Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Τελευταία αποστολή




    Ο αστυνόμος Σάλιβαν πέρασε μέσα από την σπασμένη πόρτα. Πολύ του άρεσε η εξουσία που αποκτούσε με ένα ένταλμα στα χέρια.
     - Τελευταία αποστολή, σκέφτηκε και ευχαρίστησε την τύχη του που είχε απορρίψει εκείνη την ευμενή μετάθεση στο Αρχηγείο.
     Χάρισμά τους και οι προαγωγές και οι μεταθέσεις, τίποτα δε συγκρινόταν με την δράση της πρώτης γραμμής. Κι ας είχε δεχτεί ένα σωρό απειλές, ειδικά τις τελευταίες μέρες.
     - Κανένας εδώ, ακούστηκαν ταυτόχρονα οι φωνές του Ο’Νηλ και του Γουίλσον, που είχαν μπει πρώτοι στο διαμέρισμα.
     Πού να πήγε, άραγε, ο τρομοκράτης; Δευτερόλεπτα νωρίτερα ακούγονταν ομιλίες. Δεν μπορεί, κάπου θα κρύφτηκε.
     - Ψάξτε παντού! φώναξε ο αστυνόμος. Μην αφήσετε τίποτα άψαχτο.
     Η μύτη του δεν τον γελούσε. Κάποιος είχε καπνίσει εκεί μέσα. Ένα τασάκι βρισκόταν στο τραπεζάκι του σαλονιού.  Δεν υπήρχε ούτε στάχτη.
     - Ψάξτε για DNA! φώναξε ξανά. Μαζέψτε αποτσίγαρα, οδοντόβουρτσες, άπλυτα ποτήρια, άπλυτα εσώρουχα, ό,τι βρείτε!
     Από όλα τα δωμάτια ακουγόταν θόρυβος.
     - Πού κρύβεσαι, καθίκι; μονολόγησε ο αστυνόμος.
     - Κύριε αστυνόμε, δεν υπάρχει κανείς, είπε ο Τζέφερσον.
     - Κύριε αστυνόμε, είπε και ο Γουίλσον, είναι λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
     - Δεν μπορεί, είπε ο αστυνόμος, η Σκότλαντ Γυάρντ δεν κάνει λάθη! Και, μην ξεχνάμε, πρόκειται για έναν ιδιαίτερα ευφυή εγκληματία. Τι είναι αυτός ο ήχος; ρώτησε ξαφνικά.
     Όλοι έμειναν ακίνητοι. Από το βάθος ακουγόταν ένας ρυθμικός ήχος.
     - Από την κουζίνα έρχεται, είπε ο Γουίλσον.
     Έτρεξαν στην κουζίνα.
     Κανείς.
     - Η βρύση είναι, είπε ο Ο’Νηλ.
     Στον νεροχύτη υπήρχε μια λεκάνη με νερό, που γέμιζε σιγά-σιγά, καθώς το νερό έσταζε από την βρύση. Ένα κουταλάκι ήταν μισό μέσα στη λεκάνη, μισό έξω, και τραμπαλιζόταν στο ρυθμό που έδιναν οι στάλες του νερού.
     Ο Τζέφερσον προσπάθησε να κλείσει την βρύση. Μάταιος κόπος.
     - Κάτι μας διαφεύγει, είπε ο αστυνόμος. Δεν μπορεί να μην υπάρχει ούτε ένα στοιχείο!
     - Μήπως κάποιος από τους άλλους ενοίκους άκουσε κάτι; ρώτησε δειλά ο νεότερος της ομάδας, ο δόκιμος Σέρμαν.
     - Δε μένει κανείς άλλος στο κτίριο, του είπε αυστηρά ο Ο’Νηλ, δεν ήσουν το πρωί στην ενημέρωση;
     - Άρα θα μπορούσε να το έσκασε από κάποιο άλλο διαμέρισμα.
     - Θα τον έπιαναν οι συνάδελφοι που είναι κάτω.
     - Θα τρελλαθώ, είπε ο αστυνόμος. Δεν μπορεί να το έσκασε τόσο εύκολα!
