Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες (και μία ιστορία)

     Και συμπληρώθηκαν τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες. Τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες που υπάρχει αυτό εδώ το μπλογκ, και που υπάρχουν και οι ιστορίες του. Κάποιες μικρές, κάποιες μεγαλύτερες, κάποιες λυπημένες, κάποιες άλλες χαρούμενες, κάποιες σοβαρές, κάποιες τσαχπίνες...
     Τον τελευταίο καιρό, όμως, τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά στο χώρο της Γλωσσοπάθειας. Τον τελευταίο καιρό όλα κινούνται υποτονικά, όλα βρίσκονται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Και δεν φτάνει μόνο αυτό. Τον τελευταίο καιρό και κάποια φιλικά μπλογκ έχουν σιγήσει, άλλα προσωρινά, άλλα μόνιμα, με αποτέλεσμα οι αράχνες και οι ιστοί τους σιγά-σιγά να επεκτείνονται στο μικρό κυβερνοσύμπαν της Γλωσσοπάθειας.
     Και όμως, αυτόν τον καιρό, το γεμάτο σκόνες και αράχνες, τον παλαβό καιρό με το κιλτ (με τα σκωτσέζικα ντους, δηλαδή), η Πίπη άκουσε μία φωνούλα.
     - Ε, ψιτ! της φώναξε η φωνούλα και η Πίπη, παρ'όλο που το όνομά της δεν είναι Ψιτ, γύρισε.
     - Ποιος είναι; ρώτησε.
     - Εγώ, είπε η φωνή.
     - Ποιος εσύ; ξαναρώτησε η Πίπη.
     - Εγώ, ο δεινόσαυρος, απάντησε η φωνή.
     - Δεν υπάρχουν πια δεινόσαυροι, είπε η Πίπη, έχουν εξαφανιστεί, καλύτερα να μου πεις ποιος πραγματικά είσαι...
     - Μα είμαι δεινόσαυρος! επέμεινε η φωνή.
     - Και τότε, πού είσαι; Γιατί δε σε βλέπω; ρώτησε η Πίπη, που συνέχιζε να πιστεύει ότι οι δεινόσαυροι δεν υπάρχουν.
     - Ακριβώς μπροστά σου είμαι, της είπε η φωνή.
     Αλλά η Πίπη μπροστά της έβλεπε μόνο ένα χαρτί.
     - Μπροστά μου δεν υπάρχει τίποτα, είπε.
     - Μα δεν μπορεί να μη με βλέπεις, ειδικά εσύ!
     Αυτό το "ειδικά εσύ", δεν μπορώ να πω, της κέντρισε το ενδιαφέρον της Πίπης. Αλλά μπροστά της συνέχιζε να μην υπάρχει τίποτα.
     - Μα γιατί δε σε βλέπω; ρώτησε. Μπροστά μου υπάρχει μόνο ένα κομμάτι χαρτί.
     - Ε, η αλήθεια είναι πως πρέπει να ψάξεις λίγο για να με βρεις... Για δίπλωσε στη μέση το χαρτί που βλέπεις μπροστά σου.
     Η Πίπη το δίπλωσε.
     - Ακόμα δεν βλέπω τίποτα, είπε.
     - Δίπλωσέ το και από την άλλη πλευρά.
     - Τίποτα ακόμα.
     - Δίπλωσέ το και χιαστί...
     Και η Πίπη συνέχισε να διπλώνει, να ξεδιπλώνει, να τσακίζει, σύμφωνα με τις οδηγίες της φωνής. Και το χαρτί συνέχεια άλλαζε σχήματα, και η Πίπη συνέχιζε να διπλώνει και να ξεδιπλώνει, ώσπου ξαφνικά, πάνω που πήγαινε να απογοητευτεί, να' σου μπροστά της ένας δεινόσαυρος!
     - Είδες που είχα δίκιο; της είπε ο δεινόσαυρος. Είδες που βρισκόμουν ακριβώς μπροστά σου;
     Η Πίπη είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Μα, ολόκληρος δεινόσαυρος να χωράει σε ένα τόσο δα χαρτί;
     - Υπάρχουν και άλλοι σαν κι εσένα; ρώτησε.
