Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019

Η Αναποδογυρισμένη πολιτεία

    
     Έχετε προσέξει ποτέ πόσες λακούβες υπάρχουν στους δρόμους; Και τις έχετε δει που γεμίζουν με νερό, όταν βρέχει; Και μήπως τις έχετε προσέξει καθόλου, αμέσως μόλις σταματήσει η βροχή;
     Αν ναι, σίγουρα θα έχετε παρατηρήσει ότι οι λακούβες, αμέσως μετά την βροχή γίνονται πολύ όμορφες. Και ότι μέσα τους εμφανίζονται ολόκληροι κόσμοι: σπίτια, δέντρα, πουλιά, αυτοκίνητα, ποδήλατα, γάτες, σκύλοι... Με μία μικρή διαφορά, βέβαια: ότι όλα μέσα στις λακούβες είναι γυρισμένα ανάποδα.
     Και φυσικά, θα πει κανείς, πώς αλλιώς θα γινόταν, αφού στις γεμάτες με νερό λακούβες αντανακλάται ό,τι βρίσκεται πάνω από αυτές; Λογικό δεν είναι να φαίνονται όλα ανάποδα;
     Κι όμως, ανάμεσα σε όλες τις λακούβες τις πόλης, μία λακούβα δεν είναι σαν τις άλλες. Μία λακούβα είναι πολύ διαφορετική. Κάνει τα ποδήλατα και τα αυτοκίνητα να τραντάζονται, βέβαια, όταν περνάνε από επάνω της, και πολλοί πεζοί στραβοπατάνε, αν δεν την προσέξουν, εννοείται, όμως όταν βρέχει, τα πράγματα αλλάζουν... 
     Δεν θα ισχυριστούμε, φυσικά, ότι, όταν βρέχει, η λακούβα δεν μετατρέπεται σε μία μικρή λιμνούλα, και ούτε θα πούμε ότι αν κοιτάξεις την επιφάνεια της λιμνούλας δε θα δεις σπίτια και δέντρα, όλα ανάποδα, αφού αυτό θα ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Θα ήταν όμως επίσης ψέμα να πούμε ότι αν προσέξεις πραγματικά, αν παρατηρήσεις προσεκτικά, δε θα δεις ότι τα σπίτια που φαίνονται αναποδογυρισμένα στην επιφάνεια της λιμνούλας δεν έχουν καμία σχέση με τα σπίτια που βρίσκονται από πάνω της!
     Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό; Τι να συμβαίνει, άραγε, στην περίεργη αυτή λακούβα; Γιατί οι αντανακλάσεις της είναι τόσο ασυνήθιστες; Μα, φυσικά, επειδή δεν πρόκειται για αντανακλάσεις! Ό,τι φαίνεται στην επιφάνεια της λιμνούλας είναι πραγματικό, τόσο πραγματικό, όσο πραγματική είναι και η βροχή που γεμίζει με νερό τη λακούβα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι μέσα στη λακούβα υπάρχει μία αναποδογυρισμένη πολιτεία.
     Πολλά χρόνια πριν, όταν στη γη κατοικούσαν ακόμα δράκοι, όλες οι πόλεις ήταν όρθιες, και όρθια ήταν και η πολιτεία της λακούβας. Επρόκειτο για μια πολιτεία πολύ πλούσια, με εύφορα κτήματα, πλούσια σπίτια, σκιερά δάση στις παρυφές της και ένα μεγάλο και βαθύ ποτάμι που τη διέσχιζε απ'άκρη σ'άκρη. Οι κάτοικοι της πολιτείας ήταν χαμογελαστοί και εύθυμοι και τους άρεσαν πολύ οι γιορτές και οι χοροί. Τα κελάρια των σπιτιών ήταν πάντα γεμάτα ως επάνω και από όλες τις καμινάδες έβγαινε καπνός.
     Ο άρχοντας που κυβερνούσε την πολιτεία ήταν πολύ περήφανος γι'αυτήν και καμάρωνε. Και όποιος ξένος περνούσε από εκεί έπρεπε υποχρεωτικά να μείνει στο παλάτι του τουλάχιστον ένα βράδυ, έτσι ώστε ο άρχοντας να τον ξεναγήσει στις ομορφιές της πολιτείας του. Και ο άρχοντας τον συνόδευε παντού και δεν τον άφηνε να φύγει, παρά μόνο όταν ο ξένος έμενε έκπληκτος από τα όσα θαυμαστά έβλεπε.
     Μια μέρα βρέθηκε στην πολιτεία μία ξένη γυναίκα, που φορούσε στο κεφάλι της ένα στεφάνι από κλαδιά ροδιάς και φτερά παγωνιού. Όπως το συνήθιζε, ο άρχοντας την προσκάλεσε στο παλάτι του και την ξενάγησε στην πολιτεία του, φουσκώνοντας από περηφάνεια. Όμως η ξένη γυναίκα δεν έδειχνε να εντυπωσιάζεται με τίποτα, και ο άρχοντας αυτό δεν μπορούσε να το δεχτεί.
     - Μα, έχεις δει ομορφότερη πολιτεία από αυτήν εδώ; τη ρώτησε ο άρχοντας.
     - Φυσικά, απάντησε εκείνη. Η δική μου χώρα είναι απείρως ωραιότερη.
     - Και μήπως έχεις δει πιο εύφορα κτήματα από τα δικά μας; ρώτησε ξανά ο άρχοντας.
     - Εννοείται, απάντησε εκείνη. Τα πιο εύφορα κτήματα που έχω δει στη ζωή μου βρίσκονται στη χώρα μου και τα πιο νόστιμα λαχανικά και φρούτα παράγονται σε αυτά τα κτήματα.
     - Αλλά μη μου πεις ότι έχεις δει στη ζωή σου ομορφότερα και πυκνότερα δάση από τα δικά μας!
     - Το ομορφότερο δάσος που έχω δει στη ζωή μου βρίσκεται στη χώρα μου και είναι τόσο πυκνό που οι ακτίνες του ήλιου δεν το διαπερνούν.
     - Δεν μπορεί, απάντησε ο άρχοντας, κάτι θα υπάρχει στη χώρα σου που δεν είναι καλό.
     - Αποκλείεται, είπε η ξένη. Η χώρα μου είναι η καλύτερη χώρα του κόσμου ολόκληρου.
     Ο άρχοντας δεν ήθελε να το πιστέψει.
     - Αν θέλεις, σε προσκαλώ να έρθεις στη χώρα μου και να δεις με τα ίδια σου τα μάτια όσα θαυμαστά υπάρχουν στη χώρα μου, είπε η ξένη. Θα σε ξεναγήσω εγώ η ίδια, όπως με ξενάγησες κι εσύ.
