Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Όπου κι αν είναι


     Υπάρχουν σχολεία μοντέρνα, μεγάλα, με ευρύχωρες, φωτεινές αίθουσες, με εργαστήρια, με αίθουσες εκδηλώσεων, με γήπεδα βόλεϊ και μπάσκετ. Υπάρχουν σχολεία μικρά, παλιά, στριμωγμένα ανάμεσα από πολυκατοικίες, με μικρά προαύλια, με σπασμένα τζάμια στα παράθυρα και χωρίς καλοριφέρ. Υπάρχουν σχολεία διώροφα, υπάρχουν σχολεία ισόγεια, υπάρχουν σχολεία με κεραμίδια και σχολεία χωρίς. Και κάποια στέκονται αγέρωχα και καμαρωτά, ενώ κάποια άλλα καμπουριάζουν και σκύβουν το κεφάλι.
     Και όταν περνάς μπροστά από ένα σχολείο, στο νου σου έρχονται χαρούμενες φωνές, και κυνηγητά. Και σκέφτεσαι πόσα παιδιά τάχα να έχουν περάσει από τις αίθουσές του, και με τι όνειρα διάβαιναν το κατώφλι του. Και αναρωτιέσαι πόσα από εκείνα τα παιδιά εκπλήρωσαν τα όνειρά τους, και πόσα τα απογοήτευσε η ζωή. Και θλίβεσαι για εκείνα που απογοητεύτηκαν, και χαίρεσαι για εκείνα που δεν το έβαλαν κάτω, αλλά προχώρησαν.
     Και είναι και κάποια σχολεία, που κρύβονται ντροπαλά εκεί που ούτε το φαντάζεσαι. Και περνάς από μπροστά τους, και ούτε που μπορείς να φανταστείς ότι εκεί, πίσω από τα κλειστά με ξύλινα πατζούρια παράθυρα, κάποτε μορφώνονταν παιδιά. Πώς να φανταστείς ότι αυτά τα σκουριασμένα κάγκελα κάποτε αγκάλιαζαν προστατευτικά παιδικά κορμάκια; Και μήπως μπορείς να φανταστείς ότι εκεί, στο βάθος, πέρα-πέρα, στο μέρος που τώρα κρύβεται από γλάστρες με φυτά, σε εκείνο το κρυμμένο σήμερα μέρος, βρισκόταν κάποτε "το μέρος";
     Κι όμως, έτσι ήταν. Εκεί πίσω βρισκόταν "το μέρος", που ήταν ημιυπαίθριες, τούρκικες τουαλέτες. Ναι, εκεί ήταν. Και απ'έξω από τις τουαλέτες, παιδιά με μπλε ποδιές, με άσπρα γιακαδάκια και άσπρες κορδέλες στα μαλλιά, έπαιζαν σκοινάκι και κουτσό. Και επάνω σε εκείνο το τσιμέντο που κάλυπτε την πίσω αυλή, τα παιδιά με τις μπλε ποδιές έκαναν κατακόρυφο χωρίς φόβο μήπως χτυπήσουν, τα ίδια παιδιά που, χρόνια αργότερα θα γέμιζαν τα παιδιά τους προστατευτικά μαξιλάρια.
     Ναι, τίποτα δε θυμίζει το παρελθόν, αλλά το παρελθόν βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται στον στενό, ήσυχο δρόμο, που τότε αποτελούσε το προαύλιο, και που αντηχούσε από τις φωνές των παιδιών, που έπαιζαν παιχνίδια, πάντα ομαδικά, σε μια εποχή που τα ομαδικά παιχνίδια ήταν η πρώτη επιλογή, καθώς ήταν και τα πιο διασκεδαστικά. Να και η φθαρμένη σκάλα, που οδηγεί στο υπερυψωμένο ισόγειο, εκεί που έκαναν μάθημα η τρίτη και η τετάρτη. Πόσο μικρή φαντάζει σήμερα! Κι όμως, αυτή η τόσο μικρή σκαλίτσα ήταν ικανή να "στεγάσει" τέσσερα-πέντε παιδιά, που κρύβονταν εκεί προσπαθώντας να δουν κάτω από τη φούστα εκείνης της ηλικιωμένης, αυστηρής δασκάλας με τα γυαλιά. Και ούτε που τους είχε περάσει από το μυαλό να κάνουν το ίδιο στη δική τους τη δασκάλα...