     - Κύριε αστυνόμε, κάτι βρήκα! είπε ο Τζέφερσον. Ήταν κολλημένο με μονωτική ταινία από κάτω από την καρέκλα που είναι δίπλα στην πόρτα.
     Ήταν ένα δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι.
     Ο αστυνόμος πάτησε το κουμπί. Το μαγνητοφωνάκι άρχισε να παίζει. Μία αντρική φωνή ακούστηκε.
     - Ώστε αυτό ακούγαμε απ’έξω από την πόρτα! φώναξε εκνευρισμένος. Αλλά πώς σταμάτησε όταν μπήκαμε;
     - Θα το είχε προγραμματίσει, είπε ο Γουίλσον. Δεν είναι τόσο δύσκολο.
     - Όπως και να’χει, φαίνεται πως μας περίμενε, είπε ο Ο’Νηλ.
     Το διαμέρισμα βυθίστηκε στη σιωπή. Μόνο το πλιτς!πλιτς! από την κουζίνα ακουγόταν.
     Τελευταία αποστολή και κανένα στοιχείο. Μόνο ένα άδειο διαμέρισμα, ένα προγραμματισμένο μαγνητοφωνάκι, μία λεκάνη νερό, μια βρύση που έσταζε, ένα κουταλάκι που χόρευε…

     Η μητέρα του αστυνόμου Σάλιβαν, μια βαθειά θρησκευόμενη γυναίκα, πίστευε πάντα ότι ο άνθρωπος έπρεπε, πριν από το τέλος του, να έχει την ευκαιρία να μετανοήσει και να ζητήσει άφεση αμαρτιών. Ούτε ο αστυνόμος, ούτε οι άντρες του είχαν αυτή την ευκαιρία. ΄

 ΥΓ: Αυτή ήταν η συμμετοχή της Πίπης στο τελευταίο "Παίζοντας με τις λέξεις", που για άλλη μια φορά διοργάνωσε άψογα η Μεμαρία στο αγαπημένο σε όλους Με ένα χάρτινο καραβάκι. Και εις άλλα με υγεία!

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

Τον καιρό της επανάστασης


     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα κοριτσάκι, που το έλεγαν Μπουμπουνέλα. Η Μπουμπουνέλα ήταν όμορφη και πολύ δυναμική και γινόταν πάντα ο αρχηγός στα παιχνίδια. Της άρεσε να φοράει μπότες και να κάνει τα μαλλιά της κοτσίδες. Της άρεσαν τα άλογα, οι γάτες και τα μαύρα πρόβατα. Της άρεσε το φθινόπωρο, η βροχή και τα ουράνια τόξα. Της άρεσε να ζωγραφίζει, να χορεύει και να κάνει κούνια. Και όταν μεγάλωσε, έμαθε πολεμικές τέχνες, καράτε και ζίου ζίτσου. Αλλά δε φορούσε μαύρη ζώνη.
      Στη Μπουμπουνέλα άρεσαν πάρα πολύ τα ταξίδια και τη μάγευαν οι χάρτες, κυρίως οι χάρτες με θησαυρούς. Ήθελε να ταξιδέψει πολύ μακριά και να ανακαλύψει μία ήπειρο μεγαλύτερη από την Αμερική. Για να μπορέσει να ταξιδέψει, έφτιαξε ένα μεγάλο πλοίο με άσπρα πανιά, αλλά επειδή στη θάλασσα υπήρχαν πολλοί πειρατές, έβαλε και κανόνια στο καράβι της. Όποτε έβλεπε πειρατικό καράβι, του την μπουμπούνιζε. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των πειρατών, το καράβι της Μπουμπουνέλας.
     Η Μπουμπουνέλα ταξίδευε σε Ανατολή και Δύση, και δεν έμενε σχεδόν καθόλου στα λιμάνια που συναντούσε. Μόνο πήγαινε στα παζάρια και έψαχνε για περίεργα πράγματα, περίεργα φρούτα και άγνωστα φαγητά, έψαχνε για άγνωστα ζώα, για ανθρώπους με υπερφυσικές ικανότητες, για εντυπωσιακά κτίσματα... Όταν έβρισκε κάτι σπάνιο το αγόραζε και το έστελνε δώρο σε κάποιο αγαπημένο της πρόσωπο. Εκείνη δεν αγόραζε τίποτα για τον εαυτό της, της αρκούσε που έβλεπε τόσα θαυμαστά πράγματα.