     Ο άρχοντας δέχτηκε την πρόσκληση και την επόμενη μέρα, με την αυγή του ήλιου, η πιο επιβλητική άμαξα του παλατιού τούς περίμενε μπροστά στην είσοδο, για να τους μεταφέρει στον προορισμό τους.
     Ταξίδεψαν δέκα μέρες και δέκα νύχτες, με μικρές ενδιάμεσες στάσεις σε κάποια από τα πανδοχεία που συναντούσαν στη διαδρομή, και την ενδέκατη μέρα το πρωί η άμαξα έφτασε στα σύνορα της ξένης χώρας.
     - Καλώς ήρθες στη χώρα μου, είπε η ξένη γυναίκα.
     Το στεφάνι της από κλαδιά ροδιάς και φτερά παγωνιού είχε μεταμορφωθεί σε ένα ολόχρυσο στέμμα, γεμάτο σπάνια πετράδια, και το μακρύ της φόρεμα είχε μεταμορφωθεί σε ένα πανέμορφο, μεταξωτό φόρεμα.
     - Καλώς ήρθες στη μαγική μου χώρα, ξαναείπε η γυναίκα, που απ'ό,τι φαινόταν, ήταν η βασίλισσα αυτής της χώρας.
     Ο άρχοντας κοίταζε σαν μαγεμένος. Ήταν πράγματι μια πολύ όμορφη χώρα, με πανύψηλα, εύρωστα δέντρα, με πλακοστρωμένους, καθαρούς δρόμους, με πλούσια κτήματα, με χαμογελαστούς ανθρώπους... Στις πόλεις που συνάντησαν τα σπίτια ήταν όλα μεγάλα και όμορφα, με όμορφους κήπους και αυλές. Στις πλατείες υπήρχαν όμορφα αγάλματα, και από τα συντριβάνια - πράγμα πολύ παράξενο - έτρεχε χρυσό νερό!
     - Βλέπεις; ρώτησε η βασίλισσα. Δεν είναι η χώρα μου η πιο όμορφη του κόσμου;
     Ο άρχοντας δεν ήξερε τι να πει. Ήταν πράγματι εντυπωσιασμένος, αλλά δεν ήθελε να παραδεχτεί και ότι η δικιά του πολιτεία ήταν λιγότερο όμορφη...
     - Όμορφη είναι, απάντησε, δε λέω, όμως συνεχίζω να πιστεύω ότι η δική μου είναι πιο όμορφη.
     - Τότε έλα μαζί μου στο παλάτι μου και θα αλλάξεις γνώμη, είπε η βασίλισσα.
     Ε, εκεί ο άρχοντας είδε πράγματα που δεν τα είχε δει ούτε στο όνειρό του! Το παλάτι ήταν τεράστιο, με μεγάλα δωμάτια που τα στόλιζαν πολυέλαιοι με πολύτιμα πετράδια, οι σκάλες ήταν φτιαγμένες από τα ομορφότερα μάρμαρα που είχε δει ποτέ στη ζωή του, τα ρούχα που φορούσαν οι υπηρέτες ήταν φτιαγμένα από βελούδο, καλύτερα από τα καλύτερα δικά του ρούχα... Η βασίλισσα τον οδήγησε και στους κήπους του παλατιού, όπου όλα τα δέντρα ήταν φορτωμένα με παράξενα φρούτα και όπου όλα τα ζώα μιλούσαν...
     - Λοιπόν; είπε η βασίλισσα. Τι έχεις να πεις τώρα;
     - Επιμένω στην άποψή μου, είπε ο άρχοντας.
     - Μεγάλο ελάττωμα ο εγωισμός, ακούστηκε να λέει μία γάτα, που περνούσε εκείνη την ώρα από μπροστά τους.
     - Ναι, απάντησε μία χήνα που πήγαινε βόλτα με τα παιδιά της. Αλλά και η υπερβολική περηφάνεια δεν πάει πίσω...
     - Θα μείνεις να φάμε μαζί, έτσι; είπε η βασίλισσα.
     Ο άρχοντας δεν μπορούσε να αρνηθεί.
     Γύρισαν στο παλάτι, όπου τους περίμενε στρωμένο ένα τεράστιο τραπέζι με όλων των λογιών τις λιχουδιές. Τα σερβίτσια ήταν φτιαγμένα από την πιο φίνα πορσελάνη που είχε δει ποτέ του ο βασιλιάς, και τα μαχαιροπήρουνα ήταν από ατόφιο χρυσάφι. Ο άρχοντας δεν ήξερε τι να πρωτοδοκιμάσει.
     Όταν τελείωσαν το φαγητό τους, είχε πια βραδυάσει.
     - Κοιμήσου απόψε εδώ και το πρωί επιστρέφεις στον τόπο σου, είπε η βασίλισσα.
     Έτσι και έγινε και ο άρχοντας κοιμήθηκε στο πιο μαλακό κρεβάτι που είχε κοιμηθεί ποτέ του.
     Το επόμενο πρωί, ο προσωπικός υπηρέτης του άρχοντα τον ξύπνησε έντρομος.
     - Άρχοντά μου, του είπε, συγγνώμη που σας ξυπνώ τόσο απότομα, αλλά αυτό πρέπει να το δείτε: ο ουρανός βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας!
     - Πώς; είπε ο άρχοντας, που προσπαθούσε να ξυπνήσει και ταυτόχρονα να καταλάβει πώς είχε βρεθεί στο δικό του κρεβάτι.
     - Ο ουρανός βρίσκεται εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται η γη!
     Πετάχτηκε από το κρεβάτι του ο άρχοντας και έτρεξε στο παράθυρο. Και είδε ότι ο ουρανός είχε γεμίσει με λουλούδια, κτήματα και δρόμους, ενώ η γη ήταν γαλάζια και είχε και μερικά σύννεφα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ένιωσε να κόβονται τα πόδια του. Εκείνη την στιγμή πρόσεξε ένα γράμμα που υπήρχε δίπλα στο μαξιλάρι του. Έτρεξε, το πήρε, το άνοιξε, και διάβασε:
     " Όταν κάποιος, από εγωισμό, αρνείται να παραδεχτεί αυτό που του λένε τα μάτια του, σίγουρα δε θα έχει κανένα πρόβλημα, ακόμα κι αν έρθουν τα πάνω κάτω. Ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία."
     Το γράμμα δεν είχε υπογραφή, όμως ο άρχοντας κατάλαβε από ποιον ήταν. Και αναθεμάτισε την τύχη του, που δεν είχε καταλάβει ότι η τελευταία του φιλοξενούμενη δεν ήταν απλά μια βασίλισσα. Δεν είχε, όμως, άλλη επιλογή, από το να κάνει αυτό που έλεγε το γράμμα.
     Και από τότε, η πανέμορφη πολιτεία του άρχοντα ζούσε μια ανάποδη ζωή, και κανείς δεν την ξαναεπισκέφτηκε. Μόνο όταν έβρεχε μπορούσε κάποιος να δει τις αντανακλάσεις της μέσα σε μια συγκεκριμένη λακούβα...