     - Ουουου! Όσοι θέλεις! Άλλα όλους πρέπει να τους ανακαλύψεις. Και, εννοείται, δεν υπάρχουν μόνο δεινόσαυροι. Υπάρχουν και κάθε λογής ζώα: πουλιά, ψάρια, πεταλούδες, ρινόκεροι, ελέφαντες... Όρεξη μόνο να έχεις και θα τα ανακαλύψεις όλα!
     Και η Πίπη πολύ ενθουσιάστηκε με αυτήν την ανακάλυψη, και παρ'όλο που προβληματιζόταν πολύ σχετικά με την απουσία ιστοριών και την πιθανότητα να συμπληρωθούν τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες από τη δημιουργία της Γλωσσοπάθειας χωρίς να υπάρξει ανάρτηση, βάλθηκε να ψάχνει. Και η αλήθεια είναι ότι μέχρι τώρα έχει ανακαλύψει και μερικά ζώα ακόμα. Τρέμε ζωικό βασίλειο!

     ΥΓ: Είναι αλήθεια ότι ένα μπλογκ για να διατηρηθεί χρειάζεται χρόνο και ενέργεια. Πραγματικά θαυμάζω όσους έχουν καταφέρει να διατηρήσουν ένα μπλογκ για χρόνια, και με συχνές μάλιστα αναρτήσεις. Εγώ σίγουρα δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία. Η Οξεία Γλωσσοπάθεια μοιάζει περισσότερο με έναν διάττοντα αστέρα, παρά με ένα φωτεινό ήλιο. Αλλά στο ουράνιο στερέωμα υπάρχει χώρος και για ήλιους και για διάττοντες αστέρες.
     Πέρασα κάποιο διάστημα που οι αναρτήσεις έβγαιναν αβίαστα σχεδόν, επί εβδομαδιαίας βάσης. Τους τελευταίους μήνες αυτό δε συμβαίνει και είναι αλήθεια ότι δε μου είναι ευχάριστο. Και άλλοι θα το γνωρίζουν εκ πείρας, ότι η καθημερινότητα τις περισσότερες φορές λειτουργεί ως μία μαύρη τρύπα που απορροφά θετική ενέργεια. Αρκεί να αναφέρω ότι την ανάρτηση με το δεινόσαυρο ήθελα να την κάνω εδώ και πάνω από μία βδομάδα, και κατέληξα να τη συμπεριλάβω στην ανάρτηση για τα γενέθλια του μπλογκ.
     Αυτή η κατάσταση μου είναι αρκετά δυσάρεστη, αλλά δεν μπορώ και δε θέλω να καταπιεστώ για κάτι που ξεκίνησα έτσι, για την πλάκα μου. Και επειδή οι βεβιασμένες αναρτήσεις μου είναι σχεδόν αδύνατες, αποφάσισα να αφεθώ να με παρασύρει το ρεύμα. Κοινώς, η Γλωσσοπάθεια παίρνει κάποιες ανάσες και επανέρχεται, όποτε υπάρξει κάτι νέο. Οι αγαπητοί μου ακόλουθοι νομίζω ότι θα δείξουν κατανόηση, και κάθε νέα ανάρτηση θα τη βλέπουν σαν ένα Κίντερ έκπληξη (να σημειωθεί ότι η Κίντερ δεν είναι χορηγός του μπλογκ και ότι η Πίπη δεν τρώει Κίντερ έκπληξη).
     Και μην ανησυχείτε για εμένα: είμαι καλά!

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Αρχοντικό με τα όλα του




     Μεγάλωσε και ο Μάιος και έγινε κοτζάμ παληκάρι. Και τι παληκάρι, σαν τα κρύα τα νερά:  με τα πυκνά του τα μαλλιά, με το γοητευτικό του το χαμόγελο, με τους δικέφαλους, τρικέφαλους, τετρακέφαλους τους γυμνασμένους, με κάτι από φέτες στην κοιλιακή χώρα, με τις φαρδιές του τις πλάτες...