     Να και η κατηφόρα, ναι, αυτή η μικρή κατηφόρα, που φαίνεται στα δεξιά. Δε φαινόταν και τόσο μικρή τότε, το αντίθετο μάλιστα. Πόσες φορές τα παιδιά έπαιρναν φόρα στην κορυφή της κατηφόρας και έτρεχαν προς τα κάτω με ορμή, με τα χέρια ανοιχτά, ελπίζοντας πως, αν έτρεχαν λίγο πιο γρήγορα, ίσως και να πετούσαν! Εκεί, στη βάση της κατηφόρας, βρισκόταν και το "μαγαζάκι", από όπου ψώνιζαν τα παιδιά κάτι χωνάκια με ροζ ζάχαρη, που έμοιαζαν με παγωτά. Και τα περισσότερα παιδιά είχαν μαζί τους πτυσσόμενα, πλαστικά ποτηράκια, για να πίνουν νερό από την βρύση, αν και η συγκεκριμένη γενιά ήξερε πολύ καλά να πίνει νερό και από το λάστιχο...
     Αλλά όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να τα φανταστεί, βλέποντας αυτό το διώροφο σπίτι. Και όλοι το προσπερνούν αδιάφορα, και ίσως πολλοί θα προτιμούσαν να γκρεμιστεί, και να χτιστεί στη θέση του ένα σύγχρονο σπίτι με μεγάλα μπαλκόνια, με κήπο και υπόγειο γκαράζ.
     Κι όμως, αυτοί που ξέρουν και αυτοί που το θυμούνται, πάντα το χαϊδεύουν νοσταλγικά με το βλέμμα τους. Επειδή, το πιο σίγουρο πράγμα στον κόσμο είναι ότι το σχολείο δεν είναι μόνο τοίχοι, και αίθουσες, και αυλές. Το σχολείο είναι, πάνω απ'όλα, ψυχές. Ψυχές που ανοιγοκλείνουν τα φτεράκια τους, ανυπομονώντας να πετάξουν. Ψυχές που χρειάζονται δυνατά φτερά, αλλά και λίγο αεράκι κάτω από αυτά. Κι ας γίνονται όλα αυτά σε ένα απλό, ταπεινό διώροφο.    


Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Βαρύ το τίμημα

  
     - Ε, τι σπρώχνεις; ρώτησε ο πιο μικρόσωμος.
     - Δεν σπρώχνω, αλλά πήγαινε πιο πέρα, δεν βλέπεις ότι δε χωράμε; του απάντησε ο άλλος.
     - Πώς δε χωράμε, τόσο χώρο έχετε από εκεί, επέμεινε αυτός.
     - Βρε, δεν καταλαβαίνεις τι σου λένε; Δε χωράμε.
     - Είπα μην σπρώχνεις!
     - Δεν σπρώχνω.
     - Σπρώχνεις!
     - Δεν σπρώχνω.
     - Σπρώχνεις!
     - Ε, ναι, λοιπόν, σπρώχνω, αφού δεν καταλαβαίνεις! Κάτσε στη μεριά σου, τόσο χώρο έχεις από εκεί!
     - Δε με βολεύει από εδώ, γιατί δεν έρχεστε εσείς;
     - Εμάς η θέση μας είναι από εδώ, είπαν με ένα στόμα και οι υπόλοιποι τρεις, από το μεγαλύτερο μέχρι το μικρότερο, δε θέλουμε να αλλάξουμε. Να κάτσεις εκεί που είσαι!
     - Έτσι λένε όλοι οι βολεμένοι, είπε προκλητικά.
     - Ποιον είπες βολεμένο, βρε αλήτη; Έχε χάρη που είσαι μια χαψιά και φοβάμαι μη σε ισοπεδώσω, αλλιώς θα σου'λεγα...
