Σάββατο 25 Ιουνίου 2022

Με άλλα λόγια

 

     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη του δάσους, ζούσε ένα μικρό αγοράκι με τη μαμά του. Η μαμά του το αγαπούσε πολύ το αγοράκι της και ανησυχούσε πολύ μην της κρυώσει. Γι’αυτό και του είχε πλέξει ένα κόκκινο σκουφάκι και το έβαζε να το φοράει συνέχεια. Ο μικρός αγαπούσε κι αυτός πολύ τη μαμά του και δεν ήθελε να την στενοχωρεί. Γι’αυτό και φορούσε συνέχεια το κόκκινο σκουφάκι του, και τα παιδιά στο σχολείο τον κορόιδευαν και τον φώναζαν Κοκκινοσκουφάκη, και ο Κοκκινοσκουφάκης δεν είχε κανέναν φίλο και περνούσε το διάλειμμα μόνος του, κλωτσώντας πέτρες.
     Μια μέρα, η μαμά του Κοκκινοσκουφάκη αρρώστησε βαριά και δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί από το κρεβάτι της. Φώναξε, λοιπόν, τον γιατρό, και εκείνος της έγραψε να παίρνει κάτι χάπια. Μόνο πως τα χάπια αυτά τα είχαν στο φαρμακείο του γειτονικού χωριού, που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του δάσους. Τι να κάνει, λοιπόν, η μαμά, φώναξε τον Κοκκινοσκουφάκη και του είπε να πάει στο γειτονικό χωριό να αγοράσει τα χάπια για να της τα φέρει και να γίνει καλά.
     - Μόνο να προσέχεις πολύ, είπε η μαμά. Να μην χαζεύεις στον δρόμο. Είναι ήδη αργά και δεν θέλω να σε πιάσει η νύχτα μέσα στο δάσος. Να πας γρήγορα, να πάρεις τα χάπια και να γυρίσεις, και να μην μιλήσεις σε κανέναν στον δρόμο.
     - Εντάξει, μαμά, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης, αλλά όπως όλος ο κόσμος ξέρει, όταν ένα παιδί λέει εντάξει δεν το εννοεί και έτσι ακριβώς.
     Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, ο Κοκκινοσκουφάκης είχε όλη την καλή διάθεση να υπακούσει τη μαμά του. Έφυγε, λοιπόν, τρέχοντας και ύστερα από λίγη ώρα έφτασε στο γειτονικό χωριό. Πήγε στο φαρμακείο, αγόρασε τα χάπια της μαμάς του και  πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
     Επειδή, όμως, ήταν κουρασμένος από το τρέξιμο, τώρα περπατούσε πιο αργά. Ήταν και η μέρα ωραία και σε λίγο ο Κοκκινοσκουφάκης ξεχάστηκε. Έτσι, ύστερα από λίγο έτρεχε χοροπηδώντας μέσα στο δάσος κυνηγώντας πεταλούδες και ψάχνοντας για χελώνες και σαλιγκάρια, και καθόλου δεν σκεφτόταν ότι έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του.
     Ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει στον ουρανό, και το δάσος άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα πουλάκια και όλα τα ζώα του δάσους άρχισαν να μαζεύονται στις φωλιές τους. Μόνο τότε ο Κοκκινοσκουφάκης θυμήθηκε την άρρωστη μαμά του και κατάλαβε ότι είχε αργήσει.
     Έτρεξε, λοιπόν, για να γυρίσει γρήγορα, αλλά το δάσος ήταν αρκετά σκοτεινό και δεν μπορούσε να διακρίνει το μονοπάτι. Έψαξε από εδώ, έψαξε από εκεί, τίποτα. Στο μεταξύ, ο ήλιος έδυσε και ο ουρανός σκοτείνιασε τελείως. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε το φεγγάρι, στρογγυλό σαν τα χάπια που είχε αγοράσει στο φαρμακείο. Τι μεγάλο που φαινόταν το φεγγάρι! Και τι όμορφο που ήταν, έτσι ασημένιο μέσα στον κατάμαυρο ουρανό!
     Και τότε ακούστηκε ένας ήχος: Ουουουουουουουου! Ο Κοκκινοσκουφάκης νόμιζε ότι ήταν ο αέρας, αλλά ο αέρας κάνει Βουουοουου και όχι ουουοουου. Ουουουουουουου! ακούστηκε και πάλι και τότε ο Κοκκινοσκουφάκης θυμήθηκε: όταν το φεγγάρι ήταν στρογγυλό έβγαιναν οι λυκάνθρωποι και ούρλιαζαν στο φεγγαρόφωτο.
     Φοβήθηκε πολύ και ευτυχώς που δεν είχε πιει πολύ νερό εκείνη τη μέρα, αλλιώς θα κατουριόταν επάνω του. Τα ουρλιαχτά συνέχιζαν, για την ακρίβεια όχι απλώς συνέχιζαν αλλά γίνονταν και περισσότερα. Πόσοι λυκάνθρωποι να υπήρχαν μέσα στο δάσος;
     Ο Κοκκινοσκουφάκης άρχισε να ψάχνει μέρος για να κρυφτεί, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να δει πού πήγαινε μέσα στο δάσος. Μπορεί να υπήρχε το φεγγάρι, αλλά το δάσος ήταν πολύ πυκνό και το φως του φεγγαριού δεν έφτανε μέχρι μέσα.
     Εκεί που έψαχνε να βρει κρυψώνα, ο Κοκκινοσκουφάκης άκουσε μία φωνή:
     - Ε, εσύ, τι ψάχνεις;
     Γύρισε τρομαγμένος και κοίταξε. Μπροστά του υπήρχε κάποιος, όμως δεν ξεχώριζε ποιος ήταν.
     - Ποιος είσαι εσύ; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης, παρ’όλη την τρομάρα του.
     - Είμαι φίλος.
     - Τι φίλος;
     - Φίλος. Πώς ξέμεινες τέτοια ώρα μονάχος στο δάσος;
     Και ο Κοκκινοσκουφάκης ξέχασε που του είχε πει η μαμά του να μην μιλήσει σε κανέναν στον δρόμο και του τα είπε όλα του άγνωστου φίλου.
     - Καημένο παιδί, είπε εκείνος, πόσο ταλαιπωρήθηκες! Αν θέλεις, μπορείς να έρθεις μέχρι το σπίτι μου που είναι εδώ παραπέρα, να κοιμηθείς μέχρι το πρωί και ύστερα να φύγεις να πας στη μαμά σου.
     - Εντάξει, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης και ακολούθησε τον νέο του φίλο.
     Προχώρησαν λίγο και έφτασαν σε ένα μικρό ξέφωτο. Εκεί δεν υπήρχαν δέντρα για να εμποδίζουν το φως του φεγγαριού.
     - Γιατί είσαι τόσο τριχωτός; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
     - Για να μην κρυώνω.
     Συνέχισαν να περπατάνε και ύστερα από λίγο έφτασαν σε άλλο ξέφωτο.
     - Γιατί έχεις μυτερά αυτιά; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
     - Επειδή μου τα τραβούσε η μάνα μου όταν ήμουν μικρός.
     Προχώρησαν λίγο ακόμα και τότε ο Κοκκινοσκουφάκης άρχισε να διακρίνει ένα σπιτάκι.
     - Φτάσαμε, είπε ο φίλος.
     - Α, μα γιατί έχεις και τόσο μεγάλο στόμα; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
     - Για να γελάω! είπε ο φίλος, ουουουουουουουουουχαχαχαχα!.....
