέμενε ίδιο και απαράλλαχτο. Μπα, μάλλον λάθος θα είχε κάνει η Ρίνα η Μινωταυρίνα. Αλλά, τότε, σαν να της φάνηκε της Πίπης ότι άκουσε φωνές. Κοίταξε γύρω της, δεν υπήρχε κανείς. Και τότε, από πού έρχονταν οι φωνές;
     Δε θα το πιστέψετε, αλλά οι φωνές έρχονταν από τον κορμό! Και όσο πλησίαζε η Πίπη το αυτί της στον κορμό, τόσο οι φωνές δυνάμωναν! Όμως, επειδή δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι έλεγαν οι φωνές, η Πίπη πλησίασε τον κορμό ακόμα περισσότερο. Έφτασε πια τόσο κοντά, που λίγο έλειπε το κεφάλι της να χωνόταν μέσα στον κορμό.
     Και τότε, η Πίπη ένιωσε μία δύναμη να την τραβάει, και η δύναμη αυτή την τραβούσε προς το κέντρο των ομόκεντρων κύκλων, και η Πίπη προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά δεν τα κατάφερε, και τότε οι κύκλοι άρχισαν να μεγαλώνουν και η Πίπη άρχισε να μικραίνει... Και προτού το καταλάβει, η Πίπη είχε μπει μέσα στους ομόκεντρους κύκλους και προχωρούσε γοργά προς το κέντρο!
     Οι φωνές είχαν δυναμώσει πάρα πολύ, το ίδιο και η δύναμη που τραβούσε την Πίπη. Και τότε η Πίπη βρέθηκε σε ένα μέρος μαγικό! Και το μέρος εκείνο ήταν γεμάτο περίεργα πλάσματα, και δέντρα που τραγουδούσαν, και πουλιά που μιλούσαν, και λουλούδια από ζαχαρωτά, και πολλά άλλα θαυμαστά πράγματα. Και εκεί, ανάμεσα σε όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα, κουτσομπόλες ιστορίες, ντυμένες με τα καλά τους, περνούσαν μπροστά από την Πίπη δυο-δυο, πιασμένες αγκαζέ, σιγοψιθυρίζοντας μεταξύ τους, ενώ άλλες ιστορίες, πιο χαλαρές εκείνες, ήταν ξαπλωμένες στο γρασίδι και έκαναν ηλιοθεραπεία και άλλες, πιο αθλητικές, έπαιζαν ρακέτες...
     Και η Πίπη κατάλαβε πού είχαν εξαφανιστεί τόσο καιρό οι ιστορίες, και τις πλησίασε, αλλά εκείνες έκαναν σαν να μην υπήρχε, και κοιτάζονταν μεταξύ τους, και χαχάνιζαν, ή συνέχιζαν την ηλιοθεραπεία και τις ρακέτες. Και η Πίπη τους φώναξε, και μόνο τότε εκείνες συνειδητοποίησαν την παρουσία της. Και την κοίταξαν, και ύστερα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, και μία από αυτές, μία ιστορία με ένα φόρεμα πουά, τη ρώτησε τι ήθελε. Και τότε η Πίπη τους ζήτησε να γυρίσουν μαζί της στη Χώρα του διαμερίσματος, ή έστω στις Χώρες της μπροστινής και της πίσω βεράντας, αν το προτιμούσαν. 
     Αλλά εκείνες αρνήθηκαν και είπαν ότι εκεί περνούσαν πολύ καλά και δεν είχαν κανέναν σκοπό να αφήσουν την καλοπέρασή τους. Και η Πίπη, αφού τους υποσχέθηκε ό,τι μπόρεσε να τους υποσχεθεί, χωρίς αποτέλεσμα όμως, αποφάσισε ότι άλλος τρόπος από το να τις πάρει μαζί της με το ζόρι δεν υπήρχε. Και προσπάθησε να πιάσει μία ιστορία, αλλά εκείνη της ξέφυγε μέσα από τα χέρια της. Και η Πίπη προσπάθησε να πιάσει μια άλλη ιστορία, αλλά και εκείνη της ξέφυγε. Και βούτηξε η Πίπη ένα δίχτυ για πεταλούδες, που βρήκε επάνω σε ένα παγκάκι, και άρχισε να κυνηγάει τις ιστορίες. Και έτρεχαν πολύ γρήγορα οι ιστορίες, και όλο της ξέφευγαν της Πίπης, παρ'όλο που κρατούσε και δίχτυ. Και ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι, αλλά η Πίπη δεν το έβαζε κάτω. Και το κυνηγητό συνεχιζόταν. Και οι φωνές και τα τρεχαλητά αντηχούσαν από άκρη σε άκρη στο μαγικό εκείνο μέρος.