     - Αφήστε τον, βρε παιδιά, δεν βλέπετε ότι πάει γυρεύοντας για καυγά;
     - Ποιον θα ισοπεδώσεις, βρε καραγκιόζη;
     - Έλα, τώρα, σταμάτα, εντάξει, το έκανες το κομμάτι σου, γύρνα στη θέση σου και δεν έγινε τίποτα...
     - Μωρέ τι μας λες; Δεν πάω πουθενά, εσείς να πάτε πιο πέρα! Και σταμάτα να με σπρώχνεις, είπα!
     - Δηλαδή, τώρα τι θέλεις; Να μαλώσουμε θέλεις;
     - Τόση ώρα, δηλαδή, τι κάνουμε, δε μαλώνουμε; Χέστη!
     - Ποιον είπες χέστη, ρε; Παρ'το πίσω!
     - Δεν παίρνω πίσω τίποτα!
     - Μαλώνεις, ρε;
     - Τι;
     - Ρωτάω αν μαλώνεις.
     - Ναι, ρε, μαλώνω, γιατί, τι θα μου κάνεις;
     - Τώρα θα δεις τι θα σου κάνω!
     Και προτού ξαναπαντήσει ο άλλος, του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο.
     - Στο πρόσωπο, βρε γελοίε; Στο πρόσωπο; Τώρα θα δεις!
     Και του έδωσε μία κλωτσιά.
     - Σου άρεσε; 
     Αντί απάντησης, ο άλλος του έδωσε μία γροθιά στην κοιλιά. Και το γρονθοκόπημα συνεχίστηκε εκατέρωθεν αρκετή ώρα.
     - Κοίτα τι μου έκανες! άρχισε να διαμαρτύρεται ο πιο μικρόσωμος. Γέμισα καρούμπαλα!
     - Αυτό να το σκεφτόσουν προτού τα βάλεις μαζί μου, μάγκα του γλυκού νερού...
     - Ωχ-ωχ-ωχ! το κεφαλάκι μου, θα χρειαστώ επίδεσμο, να δεις που έπαθα διάσειση...
     - Βάλε επίδεσμο, βάλε βραχιόλι, βάλε τιάρα, αρκεί να μείνεις στη μεριά σου, επιτέλους!
     - Θα πάω όπου μου αρέσει, κι αν θέλεις ξαναχτύπα με, δε σε φοβάμαι!
     - Φαίνεται, το ξύλο που έφαγες δε σου έγινε μάθημα, είπε ο άλλος και τον κοίταξε απειλητικά.
     Αυτές τις κουβέντες άκουσε και η Πίπη και αποφάσισε να επέμβει.
     - Ησυχία και οι δυο σας! είπε.
     - Μα... ξεκίνησε να λέει κάτι ο ένας.
     - Δεν έχει μα, απάντησε η Πίπη. Δεν ντρέπεστε, να παλεύετε σαν τους αλήτες;
     - Αυτός φταίει, είπε ο ένας και έδειξε τον άλλον.
     - Αυτός φταίει, είπε και ο άλλος και έδειξε αυτόν.
     - Σταματήστε, δε θέλω να σας ακούω, είπε η Πίπη. Και για να είμαι σίγουρη ότι δε θα με ξαναενοχλήσετε, θα σας χωρίσω.
     Είπε και έβαλε ένα διαχωριστικό ανάμεσά τους. Δεν το έβαλε, όμως, στον πιο μεγαλόσωμο, το έβαλε στον πιο μικρόσωμο. Κι αυτό, επειδή η Πίπη δεν είναι χαζή. Και ξέρει πολύ καλά, ότι για τον κάλλο στο μικρό της δαχτυλάκι ευθύνεται το ίδιο το μικρό το δαχτυλάκι και κανένας άλλος. 
     - Καλά να πάθεις! είπαν τα υπόλοιπα δάχτυλα στο μικρό το δαχτυλάκι.
     - Δε θα μου φύγει το καρούμπαλο; Θα δείτε! είπε αυτό.
     - Σιωπή! είπε και η Πίπη.
     Επειδή η Πίπη έχει πάντα τον τελευταίο λόγο.