     Και τότε ο Κοκκινοσκουφάκης κατάλαβε ότι ο φίλος ήταν λυκάνθρωπος. Το αίμα του πάγωσε και δεν μπορούσε να κουνηθεί.
     - Μη φοβάσαι, του είπε ο λυκάνθρωπος, δεν θα σε πειράξω. Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους. Εμένα μου αρέσει μόνο να κάνω αστεία και να γελάω. Οι άλλοι λυκάνθρωποι με κοροϊδεύουν και δεν έχω κανέναν φίλο.
     - Και εμένα με κοροϊδεύουν τα άλλα παιδιά που φοράω το σκουφί που μου έφτιαξε η μαμά μου, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης.
     - Θέλεις να γίνουμε φίλοι; ρώτησε ο λυκάνθρωπος.
     - Ναι, αμέ, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης. Πώς σε λένε;
     Και έτσι ξεκίνησε μία φιλία περίεργη, μία φιλία ασυνήθιστη, αλλά και τόσο αναγκαία για τα δύο μοναχικά πλάσματα, που από τότε έγιναν πραγματικά αχώριστοι.
     Και η μαμά του Κοκκινοσκουφάκη τι έγινε; Α, η μαμά πήρε τα χάπια και έγινε καλά και τόση ήταν η χαρά της που ο γιος της απόκτησε έναν φίλο, έστω και λυκάνθρωπο, που έπλεξε ένα κόκκινο σκουφάκι και για εκείνον.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

Επαγγελματική ευκαιρία



     Ο διευθυντής της εφημερίδας σήκωσε το τηλέφωνο.
     - Θα πιείτε καφέ; ρώτησε.
     - Ευχαριστώ, αλλά έχω ήδη πιει, απάντησε ο Πινόκιο.
     - Μερόπη, φέρε μου, σε παρακαλώ, τον καφέ μου και δύο ποτήρια νερό.
     Έκλεισε το τηλέφωνο.
     - Όπως σας έλεγα, λοιπόν, η "Αλήθεια" για εμένα είναι κάτι περισσότερο από εργασία, είναι η κληρονομιά του πατέρα μου, και γι'αυτό δε θα ήθελα ποτέ να ξεπέσει. Είναι το προσωπικό μου στοίχημα, αν θέλετε, να διατηρήσει την αναγνωσιμότητά της και να παραμείνει στις πρώτες θέσεις της δημοσιογραφίας. 
     Ο Πινόκιο κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
     - Συνεπώς, συνέχισε ο διευθυντής, δεν μπορώ να αφήσω τίποτα στην τύχη και φροντίζω να ελέγχω τα πάντα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να εργάζομαι ατελείωτες ώρες, και να μη με βλέπει το σπίτι μου.
     Ο Πινόκιο δε μίλησε.
     - Φυσικά, δεν έχω την ίδια απαίτηση από τους συνεργάτες μου, ίσα-ίσα που καταλαβαίνω ότι υπάρχουν και υποχρεώσεις εκτός δουλειάς, αλλά, από ό,τι διαβάσατε και στην αγγελία, η αφοσίωση είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που εκτιμώ ιδιαίτερα σε έναν συνεργάτη.
     Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Μία ηλικιωμένη, ελαφρώς καμπουριασμένη, γυναίκα με ένα δίσκο στα χέρια της εμφανίστηκε. Φορούσε ένα σκουρόχρωμο ταγιέρ και είχε τα μαλλιά της πιασμένα κότσο. Η ηλικιωμένη πήγε αργά μέχρι το γραφείο. Ο δίσκος έτρεμε και το περιεχόμενό του κροτάλιζε ελαφρά.
     - Πάλι σου χύθηκε ο καφές, παρατήρησε ο διευθυντής.
     - Λεφτά θα πάρεις, αποκρίθηκε εκείνη.
     Η ηλικιωμένη γυναίκα έφυγε σέρνοντας τα πόδια της και έκλεισε πίσω της την πόρτα.
     - Αυτό εννοώ, όταν μιλάω για αφοσίωση, είπε ο διευθυντής, δείχνοντας προς την πόρτα. Η κυρία Μερόπη δουλεύει εδώ από όταν ήμουν παιδί, την κληρονόμησα, κατά κάποιον τρόπο, μαζί με την εφημερίδα και δεν μπορώ να διανοηθώ το γραφείο χωρίς εκείνη. Θα μπορούσε να έχει βγει στη σύνταξη εδώ και χρόνια, κι όμως εκείνη βρίσκεται πάντα εδώ, πιστή σαν τον Άργο του Οδυσσέα. 
     Ο διευθυντής πήρε το φλυτζανάκι με το μισοχυμένο καφέ μπροστά του και ύστερα έπιασε ένα πακέτο με τσιγάρα, που βρισκόταν ακριβώς δίπλα του.
     - Σας πειράζει αν καπνίσω; ρώτησε τυπικά, ενώ άνοιγε το πακέτο.
     Μια έκφραση τρόμου είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του Πινόκιο.
     - Μα εσείς ασπρίσατε! είπε ο διευθυντής και έμεινε με το χέρι που κρατούσε τον αναπτήρα μετέωρο. Τι σας συμβαίνει;
     - Ξέρετε, είπε ο Πινόκιο, έχω μια ανεξήγητη φοβία με τις φωτιές, όσο μικρές κι αν είναι. Είναι κάτι που δεν μπορώ να το ελέγξω.
     - Αλήθεια; Τι μου λέτε! 
     - Ναι, να φανταστείτε, ούτε τη θέα του καπνού δεν αντέχω.
     - Κάποιο παιδικό τραύμα, ενδεχομένως;
     - Δεν ξέρω, μπορεί.
     - Εντάξει, λοιπόν, δεν θα καπνίσω, δε χάθηκε και ο κόσμος. Ας έρθουμε στο θέμα μας. Μιλήστε μου για εσάς.
     - Δε μου αρέσει να μιλάω για τον εαυτό μου, είπε ο Πινόκιο και έξυσε ελαφρά τη μύτη του, εξάλλου τα λέει όλα το βιογραφικό μου.
     Ο διευθυντής έπιασε στα χέρια του το βιογραφικό και στερέωσε καλύτερα τα γυαλιά του, που είχαν γλιστρήσει λίγο.
     - Ναι, το διάβασα και είναι αρκετά εντυπωσιακό, είπε. Σπουδές στις πολιτικές επιστήμες, μεταπτυχιακά στα οικονομικά, σπουδές δημοσιογραφίας, και όλα αυτά σε πανεπιστήμια της Ιταλίας...
     - Ναι, εκεί γεννήθηκα.
     - Στην Ιταλία; Α, ωραία χώρα!
     - Ναι.
     - Είχα πάει πριν από κάποια χρόνια, για να πάρω συνέντευξη από τον Πάπα.
     - Αλήθεια;
     - Για να είμαι ειλικρινής, όχι ακριβώς. Αλλά τότε τα είχα με μια ανερχόμενη τραγουδίστρια και της είχα υποσχεθεί ρομαντικό ταξιδάκι στην αιώνια πόλη.
     - Δεν καταλαβαίνω: και ο Πάπας τι σχέση είχε με αυτό;
     - Δεν μπορούσα να πω την αλήθεια στη γυναίκα μου, έπρεπε να βρω μια δικαιολογία.
     - Α, μάλιστα! Και με τη συνέντευξη τι έγινε;
     - Τι να γίνει; Ούτε στο μπαλκόνι του δεν τον είδα τον Πάπα! Έκανα, όμως, ένα φωτογραφικό αφιέρωμα στις γέφυρες του Τίβερη, μεγάλη επιτυχία!
     - Και στη γυναίκα σας τι είπατε; 
     - Την αλήθεια: ότι τελικά δεν κατάφερα να τον δω τον Πάπα.