     Αν κάποιος περάσει δίπλα από τον κορμό, το πιθανότερο είναι να μην του δώσει σημασία και να τον προσπεράσει. Αν, όμως, σταθεί μπροστά στον κορμό και αφουγκραστεί λίγο, ίσως και να ακούσει τις φωνές των ιστοριών. Και τότε σίγουρα θα σταθεί και θα πλησιάσει κοντά για να ακούσει καλύτερα. Και αν πλησιάσει πολύ κοντά, ίσως να βρεθεί κι εκείνος μέσα στο μαγικό μέρος με τις ιστορίες. Και ίσως να βοηθήσει την Πίπη στο κυνήγι.
     Αλλά, μεταξύ μας, πιο πιθανό είναι να μείνει εκεί μέσα η Πίπη, κυνηγώντας ιστορίες...

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Όπου κι αν είναι


     Υπάρχουν σχολεία μοντέρνα, μεγάλα, με ευρύχωρες, φωτεινές αίθουσες, με εργαστήρια, με αίθουσες εκδηλώσεων, με γήπεδα βόλεϊ και μπάσκετ. Υπάρχουν σχολεία μικρά, παλιά, στριμωγμένα ανάμεσα από πολυκατοικίες, με μικρά προαύλια, με σπασμένα τζάμια στα παράθυρα και χωρίς καλοριφέρ. Υπάρχουν σχολεία διώροφα, υπάρχουν σχολεία ισόγεια, υπάρχουν σχολεία με κεραμίδια και σχολεία χωρίς. Και κάποια στέκονται αγέρωχα και καμαρωτά, ενώ κάποια άλλα καμπουριάζουν και σκύβουν το κεφάλι.
     Και όταν περνάς μπροστά από ένα σχολείο, στο νου σου έρχονται χαρούμενες φωνές, και κυνηγητά. Και σκέφτεσαι πόσα παιδιά τάχα να έχουν περάσει από τις αίθουσές του, και με τι όνειρα διάβαιναν το κατώφλι του. Και αναρωτιέσαι πόσα από εκείνα τα παιδιά εκπλήρωσαν τα όνειρά τους, και πόσα τα απογοήτευσε η ζωή. Και θλίβεσαι για εκείνα που απογοητεύτηκαν, και χαίρεσαι για εκείνα που δεν το έβαλαν κάτω, αλλά προχώρησαν.
     Και είναι και κάποια σχολεία, που κρύβονται ντροπαλά εκεί που ούτε το φαντάζεσαι. Και περνάς από μπροστά τους, και ούτε που μπορείς να φανταστείς ότι εκεί, πίσω από τα κλειστά με ξύλινα πατζούρια παράθυρα, κάποτε μορφώνονταν παιδιά. Πώς να φανταστείς ότι αυτά τα σκουριασμένα κάγκελα κάποτε αγκάλιαζαν προστατευτικά παιδικά κορμάκια; Και μήπως μπορείς να φανταστείς ότι εκεί, στο βάθος, πέρα-πέρα, στο μέρος που τώρα κρύβεται από γλάστρες με φυτά, σε εκείνο το κρυμμένο σήμερα μέρος, βρισκόταν κάποτε "το μέρος";
     Κι όμως, έτσι ήταν. Εκεί πίσω βρισκόταν "το μέρος", που ήταν ημιυπαίθριες, τούρκικες τουαλέτες. Ναι, εκεί ήταν. Και απ'έξω από τις τουαλέτες, παιδιά με μπλε ποδιές, με άσπρα γιακαδάκια και άσπρες κορδέλες στα μαλλιά, έπαιζαν σκοινάκι και κουτσό. Και επάνω σε εκείνο το τσιμέντο που κάλυπτε την πίσω αυλή, τα παιδιά με τις μπλε ποδιές έκαναν κατακόρυφο χωρίς φόβο μήπως χτυπήσουν, τα ίδια παιδιά που, χρόνια αργότερα θα γέμιζαν τα παιδιά τους προστατευτικά μαξιλάρια.