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

Κυνηγετική περίοδος

     Από μακριά ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Δύο κεφάλια πρόβαλαν αργά-αργά, ανάμεσα από τις καλαμιές.
     - Μπα, τίποτα, είπε ο ένας.
     - Τίποτα, είπε και ο άλλος.
     Ξανακρύφτηκαν.
     - Αυτή η αναμονή με σκοτώνει, είπε ο ένας.
     - Και εμένα, είπε ο άλλος.
     - Λες να μην έρθουν φέτος; ρώτησε ο ένας.
     - Δε νομίζω, απάντησε ο άλλος. Αφού είναι η εποχή τους.
     - Σωστά.
     - Όπου να'ναι θα φανούν στον ορίζοντα, θα δεις.
     - Ναι.
     - Ας περιμένουμε, λοιπόν.
     - Ας περιμένουμε.
     Πέρασε ένα ολόκληρο λεπτό.
     - Δύσκολο πράγμα το κυνήγι, έσπασε τη σιωπή ο ένας.
     - Απαραίτητο όμως.
     - Ναι. Αλλά είναι κρίμα να σπαταλάς τα σκάγια σου χωρίς να σκοτώνεις τίποτα της προκοπής.
     - Πρέπει να είσαι και τυχερός.
     - Παλιότερα, θυμάμαι, ήταν όλα καλοθρεμμένα και στρουμπουλά, με ένα μόνο περνούσε μια ολόκληρη οικογένεια. Ενώ τώρα...
     - Ε, τι να γίνει που έχουν μειωθεί οι βιότοποί τους; Πού να βρουν φαγητό κι αυτά τα έρμα, να χορτάσουν, να στρουμπουλέψουν;
     - Τουλάχιστον τον Αύγουστο έρχονται πολλά από δαύτα.
     - Ναι, τα κοπάδια του Ιουνίου και του Ιουλίου είναι μικρότερα, ειδικά του Ιουνίου.
     - Και το Σεπτέμβριο έρχονται κάποια.
     - Ναι, αλλά όπως και να το κάνεις, ο Αύγουστος είναι ο μήνας ο καλός.
     - Αλλά και πάλι πρέπει να είσαι τυχερός. Πρέπει να σκοτώσεις όσα χρειάζεσαι, για να βγάλεις όλο τον χρόνο.
     - Μου φαίνεται ότι δεν έχουμε κάτσει σε καλό μέρος. Εκεί πιο κάτω που είναι τα μπαράκια είναι καλύτερο πέρασμα.
     - Τι να σκοτώσεις εκεί κάτω, καημένε; Κάτι ψωρόπουλα, μόνο, τα καλά τα έχουν πιάσει ήδη οι ιδιοκτήτες των μπαρ.
     - Δεν ξέρω, αλλά τόση ώρα και δεν έχει περάσει τίποτα. Μήπως να κατεβαίναμε προς τη θάλασσα;
     - Εκεί έχουν ήδη πιάσει τα πόστα τα μπητς μπαρ και οι καντίνες με τις ξαπλώστρες, δε νομίζω να έχει μείνει κανένα για εμάς...
     - Και, δηλαδή, εδώ είναι καλύτερα;
     - Φυσικά και είναι, δυο βήματα από το λιμάνι και άλλα πέντε από το αεροδρόμιο, δίπλα ακριβώς από τον κεντρικό δρόμο. Όλα από εδώ θα περάσουν, θέλουν δε θέλουν.
     - Ναι, αλλά τα περισσότερα τα έχουν ήδη πιάσει τα ολ ινκλούσιβ ξενοδοχεία... Δέκα-δέκα τα πιάνουν.
     - Μόνος σου το είπες: τα περισσότερα. Όσα ξεφεύγουν από εκεί, μοιραία θα πέσουν επάνω μας. Έχε μου εμπιστοσύνη.
     - Καλά, μας βλέπω να πεθαίνουμε της πείνας φέτος...
     - Εγώ, πάλι, έχω άλλη άποψη... Να, δες εκεί κάτω...
     - Πού;
     - Εκεί, στα ανοιχτά, λίγο πίσω από το απέναντι νησάκι: πλοίο δεν είναι αυτό;
     - Ναι, έτσι φαίνεται.
     - Και λίγο πιο αριστερά, στο βάθος, και εκείνο με πλοίο δεν μοιάζει;
     - Μάλλον.
     - Και, για κοίτα και τον ουρανό, το βλέπεις το αεροπλάνο που πλησιάζει;
     - Ναι.
     - Ε, να δεις που όλα αυτά έρχονται εδώ! Και πρέπει να είναι γεμάτα!
     - Αμήν, Παναγία μου!
     - Θυμήσου: πρώτα αφήνουμε να χτυπήσουν τα ολ ινκλούσιβ, και όσα τούς ξεφύγουν, έτσι ζαλισμένα και τρομαγμένα που θα είναι, τα περιλαμβάνουμε εμείς.
     - Τρέμω από τη συγκίνηση!
     - Να μην τρέμεις καθόλου, θέλεις να βαράς στο γάμο του Καραγκιόζη;
     - Αυτή την στιγμή την περίμενα από πέρυσι!
     - Και εγώ, αλλά δεν κάνω έτσι!
     - Έχεις δίκιο.
     - Πρέπει να είμαστε συγκεντρωμένοι, αλλιώς θα τη χάσουμε την ευκαιρία μας. Θυμάσαι τι έγινε πέρυσι;
     - Καλά τα πήγαμε πέρυσι.
     - Ναι, καλά τα πήγαμε, επειδή ήμαστε συγκεντρωμένοι. Και φέτος καλά θα τα πάμε, θα δεις, τα πλοία είναι πράγματι γεμάτα!
     - Θα πάρω τη γυναίκα μου...
     - Ναι, αλλά μην αργείς, σε λίγο φτάνουν...
     - Έλα, γυναίκα, έρχονται και είναι πολλά! Έχω καλό προαίσθημα, ετοίμασε τον καταψύκτη, μου φαίνεται θα τον γεμίσουμε και φέτος!
     Στα καταστρώματα των πλοίων και στα καθίσματα του αεροπλάνου, τα ανυποψίαστα πορτοφόλια ετοιμάζονταν να αποβιβαστούν...