     - Όλα καλά, λοιπόν... Και η ανερχόμενη;
     - Η ανερχόμενη δεν είναι πλέον ανερχόμενη. Έχει γίνει πρώτο όνομα και τραγουδάει στις μεγαλύτερες πίστες. Στις τελευταίες εκλογές, δε, της πρότειναν και συνεργασία με ένα από τα μεγάλα κόμματα... Ας επανέλθουμε, όμως, στο βιογραφικό σας. Βλέπω εδώ ότι έχετε εργαστεί και στην τηλεόραση.
     - Ναι, είπε ο Πινόκιο, είχα την ευθύνη του πολιτικού ρεπορτάζ στο δελτίο ειδήσεων της RAI. Αλλά, το βλέπετε, εξάλλου, και στο βιογραφικό, δεν χρειάζεται να τα επαναλαμβάνω εγώ.
     - Ναι, ναι, το βλέπω... σας συμβαίνει κάτι; Γιατί ξύνεστε;
     - Δεν είναι τίποτα, αλλεργίες...
     - Α, ξέρω, έχω κι εγώ, στις αντζούγιες και στα αμύγδαλα. Τούμπανο γίνομαι άμα φάω. Με πιάνει δύσπνοια, κλείνει ο λαιμός μου, βραχνιάζει η φωνή μου, με πιάνει βήχας... Δράμα η κατάσταση! Ευτυχώς, έχω πάντα κοντά μου αντιισταμινικά, για παν ενδεχόμενο. 
     Άνοιξε ένα συρτάρι στα αριστερά του και έβγαλε ένα κουτάκι με χάπια.
     - Για του λόγου το αληθές, είπε και ξανάβαλε το κουτάκι στο συρτάρι. Έχω και ένεση αδρεναλίνης, πρόσθεσε. 
     Ο Πινόκιο ένευσε με το κεφάλι.
     - Εργαστήκατε, βλέπω, και στην Corriere de la sera, συνέχισε ο διευθυντής.
     - Μ...άλιστα.
     - Τρία χρόνια... μα, δε μου λέτε, έτσι ακριβώς ήταν η μύτη σας όταν ήρθατε;
     - Τι εννοείτε; είπε ο Πινόκιο και κάλυψε τη μύτη του βιαστικά με το χέρι του.
     - Μην τρομάζετε, δεν έχει τίποτα, απλώς είναι - πώς να το πω; - αρκετά εντυπωσιακή. Θα σας το έχουν ξαναπεί, άλλωστε. Μία τέτοια μύτη δεν περνάει ποτέ απαρατήρητη.
     - Μάλλον, είπε ο Πινόκιο και κατέβασε το χέρι του.
     Ένα δυνατό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα.
     - Περάστε! είπε ο διευθυντής.
     Ένας νέος άντρας μπήκε στο γραφείο κρατώντας ένα λάπτοπ.
     - Έτοιμο το αυριανό φύλλο, κύριε Διευθυντά, είπε ο νεαρός και πλησίασε στο γραφείο του. Σας έφερα να δείτε το πρωτοσέλιδο.
     - Α, ωραία, ευχαριστώ, είπε ο διευθυντής, και πήρε στα χέρια του το λάπτοπ. Μα, πώς ανοίγει αυτός ο διάολος;
     - Χρειάζεστε βοήθεια; ρώτησε ο νεαρός. Ορίστε, πατήστε εδώ.
     - Δε θα τη μάθω ποτέ τη νέα τεχνολογία... Χμμμ, για να δούμε, λοιπόν, α, καλό φαίνεται. "Αποκάλυψη τώρα: στα άδυτα του χρηματοκιβωτίου του Σκρουτζ Μακ Ντακ". Μη μου πεις ότι μπήκαμε στο χρηματοκιβώτιο του Σκρουτζ Μακ Ντακ;
     - Όχι μέσα, αλλά έχουμε φωτογραφία της εισόδου.
     - Ναι, αλλά τι σας έχω πει; Μην τα δίνουμε όλα από τον τίτλο! Άσε που αν δει το όνομά του ο Σκρουτζ Μακ Ντακ, θα μας κάνει μήνυση...
     - Πού να το δει, καλέ; Αφού με τόση οικονομία που κάνει δεν αγοράζει εφημερίδες.
     - Δεν αγοράζει, αλλά διαβάζει δωρεάν τα πρωτοσέλιδα στα περίπτερα. Θα μας κάνει μήνυση, σου λέω! 
     - Σιγά μην ξοδέψει λεφτά για να μας κάνει μήνυση! 
     - Εσείς οι νέοι νομίζετε πως τα ξέρετε όλα! Σε πληροφορώ ότι έχει έναν ψωμόλυσσα δικηγόρο που τον πληρώνει με κουπόνια φαγητού της φοιτητικής εστίας των ΤΕΙ.
     - Και λοιπόν;
     - Για έναν δίσκο με φακές, σαλάτα, τυρί και μήλο, του κάνει μέχρι και κωλοτούμπες.
     - Καλά, και πού τα βρίσκει ο Σκρουτζ τα κουπόνια φαγητού;
     - Τον είχαν κάνει επίτιμο διδάκτορα κάποτε και διατήρησε τον τίτλο του. Αλλά, ας μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας: το όνομα του Σκρουτζ βγαίνει από τον τίτλο, δεν το συζητάω! "Αποκάλυψη τώρα: στα άδυτα του χρηματοκιβωτίου πασίγνωστου μεγιστάνα", αρκεί. Αλήθεια, με εκείνες τις τόπλες φωτογραφίες της Κλάραμπελ τι έγινε;
     - Τις έχουμε έτοιμες για το επόμενο φύλλο.
     - Κοιτάξτε μην μπερδευτείτε πάλι και τις βάλετε μαζί με τα αθλητικά... "Οι 10 τοπ προορισμοί για το καλοκαίρι", αυτό τι είναι;
     - Το αφιέρωμα στα ελληνικά νησιά που έχουμε ετοιμάσει. Το εγκρίνατε την προηγούμενη εβδομάδα, θυμάστε;
     - Ναι, αλλά τι τίτλος είναι αυτός; Ποιος θα θέλει να αγοράσει την εφημερίδα έτσι; "Το καλοκαίρι του τρόμου. Σοκ και δέος", αυτόν τον τίτλο να βάλετε!
     - Και τι θα γράφει το άρθρο;
     - Τα ίδια που γράφει και τώρα.
     - Και τι σχέση έχει αυτός ο τίτλος με το περιεχόμενο του αφιερώματος;
     - Άμεση. Προσθέστε δυο-τρεις παραγράφους στο τέλος για τις μωβ μέδουσες και για την ακρίβεια στη βενζίνη, τα εισιτήρια, τα καταλύματα και τα εστιατόρια, και έτοιμο! Δεν προκαλούν σοκ και δέος όλα αυτά σε έναν οικογενειάρχη που ονειρεύεται μερικές μέρες διακοπών σε κάποιο ελληνικό νησί;
     - Έχετε δίκιο, κύριε Διευθυντά...
     - Μα, όλα εγώ θα σας τα λέω; Και αυτό εδώ τι είναι;
     - "Η Άριελ χωρίς ίχνος ρετούς - αποκλειστικές φωτογραφίες". Επάνω αριστερά δεν είχατε πει να μπει;
     - Ναι. Βγήκαν καλές οι φωτογραφίες;
     - Αρκετά καλές, αλλά, τελικά, χρειάστηκε να κάνουμε και λίγο ρετούς. Η γωνία λήψης δημιουργούσε περίεργες σκιές που θύμιζαν προγούλι.