     Ναι, τίποτα δε θυμίζει το παρελθόν, αλλά το παρελθόν βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται στον στενό, ήσυχο δρόμο, που τότε αποτελούσε το προαύλιο, και που αντηχούσε από τις φωνές των παιδιών, που έπαιζαν παιχνίδια, πάντα ομαδικά, σε μια εποχή που τα ομαδικά παιχνίδια ήταν η πρώτη επιλογή, καθώς ήταν και τα πιο διασκεδαστικά. Να και η φθαρμένη σκάλα, που οδηγεί στο υπερυψωμένο ισόγειο, εκεί που έκαναν μάθημα η τρίτη και η τετάρτη. Πόσο μικρή φαντάζει σήμερα! Κι όμως, αυτή η τόσο μικρή σκαλίτσα ήταν ικανή να "στεγάσει" τέσσερα-πέντε παιδιά, που κρύβονταν εκεί προσπαθώντας να δουν κάτω από τη φούστα εκείνης της ηλικιωμένης, αυστηρής δασκάλας με τα γυαλιά. Και ούτε που τους είχε περάσει από το μυαλό να κάνουν το ίδιο στη δική τους τη δασκάλα...
     Να και η κατηφόρα, ναι, αυτή η μικρή κατηφόρα, που φαίνεται στα δεξιά. Δε φαινόταν και τόσο μικρή τότε, το αντίθετο μάλιστα. Πόσες φορές τα παιδιά έπαιρναν φόρα στην κορυφή της κατηφόρας και έτρεχαν προς τα κάτω με ορμή, με τα χέρια ανοιχτά, ελπίζοντας πως, αν έτρεχαν λίγο πιο γρήγορα, ίσως και να πετούσαν! Εκεί, στη βάση της κατηφόρας, βρισκόταν και το "μαγαζάκι", από όπου ψώνιζαν τα παιδιά κάτι χωνάκια με ροζ ζάχαρη, που έμοιαζαν με παγωτά. Και τα περισσότερα παιδιά είχαν μαζί τους πτυσσόμενα, πλαστικά ποτηράκια, για να πίνουν νερό από την βρύση, αν και η συγκεκριμένη γενιά ήξερε πολύ καλά να πίνει νερό και από το λάστιχο...
     Αλλά όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να τα φανταστεί, βλέποντας αυτό το διώροφο σπίτι. Και όλοι το προσπερνούν αδιάφορα, και ίσως πολλοί θα προτιμούσαν να γκρεμιστεί, και να χτιστεί στη θέση του ένα σύγχρονο σπίτι με μεγάλα μπαλκόνια, με κήπο και υπόγειο γκαράζ.
     Κι όμως, αυτοί που ξέρουν και αυτοί που το θυμούνται, πάντα το χαϊδεύουν νοσταλγικά με το βλέμμα τους. Επειδή, το πιο σίγουρο πράγμα στον κόσμο είναι ότι το σχολείο δεν είναι μόνο τοίχοι, και αίθουσες, και αυλές. Το σχολείο είναι, πάνω απ'όλα, ψυχές. Ψυχές που ανοιγοκλείνουν τα φτεράκια τους, ανυπομονώντας να πετάξουν. Ψυχές που χρειάζονται δυνατά φτερά, αλλά και λίγο αεράκι κάτω από αυτά. Κι ας γίνονται όλα αυτά σε ένα απλό, ταπεινό διώροφο.    


Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Βαρύ το τίμημα

  
     - Ε, τι σπρώχνεις; ρώτησε ο πιο μικρόσωμος.
     - Δεν σπρώχνω, αλλά πήγαινε πιο πέρα, δεν βλέπεις ότι δε χωράμε; του απάντησε ο άλλος.
     - Πώς δε χωράμε, τόσο χώρο έχετε από εκεί, επέμεινε αυτός.
     - Βρε, δεν καταλαβαίνεις τι σου λένε; Δε χωράμε.
     - Είπα μην σπρώχνεις!
     - Δεν σπρώχνω.
     - Σπρώχνεις!
     - Δεν σπρώχνω.
     - Σπρώχνεις!
     - Ε, ναι, λοιπόν, σπρώχνω, αφού δεν καταλαβαίνεις! Κάτσε στη μεριά σου, τόσο χώρο έχεις από εκεί!
     - Δε με βολεύει από εδώ, γιατί δεν έρχεστε εσείς;
     - Εμάς η θέση μας είναι από εδώ, είπαν με ένα στόμα και οι υπόλοιποι τρεις, από το μεγαλύτερο μέχρι το μικρότερο, δε θέλουμε να αλλάξουμε. Να κάτσεις εκεί που είσαι!
     - Έτσι λένε όλοι οι βολεμένοι, είπε προκλητικά.
     - Ποιον είπες βολεμένο, βρε αλήτη; Έχε χάρη που είσαι μια χαψιά και φοβάμαι μη σε ισοπεδώσω, αλλιώς θα σου'λεγα...