     Περπατούσε ο Μάιος και στο διάβα του θέριζε καρδιές, όπως θερίζει η θεριζοαλωνιστική τα σπαρτά. Όλες οι γυναίκες βαριαναστενάζανε όταν τον έβλεπαν, και έγραφαν το όνομά του στα λευκώματά τους, το κεντούσαν σε σεμεδάκια, το έκαναν τατουάζ…
     Κανένας πιο ευάλωτος στη γοητεία, όμως, από το γόη, και ο Μάιος ερωτεύτηκε. Και ερωτεύτηκε τη Λουλουδιά, κορίτσι από σπίτι, με γαλλικά και πιάνο, με μπαμπά, μαμά και λοιπούς συγγενείς, με χρυσές κοτσίδες και ρόδινα μάγουλα, δόντια μαργαριταρένια και μάτια μελιά.
     Αλλά, είπαμε, ερωτιάρης-ερωτιάρης, αλλά και τίμιος, και «να το πάρεις το κορίτσι, να το πάρεις, μην το παιδεύεις» τραγουδούσε η γειτονιά, σε διάφορους τόνους. Και ένα απόγευμα, που ο ήλιος ήταν ιδιαίτερα λαμπρός, ο Μάιος, ντυμένος με το καλό του το κουστούμι, με τα μαλλιά του καλοχτενισμένα και  με μια τεράστια ανθοδέσμη στα χέρια, χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού της Λουλουδιάς.
     Και ο Μάιος, που είχε και λίγο τρακ – να τα λέμε αυτά – , ζήτησε το χέρι της Λουλουδιάς από τον μπαμπά της, αλλά ρώτησε κιόλας – επειδή καλά είναι τα μελιά τα μάτια και τα χρυσά τα μαλλιά, καλά είναι και τα δόντια τα μαργαριταρένια, αλλά και εκείνος δεν ήταν κανένας τυχαίος – τι θα έπαιρνε για προίκα.
     Και ο μπαμπάς της Λουλουδιάς του είπε να μη νομίζει ότι η κόρη του ήταν καμιά ξεβράκωτη, όχι, και τα βρακιά της τα είχε, και τα κομπινεζόν της τα δαντελένια, και πέντε σετ σεντόνια για το νυφικό το κρεβάτι, συν μία κουβέρτα πλεκτή από τα χέρια της γιαγιάκας της, που ήταν άσος στο βελονάκι…
Και ο Μάιος συμφώνησε ότι ναι, καλά ήταν τα βρακιά και τα κομπινεζόν, καλά και τα σεντόνια και η κουβέρτα, αλλά καλό θα ήταν να υπήρχε και ένα σπίτι για να στεγάσουν τον έρωτά τους τα δύο πιτσουνάκια. Και τότε ο μπαμπάς της Λουλουδιάς τον διαβεβαίωσε πως και σπίτι υπήρχε, και μάλιστα παλιό αρχοντικό, αρχοντικό με τα όλα του, δίπατο, με μαρμάρινη σκάλα και ξύλινα πατώματα.
     Και έδωσαν τα χέρια, και ύστερα από λίγο έγινε και ο γάμος. Και οι καλεσμένοι ήταν πολλοί, και οι περισσότεροι έφεραν ποτήρια, λεμονοστίφτες και τοστιέρες, αλλά τον Μάιο δεν τον πολυενδιέφεραν αυτά, αφού είχε δίπλα του τη Λουλουδιά. Και οι δύο νέοι πήγαν να μείνουν στο δίπατο αρχοντικό με τη μαρμάρινη την σκάλα και τα ξύλινα τα πατώματα, και ξεκίνησαν τον έγγαμο βίο τους με τους καλύτερους οιωνούς.