      Όταν ξεκίνησε η επανάσταση, οι Έλληνες, που χρειάζονταν βοήθεια, πήγαν και βρήκαν την Μπουμπουνέλα, που τους δέχτηκε στην καμπίνα της, ενώ παράλληλα μελετούσε έναν κιτρινισμένο χάρτη θησαυρού. Της ζήτησαν να τους βοηθήσει και της υποσχέθηκαν ότι αν τους βοηθούσε να νικήσουν, θα της χάριζαν την Ατλαντίδα με όλους της τους θησαυρούς. Εκείνη δεν εντυπωσιάστηκε πολύ από την προσφορά, αλλά ήταν Ελληνίδα, οπότε δέχτηκε να τους βοηθήσει. Και από τότε, η Μπουμπουνέλα σταμάτησε να την μπουμπουνίζει στους πειρατές και άρχισε να την μπουμπουνίζει στους Τούρκους. Μπαμ και μπουμ έκαναν τα κανόνια του καραβιού της Μπουμπουνέλας, μπλουμ και μπλουμπλούμ έκαναν τα καράβια των Τούρκων. Ο βυθός γέμισε μπουρμπουλήθρες, γιαταγάνια, σαρίκια και ναργιλέδες.
     Οι Έλληνες κέρδιζαν μία-μία τις μάχες και, στο τέλος, κέρδισαν και τον πόλεμο. Οι Τούρκοι έφυγαν και γύρισαν στα σπίτια τους, και οι Έλληνες άρπαξαν τις σκούπες και τους κουβάδες και άρχισαν το σκούπισμα και το σφουγγάρισμα. Μαζί με τους Τούρκους έφυγαν και οι πειρατές από τη θάλασσα και τα κανόνια δεν χρειάζονταν πια. Η Μπουμπουνέλα τα πούλησε όλα και αγόρασε μία ατμομηχανή και μία προπέλα για το καράβι της. Αγόρασε και μπόλικες σεζ-λονγκ για το κατάστρωμα.
      Στο τέλος του πολέμου, στη θάλασσα είχαν μείνει μόνο τα δελφίνια, οι φώκιες και οι γοργόνες. Στην ξηρά είχαν μείνει οι Έλληνες, που άρχισαν να χτίζουν σπίτια παντού, ακόμα και στα δάση και στις παραλίες.  Και ύστερα ερχόταν η εφορία και τους ζητούσε να πληρώσουν φόρο. Και εκείνοι έκαναν εκλογές. Και ψήφιζαν εκείνον που υποσχόταν να τους χαρίσει το φόρο.
     Στην Μπουμπουνέλα δεν έδωσαν, τελικά, την Ατλαντίδα. Της έδωσαν, όμως, ένα παράσημο και ένα καπέλο με φτερό παγωνιού. Και από τότε, η Μπουμπουνέλα κυκλοφορούσε παντού με αυτό το καπέλο. Μέχρι που μια μέρα, ταξιδεύοντας στον Ειρηνικό ωκεανό με νοτιοδυτικό άνεμο, ο νοτιοδυτικός άνεμος ζήλεψε το καπέλο της Μπουμπουνέλας και της το άρπαξε, προτού προλάβει να πει κιχ. Και η Μπουμπουνέλα έμεινε χωρίς καπέλο και χωρίς φτερό παγωνιού. Και αφού ο αέρας έπαιξε με το καπέλο, ύστερα το βαρέθηκε και το πέταξε μέσα στο Φούτζι Γιάμα. 
     Και το φτερό του παγωνιού από το καπέλο της Μπουμπουνέλας γαργάλισε τη μύτη του Φούτζι Γιάμα και εκείνο άρχισε να φτερνίζεται. Και στις πλαγιές του άρχισε να τρέχει λάβα, και οι Γιαπωνέζοι έτρεχαν να σωθούν.