     - Ε, και; Αφού έχει παχύνει, δεν έχει παχύνει;
     - Ναι, αλλά δεν έχει προγούλι. Μην ανησυχείτε, όμως, της φαρδύναμε λίγο τους γοφούς...
     - Πόσο λίγο;
     - Ελάχιστα. Ίσα που να αντισταθμίσουμε το ρετούς στο προγούλι.
     - Φιρί-φιρί το πάτε να τη φάμε τη μήνυση.
     - Μην ανησυχείτε, έτσι όπως της φτιάξαμε τους γοφούς φαίνεται πολύ πιο σέξι, θα μείνει και ικανοποιημένη.
     - Τέλος πάντων. Να κάνετε τις διορθώσεις που είπα και να πάει τυπογραφείο αμέσως.
     - Μάλιστα. 
     Ο νεαρός έφυγε και έκλεισε την πόρτα. Ο διευθυντής κοίταξε τον Πινόκιο και αναστέναξε.
     - Όλα από τα χέρια μου περνάνε, αλλά τι να γίνει; Ας επανέλθουμε, όμως, στη συνέντευξή σας. Το βιογραφικό σας είναι εντυπωσιακό, όπως σας έλεγα, και θα ήθελα να σας προσλάβω δοκιμαστικά, αφού προηγουμένως σας τονίσω ότι όλοι εδώ τιμάμε το όνομα της εφημερίδας μας και με το παραπάνω: η αλήθεια είναι πάνω απ'όλα.
     - Συμφωνώ, είπε ο Πινόκιο και έξυσε λίγο τη μύτη του.
     - Η αλλεργία σας πάλι; ρώτησε ο διευθυντής.
     - Ναι.
     - Μα η μύτη σας είναι πραγματικά πολύ μεγάλη, είστε σίγουρος ότι ήταν τόση προηγουμένως;  
     - Μ...ναι...
     - Τι έγινε μόλις τώρα; 
     - Δεν ξέρω, είπε ο Πινόκιο.
     Η μύτη του πλησίασε απειλητικά τη μύτη του διευθυντή. 
     - Πώς δεν ξέρετε; Δεν το βλέπετε κι εσείς ότι η μύτη σας μεγαλώνει; Μπροστά στα μάτια σας βρίσκεται!
     Ο Πινόκιο δεν ήξερε τι να πει.     
     - Νομίζω πως η συνέντευξή μας έφτασε στο τέλος της, είπε έντρομος ο διευθυντής. Θα σας ειδοποιήσουμε...
     - Ω, ποιον κοροϊδεύουμε; είπε ξεφυσώντας ο Πινόκιο. Το ξέρουμε κι οι δυο πολύ καλά ότι δε θα με προσλάβετε!
     - Όχι,.. δεν... δηλαδή, μου είστε συμπαθέστατος, αλλά η μύτη σας είναι ιδιαίτερα... επιθετική, μήπως να σκεφτόσασταν σοβαρά μια ρινοπλαστική;
     - Ας είναι, θα σας πω όλη την αλήθεια. Έχω μία σπάνια ιδιαιτερότητα: η μύτη μου μεγαλώνει κάθε φορά που λέω κάποιο ψέμα, ορίστε, το είπα!
     - Πρώτη φορά ακούω κάτι τόσο εξωφρενικά παράξενο.
     - Κι όμως, είναι η αλήθεια...
     - Και, δηλαδή, τόσην ώρα με έχετε φλομώσει στα ψέματα;
     - Απλώς πείραξα λίγο το βιογραφικό μου. Ούτε σπουδές έχω κάνει, ούτε έχω δουλέψει σε μεγάλες εφημερίδες, ούτε στην τηλεόραση. Αλλά ήθελα πολύ να εργαστώ ως δημοσιογράφος, και ήλπιζα να μου δοθεί μία ευκαιρία στην εφημερίδα σας.
     Ο διευθυντής ήπιε λίγο νερό και ανάσανε αργά. Είχε ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του.
     - Βλέπω ότι η μύτη σας μικραίνει και πάλι, έτσι γίνεται; ρώτησε.
     - Ναι, μικραίνει όταν λέω αλήθεια και μεγαλώνει όταν λέω ψέματα.
     - Μα τότε θα σας είναι σχεδόν αδύνατο να κρυφτείτε!
     - Είναι.
     Η μύτη του Πινόκιο είχε γίνει ξανά σχεδόν φυσιολογική σε μέγεθος. Ο διευθυντής αναστέναξε.
     - Κοιτάξτε, μου είστε πολύ συμπαθής και θα ήθελα να σας δώσω μια ευκαιρία. Φαντάζομαι ότι θα μπορείτε να δουλέψετε στην εφημερίδα μας, αρκεί, βέβαια, να περιοριστείτε στο να γράφετε μόνο την αλήθεια, τι λέτε;
     - Έχω μία έμφυτη ροπή προς το ψέμα.
     - Α, μα δε βοηθάτε και εσείς!
     - Προσπαθώ να είμαι ειλικρινής. Δεν πειράζει, σας ευχαριστώ πολύ για την καλή σας πρόθεση. Καλή σας μέρα.
     Ο Πινόκιο άπλωσε το χέρι του για να χαιρετήσει το διευθυντή.
     - Μισό λεπτό, είπε εκείνος. Με τη μυθοπλασία τι σχέση έχετε;
     - Δεν έχω ασχοληθεί ποτέ.
     - Ξέρετε, εδώ και λίγο καιρό σκέφτομαι να εμπλουτίσω την εφημερίδα με μία στήλη μυθοπλασίας και αναζητούσα συνεργάτη. Μη φανταστείτε κάτι απαιτητικό, ένα μονόστηλο κείμενο 150 λέξεων περίπου, έτσι, για την τέρψη των αναγνωστών. Τι θα λέγατε να το αναλαμβάνατε εσείς; Θα μπορείτε να γράφετε ό,τι θέλετε, χωρίς κανέναν περιορισμό, εκτός από αυτόν του αριθμού των λέξεων.
     - Σοβαρολογείτε; Υπάρχει τέτοια περίπτωση; Θα μου δώσετε αυτή την ευκαιρία;
     - Θα σας τη δώσω. Αλλά πείτε μου: η μύτη σας μεγαλώνει μόνο όταν λέτε ψέματα ή και όταν γράφετε;
     - Δεν το έχω προσέξει.
     - Εντάξει, τότε. Θα εργάζεστε για εμάς, αλλά - για καλό και για κακό - δεν θα έχετε γραφείο στην εφημερίδα. Τα κείμενά σας θα τα γράφετε στο σπίτι σας και θα μας τα στέλνετε μέσω μέιλ. Δε θα ήθελα σε καμία περίπτωση να σας πετύχει κάποιος επάνω στον... οίστρο σας. Και, κυρίως, δε θα ήθελα να σας δει η κυρία Μερόπη, είναι μεγάλη, η καημένη, έχει και την καρδιά της, καταλαβαίνετε...
     - Καταλαβαίνω, είπε ο Πινόκιο. Πότε ξεκινάω;

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

Εννέα χρόνια και εννέα μέρες

 

     Η Πίπη κοιτάζει το ημερολόγιο και συλλογιέται.