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2019

Τέλος αποστολής



     Όταν η Πίπη αναλαμβάνει μια αποστολή, την αναλαμβάνει για τα καλά. Από την στιγμή που ανέλαβε, λοιπόν, να βρει το εξαφανισμένο καλοκαίρι, ήταν θέμα χρόνου να βρεθεί στο κατόπι του.
     Όπως την είχε συμβουλέψει ο Αντώνης Ξετρυπώνης, η Πίπη έφτιαξε βιαστικά τη βαλίτσα της, και στη συνέχεια πήγε στο λιμάνι, από όπου πήρε το πρώτο πλοίο που έφευγε. Και το πρώτο πλοίο που έφευγε πήγαινε σε ένα νησί, οπότε και η Πίπη πήγε σε εκείνο το νησί.
     Ήδη από το πλοίο, η Πίπη ξεκίνησε την έρευνά της. Και δεν άργησε να εντοπίσει ένα-δυο άτομα, που ταίριαζαν στις περιγραφές του αγνοούμενου. Όμως, τελικά, κανένας από τους δύο δεν ήταν το καλοκαίρι: ο ένας συνοδευόταν από μία γυναίκα και ένα μωρό, κάτι που ήταν αδύνατο να έχει προκύψει στη ζωή του καλοκαιριού μέσα στις μέρες που είχε εξαφανιστεί, ενώ ο άλλος αποδείχτηκε πως ήταν γυναίκα, με πολύ κοντό μαλλί.
     Όπως όλοι ξέρουμε, βέβαια, η Πίπη δεν πτοείται από τέτοιου είδους αναποδιές, οπότε μόλις πάτησε το πόδι της στην ξηρά, ξεκίνησε με νέα όρεξη και νέα ορμή, για να βρει το καλοκαίρι. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο και η θάλασσα ήταν λάδι. Κάτι της έλεγε ότι βρισκόταν πολύ κοντά στον στόχο της.
     Το νησί είχε κατακλυστεί από κόσμο και ήταν ιδανική κρυψώνα για κάποιον που θα ήθελε να χαθεί μέσα στο πλήθος. Η ζέστη ήταν μεγάλη, αλλά η Πίπη φορούσε γυαλιά ηλίου και καπέλο, και είχε μάθει από έναν ινδιάνο ανιχνευτή πώς να εντοπίζει τις πιο δροσερές σκιές. Το βλέμμα της σάρωνε δεξιά-αριστερά, και κοίταζε με ιδιαίτερη επιμονή τους άντρες με τη νεανική κορμοστασιά που είχαν λίγο μακριά μαλλιά και μούσι. Ίσως κάποιος από αυτούς να έκρυβε κάποιο ένοχο μυστικό, μια μυστική ταυτότητα, ίσως, μια μάνα να τον αναζητά και να δίνει φακέλους με μωβ περιεχόμενο στον Αντώνη Ξετρυπώνη, τον διάσημο ντεντέκτιβ…
     Οι πρώτες έρευνες απέβησαν άκαρπες. Ίσως το καλοκαίρι να είχε αποτραβηχτεί κάπου μακριά από τη φασαρία του κόσμου, σκέφτηκε η Πίπη. Συνέχισε, λοιπόν, την αναζήτησή της στις παραλίες… Βραχώδεις, με βότσαλα, με χαλίκι, με άμμο, όλες τις γύρισε η Πίπη. Ρωτούσε τους γλάρους, μέχρι και τα ψαράκια που κολυμπούσαν έξω-έξω στη θάλασσα ρωτούσε, αλλά κανείς δεν ήξερε πού κρυβόταν το καλοκαίρι.
     Μια μέρα που είχε πάει σε μια μεγάλη, αμμώδη παραλία για έρευνα, η Πίπη, ένιωσε πραγματικά πολύ απογοητευμένη. Τόσα χιλιόμετρα αμμουδιά, και να μην υπάρχει πουθενά το καλοκαίρι; Αφού το ένιωθε, κάπου εκεί κοντά βρισκόταν…
     Και εκεί που το βλέμμα της πλανιόταν στην παραλία, είδε μια κοπέλα καθισμένη στην άκρη ενός βράχου. Η κοπέλα είχε πλούσια, μακριά, μάλλον ξεχτένιστα μαλλιά. Φύκια και αστερίες είχαν πιαστεί μέσα τους, αλλά η κοπέλα δε φαινόταν να νοιάζεται. Η Πίπη σκέφτηκε ότι μια τέτοια κοπέλα ίσως και να ήξερε πού βρισκόταν το καλοκαίρι και πλησίασε. Η κοπέλα άκουσε την Πίπη που πλησίαζε και γύρισε να την κοιτάξει. Και τότε η Πίπη είδε και κάτι άλλο: η κοπέλα είχε ουρά!
     - Όλα καλά; ρώτησε η κοπέλα την Πίπη, που είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα.
     - Γοργόνα! είπε η Πίπη γεμάτη θαυμασμό.
     - Πού’ν’την; ρώτησε η γοργόνα και κοίταξε γύρω της.
     Δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από την Πίπη εκεί κοντά.
     -Α, εμένα εννοείς, είπε η γοργόνα.
     - Δεν είχα ξαναδεί γοργόνα από κοντά, είπε η Πίπη.
     - Γενικά τους αποφεύγουμε τους ανθρώπους, είπε η γοργόνα, όμως τσακώθηκα με τη μάνα μου και ήθελα να κάτσω κάπου μακριά από τις γοργόνες.
     - Υπάρχουν πολλές;
     - Το πολύ και το λίγο είναι σχετικό, όταν τσακώνομαι με τη μάνα μου και το δύο μεγάλο μου φαίνεται…
     - Δύο γοργόνες υπάρχουν μόνο;
     - Όχι, βέβαια, υπάρχουν πολλές περισσότερες…
     - Και πού ζείτε;