     Και η Μπουμπουνέλα λυπήθηκε τους Γιαπωνέζους, που κινδύνευαν να καούν ζωντανοί, και πήγε στην Αμερική. Και εκεί βρήκε τρεις Ινδιάνους με πολλές ρυτίδες στο πρόσωπο και πολλά φτερά στο κεφάλι, και τους πήγε στην Ιαπωνία. Και οι Ινδιάνοι άρχισαν να χορεύουν ρυθμικά, και όλα τα σύννεφα του ουρανού μαζεύτηκαν επάνω από το Φούτζι Γιάμα. Και τα σύννεφα άρχισαν να χορεύουν σαν τους Ινδιάνους. Αλλά δεν τα κατάφερναν και πολύ καλά και άρχισαν να συγκρούονται μεταξύ τους. Και ύστερα τα σύννεφα γέμισαν καρούμπαλα και άρχισαν να κλαίνε ασταμάτητα. Και τα δάκρυά τους έπεσαν μέσα στο Φούτζι Γιάμα και το έσβησαν τελείως.
     Και οι Γιαπωνέζοι ευχαρίστησαν την Μπουμπουνέλα για τη βοήθειά της και της έδωσαν ένα καινούργιο καπέλο, από ψάθα, που είχε και κορδέλα για να μένει στη θέση του. Και από τότε η Μπουμπουνέλα δεν έχασε ποτέ ξανά το καπέλο της. Και το Φούτζι Γιάμα δεν ξαναφτερνίστηκε.

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2019

Περιμένοντας επισκέψεις

      Μια στάλα τσάι έπεσε επάνω στο ολοκαίνουργιο τατάμι της Χιρόκο.
     - Απρόσεκτη! είπε κουνώντας νευρικά τη βεντάλια της. Αν μείνει λεκές, δε σε φτάνει μια ζωή να τον ξεπληρώνεις! Ξέρεις πόσο κοστίζει ένα καλής ποιότητας τατάμι;
     - Ζητώ ταπεινά συγγνώμη, Χιρόκο-σαν! είπε η Γιασάι και έκανε μια βαθιά υπόκλιση, ακουμπώντας σχεδόν το κεφάλι της στο λεκιασμένο από τσάι τατάμι.
     - Απορώ πώς δεν την διώχνεις, αγαπητή Χιρόκο-σαν, είπε η Νορίτα. Αυτή η μικρή είναι τόσο άχαρη, σαν ένα αποτυχημένο μπονζάι.
     - Και άσχημη, είπε η Μιντόρι. 
     Ένα δάκρυ αργοκύλησε στο μάγουλο της μικρής Γιασάι, αλλά δε φάνηκε, έτσι όπως ήταν σκυμμένη.
     - Αχ, το ξέρετε δα και οι δύο ότι δεν μπορώ. Έδωσα υπόσχεση στο μακαρίτη τον άντρα μου να την κρατήσω για πάντα εδώ.
     - Είσαι τόσο καλή, αγαπητή μου, είπε η Μιντόρι. Αλλά δεν χρειάζεται να δίνεις τόσο εύκολα άφεση αμαρτιών. Εξάλλου, μεταξύ μας, ο μακαρίτης ο Τορόσι ήταν υπερβολικά ευαίσθητος. Και αν θέλεις την γνώμη μου, ίσως να μην ήταν καν γιαπωνέζος.
     - Τι θέλεις να πεις; Η οικογένειά του είναι μία από τις παλαιότερες στο Κυότο.
     - Ζητώ συγγνώμη, Χιρόκο-σαν, δεν ήθελα να σε προσβάλω. Αλλά, ποιος λογικός γιαπωνέζος θα ασχολιόταν με μια τόσο άχαρη μικρή;
     - Μα το είχε υποσχεθεί στον αδερφικό του φίλο, τον Τοσίμπα. Η μικρή ήταν η μόνη που έβγαλαν μέσα από τις στάχτες στο Τακαμάτσου, την χρονιά που κάηκε ολοσχερώς. Ο Τοσίμπα τη θεωρούσε τυχερή.
     - Από τις στάχτες είπες πως την έβγαλαν; είπε γελώντας η Νορίτα. Α, γι'αυτό είναι τόσο μαυριδερή.