     - Εννέα χρόνια και εννέα μέρες, σκέφτεται. Βρε, πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια; Πότε ήταν που τα μάτια μου έβλεπαν κοντά λες και ήταν μικροσκόπια; Πότε ήταν που δύο βραδιές με γιαούρτι σήμαιναν δύο κιλά μείον;
     Εννέα χρόνια και εννέα μέρες, λοιπόν, όλα στη Χώρα του διαμερίσματος και στις όμορές της χώρες της μπροστινής και της πίσω βεράντας. Και πόσα ταξίδια δεν ξεκίνησαν σε αυτές μέσα τις χώρες! Ταξίδια μικρά, ταξίδια μεγάλα, ταξίδια στο μικρόκοσμο, ταξίδια στο διάστημα, σε δάση, βουνά, λίμνες, ποτάμια, ζούγκλες... Συνομιλίες με λουλούδια, δέντρα, ζώα, έντομα, αλλά και ανθρώπους...
     Και τότε είναι που η Πίπη συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν και άπειρα, μακρινά ταξίδια που έχει κάνει χωρίς καν να κουνηθεί από τη θέση της. Επειδή, δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει, εκτός από τους πιστούς ακολούθους της, που ποζάρουν καμαρωτοί στις κερκίδες της Οξείας Γλωσσοπάθειας (ογδόντα ένας νοματαίοι, την στιγμή που μιλάμε), υπάρχουν και πολλοί άλλοι, προφανώς, που την παρακολουθούν κρυμμένοι πίσω από ορθάνοιχτες εφημερίδες, φορώντας σκούρα γυαλιά.
     Είναι όλοι εκείνοι που δεν φαίνονται στις κερκίδες, αλλά που η Πίπη μπορεί και βλέπει τα ίχνη τους στα στατιστικά του μπλογκ. Και τα ίχνη των αναγνωστών που βλέπει η Πίπη δεν της αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία: η Πίπη είναι πολύ ταξιδιάρα! Έτσι, εκτός από όλα τα πέρατα της Ελλάδας, η Πίπη έχει "ταξιδέψει": στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σουηδία, την Ουκρανία, τη Γερμανία, τη Ρωσία, τον Καναδά, την Ινδονησία, την Ιρλανδία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, τη Ρουμανία, την Τουρκία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Σιγκαπούρη, την Ιαπωνία, την Πολωνία, τις Φιλιππίνες, το Βέλγιο, το Βιετνάμ, το Λουξεμβούργο, το Ιράν, τη Νότια Κορέα, την Σλοβακία, την Αυστραλία, την Τσεχία, την Πορτογαλία, το Χονγκ Κονγκ, την Ελβετία, την Βραζιλία, την Αίγυπτο, την Ιταλία, το Μεξικό, το Πακιστάν, την Κίνα, το Περού, την Ινδία, τη Δανία, τη Λιθουανία, την Εσθονία, τη Μολδαβία, την Ισπανία, την Αργεντινή, τη Βενεζουέλα, την Ουρουγουάκη, τη Νότια Αφρική, το Μαρόκο, τη Νιγηρία, την Αλγερία, την Κύπρο, τη Νορβηγία, την Ουγγαρία, την Αυστρία, τη Φινλανδία, αλλά και σε μία περιοχή που δεν εμφανίζεται στο χάρτη και αποδίδεται από τον blogger ως άγνωστη περιοχή, αφήνοντας υπόνοιες και για ταξίδια της Πίπης είτε στο διάστημα είτε στο υπερπέραν!
     Τζετ λαγκ την έπιασε την Πίπη από τα τόσα ταξίδια που έκανε και κάνει. Και φαντάζεται την υποδοχή που της επιφυλάσσει κάθε αναγνώστης που την καλεί, κατά κάποιον τρόπο, να του διηγηθεί τα όσα της συμβαίνουν. Πιθανότατα θα την υποδέχεται με μία αχνιστή κούπα καφέ στο χέρι (ίσως όχι στην Αγγλία - εκεί πιθανώς θα την περιμένει με τσάι και βουτήματα -, αλλά στην Βραζιλία σίγουρα), ή μπορεί να την υποδέχεται καθισμένος σε μία αναπαυτική πολυθρόνα, δίπλα σε ένα ανοιχτό, φωτεινό παράθυρο, με μια ανάλαφρη κουρτίνα που χορεύει στον αέρα. Μπορεί να έχει δίπλα του ένα μισάνοιχτο βιβλίο, με σελιδοδείκτη ή χωρίς, ή μπορεί να έχει στα πόδια του ένα αγαπημένο κατοικίδιο. Μπορεί να είναι άρρωστος, ανακαθισμένος σε ένα κρεβάτι, και να τρώει ζεστή σουπίτσα ή να πίνει κάποιο χρωματιστό χαπάκι. Μπορεί να κάνει ένα διάλειμμα από τη δουλειά του και το βλέμμα του να ταξιδεύει μακριά, πίσω από αστραφτερούς ουρανοξύστες, ή να χαζεύει κάποια επιβλητική, χιονισμένη βουνοκορφή στο βάθος, να ακολουθεί ένα κοπάδι ταξιδιάρικες χήνες στον ουρανό ή να μπερδεύεται σε ένα κοπάδι παιχνιδιάρικα σύννεφα, που αλλάζουν σχήματα σε ένα ουράνιο καρουζέλ. Μπορεί να είναι ένα κρύο πρωινό και να χουχουλιάζει στο κρεβάτι του κοιτάζοντας τα θολά τζάμια, ή μπορεί να είναι ένα παγωμένο, χειμωνιάτικο βράδυ και να την υποδέχεται δίπλα στο αναμμένο τζάκι, με ψημένα κάστανα και γλυκό κρασί. Μπορεί να κάνει ζέστη και να την υποδέχεται σε μία σκιερή βεράντα, πίνοντας μυρωδάτη, δροσερή λεμονάδα, ή κάτω από μία μεγάλη ομπρέλα θαλάσσης, ακούγοντας τη χαλαρωτική μουσική των κυμάτων. 
     Και η Πίπη νιώθει μεγάλη ευγνωμοσύνη για όλους τους αναγνώστες της Οξείας Γλωσσοπάθειας, ορατούς και "αόρατους", που την έχουν πάρει μαζί τους σε όλα αυτά τα θαυμαστά μέρη. Και θέλει να ευχαριστήσει όλον αυτόν τον κόσμο που την "προσκαλεί" στο σπίτι του ή στη δουλειά του - ή όπου αλλού, τέλος πάντων -, στέλνοντας ευχαριστήριες κάρτες, μόνο που δεν ξέρει τις διευθύνσεις, και οι κάρτες τελικά στοιβάζονται η μία επάνω στην άλλη. 
     Ακόμα και έτσι, όμως, η Πίπη αισθάνεται πάρα πολύ τυχερή. Τυχερή επειδή μπόρεσε να ταξιδέψει σε τόσα μέρη και να γίνει κοσμοπολίτισσα. Τυχερή επειδή ο δρόμος που ξεκίνησε πριν από εννέα χρόνια και εννέα μέρες δεν έχει φτάσει σε αδιέξοδο, αλλά συνεχίζεται και συνεχίζεται... Και μπορεί μερικές φορές το οδόστρωμα να είναι λίγο ταλαιπωρημένο, και παντού να χάσκουν λακκούβες και ίσως και τρύπες, μπορεί να υπάρχουν πεσμένοι κορμοί ή πεσμένα ηλεκτρικά καλώδια, μπορεί κάποιο μονοπάτι να το έχει καλύψει πυκνή βλάστηση, αλλά αν συνεχίσει να περπατάει αργά και προσεκτικά, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα μπορέσει να αποφύγει τις παγίδες και να προχωρήσει πολύ παραπέρα. Ποιος ξέρει τι την περιμένει κάτω από εκείνο εκεί το κουτσομπόλικο πλατάνι; Ποιος ξέρει τι θα συναντήσει επάνω σε εκείνο εκεί το ψηλομύτικο βουνό; Άραγε, τι θα μάθει πίσω από εκείνα εκεί τα χρυσαφιά τα σύννεφα;
     Το βλέμμα της Πίπης πέφτει τώρα επάνω στις κάρτες, που - γραμμένες με καλλιγραφικά γράμματα - στοιβάζονται η μία επάνω στην άλλη, και νιώθει μια μεγάλη σιγουριά: ότι θα βρεθεί ο τρόπος και ότι θα έρθει η στιγμή που οι κάρτες θα φτάσουν στους παραλήπτες τους. Και τόσο μεγάλη είναι αυτή η σιγουριά, που η Πίπη πασπαλίζει τις κάρτες και με λίγη χρυσόσκονη, ξέρετε, από εκείνη που αιωρείται κατά καιρούς στη Χώρα του διαμερίσματος.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Χίλια κι ένα βάσανα


     - Αχ! φώναξε ο Αχμέτ, πονάω!