     - Δεν πιστεύεις στ’αλήθεια ότι θα σου πω, δεν είμαι τόσο χαζή… Τι, δηλαδή, να σου πω ότι ζούμε μέσα στη θάλασσα, όπου υπάρχουν κοράλλια, και να έρθετε να μας πάρετε τα κοράλλια και να μας χαλάσετε τα σπίτια μας;
     - Εκεί που υπάρχουν κοράλλια ζείτε;
     - Όχι, αλλά θα μπορούσαμε…
     - Πολύ αινιγματικά μιλάς.
     - Το ξέρω, όλοι μου το λένε…
     - Όμορφα μαλλιά έχεις…
     - Α, ευχαριστώ!
     - … αλλά μήπως θέλουν λίγο χτένισμα;
     - Τι εννοείς; Στο καλύτερο κομμωτήριο πηγαίνω! Τρεις ώρες μου τα έφτιαχνε η κομμώτρια!
     - Δηλαδή, αυτό που βλέπω είναι προϊόν κομμωτηρίου;
     - Φυσικά! Τι είμαι, καμία φτωχογοργόνα; Εγώ είμαι από καλή οικογένεια, να ξέρεις!
     - Δεν ήθελα να σε προσβάλω…
     - … Η μητέρα μου είναι δεύτερη ξαδέρφη της γνωστής γοργόνας.
     - Της αδερφής του Μεγαλέξανδρου;
     - Γιατί; Υπάρχει κι άλλη;
     - Η Άριελ.
     - Ποια; Αυτή η ατάλαντη ηθοποιός; Σιγά τη διασημότητα!
     - Ώστε ξέρεις την αδερφή του Μεγαλέξανδρου;
     - Όχι προσωπικά, αλλά και ποιος δεν την ξέρει!
     - Θα ήθελα πολύ να την γνωρίσω…
     - Δεν υπάρχει περίπτωση να την γνωρίσεις.
     - Γιατί;
     - Πρώτον, επειδή είναι μια διασημότητα και δεν καταδέχεται να γνωρίζει όποιον κι όποιον, και δεύτερον, επειδή βρίσκεται σε ίδρυμα.
     - Σε ίδρυμα;
     - Ναι. Είναι το Ίδρυμα για την Αποκατάσταση Ψυχικών Διαταραχών…
     - Έχει ψυχικές διαταραχές;
     - Για να ψάχνει το Μεγαλέξανδρο τόσα χρόνια και να μη λέει να καταλάβει ότι δεν θα τον βρει ποτέ, εσύ τι λες;
     - Θα βγει ποτέ από εκεί;
     - Να σου πω, ο θεράπων γοργονογιατρός λέει πως υπάρχουν πολλές ελπίδες, η εμπειρία όμως λέει ότι καμία γοργόνα δεν ξαναβγήκε από ίδρυμα αποκατάστασης.
     - Κρίμα.
     - Αλλά, και να βγει, τι νομίζεις; Θα είναι η ίδια;
     - Δε θα είναι, λες;
     - Πω,πω! είπε ξαφνικά η γοργόνα. Πέρασε η ώρα, και έχω ραντεβού για απολέπιση!
     - Μια χαρά το βλέπω το πρόσωπό σου…
     - Ποιο πρόσωπο; Στην ουρά κάνω απολέπιση!
     - Μισό λεπτό, πριν φύγεις, να σε ρωτήσω κάτι…
     - Αν χάσω το ραντεβού, θα περιμένω ένα μήνα για νέο, δε θα βλέπομαι σου λέω!
     - Μια στιγμή, μήπως είδες το καλοκαίρι;
     - Το ποιο;
     - Το καλοκαίρι.
     - Το γνωστό;
     - Το γνωστό.
     - Δεν ξέρω, είδα τις προάλλες έναν νεαρό που του έμοιαζε…
     - Πώς ήταν;
     - Ξανθός, ηλιοκαμμένος, με φαρδιές πλάτες…
     - … Και;
     - Πρέπει να κολυμπάει, τέτοιες πλάτες δεν τις έχει όποιος κι όποιος…
     - … Και;
     - Εμένα μου αρέσουν πολύ οι φαρδιές πλάτες στον άντρα, όχι πολύ φαρδιές, βέβαια…
     - Πού ήταν;
     - …αλλά αυτός τις είχε όσο φαρδιές έπρεπε, ωραίο παιδί, ελεύθερος νομίζω πως είναι… δεν νομίζω να του κακοπέσει μια γυναίκα με ουρά, εξάλλου τι είναι η ουρά, ένα άκρο είναι, είπα ουρά και θυμήθηκα, πρέπει να βιαστώ, θα χάσω την απολέπιση!
     - Περίμενε!
     - Άλλη φορά, τώρα βιάζομαι!
     - Πού το είδες το καλοκαίρι;
     - Σε ένα καράβι, που έφευγε από το νησί!
     Και καθώς η Πίπη έβλεπε την ουρά της γοργόνας να βυθίζεται μέσα στα τυρκουάζ νερά, νιώθοντας απέραντη απογοήτευση, χτύπησε το κινητό της τηλέφωνο. Ήταν ο Αντώνης Ξετρυπώνης. Ήθελε να την ενημερώσει ότι η αποστολή της είχε λήξει. Το καλοκαίρι είχε επιστρέψει τελικά στο σπίτι του.
     - Μάλλον έμαθε ότι τον αναζητούσες και αποφάσισε να επιστρέψει από μόνο του, είπε ο Αντώνης Ξετρυπώνης.
     Η Πίπη έμεινε μόνη της στην παραλία. Όλα είχαν πάει καλά. Το καλοκαίρι είχε επιστρέψει, ο Αντώνης Ξετρυπώνης είχε διατηρήσει τη φήμη του εξαιρετικού ντεντέκτιβ, και η Πίπη είχε γνωρίσει μια γοργόνα αυτοπροσώπως… Μόνο πως δεν είχε ζητήσει από την γοργόνα να την βγάλει φωτογραφία. Δεν το είχε σκεφτεί, κρίμα… Και για να απαλύνει την απογοήτευσή της κάπως, η Πίπη φωτογράφισε έναν τεράστιο κροκόδειλο που βρισκόταν εκεί παραπέρα…