     Οι τρεις γέλασαν, καλύπτοντας τα στόματά τους με τις ανοιχτές τους βεντάλιες.
     - Σιδέρωσες το κιμονό μου το δαμασκηνί; ρώτησε αυστηρά η Χιρόκο τη Γιασάι.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν.
     - Ελπίζω να μην το έκαψες, ήταν δώρο του στρατηγού Τογιοτόμι.
     - Γνώριζες εσύ τον στρατηγό Τογιοτόμι; ρώτησε με θαυμασμό η Μιντόρι. Ο Τογιοτόμι ήταν το δεξί χέρι του αυτοκράτορα, προτού αναλάβει τη θέση ο Μιτσουμπίσι.
     - Πάντα εκτιμούσες τους άντρες με εξουσία, είπε η Νορίτα.
     - Ε, τι να κάνουμε; έκανε φιλάρεσκα η Χιρόκο, είχα κι εγώ κάποιες επιτυχίες…
     - Χι-χι-χι! έκαναν και οι τρεις.
     - Λοιπόν; γύρισε η Χιρόκο στη Γιασάι. Μήπως το έκαψες το κιμονό;
     - Όχι, Χιρόκο-σαν. Και πάλι, λυπάμαι πολύ για το λεκιασμένο τατάμι, θα το καθαρίσω αμέσως.
     - Πρώτα όμως να μας σερβίρεις.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν.
     Με τρεμάμενα χέρια, η Γιασάι άρχισε να σερβίρει το τσάι.
     - Έτσι όπως πάει, θα χρειαστείς καινούργιο τατάμι, είπε η Νορίτα.
     - Πρόσεχε, καημένη! είπε η Μιντόρι. Αν ήσουν δικιά μου υπηρέτρια, τώρα θα έδινα εντολή να σε μαστιγώσουν τριάντα φορές!
     - Μάλιστα, Μιντόρι-σαν, έχετε δίκιο, με συγχωρείτε, είπε η Γιασάι, και παρά τρίχα να αδειάσει όλο το τσάι επάνω στο τατάμι.
     - Πήγαινε τώρα! είπε η Χιρόκο.
     Η Γιασάι έφυγε από το δωμάτιο, αφού πρώτα έκανε μια βαθιά υπόκλιση.
     - Εντελώς άχρηστη, είπε η Μιντόρι.
     - Στείλ'την μακριά, είπε και η Νορίτα.
     - Και η υπόσχεσή μου στον Τορόσι;
     Έπιασαν τις κουπίτσες τους και άρχισαν να πίνουν.
     - Τουλάχιστον φτιάχνει καλό τσάι, είπε η Μιντόρι.
     - Ναι, προφανώς έχει χάρισμα, είπε η Νορίτα. Αν δεν ήταν τόσο άχαρη και τόσο άσχημη, θα ήταν θησαυρός.
     - Τι να το κάνεις, όμως, που είναι η μοναδική που έχω, είπε η Χιρόκο. Και καλά όταν είμαστε μόνες μας, ή όταν είστε εσείς εδώ, που είστε οι πιο στενές μου φίλες. Όταν, όμως, έχω ξένους, αναγκάζομαι να προσλαμβάνω άλλη υπηρέτρια. Όπως σήμερα, για παράδειγμα.
     - Δέχτηκε την πρόσκλησή σου τελικά;
     - Μα φυσικά και την δέχτηκε, δεν είμαι δα καμιά τυχαία...
     - Όχι, βέβαια.
     - Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, έχω μια αγωνία, αν θα μείνει ευχαριστημένη.
     Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε πάλι η Γιασάι. Έκανε μία υπόκλιση.
     - Με συγχωρείτε, Χιρόκο-σαν, ήρθε η υπηρέτρια που παραγγείλατε.
     - Και γι'αυτό με διακόπτεις; Πήγαινέ την στο δωμάτιό σου, βοήθησέ την να ετοιμαστεί, και εξήγησέ της τα καθήκοντά της.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν, με συγχωρείτε.
     Η Γιασάι έκανε μια υπόκλιση και έκλεισε την πόρτα.