     - Αφήστε τον, βρε παιδιά, δεν βλέπετε ότι πάει γυρεύοντας για καυγά;
     - Ποιον θα ισοπεδώσεις, βρε καραγκιόζη;
     - Έλα, τώρα, σταμάτα, εντάξει, το έκανες το κομμάτι σου, γύρνα στη θέση σου και δεν έγινε τίποτα...
     - Μωρέ τι μας λες; Δεν πάω πουθενά, εσείς να πάτε πιο πέρα! Και σταμάτα να με σπρώχνεις, είπα!
     - Δηλαδή, τώρα τι θέλεις; Να μαλώσουμε θέλεις;
     - Τόση ώρα, δηλαδή, τι κάνουμε, δε μαλώνουμε; Χέστη!
     - Ποιον είπες χέστη, ρε; Παρ'το πίσω!
     - Δεν παίρνω πίσω τίποτα!
     - Μαλώνεις, ρε;
     - Τι;
     - Ρωτάω αν μαλώνεις.
     - Ναι, ρε, μαλώνω, γιατί, τι θα μου κάνεις;
     - Τώρα θα δεις τι θα σου κάνω!
     Και προτού ξαναπαντήσει ο άλλος, του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο.
     - Στο πρόσωπο, βρε γελοίε; Στο πρόσωπο; Τώρα θα δεις!
     Και του έδωσε μία κλωτσιά.
     - Σου άρεσε; 
     Αντί απάντησης, ο άλλος του έδωσε μία γροθιά στην κοιλιά. Και το γρονθοκόπημα συνεχίστηκε εκατέρωθεν αρκετή ώρα.
     - Κοίτα τι μου έκανες! άρχισε να διαμαρτύρεται ο πιο μικρόσωμος. Γέμισα καρούμπαλα!
     - Αυτό να το σκεφτόσουν προτού τα βάλεις μαζί μου, μάγκα του γλυκού νερού...
     - Ωχ-ωχ-ωχ! το κεφαλάκι μου, θα χρειαστώ επίδεσμο, να δεις που έπαθα διάσειση...
     - Βάλε επίδεσμο, βάλε βραχιόλι, βάλε τιάρα, αρκεί να μείνεις στη μεριά σου, επιτέλους!
     - Θα πάω όπου μου αρέσει, κι αν θέλεις ξαναχτύπα με, δε σε φοβάμαι!
     - Φαίνεται, το ξύλο που έφαγες δε σου έγινε μάθημα, είπε ο άλλος και τον κοίταξε απειλητικά.
     Αυτές τις κουβέντες άκουσε και η Πίπη και αποφάσισε να επέμβει.
     - Ησυχία και οι δυο σας! είπε.
     - Μα... ξεκίνησε να λέει κάτι ο ένας.
     - Δεν έχει μα, απάντησε η Πίπη. Δεν ντρέπεστε, να παλεύετε σαν τους αλήτες;
     - Αυτός φταίει, είπε ο ένας και έδειξε τον άλλον.
     - Αυτός φταίει, είπε και ο άλλος και έδειξε αυτόν.
     - Σταματήστε, δε θέλω να σας ακούω, είπε η Πίπη. Και για να είμαι σίγουρη ότι δε θα με ξαναενοχλήσετε, θα σας χωρίσω.
     Είπε και έβαλε ένα διαχωριστικό ανάμεσά τους. Δεν το έβαλε, όμως, στον πιο μεγαλόσωμο, το έβαλε στον πιο μικρόσωμο. Κι αυτό, επειδή η Πίπη δεν είναι χαζή. Και ξέρει πολύ καλά, ότι για τον κάλλο στο μικρό της δαχτυλάκι ευθύνεται το ίδιο το μικρό το δαχτυλάκι και κανένας άλλος. 
     - Καλά να πάθεις! είπαν τα υπόλοιπα δάχτυλα στο μικρό το δαχτυλάκι.
     - Δε θα μου φύγει το καρούμπαλο; Θα δείτε! είπε αυτό.
     - Σιωπή! είπε και η Πίπη.
     Επειδή η Πίπη έχει πάντα τον τελευταίο λόγο.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Θέμα γραναζιού


     Στο σπίτι του γερο-Χρόνου κάθε μέρα είναι γιορτή. Βλέπετε, ο γερο-Χρόνος κατοικεί μαζί με τις τέσσερεις γυναίκες του, τις Εποχές, με όλα του τα παιδιά, τους Μήνες, και με όλα του τα εγγόνια, τις Μέρες. Ευτυχώς που το σπίτι του είναι τεράστιο, με πολλούς ορόφους και αμέτρητα δωμάτια, αλλιώς δε θα χωρούσαν τόσοι νοματαίοι...