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Purple Alert




     Μία λεπτή φιγούρα διαγράφτηκε στο θολό τζάμι της πόρτας και αμέσως μετά ακούστηκαν δύο χτυπήματα.
     - Περάστε, είπε ο Αντώνης Ξετρυπώνης.
     Η γυναίκα που μπήκε στο γραφείο ήταν καλοντυμένη. Η υψηλή κοινωνική της θέση φώναζε από μακριά, ιδιαίτερα για κάποιον με τη δική του διορατικότητα.
     - Ο κύριος Ξετρυπώνης; ρώτησε η γυναίκα.
     - Αυτοπροσώπως, είπε ο Αντώνης Ξετρυπώνης και της έδειξε να καθήσει. Θα πάρετε κάτι;
     Η γυναίκα έγνεψε όχι.
     - Είστε η τελευταία μου ελπίδα, κύριε Ξετρυπώνη, είπε. Κανείς άλλος δεν μπορεί να με βοηθήσει.
     Φορούσε ακόμα τα μαύρα γυαλιά ηλίου και δεν έκανε καμία κίνηση να τα βγάλει. Στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα πάνινο μαντήλι με κεντημένο μονόγραμμα. Ο Αντώνης Ξετρυπώνης ήπιε μια γουλιά καφέ. Κάηκε λίγο, αλλά δεν το έδειξε.
     - Από ό,τι καταλαβαίνω, πρόκειται για εξαφάνιση, είπε. Και, όχι να το περηφανευτώ, αλλά οι εξαφανίσεις είναι η ειδικότητά μου.
     - Μα γι’αυτό απευθύνθηκα στο γραφείο σας. Είμαι πραγματικά απελπισμένη. Για να καταλάβετε, μέχρι σε χαρτορίχτρες πήγα.
     - Σε χαρτορίχτρες;
     - Ναι, στις καλύτερες, εννοείται… Αλλά καμία τους δεν μπόρεσε να με βοηθήσει. Η κυρα-Τασούλα το μόνο που μου βρήκε ήταν ένας σπαθάτος, έτσι μου είπε, η κυρα-Δόμνα μου είπε και τον καφέ, ένα Α είναι στον δρόμο μου… Μέχρι και στον Χασάν, τον υπνωτιστή πήγα.
     - Και;
     - Από ό,τι φαίνεται, ήμουν ο Περικλής.
     - Ο αρχαίος;
     - Αμ’τι, ο νέος; Αν ήμουν ο νέος, θα είχα και επώνυμο.
     - Σωστά. Στην αστυνομία απευθυνθήκατε;
     - Δημόσιοι υπάλληλοι! Πού να καταλάβουν τον πόνο της μάνας;
     - Ώστε ο γιος σας είναι που εξαφανίστηκε;
     - Ναι, ο μοναχογιός μου… αλλά πώς το ξέρατε ότι έχω γιο;
     - Όλος ο κόσμος το γνωρίζει, δεν είστε και τόσο άγνωστη…
     - Ώστε με γνωρίζετε;
     - Ε, έκανα μια στοιχειώδη έρευνα: χήρα γνωστού μεγιστάνα του τύπου, με αμύθητη περιουσία, που τη συνδέουν δεσμοί αίματος με κάποια υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, πρέσβειρα της Ουνέσκο τα τελευταία δέκα χρόνια και προσκεκλημένη ομιλήτρια στην τελευταία συνάντηση των G8… Ο λόγος σας ήταν πολύ ενδιαφέρων, τον παρακολούθησα στο διαδίκτυο.
     - Άρα γνωρίζετε τι θέλω από εσάς.
     - Φυσικά… Πότε εθεάθη ο γιος σας τελευταία φορά;
     - Εγώ τον είδα πριν από τρεις εβδομάδες, αλλά άκουσα ότι εθεάθη στο εξωτερικό, σε διάφορες χώρες.
     - Ναι, το είχαν πει και στις ειδήσεις.
     - Λοιπόν; Θα το αναλάβετε, κύριε Ξετρυπώνη; Τα χρήματα δεν είναι πρόβλημα, όπως γνωρίζετε, εξάλλου…
     - Όπως σας είπα, κυρία μου, οι εξαφανίσεις είναι η ειδικότητά μου. Αφήστε το επάνω μου.
     Η γυναίκα έβγαλε έναν φάκελο από την τσάντα της.
     - Εδώ θα βρείτε μερικά χρήματα για τα πρώτα σας έξοδα. Σας αφήνω και μία κάρτα με το τηλέφωνό μου.
     Ο Αντώνης Ξετρυπώνης έπιασε το φάκελο και τον μισάνοιξε. Αν δεν είχε αχρωματοψία, το χρώμα που διέκρινε ήταν το μωβ.
     - Θα σας ενημερώνω για όλες τις εξελίξεις , είπε.
     - Περιμένω νέα σας το συντομότερο.
     Η πόρτα του γραφείου έκλεισε και η γυναικεία φιγούρα που διαγράφηκε στο θολό τζάμι απλώθηκε, έγινε πιο αχνή, και ύστερα εξαφανίστηκε. Ο Αντώνης Ξετρυπώνης πάτησε ένα κουμπί που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του γραφείου του. Η πόρτα που βρισκόταν στη μία πλευρά του γραφείου μισάνοιξε και από μέσα πρόβαλε το κεφάλι της Πίπης.
     - Άκουσες; τη ρώτησε.
     - Ναι.
     - Θα πας;
     - Γιατί όχι; Δεν είμαι εγώ η πιο πολύτιμη εξωτερική συνεργάτις σου;
     - Φεύγεις απόψε κιόλας.
     - Για πού;
     - Για όπου πάει το πρώτο πλοίο, από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε... Πάρε μαζί σου και διαβατήριο, ο εξαφανισμένος έχει θεαθεί και στο εξωτερικό.
     - Εξωτερικό; Ωραία, είπε η Πίπη.
     - Δεν είναι σίγουρο, ίσως τον εντοπίσεις και στην Ελλάδα, είπε ο Αντώνης Ξετρυπώνης.
     - Κανένα πρόβλημα, είπε η Πίπη. Και ποιος είπαμε ότι είναι ο εξαφανισμένος;
     - Το καλοκαίρι, είπε ο Αντώνης Ξετρυπώνης και ήπιε μια γουλιά καφέ.
      