     Όμως, καθώς φαίνεται, την ευτυχία τους κάποιος τη ζήλεψε και τους μάτιασε. Δεν εξηγείται αλλιώς το πώς, σχεδόν αμέσως μετά το γάμο, το αρχοντικό άρχισε να εμφανίζει τα πρώτα προβλήματα. λες και ήταν το πρώτο χαμόσπιτο. Και πότε μάγκωνε η πόρτα και δεν άνοιγε, πότε έπεφτε η ασφάλεια και έπρεπε να κατέβουν στο υπόγειο να την ανεβάσουν, πότε έπεφτε κάποιος σοβάς…
     Και, σαν να μην έφτανε αυτό, ξαφνικά το αρχοντικό πλημμύρισε. Κάποιος σωλήνας στο μπάνιο έσπασε και τα νερά ξεχύθηκαν σε όλο το σπίτι. Η Λουλουδιά είδε με τρόμο να πλημμυρίζουν τα ξύλινα πατώματα και δεν ήξερε τι να κάνει… Και, βέβαια, η πρώτη της σκέψη ήταν να ζητήσει την παρέμβαση του άντρα της, ε, τι στο καλό, άντρας ήταν, δεν ήταν μόνο κοιλιακοί, οι άντρες είναι καλοί σε αυτά. Και ο Μάιος πήρε κάτι εργαλεία που είχε και μπήκε στο μπάνιο, αλλά ύστερα από λίγο τα νερά που έβγαιναν από εκεί ήταν περισσότερα, καθώς είχε σπάσει άλλος ένας σωλήνας…
     Δεν υπήρχε άλλη λύση, από το να φωνάξουν υδραυλικό. Έλα, όμως, που δεν βρήκαν κανέναν διαθέσιμο. Και δωσ’του να τρέχουν τα νερά και να πλημμυρίζει το σύμπαν, και δωσ'του να βρέχονται τα ξύλινα πατώματα, και να δούμε τώρα κι αυτά πώς θα φτιαχτούνε…
     Αλλά, σαν να μου φαίνεται ότι βρέθηκε τελικά υδραυλικός για το δίπατο αρχοντικό. Τα νερά σταμάτησαν, οι δρόμοι άρχισαν να στεγνώνουν. Εκτός κι αν ο υδραυλικός ήταν κανένας κομπογιαννίτης, οπότε να περιμένουμε κι άλλη βροχή… 

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Γαϊδουρινό πείσμα


     Ε, λοιπόν, είναι αλήθεια: η Πίπη πήγε εκδρομή. Και πήγε εκδρομή σε ένα νησί με θάλασσα τυρκουάζ και όμορφες παραλίες. Αλλά μη νομίζετε ότι η Πίπη πήγε στο νησί για να αράξει. Το αντίθετο, μάλιστα. Όλη την ώρα γυρνούσε, και τα μάτια της σάρωναν τον ορίζοντα για φωτογραφικά θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της Μίνας της Σιβυλλικής, η οποία τη συνόδευε στην εκδρομή.
     Και πήγε η Πίπη και σε ένα άλλο νησάκι, μικρό, τοσοδούλι, αλλά και νοικοκυρεμένο. Και βάλθηκε να το εξερευνήσει, παρέα με τη Μίνα τη Σιβυλλική. Και άρχισαν οι δυο τους να ανηφορίζουν από το λιμάνι, και όλο ανηφόριζαν, και τα δάχτυλα της Πίπης κάθε τρεις και λίγο πρήζονταν από τη ζέστη και γίνονταν σαν λουκάνικα Φρανκφούρτης, και της Πίπης της άνοιγε η όρεξη...
     Και έφτασαν σε ένα μέρος που ήταν αρκετά ψηλά, και εκεί η Πίπη άκουσε ένα πουλί που είχε μια περίεργη φωνή, αλλά τι πουλί ήταν αυτό μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω. Και ούτε η Πίπη το ήξερε, και γι'αυτό προσπάθησε να ηχογραφήσει το πουλί με το κινητό της, χωρίς επιτυχία όμως, αφού η φωνή του πουλιού καταγράφηκε πολύ αχνά...
     Όση ώρα η Πίπη ηχογραφούσε, η Μίνα προχωρούσε. Έτσι η Μίνα απομακρύνθηκε αρκετά από την Πίπη και όταν η Πίπη το πήρε είδηση, άρχισε να ανηφορίζει και πάλι, με μεγάλους διασκελισμούς. Όμως, τότε η Πίπη άκουσε μία φωνή.
     - Γεια σου, της είπε εκείνος.
     - Γεια σου και εσένα, του απάντησε η Πίπη.
     - Πώς σε λένε; τη ρώτησε.