     - Μην κουνιέσαι, παιδί μου, είπε η Γιασμίν, κάτσε λίγο ήσυχα, αλλιώς δε θα τυλίξω σωστά τον επίδεσμο και θα σου πέσει.
     - Μη, τσούζει! φώναξε ξανά ο Αχμέτ.
     - Μην κλωτσάς, θα με χτυπήσεις, είπε η Αϊσέ, που του καθάριζε το τραύμα στο γόνατο με ρακί.
     - Τσούζει, σου λέω!
     - Έτσι πρέπει, είπε η Γιασμίν, πώς αλλιώς θα καθαρίσει η πληγή;
     - Ας μην έκανες βλακείες, να μην χτυπούσες, είπε και η Αϊσέ.
     - Η αδερφή σου έχει δίκιο, είπε η Γιασμίν. Δεν σας έχουμε πει να μην παίρνετε το ιπτάμενο χαλί του πατέρα σας; Γιατί πρέπει, εσύ ειδικά, να κάνεις πάντα του κεφαλιού σου;
     - Μια βόλτα ήθελα να κάνω!
     - Ας πήγαινες με τα πόδια. Και, για να'χουμε καλό ρώτημα, τι δουλειά είχες στην άλλη άκρη της πόλης;
     - Τυχαία πήγα.
     - Σίγουρα; είπε η Γιασμίν. Για κοίταξέ με στα μάτια.
     - Ώχου, καλέ μαμά! Τι πράγματα είναι αυτά; Δεν είμαι μωρό!
     - Ακριβώς, δεν είσαι μωρό, είσαι κοτζάμ άντρας. Και σαν κοτζάμ άντρα σε ρωτάω: είσαι σίγουρος ότι πήγες τυχαία στην άλλη άκρη της πόλης, επάνω στο ιπτάμενο χαλί του πατέρα σου, που δεν έπρεπε να το έχεις πάρει εξαρχής;
     - Τυχαία, ναι!
     - Ορκίσου μου.
     - Ορκίζομαι στη Μέκκα.
     - Από την άλλη μεριά είναι η Μέκκα.
     - Μπερδεύτηκα από τη ζαλάδα. 
     - Βρε, δεν ντρέπεσαι να λες ψέματα στην ίδια σου τη μάνα, και να είσαι και έτοιμος να ορκιστείς από πάνω;
     Τα μάτια του Αχμέτ καρφώθηκαν στο μπανταρισμένο του γόνατο.
     - Και, δηλαδή, θέλεις να μου πεις ότι δεν πήρες το χαλί για να κάνεις επίδειξη στη Λεϊλά;
     - Ποια Λεϊλά; είπε ο Αχμέτ και έσκυψε ακόμα περισσότερο, για να μη φανεί ότι είχε αρχίσει να κοκκινίζει.
     - Μην κάνεις τον ανήξερο! Για τη Λεϊλά λέω, τη μικρή κόρη του Καλίλ, του γανωματή. Σε είδαν να ξεροσταλιάζεις κάτω από το παράθυρό της, ουκ ολίγες φορές, σαν το λύκο που μοιρολογάει το φεγγάρι!
     - Ναι, καλά... Και πώς κατάλαβαν ότι ήμουν εγώ, μέσα στα σκοτάδια;
     - Α, ώστε το ομολογείς!
     - Δεν ομολογώ τίποτα!
     - Μόλις τώρα ομολόγησες. Εγώ δεν είπα τι ώρα σε είδαν κάτω από το παράθυρό της, εσύ μίλησες για σκοτάδια!
     Ο Αχμέτ δαγκώθηκε.
     - Για κοτζάμ άντρα, μια χαρά σε ψάρεψε η μαμά, είπε η Αϊσέ, κρυφογελώντας.
     - Νόμιζες ότι δε θα το μάθουμε; Όλα τα ξέρουμε, και εγώ, και ο πατέρας σου!
     - Εμ, βέβαια, σας τα πρόλαβε το τζίνι!
     - Δεν χρειαζόμαστε το τζίνι για να μαθαίνουμε τι γίνεται στο σπίτι μας. Κι αν θέλεις να ξέρεις, από τους εμπόρους στην αγορά το έμαθε ο πατέρας σου.
     - Και από πότε άρχισε ο πατέρας μου να δίνει σημασία στα κουτσομπολιά των εμπόρων;
     - Του το είπε και ο ιμάμης στο τζαμί, και ο ιμάμης κουτσομπόλης είναι; Ορίστε, έτοιμος!
     - Φτου, σκόρδα! είπε η Αϊσέ και χασκογέλασε. Σαν γαμπρός με λευκό σαρίκι είσαι!
     - Θα σταματήσεις; είπε ο Αχμέτ. Δεν φέρνετε, λέω εγώ, το τζίνι να με γιατρέψει, που με ταλαιπωρείτε τόση ώρα με τα γιατροσόφια σας;
     - Ξέρεις πολύ καλά ότι το λυχνάρι δεν επιτρέπεται να το αγγίξει κανείς, είπε η Γιασμίν, άσε που ο πατέρας σου το κουβαλάει πάντα μαζί του. Εξάλλου, δεν χρειαζόμαστε βοήθεια, μια χαρά τα καταφέρνουμε μόνες μας.
     Ήχοι από ομιλίες ακούστηκαν από το βάθος του σαραγιού.
     - Γυναίκα, γύρισα! ακούστηκε η φωνή του Αλαντίν. Πού είσαι;
     - Εδώ είμαι, φώναξε η Γιασμίν, στο πίσω δωμάτιο, μαζί με τον κανακάρη μας.
     - Τι έκανε πάλι; είπε ο Αλαντίν και εμφανίστηκε στην είσοδο του δωματίου.
     Ο Αχμέτ κοιτούσε το πάτωμα. Η Αϊσέ μάζεψε τα σύνεργά της και βγήκε από το δωμάτιο, αφού προηγουμένως φίλησε σεβαστικά το χέρι του πατέρα της.
     - Πώς έγινες έτσι; ρώτησε ο Αλαντίν το γιο του. Με ποιον πάλευες πάλι;
     - Δεν πάλευα, είπε ο Αχμέτ.
     - Ε, τότε;
     - Δεν πάει το μυαλό σου; μπήκε στη μέση η Γιασμίν.
     - Τι εννοείς;
     - Πόσες φορές σου έχω πει να το κλειδώνεις το χαλί;
     - Μη μου πεις ότι πήρες το ιπτάμενο χαλί μου! είπε ο Αλαντίν στον Αχμέτ, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του. Πόσες φορές σας έχω πει ότι δεν μπορείτε να το παίρνετε χωρίς την άδειά μου;
     - Μια βόλτα πήγα να κάνω...