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

Εργασιακό στρες

     Είναι γεγονός ότι τα περισσότερα πράγματα στη ζωή είναι εντελώς αναπάντεχα. Και εκεί που δεν το περιμένεις, κάτι συμβαίνει που σε κάνει να κοντοσταθείς και μείνεις με το βλέμμα απλανές, προσπαθώντας να καταλάβεις τα ακατανόητα.
     Έτσι συνέβη και στην Πίπη, που μια μέρα, εκεί που περπατούσε, είδε μια περίεργη φιγούρα. Και αν δεν ήταν ένας οξύς πόνος στο μικρό δάχτυλο του ενός της ποδιού, αποτέλεσμα της εντελώς αψυχολόγητης απόφασης του δαχτύλου να τρακάρει πλαγιομετωπικά με μία πέτρα, μπορεί η Πίπη να νόμιζε ότι ονειρευόταν.
     Κι αφού η Πίπη βεβαιώθηκε ότι δεν ονειρευόταν, κοίταξε πιο προσεκτικά την περίεργη εκείνη φιγούρα. Ήταν ένας νάνος, αλλά όχι όπως αυτούς της Χιονάτης. Αυτός δε φορούσε σκουφί και οι πατούσες του ήταν δυσανάλογα μεγάλες για το σώμα του. Φορούσε μια φόρμα εργασίας και έσερνε με κόπο ένα μεγάλο σακί, ενώ από την πίσω τσέπη του παντελονιού του προεξείχε ένα μεγάλο ψαλίδι. Αποφάσισε να τον ακολουθήσει.
     Ο νάνος περπατούσε πολύ βιαστικά, και αν δεν τον εμπόδιζε το σακί που κουβαλούσε, θα έτρεχε.
     - Δεν θα προλάβω, έλεγε καθώς περπατούσε.
     - Πού να πηγαίνει, άραγε; σκέφτηκε η Πίπη.
     Μια μεγάλη ομάδα από χελιδόνια πέταξε τιτιβίζοντας πάνω από το κεφάλι της Πίπης, αλλά η Πίπη ούτε που στάθηκε να τα δει. Ο νάνος, παρ'όλα τα κοντά του πόδια, έτρεχε πολύ γρήγορα.
     Ξάφνου, και εκεί που ο νάνος κόντευε να εξαφανιστεί από το οπτικό πεδίο της Πίπης, αφού είχε αποφασίσει να στρίψει στην επόμενη γωνία, πάτησε κάτι γλιστερό και προτού προλάβει να αντιδράσει, είχε κιόλας βρεθεί πεσμένος ανάσκελα!
     Η Πίπη έτρεξε να τον βοηθήσει. Από το σακί που κουβαλούσε ο νάνος είχαν ξεχυθεί κομμάτια διαφόρων μεγεθών από ένα λεπτό, αραχνοΰφαντο ύφασμα, που όμως φαινόταν πολύ σκούρο, σχεδόν μαύρο, αδιαφανές. Επάνω του, υπήρχαν διάσπαρτα αστεράκια. Ο νάνος σηκώθηκε βιαστικά και η Πίπη πλησίασε στο σακί και άπλωσε το χέρι της για να πιάσει το ύφασμα.
     - Μηηηηηη!!! φώναξε ο νάνος και η Πίπη ταξίδεψε στιγμιαία στην πρώιμη παιδική της ηλικία. Θα το καταστρέψεις!
     Το χέρι της Πίπης έμεινε μετέωρο επάνω από το ύφασμα.
     - Να βοηθήσω ήθελα, είπε.
     - Ακόμα κι έτσι, είπε ο νάνος, κανείς δεν ακουμπάει το ύφασμα της Νύχτας!
     - Της ποιας;
     - Της Νύχτας, είπε ο νάνος, δεν βλέπεις τα αστέρια;
     - Και τι το θέλει τόσο ύφασμα η Νύχτα; ρώτησε η Πίπη. Εδώ υπάρχει τουλάχιστον ένα τόπι ύφασμα!
     - Καλά, είπε θυμωμένα ο νάνος, καθώς μάζευε βιαστικά τα τελευταία κομμάτια υφάσματος που είχαν "δραπετεύσει" από το σακί, δεν έχεις κοιτάξει ποτέ σου τον ουρανό, να δεις πόσο μεγάλος είναι; Πώς θα καλυφθεί όλος αυτός ο ουρανός, αν το ύφασμα δεν είναι αρκετό;
     Η Πίπη δεν απάντησε, καθώς κοιτούσε τον ουρανό προσπαθώντας να βρει πόσο ύφασμα χρειαζόταν για να τον καλύψει.
     - Πω, πω, έκανε ξαφνικά ο νάνος, με την κουβέντα ξεχάστηκα!
     - Πού πας; τον ρώτησε η Πίπη.
     - Έχω αργήσει, είπε εκείνος.
     - Μα, στάσου! φώναξε η Πίπη και άρχισε και πάλι να τον ακολουθεί.
     -Δεν προλαβαίνω, είπε ο νάνος, αλλά προτού ολοκληρώσει την κουβέντα του, παρ'τον κάτω πάλι!
     - Έχεις πολύ μεγάλες πατούσες, σχολίασε η Πίπη, γι'αυτό πέφτεις συνέχεια.
     - Αχ, είπε ο νάνος, τώρα είναι που δεν προλαβαίνω!
     - Τι προσπαθείς να κάνεις; ρώτησε η Πίπη, αλλά ο νάνος ήταν σαν να μην την είχε ακούσει.
     - Αλλά, τι φταίω κι εγώ; Τέτοια επιδημία είχε να πέσει χρόνια. Πρώτη φορά που μένουμε τόσο λίγοι νυχτοκόπτες σε κάθε βάρδια.
     Η Πίπη δεν είχε ακούσει ποτέ της για νυχτοκόπτες.
     - Τι είναι οι νυχτοκόπτες; ρώτησε το νάνο.
     - Δεν ξέρεις τι είναι οι νυχτοκόπτες; είπε εκείνος, έκπληκτος, και φαίνεται ότι η έκπληξή του ήταν τόσο μεγάλη, που κοντοστάθηκε. Αν είναι δυνατόν! Μωρέ, καλά μου το έλεγαν, όταν ξεκινούσα την καριέρα μου, ότι ο νυχτοκόπτης είναι το πιο παραγνωρισμένο επάγγελμα...
     - Και, δηλαδή, τι είδους επάγγελμα είναι ο νυχτοκόπτης;
     - Ίσως το σημαντικότερο που υπάρχει. Εμείς είμαστε που ρυθμίζουμε τη διάρκεια της νύχτας.
     - Και πώς γίνεται αυτό;
     - Με αυτό, είπε ο νάνος και της έδειξε το ψαλίδι που προεξείχε από την τσέπη του.
     Η Πίπη κοιτούσε απορημένη.
     - Τι κόβετε, δηλαδή, με αυτό το ψαλίδι; ρώτησε.
     - Το φόρεμα της Νύχτας, μα τόσο χαζή είσαι πια;
     Η Πίπη μπορεί να μην ήταν χαζή, όμως είχε χαζέψει.
     - Το φόρεμα της Νύχτας μεγαλώνει συνέχεια και πρέπει να το ψαλιδίζουμε διαρκώς, αν δε θέλουμε να κυριαρχήσει το σκοτάδι. Αλλά πάντα τέτοια εποχή πολλοί νυχτοκόπτες αρρωσταίνουν και απουσιάζουν, οπότε οι υπόλοιποι αναγκάζονται να δουλεύουν διπλοβάρδιες.
     Η Πίπη δε μιλούσε.
     - Φέτος αρρώστησαν περισσότεροι από κάθε άλλη φορά, συνέχισε ο νάνος. Τρέχουμε και δεν φτάνουμε.
     - Εσύ δεν αρρωσταίνεις ποτέ; ρώτησε η Πίπη.
     - Εγώ έχω δυνατό οργανισμό, είπε ο νάνος και κορδώθηκε.
     Η Πίπη δεν είπε τίποτα, αλλά σκέφτηκε ότι ο οργανισμός του νάνου την ήθελε την ταλαιπωρία του...
     - Δεν το φανταζόμουν ότι το φόρεμα της Νύχτας χρειαζόταν ψαλίδισμα, είπε.
     - Και ποιος το φαντάζεται; Κανείς δε φαντάζεται ότι ακόμα και για τα φαινομενικά πιο απλά πράγματα, υπάρχει από πίσω κάποιος αφανής ήρωας...
     Η Πίπη σκέφτηκε πως ο νάνος είχε δίκιο.
     - Α, μπα, δεν την αντέχω τόση πίεση, κάθε χρόνο... Άντε να βγω στη σύνταξη, να ησυχάσω! είπε ο νάνος.
     Η Πίπη τον λυπήθηκε, τον καημένο το νυχτοκόπτη.
     - Εύχομαι να βγεις σύντομα στη σύνταξη, είπε.
     - Ε, μόνο άλλα πεντακόσια είκοσι δύο χρόνια μου μένουν, είπε ο νάνος, πού θα πάνε, θα περάσουν!
     Η Πίπη φυσικά δεν είχε τι να απαντήσει σε αυτό, θα χρειαζόταν τουλάχιστον διακόσια είκοσι τέσσερα χρόνια για να το σκεφτεί.
     - Πω, πω, είπε ο νάνος, τώρα είναι που έχω αργήσει για τα καλά! Και δεν θα προλάβω να ψαλιδίσω όσο χρειάζεται, και θα ακούσω και κατσάδα από τον προϊστάμενο! Πάλι θα αρχίσει να μεγαλώνει το φόρεμα της Νύχτας, τι συμφορά! Και άρχισε κιόλας να βγαίνει ο ήλιος, καταστροφή!
     Και πριν σκεφτεί η Πίπη κάποιον παρηγορητικό λόγο να του πει, ο νάνος έπιασε το σακί και άρχισε να τρέχει τόσο γρήγορα, που δεν πρόλαβε ούτε καν να τον δει να στρίβει στη γωνία. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου είχαν αρχίσει κιόλας να χορεύουν στον αέρα, φωτίζοντας τις απέναντι κορυφογραμμές.
     - Δύσκολη η ζωή του νυχτοκόπτη, σκέφτηκε η Πίπη και συνέχισε τον δρόμο της.