     Στο σπίτι του γερο-Χρόνου υπάρχει και ένα ξεχωριστό δωμάτιο. Είναι ένα τεράστιο δωμάτιο, γεμάτο ρολόγια. Για να μπεις μέσα σε αυτό το δωμάτιο πρέπει να φορέσεις ωτασπίδες, αλλιώς σε ξεκουφαίνουν τα δεκάδες τικ-τακ. Επειδή τα ρολόγια είναι πολύ ευαίσθητα, κανείς δεν μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με τα ρολόγια, μόνο η καθαρίστρια μπαίνει κάθε μέρα και τα ξεσκονίζει. Η καθαρίστρια δε φοράει ωτασπίδες. Δεν της χρειάζονται, αφού είναι κουφή.
     Κανένα ρολόι δεν είναι ίδιο με τα υπόλοιπα και όλα έγιναν ύστερα από ειδική παραγγελία. Ο γερο-Χρόνος παράγγελνε ένα ρολόι κάθε φορά που αποκτούσε μία εγγονούλα, και γι'αυτό όλα τα ρολόγια είναι σημαντικά γι'αυτόν.
     Σήμερα, όμως, ξημέρωσε μια δύσκολη μέρα για το σπίτι του γερο-Χρόνου. Και ενώ όλα ήταν έτοιμα για τη γιορτή της 15ης Ιανουαρίου, τίποτα δεν πήγαινε όπως θα έπρεπε. Τα μπαλόνια για το πάρτυ ξεφούσκωναν αμέσως, η σαντιγύ για την τούρτα νερούλιαζε, τα αναψυκτικά στο ψυγείο αντί να παγώνουν έβραζαν, το φόρεμα της 15ης Ιανουαρίου ξηλώθηκε, τα μαλλιά της δεν έστρωναν...
     Η 15η Ιανουαρίου έβαλε τα κλάματα. Το πάρτυ της θα τιναζόταν στον αέρα. Τι θα έτρωγαν οι καλεσμένοι; Τι θα έπιναν; Πώς θα την έβλεπαν σε αυτά τα χάλια;
     - Παππού! φώναξε. Κοίτα πώς είναι το φόρεμά μου! Πώς θα κάνουμε τη γιορτή μου σήμερα;
     - Κύριε, είπε μία μαγείρισσα που εκείνη την ώρα είχε μπει στο δωμάτιο, η μαγιονέζα έκοψε. Είναι η δέκατη που μου κόβει σήμερα!
     - Κύριε, είπε και μια υπηρέτρια, μόλις έσπασαν όλα τα γλυπτά από πάγο, το πάτωμα του σαλονιού γέμισε παγάκια! Πρώτη φορά συμβαίνει αυτό!
     - Περίεργα πράγματα! είπε ο γερο-Χρόνος και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, που έτριξε απειλητικά. Τι να συμβαίνει, άραγε;
     Στηριζόμενος στο μπαστούνι του με την ασημένια λαβή, ο γερο-Χρόνος πήγε μέχρι τον τοίχο που βρισκόταν το ημερολόγιο. Αυτό που είδε εκεί, δεν του άρεσε καθόλου.
     - Μα, η ημερομηνία δεν είναι σωστή, είπε, εδώ δείχνει 14 Ιανουαρίου!
     Ο γερο-Χρόνος έπιασε το χαρτάκι που έγραφε 14 Ιανουαρίου και το έσκισε. Μα, μόλις το έσκισε, το χαρτάκι πέταξε από το χέρι του και ξανακόλλησε επάνω στο ημερολόγιο!
     - Μυστήρια πράγματα! είπε ο γερο-Χρόνος.
     Και ξανάσκισε το χαρτάκι. Και εκείνο ξαναπέταξε πίσω στη θέση του. Από το σαλόνι ακούστηκαν τα γοερά κλάματα της 15ης Ιανουαρίου, που έβλεπε το πάτωμα γεμάτο παγάκια.
      - Κύριε, είπε και μια υπηρέτρια, που έμοιαζε να είχε δει φάντασμα, τα λουλούδια από τα βάζα πέταξαν και γύρισαν στο θερμοκήπιο!
     Και τότε ο γερο-Χρόνος κατάλαβε.
     - Φωνάξτε το ρολογά! είπε.
     Και ο ρολογάς ήρθε, κρατώντας ένα βαλιτσάκι με τα σύνεργά του.
     - Ένα ρολόι έχει σταματήσει, του είπε ο γερο-Χρόνος. Πρέπει να το βρεις και να το φτιάξεις, αλλιώς δε θα έρθει ποτέ η επόμενη μέρα.