     - Σιωπή, που θα αντιμιλήσεις κιόλας!
     - Και πού να ακούσεις και το άλλο, συνέχισε η Γιασμίν.
     - Ποιο άλλο;
     - Ξέρεις πού τον μαζέψανε τον κανακάρη μας; Στην άλλη άκρη της πόλης!
     - Μη μου πεις ότι είχε πάει πάλι να δει την κόρη του γανωματή!
    - Τι με κοιτάς έτσι, δεν τον έστειλα εγώ!
     - Δεν μπορούσες να έχεις λίγο το νου σου;
     - Να σου θυμίσω ότι έχουμε εννιά παιδιά, και τα  τέσσερα είναι ήδη στην εφηβεία, ποιο να πρωτοπροσέξω;
     - Έχεις κι εσύ τα δίκια σου...
     - Να μην τα έχω; Για να μη μιλήσω για τα δέκα διαφορετικά φαγητά που φτιάχνω καθημερινά, για να ικανοποιήσω τα γούστα όλων εδώ μέσα!
     - Εγώ τρώω τα πάντα.
     - Ναι, αλλά τα παιδιά σου όχι. Ο Χαλίμ δεν τρώει κοτόπουλο, ο Μαχμούτ δεν τρώει μελιτζάνες, η Τζαμίλα τρώει μόνο ρύζι, χυλοπίτες και δαμάσκηνα, ο Χαφέζ ούτε να ακούσει για αγκινάρες, ο Σαμίρ σιχαίνεται τις μπάμιες, η Αϊσέ δεν τρώει σούπες, ο Αχμέτ τρώει μόνο κρέας και ιδιαίτερα κυνήγι, η Ναζίρα δεν τρώει πράσινα λαχανικά και ο Ρασίντ δεν τρώει χρωματιστά...
     - Κακώς μαγειρεύεις ξεχωριστό φαγητό για τον καθένα, είπε ο Αλαντίν, τι καμώματα είναι αυτά; Εγώ, όταν ήμουν μικρός δεν είχα την πολυτέλεια να επιλέγω.
     - Εσύ μεγάλωσες στην φτώχεια και δεν είχες επιλογές, πετάχτηκε ο Αχμέτ, εμείς γιατί θα πρέπει να περιοριστούμε, αφού έχουμε το τζίνι και μας τα παρέχει όλα;
     - Εσύ, κύριε, τι ζωή νομίζεις ότι σε περιμένει δίπλα στην κόρη του γανωματή; Νομίζεις ότι στο σπίτι της τρώνε κάθε μέρα κρέας; Με χόρτα του βουνού θα την βγάζεις, καψερέ! Θα βαρεθείς να κάνεις οικονομία! Ή νομίζεις ότι θα σας συντηρούμε εμείς; Για μαζέψου, αλλιώς θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα! Και άλλη φορά το ιπτάμενο χαλί δεν το ξαναπαίρνεις!
     - Ώχου, πια, σιγά το όχημα! Θα πηγαίνω όπου θέλω με τα πόδια!
     - Να πηγαίνεις με τα πόδια, να δούμε πόσο θα αντέξεις να πηγαινοέρχεσαι μέχρι την άκρη της πόλης, για να κάνεις καντάδες στην κόρη του γανωματή!
     - Δεν είναι ντροπή που ο πατέρας της είναι γανωματής. Κι ο δικός σου ο πατέρας ράφτης ήτανε.
     - Βρε, σου λέω, δεν κάνει αυτή για εσένα!
     - Ναι, αγόρι μου, πήρε το λόγο η Γιασμίν, δεν ταιριάζετε, θα το δεις και μόνος σου, μόλις σου περάσει ο ενθουσιασμός που νιώθεις τώρα...
     - Κάνεις λάθος, ταιριάζουμε και παραταιριάζουμε!
     - Μα, είσαι μικρός ακόμα για παντρειά.
     - Ε, όχι και μικρός, εσύ δεν έλεγες πριν ότι είμαι κοτζάμ άντρας;
     - Κοτζάμ άντρας, ναι, αλλά όχι για παντρειά.
     - Αλήθεια; Δηλαδή, πόσο ήταν ο μπαμπάς όταν σε παντρεύτηκε;
     - Μη συγκρίνεις τον εαυτό σου με εμένα, νεαρέ! είπε ο Αλαντίν. Εγώ ήμουν ένας μυαλωμένος νέος, δεν είχα το μυαλό μου πάνω από το κεφάλι μου!
     - Ναι, σιγά, απλώς εσύ είχες ένα μαγικό λυχνάρι και σου έκανε όλα τα χατήρια! Ας είχα κι εγώ ένα μαγικό λυχνάρι και θα έβλεπες!
     - Κατέβασε λίγο τον τόνο σου, παιδί μου, είπε η Γιασμίν, που είδε ότι το πρόσωπο του Αλαντίν είχε αρχίσει να κοκκινίζει επικίνδυνα.
     - Δεν ντρέπεσαι, κοτζάμ μαντράχαλος να μη σέβεσαι τον πατέρα σου; είπε ο Αλαντίν. Χάσου από τα μάτια μου, να μη σε βλέπω, που θέλεις και μαγικό λυχνάρι, τρομάρα σου!
     - Εννοείται πως θα φύγω, είπε ο Αχμέτ και σηκώθηκε, σιγά μην κάτσω εδώ να ακούω να με προσβάλλετε!
     Ο Αχμέτ έφυγε βιαστικά και ο Αλαντίν έμεινε μόνος του με τη Γιασμίν.
     - Αμ, θα σου τον κόψω εγώ το βήχα, μικρέ, είπε ο Αλαντίν. Θα σε στείλω να δουλέψεις στον Μασούντ τον κουτσό, να φτιάχνεις τεντζερέδες όλη μέρα, και τότε θα δεις πόσα απίδια βάζει ο σάκος! Αλλά εσύ φταις! απευθύνθηκε στη Γιασμίν. 
     - Εγώ θα την πληρώσω τώρα;
     - Τον έχεις παραχαϊδέψει, γι'αυτό και η γλώσσα του είναι μακρύτερη από το ζωνάρι που φοράει. Εγώ ποτέ δεν αντιμιλούσα στους μεγαλύτερους.
     - Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, η αλήθεια είναι ότι κι εμείς στην ηλικία του παντρευτήκαμε.
     - Και τι θα πει αυτό; Πρέπει να μιλάει με αυτόν τον τρόπο;
     - Όχι, εννοείται πως όχι, απλώς θέλω να πω ότι ίσως δεν έχει άδικο που θέλει να παντρευτεί...
     - Μα με την κόρη του Καλίλ, βρε γυναίκα; Θέλεις να συμπεθερέψουμε με αυτό το σόι;
     - Εγώ δεν κοίταξα το σόι σου όταν σε παντρεύτηκα...
     - Ούτε η Λεϊλά θα το κοιτάξει το σόι του Αχμέτ.
     - Ναι, αλλά να σου θυμίσω ότι εγώ ήμουν μια πριγκήπισσα.
     - Δηλαδή, κακόπεσες μαζί μου;
     - Όχι, αλλά...
     - Εννιά παιδιά σου έκανα, και αν δώσει ο Αλλάχ θα σου κάνω άλλα εννιά. Σου έφτιαξα το πιο όμορφο σαράι σε όλη την οικουμένη. Σε στόλισα με τα μεγαλύτερα και ακριβότερα πετράδια του κόσμου. Σε έντυσα με τα ακριβότερα και πολυτελέστερα υφάσματα. Τι άλλο θέλεις;
     - Δεν με κατάλαβες, θέλω να πω ότι παρ'όλο που ήμουν πριγκήπισσα και κανονικά έπρεπε να παντρευτώ πρίγκηπα, εγώ παντρεύτηκα εσένα που είσαι από ταπεινότερη γενιά και έχω μία υπέροχη ζωή. Έτσι μπορεί και ο Αχμέτ να παντρευτεί τη Λεϊλά, που είναι από ταπεινή οικογένεια, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα ευτυχήσει μαζί της...
