Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Θέμα γραναζιού


     Στο σπίτι του γερο-Χρόνου κάθε μέρα είναι γιορτή. Βλέπετε, ο γερο-Χρόνος κατοικεί μαζί με τις τέσσερεις γυναίκες του, τις Εποχές, με όλα του τα παιδιά, τους Μήνες, και με όλα του τα εγγόνια, τις Μέρες. Ευτυχώς που το σπίτι του είναι τεράστιο, με πολλούς ορόφους και αμέτρητα δωμάτια, αλλιώς δε θα χωρούσαν τόσοι νοματαίοι...
     Στο σπίτι του γερο-Χρόνου υπάρχει και ένα ξεχωριστό δωμάτιο. Είναι ένα τεράστιο δωμάτιο, γεμάτο ρολόγια. Για να μπεις μέσα σε αυτό το δωμάτιο πρέπει να φορέσεις ωτασπίδες, αλλιώς σε ξεκουφαίνουν τα δεκάδες τικ-τακ. Επειδή τα ρολόγια είναι πολύ ευαίσθητα, κανείς δεν μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με τα ρολόγια, μόνο η καθαρίστρια μπαίνει κάθε μέρα και τα ξεσκονίζει. Η καθαρίστρια δε φοράει ωτασπίδες. Δεν της χρειάζονται, αφού είναι κουφή.
     Κανένα ρολόι δεν είναι ίδιο με τα υπόλοιπα και όλα έγιναν ύστερα από ειδική παραγγελία. Ο γερο-Χρόνος παράγγελνε ένα ρολόι κάθε φορά που αποκτούσε μία εγγονούλα, και γι'αυτό όλα τα ρολόγια είναι σημαντικά γι'αυτόν.
     Σήμερα, όμως, ξημέρωσε μια δύσκολη μέρα για το σπίτι του γερο-Χρόνου. Και ενώ όλα ήταν έτοιμα για τη γιορτή της 15ης Ιανουαρίου, τίποτα δεν πήγαινε όπως θα έπρεπε. Τα μπαλόνια για το πάρτυ ξεφούσκωναν αμέσως, η σαντιγύ για την τούρτα νερούλιαζε, τα αναψυκτικά στο ψυγείο αντί να παγώνουν έβραζαν, το φόρεμα της 15ης Ιανουαρίου ξηλώθηκε, τα μαλλιά της δεν έστρωναν...
     Η 15η Ιανουαρίου έβαλε τα κλάματα. Το πάρτυ της θα τιναζόταν στον αέρα. Τι θα έτρωγαν οι καλεσμένοι; Τι θα έπιναν; Πώς θα την έβλεπαν σε αυτά τα χάλια;
     - Παππού! φώναξε. Κοίτα πώς είναι το φόρεμά μου! Πώς θα κάνουμε τη γιορτή μου σήμερα;
     - Κύριε, είπε μία μαγείρισσα που εκείνη την ώρα είχε μπει στο δωμάτιο, η μαγιονέζα έκοψε. Είναι η δέκατη που μου κόβει σήμερα!
     - Κύριε, είπε και μια υπηρέτρια, μόλις έσπασαν όλα τα γλυπτά από πάγο, το πάτωμα του σαλονιού γέμισε παγάκια! Πρώτη φορά συμβαίνει αυτό!
     - Περίεργα πράγματα! είπε ο γερο-Χρόνος και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, που έτριξε απειλητικά. Τι να συμβαίνει, άραγε;
     Στηριζόμενος στο μπαστούνι του με την ασημένια λαβή, ο γερο-Χρόνος πήγε μέχρι τον τοίχο που βρισκόταν το ημερολόγιο. Αυτό που είδε εκεί, δεν του άρεσε καθόλου.
     - Μα, η ημερομηνία δεν είναι σωστή, είπε, εδώ δείχνει 14 Ιανουαρίου!
     Ο γερο-Χρόνος έπιασε το χαρτάκι που έγραφε 14 Ιανουαρίου και το έσκισε. Μα, μόλις το έσκισε, το χαρτάκι πέταξε από το χέρι του και ξανακόλλησε επάνω στο ημερολόγιο!
     - Μυστήρια πράγματα! είπε ο γερο-Χρόνος.
     Και ξανάσκισε το χαρτάκι. Και εκείνο ξαναπέταξε πίσω στη θέση του. Από το σαλόνι ακούστηκαν τα γοερά κλάματα της 15ης Ιανουαρίου, που έβλεπε το πάτωμα γεμάτο παγάκια.
      - Κύριε, είπε και μια υπηρέτρια, που έμοιαζε να είχε δει φάντασμα, τα λουλούδια από τα βάζα πέταξαν και γύρισαν στο θερμοκήπιο!