     - Μην ανησυχείτε, κύριε, είπε ο ρολογάς, και δεν υπάρχει ρολόι που να μην μπορώ να επισκευάσω.
     Από μέσα ακούγονταν τα κλάματα της 15ης Ιανουαρίου, που σίγουρα θα είχε ανακαλύψει κάποια καινούργια καταστροφή.
     - Μόνο βιάσου, σε παρακαλώ, αυτή η εγγονή μου είναι πολύ κλαψιάρα και δεν την αντέχω.
     Ο γερο-Χρόνος οδήγησε το ρολογά έξω από το δωμάτιο με τα ρολόγια και του έδωσε δύο ωτασπίδες.
     - Θα τις χρειαστείς, του είπε.
     Ο ρολογάς φόρεσε τις ωτασπίδες και μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Έμεινε έκθαμβος από το πλήθος και την ομορφιά αυτών των ρολογιών, που ήταν στολισμένα με κάθε λογής παραστάσεις.
     - Ποιο είναι το χαλασμένο ρολόι; είπε δυνατά, αφού δεν άκουγε με τις ωτασπίδες.
     - Δε θυμάμαι ποιο απ'όλα, είπε με νοήματα ο γερο-Χρόνος. Βλέπεις, είναι πάρα πολύς καιρός που τα αγόρασα.
     Και ο ρολογάς βάλθηκε να ψάχνει το χαλασμένο ρολόι ανάμεσα σε όλα εκείνα τα θαυμάσια ρολόγια και κάθε τρεις και λίγο ξεχνούσε τον σκοπό του και απόμενε να θαυμάζει...
     - Αργείς ακόμα; του είπε ο γερο-Χρόνος ύστερα από λίγο. Η εγγονή μου κοντεύει να πάθει υστερία...
     - Είναι δύσκολο να το εντοπίσω χωρίς να ακούω, είπε και ο ρολογάς και συνέχισε το ψάξιμο.
     Και ύστερα από αρκετό ψάξιμο και πολύ περισσότερο χάζεμα, ο ρολογάς το εντόπισε το χαλασμένο ρολόι. Ήταν ένα ρολόι με χρυσό περίβλημα, και μια παράσταση χιονισμένου τοπίου επάνω. Μόνο που οι νιφάδες του χιονιού είχαν σταματήσει να πέφτουν.
     - Αυτό είναι! είπε ο ρολογάς και ξεκρέμασε το ρολόι από τον τοίχο.
     Και το άνοιξε, και φόρεσε στο μάτι του το μεγεθυντικό του φακό, και άρχισε να βγάζει ένα-ένα τα γραναζάκια και τα ελατήρια του ρολογιού. Και ανακάλυψε ότι ένα μικρό, τόσο δα, γραναζάκι, είχε χάσει μερικά δοντάκια.
     - Πού τα έχασες τα δόντια σου; ρώτησε ο ρολογάς το γραναζάκι.
     Εκείνο κατέβασε το κεφάλι του και ντροπιασμένο ομολόγησε ότι έτρωγε πολλά γλυκά και δεν έπλενε τα δόντια του πριν πάει για ύπνο.
     - Δεν το ξέρεις ότι αυτός είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να χάσεις τα δόντια σου; του είπε ο ρολογάς και έβαλε στο γραναζάκι μέσα στο κουτί με τα άρρωστα γρανάζια.
     Ύστερα έβγαλε από την τσάντα του ένα άλλο γρανάζι.
     - Ποια είναι η πρώτη φροντίδα το πρωί και η τελευταία το βράδυ; το ρώτησε.
     - Το πλύσιμο των δοντιών! είπε δυνατά το γρανάζι και χαμογέλασε, δείχνοντας όλα τα δόντια του.
     - Κοίτα να με βγάλεις ασπροπρόσωπο, είπε ο ρολογάς και τοποθέτησε το γρανάζι στη θέση του φαφούτικου.
     Ύστερα, ξαναέβαλε, ένα-ένα, όλα τα γρανάζια και τα ελατήρια που είχε το ρολόι, το έκλεισε και το κούρδισε. Και οι νιφάδες του χιονιού άρχισαν να πέφτουν στο χιονισμένο τοπίο και ήταν μια μαγεία!
     Ο ρολογάς κρέμασε το ρολόι πίσω στη θέση του και βγήκε από το δωμάτιο των ρολογιών.
     - Κουράστηκα, αλλά τα κατάφερα, είπε στο γερο-Χρόνο.
     - Για να δούμε, είπε και ο γερο-Χρόνος και πήγε στο ημερολόγιο.