     - Πίπη, είπε η Πίπη, εσένα πώς σε λένε;
     - Δεν έχει και τόση σημασία, της απάντησε. Μόνη σου είσαι;
     - Όχι, απάντησε η Πίπη, είμαι μαζί με μία φίλη μου.
     - Α...
     - Εσύ, μόνος σου είσαι;
     - Ε, σε γενικές γραμμές, ναι... Είναι βέβαια και όλες αυτές οι μύγες, αλλά είναι πολύ κουτσομπόλες και δεν τις αντέχω... το κεφάλι μου βουίζει από τα κουτσομπολιά τους.
     Η Πίπη πρόσεξε ότι πράγματι, υπήρχαν πολλές μύγες γραπωμένες επάνω του.
     - Δεν κάθεσαι να μου κάνεις λίγη παρέα; τη ρώτησε.
     - Πρέπει να προλάβω τη φίλη μου, απάντησε η Πίπη.
     - Μην ανησυχείς για τη φίλη σου, της είπε, έτσι κι αλλιώς δεν θα προχωρήσει πολύ ακόμη. Και σίγουρα θα μας συναντήσει στην επιστροφή.
     - Ναι, αλλά δεν είναι σωστό να την αφήσω μόνη της στην ερημιά, είπε η Πίπη.
     - Έχεις φέισμπουκ; τη ρώτησε.
     - Έχω, απάντησε η Πίπη.
     - Θέλεις να γίνουμε φίλοι; τη ρώτησε. Θα με βρεις ως "Gaidaros", το πρώτο γράμμα κεφαλαίο, Έχω για προφίλ μία φωτογραφία μου, όπου τρώω ένα καρότο. Πού πας;
     - Δε σου είπα; είπε η Πίπη, πάω να βρω τη φίλη μου.
     - Γύρνα πίσω! της φώναξε.
     Αλλά εκείνη είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται.
     - Πού πας; της φώναξε εκείνος. Μόνο μου θα με αφήσεις;
     Κανένας δεν του απάντησε. Η Πίπη είχε κιόλας εξαφανιστεί στην επόμενη στροφή του δρόμου.
     - Ας βγάλουμε και καμιά φωτογραφία, είπε η Πίπη στη Μίνα όταν την πρόλαβε.
     Και οι δυο τους άρχισαν να βγάζουν φωτογραφίες.
     Και αφού έβγαλαν αρκετές φωτογραφίες, οι δύο φίλες άρχισαν να κατηφορίζουν. Και έφτασαν και πάλι στο σημείο όπου βρισκόταν εκείνος.
     - Θα σου γνωρίσω έναν φίλο, είπε η Πίπη στη Μίνα. Ε, εσύ! του φώναξε όταν τον είδε.
     Αλλά εκείνος ούτε που γύρισε να την κοιτάξει.
     - Επέστρεψα! είπε η Πίπη. Έφερα και τη φίλη μου να σου τη συστήσω.
     Τσιμουδιά εκείνος.
     - Ξέρεις, συνέχισε η Πίπη, θα πρέπει να φύγω από το νησί σε λίγη ώρα, ήρθε η ώρα να σε αποχαιρετήσω.
     Αλλά εκείνος της έριξε μόνο μία πολύ λοξή, ενοχλημένη ματιά και η Πίπη κατάλαβε πως της κρατούσε μούτρα.
     - Δε θα μου πεις, λοιπόν, ούτε ένα "γεια"; είπε η Πίπη.
     Αλλά εκείνος δεν κούνησε ούτε βλέφαρο. Η Πίπη έβλεπε την ώρα να περνάει, έπρεπε να φύγει.
     - Τελευταία του ευκαιρία, σκέφτηκε. Φεύγω τώρα, του είπε.
     Αλλά εκείνος παρέμενε στη θέση του, και μάλιστα μασούσε και ένα χορτάρι. Ήταν σαφές: δεν ήθελε να της μιλήσει.
     - Παλιογάιδαρε! είπε η Πίπη καθώς κατηφόριζε προς το λιμάνι.
     Και τάχυνε το βήμα της για να προλάβει το πλοίο της επιστροφής.