Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Ουράνια γέφυρα

     Ήταν μοιραίο και η πεταλούδα και το λουλούδι αγαπήθηκαν. Και αγαπήθηκαν πολύ, πάρα πολύ, τόσο πολύ που δεν ήξεραν τι να την κάνουν τόση αγάπη μαζεμένη.
     Ο έρωτάς τους γεννήθηκε από την πρώτη στιγμή που αντίκρισαν ο ένας τον άλλον. Εντυπωσιάστηκε το λουλούδι από τα πολύχρωμα, ανάλαφρα φτερά της και από τη χάρη με την οποία χόρευε στον αέρα. Γοητεύτηκε η πεταλούδα από τα όμορφά του πέταλα και από το μεθυστικό του άρωμα. Και έτσι οι δυο τους έγιναν αχώριστοι. Και όλο έσκυβε η πεταλούδα επάνω από το λουλούδι και το φιλούσε τρυφερά, και όλο ανατρίχιαζε το λουλούδι κάθε φορά που τα πέταλά του άγγιζαν την άκρη των φτερών της ή τα μικροσκοπικά της ποδαράκια, και ήταν απόλαυση να τους βλέπεις τους δυο ερωτευμένους.
     Όμως, η πεταλούδα ήταν πιο φευγάτη και αναζητούσε συνέχεια νέες συγκινήσεις. Αναρωτιόταν τι τάχα να βρισκόταν και πιο πέρα, πόσες ομορφιές έκρυβε αυτός ο κόσμος; Κάθε φορά που το ανέφερε αυτό στο λουλούδι, εκείνο αναστέναζε.
     - Τι σημασία έχει τι υπάρχει πιο πέρα, όταν έχουμε ο ένας τον άλλον; τη ρωτούσε.
     - Το λες αυτό επειδή εσύ δεν μπορείς να φύγεις από εκεί που είσαι, του απαντούσε. Αν είχες κι εσύ πόδια και μπορούσες να περπατήσεις, σίγουρα θα σκεφτόσουν διαφορετικά.
     Αυτή η παρατήρηση το πλήγωνε το λουλούδι, αλλά δεν έλεγε τίποτα, αφού κατά βάθος θα ήθελε και εκείνο να μπορεί να περπατάει και να χορεύει αγκαλιά με την αγαπημένη του πεταλούδα. Αλλά και η πεταλούδα το μετάνιωνε που είχε μιλήσει έτσι, και για να απαλύνει τον πόνο του αγαπημένου της τον γέμιζε φιλιά.
     Κάποτε όμως η περιέργεια της πεταλούδας φάνηκε να κερδίζει την αγάπη της για το λουλούδι και έτσι αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι.
     - Πού θα πας; Πού θα με αφήσεις μόνο μου; τη ρώτησε το λουλούδι και σκούπισε τις δροσοσταλίδες που του σκέπαζαν τα πέταλα.
     - Αφού σου είπα, απάντησε εκείνη, θέλω να γνωρίσω τον κόσμο, δεν μπορώ να ζω στην άγνοια.
     - Μη με αφήνεις μόνο, σε παρακαλώ! Αν φύγεις θα με ξεχάσεις και δεν θα ξαναγυρίσεις πίσω.
     - Μα τι κουτό που είσαι! Ποιος σου είπε ότι θα σε ξεχάσω; Ένα σύντομο ταξίδι θα κάνω και θα γυρίσω. Αφού ξέρεις πόσο σε αγαπάω!
     - Και αν φύγεις και πας μακριά, πώς θα γυρίσεις πίσω; Θα χαθείς!
     - Μην ανησυχείς και δεν χάνομαι εγώ! Με δύο τινάγματα των φτερών μου θα είμαι πίσω προτού το καταλάβεις.
     Το λουλούδι κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τρόπος να μεταπείσει την πεταλούδα.
     - Θα μου λείψεις, αγαπημένη μου, της είπε.
     - Και εμένα θα μου λείψεις, του απάντησε, αλλά δεν θα αργήσω, το υπόσχομαι.
     Και το φίλησε σε όλα τα πέταλά του. Ύστερα άνοιξε τα φτερά της και πέταξε ψηλά στον ουρανό.