     Και τότε ο γερο-Χρόνος κατάλαβε.
     - Φωνάξτε το ρολογά! είπε.
     Και ο ρολογάς ήρθε, κρατώντας ένα βαλιτσάκι με τα σύνεργά του.
     - Ένα ρολόι έχει σταματήσει, του είπε ο γερο-Χρόνος. Πρέπει να το βρεις και να το φτιάξεις, αλλιώς δε θα έρθει ποτέ η επόμενη μέρα.
     - Μην ανησυχείτε, κύριε, είπε ο ρολογάς, και δεν υπάρχει ρολόι που να μην μπορώ να επισκευάσω.
     Από μέσα ακούγονταν τα κλάματα της 15ης Ιανουαρίου, που σίγουρα θα είχε ανακαλύψει κάποια καινούργια καταστροφή.
     - Μόνο βιάσου, σε παρακαλώ, αυτή η εγγονή μου είναι πολύ κλαψιάρα και δεν την αντέχω.
     Ο γερο-Χρόνος οδήγησε το ρολογά έξω από το δωμάτιο με τα ρολόγια και του έδωσε δύο ωτασπίδες.
     - Θα τις χρειαστείς, του είπε.
     Ο ρολογάς φόρεσε τις ωτασπίδες και μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Έμεινε έκθαμβος από το πλήθος και την ομορφιά αυτών των ρολογιών, που ήταν στολισμένα με κάθε λογής παραστάσεις.
     - Ποιο είναι το χαλασμένο ρολόι; είπε δυνατά, αφού δεν άκουγε με τις ωτασπίδες.
     - Δε θυμάμαι ποιο απ'όλα, είπε με νοήματα ο γερο-Χρόνος. Βλέπεις, είναι πάρα πολύς καιρός που τα αγόρασα.
     Και ο ρολογάς βάλθηκε να ψάχνει το χαλασμένο ρολόι ανάμεσα σε όλα εκείνα τα θαυμάσια ρολόγια και κάθε τρεις και λίγο ξεχνούσε τον σκοπό του και απόμενε να θαυμάζει...
     - Αργείς ακόμα; του είπε ο γερο-Χρόνος ύστερα από λίγο. Η εγγονή μου κοντεύει να πάθει υστερία...
     - Είναι δύσκολο να το εντοπίσω χωρίς να ακούω, είπε και ο ρολογάς και συνέχισε το ψάξιμο.
     Και ύστερα από αρκετό ψάξιμο και πολύ περισσότερο χάζεμα, ο ρολογάς το εντόπισε το χαλασμένο ρολόι. Ήταν ένα ρολόι με χρυσό περίβλημα, και μια παράσταση χιονισμένου τοπίου επάνω. Μόνο που οι νιφάδες του χιονιού είχαν σταματήσει να πέφτουν.
     - Αυτό είναι! είπε ο ρολογάς και ξεκρέμασε το ρολόι από τον τοίχο.
     Και το άνοιξε, και φόρεσε στο μάτι του το μεγεθυντικό του φακό, και άρχισε να βγάζει ένα-ένα τα γραναζάκια και τα ελατήρια του ρολογιού. Και ανακάλυψε ότι ένα μικρό, τόσο δα, γραναζάκι, είχε χάσει μερικά δοντάκια.
     - Πού τα έχασες τα δόντια σου; ρώτησε ο ρολογάς το γραναζάκι.
     Εκείνο κατέβασε το κεφάλι του και ντροπιασμένο ομολόγησε ότι έτρωγε πολλά γλυκά και δεν έπλενε τα δόντια του πριν πάει για ύπνο.
     - Δεν το ξέρεις ότι αυτός είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να χάσεις τα δόντια σου; του είπε ο ρολογάς και έβαλε στο γραναζάκι μέσα στο κουτί με τα άρρωστα γρανάζια.
     Ύστερα έβγαλε από την τσάντα του ένα άλλο γρανάζι.
     - Ποια είναι η πρώτη φροντίδα το πρωί και η τελευταία το βράδυ; το ρώτησε.
     - Το πλύσιμο των δοντιών! είπε δυνατά το γρανάζι και χαμογέλασε, δείχνοντας όλα τα δόντια του.
     - Κοίτα να με βγάλεις ασπροπρόσωπο, είπε ο ρολογάς και τοποθέτησε το γρανάζι στη θέση του φαφούτικου.
     Ύστερα, ξαναέβαλε, ένα-ένα, όλα τα γρανάζια και τα ελατήρια που είχε το ρολόι, το έκλεισε και το κούρδισε. Και οι νιφάδες του χιονιού άρχισαν να πέφτουν στο χιονισμένο τοπίο και ήταν μια μαγεία!