     Και προς μεγάλη του χαρά, το ημερολόγιο έδειχνε 15 Ιανουαρίου.
     - Επιτέλους! είπε.
     Ο γερο-Χρόνος τέντωσε το αυτί του να ακούσει. Ησυχία! Το σπίτι είχε επιστρέψει στην ομαλότητα.
     - Παππού! ακούστηκε η φωνή της 15ης Ιανουαρίου και ο γερο-Χρόνος τινάχτηκε ανήσυχος.
     - Τι τρέχει πάλι; είπε.
     - Πώς σου φαίνεται το φόρεμά μου; ρώτησε η εγγονή του. Δεν είναι πολύ ωραίο;
     - Ωραίο είναι.
     - Και τα μαλλιά μου πώς σου φαίνονται;
     - Ωραία.
     - Όλα είναι έτοιμα, παππού. Και το σαλόνι είναι πολύ όμορφα στολισμένο, με πολύχρωμα μπαλόνια και με γλυπτά από πάγο, και τα βάζα είναι γεμάτα με λουλούδια. Και τα φαγητά είναι όλα πεντανόστιμα, αν πεις, δε, για την τούρτα...υπέροχη! Μα, εσύ, παππού, ακόμα δεν ντύθηκες, πώς θα υποδεχτούμε τους καλεσμένους; Βιάσου, όπου να'ναι έρχονται!
     Και ο γερο-Χρόνος ξανασηκώθηκε από την πολυθρόνα του και βιάστηκε να πάει να αλλάξει, αλλιώς ποιος την ακούει την γκρινιάρα τη 15η Ιανουαρίου;

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Της τύχης και των κυκλωμάτων


    Το πώς ήρθαν οι γιορτές, ούτε που το κατάλαβε η Πίπη. Πολλά τα τρεχάματα στη δουλειά, είχε πέσει και είχε χτυπήσει και ο Κλαδευτηροχέρης και έμεινε στο κρεβάτι πάνω από μήνα, στο τσακ πρόλαβε πάλι να στολίσει το Χριστουγεννιάτικο δέντρο της. Παραμονή Χριστουγέννων το βράδυ, και εκείνη συναρμολογούσε, και κρεμούσε φωτάκια και στολίδια... 
     Τουλάχιστον, πρόλαβε να αγοράσει και δύο καινούργια στολίδια για το δέντρο της, τελευταία στιγμή και αυτό. Βλέπετε, από όταν μετακόμισε στη Χώρα του διαμερίσματος και άρχισε να στολίζει το δικό της δέντρο, είχε αποφασίσει ότι κάθε χρόνο θα αγόραζε ένα-δυο καινούργια στολίδια, ούτως ώστε κανένα δέντρο να μην είναι ακριβώς ίδιο με εκείνο της προηγούμενης χρονιάς. Και ενώ στην αρχή το δέντρο της είχε ελάχιστα στολίδια (κάτι που συμπλήρωνε με φιόγκους ή γλειφιτζούρια), σιγά-σιγά άρχισε να γεμίζει και τώρα έχει τόσα που δεν ξέρει πια πού να τα πρωτοκρεμάσει...
     Και ήρθε η σημερινή μέρα, η μέρα του ξεστολίσματος, και αυτή πάντα είναι μια δύσκολη μέρα για την Πίπη, επειδή το έχει συνηθίσει πια το δέντρο και δε θέλει να το ξεστολίσει... Αλλά, επειδή είναι λογικός άνθρωπος η Πίπη, ξέρει ότι το ξεστόλισμα δεν μπορεί να το αποφύγει. Και έτσι, ξεκίνησε να ξεστολίζει.
     Πήρε, λοιπόν, το κουτί όπου βάζει τα στολίδια και πήγε κοντά στο δέντρο, για να αρχίσει το ξεστόλισμα. Και εκεί που ανοίγει το κουτί και αρχίζει να βγάζει τα χαρτιά με τα οποία τυλίγει τα στολίδια, τι βλέπει; Ότι μέσα στο κουτί υπήρχαν κι άλλα τρία στολίδια! Τρία στολίδια που είχαν μείνει τυλιγμένα μέσα στα χαρτιά, και συγκεκριμένα, ένας Άγιος Βασίλης, ένας χιονάνθρωπος και ένα αγγελάκι.
     - Πώς τα ξέχασα αυτά; αναρωτήθηκε η Πίπη.
     Αλλά σκέφτηκε ότι δε θα τα πρόσεξε, μέσα στη βιασύνη της να στολίσει το δέντρο τελευταία στιγμή, και η απορία της λύθηκε.