     - Μα όλα από εμένα τα περιμένουν; είπε εκνευρισμένη η Χιρόκο. Τέλος πάντων, τι έλεγα;
     - Έλεγες ότι είχες αγωνία για σήμερα.
     - Α, ναι, δεν ξέρω πώς θα τα βρει τα φαγητά μας. Αυτοί οι ξένοι είναι περίεργοι, τρώνε τα φαγητά τους μαγειρεμένα...
     - Αηδία!
     - Ναι, και τα ανακατεύουν με ένα σωρό αταίριαστα υλικά, βάζουν κάτι σάλτσες περίεργες που έχουν μέσα ένα φρούτο που το λένε τοκάτα, τομάτα, κάπως έτσι, πραγματικά δεν μπορώ να τους καταλάβω... 
     - Ναι, ξέρω τι εννοείς, ήμουν καλεσμένη πριν από χρόνια στη δεξίωση ενός ξένου πρέσβη και παρά τρίχα να ξεράσω. Κρατήθηκα μόνο επειδή δεν υπήρχαν τα κατάλληλα δοχεία.
     - Απολίτιστοι, χρυσή μου, τι να πεις;
     - Ναι, και χρησιμοποιούν και κάτι μεταλλικά πράγματα για να φάνε, και τρυπάνε το φαγητό τους με αυτά, τι βάρβαρη συνήθεια!
     - Ναι, και που το έχουν σκοτώσει με τόση επεξεργασία, πάλι σε κάνει και το λυπάσαι!
     - Τώρα, πάλι, αυτή η ξένη, πρέπει να είναι ακόμα πιο περίεργη. Κάτι την άκουσαν να λέει για φακόκιρο, φαρόκιρο, α, ναι, φαγκόπιρο, για κινόα, για λινακόκορο, όχι, λιναρόπορο το λένε, δεν ξέρω τι είναι αυτά, αλλά αν τα προσθέσεις σε όλα τα άλλα, καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για ιδιαίτερη περίπτωση.
     Η πόρτα άνοιξε και πάλι.
     - Τι είναι τώρα; είπε ενοχλημένη η Χιρόκο.
     - Με συγχωρείτε, Χιρόκο-σαν, ήρθα για να καθαρίσω το τατάμι από το τσάι.
     - Καλά, κάνε γρήγορα, όμως, όπου να'ναι έρχεται η καλεσμένη.
     Η Γιασάι άρχισε να τρίβει τον λεκέ με ένα πανί.
     - Τα είδατε τα μαλλιά της; ξανάπιασε η Νορίτα την κουβέντα από εκεί που την είχαν αφήσει. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ πιο αχτένιστα μαλλιά.
     - Ναι, λες και δεν τα έχουν χτενίσει ποτέ.
     - Είμαι σίγουρη ότι δεν θα καταφέρει ποτέ της να κάνει ένα χτένισμα της προκοπής, είπε η Μιντόρι και άγγιξε απαλά το άψογα χτενισμένο μαλλί της.
     - Ναι, και τα μάτια της τα είδατε;
     - Πολύ μεγάλα, σχεδόν τρομαχτικά. Αν ήταν πιο μικρά και λίγο πιο αμυγδαλωτά, θα μπορούσες, ίσως, να την πεις και όμορφη.
     - Απορώ αν μπορεί να βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη.
     - Είναι έτοιμο το φαγητό; ρώτησε η Χιρόκο τη Γιασάι.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν. Και οι ανθοσυνθέσεις είναι στις θέσεις τους.
     - Καθάρισε το τατάμι;
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν.
     - Εντάξει, πήγαινε τώρα. Κι εσείς, κορίτσια, τελειώνετε με το τσάι, όπου να’ναι έρχεται η καλεσμένη μου.
     Πάνω στα ασπρισμένα βότσαλα του κήπου ακούστηκαν βήματα. Η Αριστέα στάθηκε μπροστά στην πόρτα, έβαλε στην άκρη μια μπούκλα, που έκρυβε το μεγάλο και καθόλου αμυγδαλωτό της μάτι, και χτύπησε την πόρτα.