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

Σε πράσινο φόντο

     Και ήρθε η ώρα του Καλοκαιριού. Το οποίο, ούτε λίγο ούτε πολύ, ήταν κομματάκι χαμηλών τόνων. Και επειδή ήταν χαμηλών τόνων, ούτε που του περνούσε από το μυαλό να κάνει μία επίσημη εμφάνιση, παρουσία δημοσιογράφων, να ποζάρει για φωτογραφίες, να δώσει μία συνέντευξη τύπου, να μοιράσει μερικά αυτόγραφα, να κάνει δυο-τρεις χειραψίες...
     Και μπορεί το Καλοκαίρι να ήταν χαμηλών τόνων και κάπως ντροπαλό, η μητέρα του όμως δεν ήταν καθόλου. Και γι'αυτό φρόντισε να του ράψει το καλύτερο κουστούμι - στα μέτρα του, φυσικά, και όχι πρετ-α-πορτέ, ζαμέ των ζαμών - από δροσερό λινό εξαιρετικής ποιότητας, τα δε παπούτσια του φτιάχτηκαν από ψάθα, λιασμένη στον ήλιο του Γαϊδουρονησίου (ή του Ελαφονησίου, κάποιου νησίου, τέλος πάντων).
     Του έγραψε και έναν λόγο για να διαβάσει, η μητέρα του - πάντα ήταν καλή στην έκθεση - και το έβαλε να τον προβάρει ξανά και ξανά... Και όλο του έλεγε πού έπρεπε να δυναμώνει τη φωνή του και πού να κουνάει τα χέρια του, για να δώσει έμφαση. Αγόρασε και ένα σολάριουμ για το σπίτι, επειδή της φάνηκε κομματάκι χλωμό, κάτι εντελώς ανεπίτρεπτο για ένα καλοκαίρι που σέβεται τον εαυτό του... Και το υποχρέωσε να περνάει μία ώρα την ημέρα στο σολάριουμ, για να αποκτήσει χρώμα.
     Το Καλοκαίρι σκέφτηκε να της πει καμιά κουβέντα, αλλά κρατήθηκε, επειδή ήταν παιδί με καλούς τρόπους και ανατροφή, και, επιπλέον, μάνα είναι μόνο μία, και ήταν και μοναχοπαίδι, και πού θα έβρισκε η μάνα του άλλη ευκαιρία να βγάλει τα απωθημένα της; Οπότε, και έκανε υπάκουα πρόβες με το ράφτη, μέχρι να αποκτήσει τέλεια εφαρμογή το κουστούμι, και ακολούθησε μία δίαιτα χαμηλή σε θερμίδες, μην τυχόν και χαλούσε η εφαρμογή, και προβάρισε άπειρες φορές το λόγο του - έκανε και μαθήματα ορθοφωνίας - χωρίς να διαμαρτυρηθεί ούτε μία φορά. Τα βράδια έπινε τσάι με μέλι και έκανες γαργάρες, για τη φωνή του, και το πρωί έτρωγε ένα ωμό αυγό. Απέφευγε τα ρεύματα και τα παγωτά. Και περνούσε και μια ώρα την ημέρα στο σολάριουμ, μην το ξεχνάμε το σολάριουμ...
     Οι μέρες για την επίσημη πρώτη του Καλοκαιριού πλησίαζαν, και η προετοιμασία συνεχιζόταν εντατικά. Στα μαθήματα του Καλοκαιριού προστέθηκαν και μαθήματα πόζας, για τις φωτογραφίες... Και ενώ όλα φαινόταν πως πήγαιναν καλά, το Καλοκαίρι άρχισε να έχει εφιάλτες, και να ξυπνάει κάθιδρο κάθε βράδυ, χωρίς να μπορεί να ξανακοιμηθεί. Μαύροι κύκλοι εμφανίστηκαν γύρω από τα μάτια του, ενώ του κόπηκε και η όρεξη. Έντρομη η μητέρα του είδε πως το κουστούμι άρχισε να του πλέει και του άλλαξε τη δίαιτα προσθέτοντας σε αυτήν ψωμί και σοκολάτες. Για τους μαύρους κύκλους δεν ανησυχούσε, υπήρχε και το μέηκ απ...
     Αλλά οι εφιάλτες συνέχισαν να βασανίζουν το Καλοκαίρι, οπότε αποφάσισε να της μιλήσει. Τι ήταν να της μιλήσει; Παρά τρίχα να του μείνει στα χέρια! Ύστερα άρχισε να μουρμουρίζει για τις θυσίες που είχε κάνει, για τα δικά της όνειρα που τα είχε αφήσει στην άκρη για να το μεγαλώσει, να το κάνει ολόκληρο παληκάρι, και για όλα εκείνα που το Καλοκαίρι ήξερε πως ήταν αλήθεια, χωρίς όμως να είναι δική του η ευθύνη... Στο τέλος, η μητέρα του αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, σιγοκλαίγοντας και ρουφώντας, τάχα διακριτικά, τη μύτη της...
     Δεν του βαστούσε η καρδιά να της χαλάσει το χατήρι. Αλλά και δεν άντεχε άλλους εφιάλτες.
     Παραμονή της μεγάλης μέρας, το Καλοκαίρι καθόταν να ξεκουραστεί, αφού προηγουμένως είχε ξαναπροβάρει το λόγο του, όπου η μητέρα του είχε προσθέσει μία νέα παράγραφο. Τα μάτια του έτσουζαν από την αϋπνία και είχε γλαρώσει.
     - Τι έχεις; το ρώτησε μια γάτα, που λιαζόταν στο παράθυρο.
     Το Καλοκαίρι της διηγήθηκε τι είχε συμβεί.
     - Το παράκανε η μάνα σου, του είπε. Γιατί δεν κάνει ό,τι κάνουμε εμείς οι γάτες; Χαζές είμαστε, θαρρείς, που αφήνουμε τα παιδιά μας μόνα τους να επιλέξουν τον δρόμο τους;
     - Δεν είναι όλοι το ίδιο, είπε το Καλοκαίρι και χασμουρήθηκε.
     - Σιγά μη δεν είναι, είπε η γάτα. Απλώς, τα πάντα είναι θέμα επιλογής.
     Το Καλοκαίρι δεν είπε τίποτα. Είχε κλείσει τα μάτια του και μέτραγε πρόβατα. 
     - Είναι θέμα επιλογής, λέω, επανέλαβε η γάτα.
     Τα πρόβατα άρχισαν να απαγγέλουν έναν ευχαριστήριο λόγο. Το Καλοκαίρι ξανάνοιξε τα μάτια του.
     - Θέλεις την ησυχία σου; ρώτησε η γάτα.
     Το Καλοκαίρι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
     - Τότε έλα μαζί μου.
     - Μα, τόσος κόπος, θα πάει χαμένος...
     - Εσύ αποφασίζεις... είπε η γάτα και τεντώθηκε.
     Το Καλοκαίρι έκλεισε τα μάτια του, και μετά τα ξανάνοιξε. Η γάτα είχε εξαφανιστεί. Μπροστά του βρισκόταν μια νεράιδα.
     - Πού είναι η γάτα; ρώτησε το Καλοκαίρι.
     - Θέλεις την ησυχία σου; τον ρώτησε η νεράιδα και το Καλοκαίρι αναγνώρισε τη φωνή της γάτας.
     - Θέλω, είπε αποφασιστικά.
     Ύστερα από λίγο, η μητέρα του Καλοκαιριού βγήκε από το δωμάτιό της. Έπρεπε να κάνει μερικά τελευταία τηλεφωνήματα. Ήθελε να είναι σίγουρη ότι όλα θα ήταν έτοιμα για τη μεγάλη μέρα του παιδιού της. 
     Πολύ μακριά από το σπίτι του Καλοκαιριού, η Πίπη περνούσε από ένα παρκάκι. Και στο παρκάκι αυτό η Πίπη είδε μία γάτα, κρυμμένη ανάμεσα στα πράσινα χορτάρια. Η γάτα γύρισε και την κοίταξε. Τα μάτια της ήταν καταπράσινα, και φαίνονταν σαν δυο αναμμένα φανάρια. Και, παρ'όλο που φαινόταν μία γάτα χαμηλών τόνων, η πράσινη λάμψη στα μάτια της δεν άφηνε καμία αμφιβολία.
     - Να'το το Καλοκαίρι! αναφώνησε η Πίπη, γεμάτη χαρά.
     Αλλά η γάτα - δηλαδή το Καλοκαίρι -, μόλις κατάλαβε πως η Πίπη το αναγνώρισε, σηκώθηκε να φύγει. Μάταια η Πίπη του φώναζε, εκείνο της γύρισε επιδεικτικά την πλάτη και άρχισε να απομακρύνεται.
     - Κρίμα, είπε η Πίπη, αλλά γιατί ήταν τόσο μαύρο, άραγε;
     Πού να ήξερε η Πίπη, πόσες ώρες είχε περάσει στο σολάριουμ το καημένο το Καλοκαίρι...