     Ο ρολογάς κρέμασε το ρολόι πίσω στη θέση του και βγήκε από το δωμάτιο των ρολογιών.
     - Κουράστηκα, αλλά τα κατάφερα, είπε στο γερο-Χρόνο.
     - Για να δούμε, είπε και ο γερο-Χρόνος και πήγε στο ημερολόγιο.
     Και προς μεγάλη του χαρά, το ημερολόγιο έδειχνε 15 Ιανουαρίου.
     - Επιτέλους! είπε.
     Ο γερο-Χρόνος τέντωσε το αυτί του να ακούσει. Ησυχία! Το σπίτι είχε επιστρέψει στην ομαλότητα.
     - Παππού! ακούστηκε η φωνή της 15ης Ιανουαρίου και ο γερο-Χρόνος τινάχτηκε ανήσυχος.
     - Τι τρέχει πάλι; είπε.
     - Πώς σου φαίνεται το φόρεμά μου; ρώτησε η εγγονή του. Δεν είναι πολύ ωραίο;
     - Ωραίο είναι.
     - Και τα μαλλιά μου πώς σου φαίνονται;
     - Ωραία.
     - Όλα είναι έτοιμα, παππού. Και το σαλόνι είναι πολύ όμορφα στολισμένο, με πολύχρωμα μπαλόνια και με γλυπτά από πάγο, και τα βάζα είναι γεμάτα με λουλούδια. Και τα φαγητά είναι όλα πεντανόστιμα, αν πεις, δε, για την τούρτα...υπέροχη! Μα, εσύ, παππού, ακόμα δεν ντύθηκες, πώς θα υποδεχτούμε τους καλεσμένους; Βιάσου, όπου να'ναι έρχονται!
     Και ο γερο-Χρόνος ξανασηκώθηκε από την πολυθρόνα του και βιάστηκε να πάει να αλλάξει, αλλιώς ποιος την ακούει την γκρινιάρα τη 15η Ιανουαρίου;

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Της τύχης και των κυκλωμάτων


    Το πώς ήρθαν οι γιορτές, ούτε που το κατάλαβε η Πίπη. Πολλά τα τρεχάματα στη δουλειά, είχε πέσει και είχε χτυπήσει και ο Κλαδευτηροχέρης και έμεινε στο κρεβάτι πάνω από μήνα, στο τσακ πρόλαβε πάλι να στολίσει το Χριστουγεννιάτικο δέντρο της. Παραμονή Χριστουγέννων το βράδυ, και εκείνη συναρμολογούσε, και κρεμούσε φωτάκια και στολίδια... 
     Τουλάχιστον, πρόλαβε να αγοράσει και δύο καινούργια στολίδια για το δέντρο της, τελευταία στιγμή και αυτό. Βλέπετε, από όταν μετακόμισε στη Χώρα του διαμερίσματος και άρχισε να στολίζει το δικό της δέντρο, είχε αποφασίσει ότι κάθε χρόνο θα αγόραζε ένα-δυο καινούργια στολίδια, ούτως ώστε κανένα δέντρο να μην είναι ακριβώς ίδιο με εκείνο της προηγούμενης χρονιάς. Και ενώ στην αρχή το δέντρο της είχε ελάχιστα στολίδια (κάτι που συμπλήρωνε με φιόγκους ή γλειφιτζούρια), σιγά-σιγά άρχισε να γεμίζει και τώρα έχει τόσα που δεν ξέρει πια πού να τα πρωτοκρεμάσει...
     Και ήρθε η σημερινή μέρα, η μέρα του ξεστολίσματος, και αυτή πάντα είναι μια δύσκολη μέρα για την Πίπη, επειδή το έχει συνηθίσει πια το δέντρο και δε θέλει να το ξεστολίσει... Αλλά, επειδή είναι λογικός άνθρωπος η Πίπη, ξέρει ότι το ξεστόλισμα δεν μπορεί να το αποφύγει. Και έτσι, ξεκίνησε να ξεστολίζει.
     Πήρε, λοιπόν, το κουτί όπου βάζει τα στολίδια και πήγε κοντά στο δέντρο, για να αρχίσει το ξεστόλισμα. Και εκεί που ανοίγει το κουτί και αρχίζει να βγάζει τα χαρτιά με τα οποία τυλίγει τα στολίδια, τι βλέπει; Ότι μέσα στο κουτί υπήρχαν κι άλλα τρία στολίδια! Τρία στολίδια που είχαν μείνει τυλιγμένα μέσα στα χαρτιά, και συγκεκριμένα, ένας Άγιος Βασίλης, ένας χιονάνθρωπος και ένα αγγελάκι.
     - Πώς τα ξέχασα αυτά; αναρωτήθηκε η Πίπη.