     - Γιατί δε μου φωνάξατε όταν είδατε ότι σας ξέχασα; τα ρώτησε.
     - Φυσικά και φώναξα, είπε ο Άγιος Βασίλης. Φώναζα συνέχεια "Χο-χο-χο!", αλλά πόνεσε ο λαιμός μου και στο τέλος σταμάτησα να φωνάζω.
     - Εγώ προσπάθησα να βγω από το κουτί, είπε ο χιονάνθρωπος, αλλά το είχες κλείσει καλά και δεν μπορούσα.
     Το αγγελάκι δεν είπε τίποτα. Ήταν πολύ ντροπαλό.
     - Και καλά εγώ, είπε η Πίπη και στράφηκε προς τα στολίδια που κρέμονταν από το δέντρο, εγώ δεν τα είδα, εσείς δεν μπορούσατε να πείτε τίποτα;
     - Εγώ δεν κατάλαβα τίποτα, είπε ένας άλλος χιονάνθρωπος, που φορούσε ένα μαύρο καπέλο, αλλά το καπέλο το είχε κατεβάσει τόσο χαμηλά, που η Πίπη δεν μπορούσε να δει αν έλεγε αλήθεια ή ψέματα.
     - Ούτε εγώ το κατάλαβα, είπε ένας άλλος χιονάνθρωπος, με σκουφί και κασκόλ, και τα μάγουλά του κοκκίνησαν ελαφρά...
     - Εγώ δεν έβλεπα τίποτα από εδώ ψηλά, είπε ένα αγγελάκι με φουσκωτά μάγουλα.
     Τα μάγουλά του δεν κοκκίνησαν, αλλά της Πίπης της φάνηκε ότι το στεφανάκι του χοροπήδησε λίγο...
     - Τι βεντετισμοί είναι αυτοί; είπε η Πίπη. Δε σας έχω πει ότι θα πρέπει να είστε όλα αγαπημένα; Τόσο πολύ θα σας πείραζε να έβαζα και αυτά τα τρία στολίδια στο δέντρο;
     - Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, είπε ένας Άγιος Βασίλης με κόκκινα μάγουλα και φουσκωτή κοιλιά. Εμείς έχουμε πάντα την αγκαλιά μας ανοιχτή.
     - Ναι, σας θυμάμαι και από πέρυσι, είπε η Πίπη. Ένα ινδικό στολίδι έφερα και σχεδόν κάνατε επανάσταση!
     - Όκι, όκι, είπε το ινδικό στολίδι, όλα τα παιντιά εντώ με ποροσέκουν, είναι πολύ καλά παιντιά.
     Ένας τάρανδος εκεί παραδίπλα φάνηκε να μαζεύει τα πίσω πόδια του...
     - Είναι αλήθεια, είπε ο τάρανδος, τον προσέχουμε, και μάλιστα πολύ!
     - Θα έπρεπε να ντρέπεστε! είπε η Πίπη και άρχισε να ξεστολίζει το δέντρο.
     - Μα γιατί το λες αυτό; είπε ένα αστεράκι, αλλά η Πίπη δεν απάντησε.
     Και το ξεστόλισμα ξεκίνησε. Ένα-ένα, τα στολίδια ξεκρεμάστηκαν και ξαναμπήκαν στο κουτί. Μαζεύτηκαν και τα φωτάκια, αποσυναρμολογήθηκε και το δέντρο, όλα έτοιμα για την αποθήκη. 
     Αλλά η Πίπη ακόμα αισθανόταν ένοχη, που ξέχασε τα τρία αυτά στολίδια, και που τώρα θα περιμένουν έναν χρόνο για να ξαναστολίσουν το δέντρο.
     - Τι να κάνω για να εξιλεωθώ; αναρωτήθηκε η Πίπη.
     Και αποφάσισε να αφιερώσει στα τρία παραπεταμένα στολίδια την πρώτη ανάρτηση της νέας χρονιάς. 
     - Θα γράψω μια ανάρτηση για εσάς, τους είπε. 
     Και τότε ακούστηκε ένα κρακ! και η Πίπη άνοιξε το κουτί με τα στολίδια. Και είδε ότι μία γριά μπάλα είχε σπάσει. Να έσκασε από το κακό της; Να έφαγε καμιά γερή κλωτσιά, μέσα στο κουτί;
     - Όταν λέω εγώ ότι είστε κομπλεξικά... μονολογούσε η Πίπη, καθώς μάζευε τα κομμάτια της σπασμένης μπάλας.
     Και το μόνο σίγουρο είναι ότι του χρόνου η Πίπη θα έχει ένα στολίδι λιγότερο.