     Το λουλούδι έμεινε στη θέση του να περιμένει την επιστροφή της αγάπης του. Κάθε μέρα σήκωνε το κεφαλάκι του προς τον ουρανό και κοιτούσε όλο αγωνία, και κάθε βράδυ έγερνε το κεφαλάκι του προς τη γη στενοχωρημένο, αφού η πεταλούδα δεν είχε φανεί. 
     Και η αλήθεια είναι ότι η πεταλούδα περνούσε πολύ ωραία, αφού γνώριζε καινούργιους τόπους και έκανε νέες γνωριμίες, και χωρίς να το θέλει δεν το σκεφτόταν και πολύ το αγαπημένο της λουλούδι. Και σιγά-σιγά, σαν να το ξέχασε. Και όλο και κοίταζε το λουλούδι το πρωί ψηλά στον ουρανό, και όλο και έγερνε το κεφαλάκι του προς τη γη κάθε βράδυ...
     - Με ξέχασε, έλεγε μονάχο του και έκλαιγε σιωπηλά. Πάει η αγάπη μου...
     Όλα τα καλά όμως κάποια στιγμή τελειώνουν, και η πεταλούδα άρχισε να βαριέται. Και εκεί που βαριόταν κατάλαβε ότι κάτι της έλειπε. Και θυμήθηκε το λουλούδι της, το δικό της λουλούδι.
     - Πρέπει να γυρίσω πίσω! είπε και ξεκίνησε.
     Όμως, προς τα πού έπρεπε να πάει; Η απόσταση που είχε διανύσει ήταν πάρα πολύ μεγάλη και δεν μπορούσε να θυμηθεί προς τα πού έπρεπε να πετάξει. Όλοι οι δρόμοι της φαίνονταν ίδιοι, κανένας δεν της θύμιζε τον δρόμο που οδηγούσε προς την αγάπη της. Και τότε, η πεταλούδα ένιωσε τόσο λυπημένη που άρχισε να κλαίει.
     - Την έχασα την αγάπη μου, έλεγε καθώς έκλαιγε. Τι να κάνει τώρα το αγαπημένο μου λουλούδι; Θα ζει ή θα έχει μαραζώσει να με περιμένει; Αχ, τι κακό του έκανα, η άπονη!
     Όμως το κλάμα της πεταλούδας το άκουσε ο αέρας και την λυπήθηκε. Και πήγε μέχρι τον ήλιο και του το είπε. Και εκείνος είπε στον αέρα να μαζέψει τα σύννεφα και να τα στίψει καλά-καλά. Και ο αέρας έτρεξε γύρω-γύρω και μάζεψε όσα σύννεφα βρήκε, και τα έσφιξε μέχρι που άρχισαν να κλαίνε. Και τότε έλαμψε ο ήλιος. Και στον ουρανό εμφανίστηκε μία πολύχρωμη γέφυρα.
     - Τι όμορφη γέφυρα! σκέφτηκε η πεταλούδα. Άραγε πού να οδηγεί;
     Και ξεχνώντας την στενοχώρια της ακολούθησε την πολύχρωμη γέφυρα. Και όσο πετούσε, τόσο η καρδιά της γινόταν πιο ελαφριά, και ύστερα από λίγο ο κόσμος άρχισε να φαντάζει πιο οικείος, και η γέφυρα άρχισε να κατεβαίνει, και μαζί της κατέβαινε και η πεταλούδα, και όλο κατέβαινε, όλο κατέβαινε, και ξαφνικά, στη βάση της γέφυρας φάνηκε το αγαπημένο της λουλούδι, και τώρα η πεταλούδα πετούσε σαν τρελλή από τη χαρά της, και το λουλούδι, που κοιτούσε και εκείνο μαγεμένο την πολύχρωμη γέφυρα, είδε την αγαπημένη του πεταλούδα να πλησιάζει και δεν πίστευε στα μάτια του...
     - Τι χαζή που ήμουν! είπε η πεταλούδα. Αγαπημένο μου λουλούδι, δεν θα σε ξαναφήσω ποτέ!
     Και ο αέρας πήρε τα λόγια της πεταλούδας και τα μετέφερε μέχρι τον ήλιο. Και εκείνος τα άκουσε και χαμογέλασε ευχαριστημένος. Και η πολύχρωμη γέφυρα άρχισε σιγά-σιγά να σβήνει...
     
     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To comment or not to comment? That is the question