     Αλλά σκέφτηκε ότι δε θα τα πρόσεξε, μέσα στη βιασύνη της να στολίσει το δέντρο τελευταία στιγμή, και η απορία της λύθηκε.
     - Γιατί δε μου φωνάξατε όταν είδατε ότι σας ξέχασα; τα ρώτησε.
     - Φυσικά και φώναξα, είπε ο Άγιος Βασίλης. Φώναζα συνέχεια "Χο-χο-χο!", αλλά πόνεσε ο λαιμός μου και στο τέλος σταμάτησα να φωνάζω.
     - Εγώ προσπάθησα να βγω από το κουτί, είπε ο χιονάνθρωπος, αλλά το είχες κλείσει καλά και δεν μπορούσα.
     Το αγγελάκι δεν είπε τίποτα. Ήταν πολύ ντροπαλό.
     - Και καλά εγώ, είπε η Πίπη και στράφηκε προς τα στολίδια που κρέμονταν από το δέντρο, εγώ δεν τα είδα, εσείς δεν μπορούσατε να πείτε τίποτα;
     - Εγώ δεν κατάλαβα τίποτα, είπε ένας άλλος χιονάνθρωπος, που φορούσε ένα μαύρο καπέλο, αλλά το καπέλο το είχε κατεβάσει τόσο χαμηλά, που η Πίπη δεν μπορούσε να δει αν έλεγε αλήθεια ή ψέματα.
     - Ούτε εγώ το κατάλαβα, είπε ένας άλλος χιονάνθρωπος, με σκουφί και κασκόλ, και τα μάγουλά του κοκκίνησαν ελαφρά...
     - Εγώ δεν έβλεπα τίποτα από εδώ ψηλά, είπε ένα αγγελάκι με φουσκωτά μάγουλα.
     Τα μάγουλά του δεν κοκκίνησαν, αλλά της Πίπης της φάνηκε ότι το στεφανάκι του χοροπήδησε λίγο...
     - Τι βεντετισμοί είναι αυτοί; είπε η Πίπη. Δε σας έχω πει ότι θα πρέπει να είστε όλα αγαπημένα; Τόσο πολύ θα σας πείραζε να έβαζα και αυτά τα τρία στολίδια στο δέντρο;
     - Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, είπε ένας Άγιος Βασίλης με κόκκινα μάγουλα και φουσκωτή κοιλιά. Εμείς έχουμε πάντα την αγκαλιά μας ανοιχτή.
     - Ναι, σας θυμάμαι και από πέρυσι, είπε η Πίπη. Ένα ινδικό στολίδι έφερα και σχεδόν κάνατε επανάσταση!
     - Όκι, όκι, είπε το ινδικό στολίδι, όλα τα παιντιά εντώ με ποροσέκουν, είναι πολύ καλά παιντιά.
     Ένας τάρανδος εκεί παραδίπλα φάνηκε να μαζεύει τα πίσω πόδια του...
     - Είναι αλήθεια, είπε ο τάρανδος, τον προσέχουμε, και μάλιστα πολύ!
     - Θα έπρεπε να ντρέπεστε! είπε η Πίπη και άρχισε να ξεστολίζει το δέντρο.
     - Μα γιατί το λες αυτό; είπε ένα αστεράκι, αλλά η Πίπη δεν απάντησε.
     Και το ξεστόλισμα ξεκίνησε. Ένα-ένα, τα στολίδια ξεκρεμάστηκαν και ξαναμπήκαν στο κουτί. Μαζεύτηκαν και τα φωτάκια, αποσυναρμολογήθηκε και το δέντρο, όλα έτοιμα για την αποθήκη. 
     Αλλά η Πίπη ακόμα αισθανόταν ένοχη, που ξέχασε τα τρία αυτά στολίδια, και που τώρα θα περιμένουν έναν χρόνο για να ξαναστολίσουν το δέντρο.
     - Τι να κάνω για να εξιλεωθώ; αναρωτήθηκε η Πίπη.
     Και αποφάσισε να αφιερώσει στα τρία παραπεταμένα στολίδια την πρώτη ανάρτηση της νέας χρονιάς. 
     - Θα γράψω μια ανάρτηση για εσάς, τους είπε. 
     Και τότε ακούστηκε ένα κρακ! και η Πίπη άνοιξε το κουτί με τα στολίδια. Και είδε ότι μία γριά μπάλα είχε σπάσει. Να έσκασε από το κακό της; Να έφαγε καμιά γερή κλωτσιά, μέσα στο κουτί;
     - Όταν λέω εγώ ότι είστε κομπλεξικά... μονολογούσε η Πίπη, καθώς μάζευε τα κομμάτια της σπασμένης μπάλας.
     Και το μόνο σίγουρο είναι ότι του χρόνου η Πίπη θα έχει ένα στολίδι λιγότερο.