     - Πώς, βρε γυναίκα; Χωρίς αυτά στα οποία είναι μαθημένος; Χωρίς λεφτά; Χωρίς σαράι; Χωρίς όμορφα ρούχα; Χωρίς πλουσιοπάροχα γεύματα καθημερινά;
     - Ε, δε θα τον αφήσουμε έτσι...
     - Τι εννοείς; Να τους συντηρούμε εμείς;
     - Εδώ που τα λέμε, δε θα κουραστούμε ιδιαίτερα. Αρκεί να αγγαρεύουμε το τζίνι πού και πού.
     - Δεν μπορώ να ενοχλώ το τζίνι και για τον Αχμέτ, άσε μην το πιάσει το στριμμένο του και μας σκάσει καμιά απεργία στα καλά καθούμενα...
     - Απεργία; Γίνεται αυτό;
     - Ιδέα δεν έχω. Αλλά με αυτούς που έχει μπλέξει, ποτέ δεν ξέρεις...
     - Κι εσένα τι σε έπιασε να του το επιτρέψεις;
     - Έλα μου ντε! "Αφέντη", μου λέει μια μέρα "είμαι πιστός σου υπηρέτης όλα αυτά τα χρόνια χωρίς να σου έχω ζητήσει τίποτα, ήρθε όμως η ώρα να σου ζητήσω κι εγώ μια χάρη". Με έριξε στο φιλότιμο. "Τι χάρη;", τον ρωτάω. "Άσε με να γραφτώ στο σωματείο", μου είπε. Ε, δε φαντάστηκα ότι θα ήταν κάτι τόσο τρομερό και του το επέτρεψα. Φαντάστηκα ότι σωματείο ήταν ένα μέρος που πας μία στο τόσο με τους φίλους σου, και πίνετε ρακί, παίζετε σκάκι και καπνίζετε και κανέναν ναργιλέ. Πού να φανταστώ ότι στο σωματείο θα του φούσκωναν τα μυαλά και θα ζητούσε οκτάωρα και άδειες;
     - Άντε να το μαζέψεις τώρα!
     - Και όσο θυμάμαι τι καλόβολο, τι σεβαστικό που ήταν... Να τον ακούσεις τώρα πώς αυθαδιάζει: σαν τον Αχμέτ και χειρότερα!
     - Πού είναι τώρα; Θα χρειαστεί να αλλάξω διακόσμηση στη μεγάλη σάλα.
     - Δεν ξέρω, πάντως στο λυχνάρι δεν είναι. Μια ώρα το έτριβα το πρωί, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση.
     - Λες να μας εγκατέλειψε;
     - Όλα τα περιμένω πλέον.
     - Λες να βρει άλλο αφέντη;
     - Αυτό να μην το λες ούτε για αστείο. Δεν φτάνει που με απειλεί ότι θα μαζέψει τα μπογαλάκια του και θα φύγει...
     - Μπορεί να το κάνει αυτό;
     - Φαίνεται ότι μπορεί, ξέρω εγώ; Οι φίλοι του οι συνδικαλιστές του είπαν ότι κάθε μέλος του σωματείου έχει το δικαίωμα της επιλογής αφέντη, αλλά και το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης.
     - Κι αν μας αφήσει, τι θα κάνουμε; Πώς θα πορευτούμε;
     - Μάλλον θα πουλήσουμε μερικά από τα πετράδια που έχουμε και θα ζήσουμε, μην ανησυχείς.
     - Θα είναι δύσκολα τα πράγματα, πάντως.
     - Θα είναι, αλλά δες και το καλό της υπόθεσης: θα γλιτώσουμε τα συμπεθεριάσματα με τον Καλίλ. Σιγά μη θέλει να συμπεθερέψει με έναν φτωχό, ξεπεσμένο Αλαντίν και να δώσει την κόρη του στον ακαμάτη τον Αχμέτ.
     - Θα του στοιχίσει πολύ του παιδιού.
     - Ας του στοιχίσει, θα το ξεπεράσει. Άσε που θα μάθει, επιτέλους, να τρώει και τα πάντα, αυτό πού το βάζεις;
     - Σωστό κι αυτό, είπε η Γιασμίν.
     - Ένα πρόβλημα μείον, είπε και ο Αλαντίν.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

Για καλό σκοπό



     - Πώς λέγεστε; ρώτησε ο ένας από τους τρεις κριτές, αυτός με τη φαλάκρα και το παχύ μουστάκι.
     - Κρουστάλλω Καρακαηδόνα, απάντησε η διαγωνιζόμενη.
     - Πώς είπατε;
     - Κρουστάλλω Καρακαηδόνα, επανέλαβε.
     - Δύσκολο όνομα για κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με το τραγούδι, σχολίασε ο κριτής. Καταλαβαίνετε ότι μάλλον θα χρειαστεί να το αλλάξετε, αν ονειρεύεστε να κάνετε καριέρα. 
     - Λέτε;
     - Ε, δεν είναι πολύ εύηχο...
     - Δεν έβηξα.
     - Ποιος μίλησε για βήχα;
     - Δε με ρωτήσατε αν βήχω;
     - Όχι, δεν καταλάβατε, εύηχο είπα, όχι βήχω, κανείς δε μίλησε για βήχα...
     - Με μπερδέψατε λίγο, δεν είμαι και τόσο καλή στις ξένες γλώσσες.
     - Ωχ! είπε χαμηλόφωνα ο κριτής με το βαμμένο πορτοκαλί μαλλί.
     - Θα μπορούσε να το κάνει Κρύσταλ, παρενέβη η κριτής με τα μωβ ρούχα και τα ασορτί μωβ γυαλιά.
     - Να αλλάξω το όνομά μου, εννοείτε; ρώτησε η διαγωνιζόμενη. 
     - Μάλλον.
     - Και πώς να το κάνω, είπατε;
     - Κρύσταλ.
     - Κρύσταλ Καρακαηδόνα; Τι να πω; Αν πρέπει, θα το αλλάξω.
     - Το Καρακαηδόνα σκέφτεστε να το κρατήσετε; ρώτησε ο πρώτος κριτής.
     - Τι; Να το αλλάξω κι αυτό; Και πώς θα ξέρουν όλοι ότι είμαι του Καρακαηδόνα η κόρη;
     - Τέλος πάντων, παρενέβη ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί, ας αφήσουμε προς το παρόν τα ονόματά σας και ας επικεντρωθούμε στο θέμα μας. Γιατί βρίσκεστε εδώ;
     - Μα, για να κερδίσω, φυσικά!
     - Έτσι λένε οι περισσότεροι, μουρμούρισε η κριτής με τα μωβ.
     - Τι θα μας τραγουδήσετε; ρώτησε ξεροβήχοντας ο φαλακρός κριτής με το παχύ μουστάκι.
     - Θα σας τραγουδήσω την άρια της βασίλισσας της νύχτας, από το Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ.
     - Α, κλασσικό τραγούδι!
     - Ε, εντάξει, θα προτιμούσα κάτι πιο κλασσικό, για να είμαι ειλικρινής...
     - Όπως;
     - Βασικά, το "Υπάρχω" ήθελα να τραγουδήσω. 
     - Σε ποιο "Υπάρχω" αναφέρεστε; Δε θυμάμαι κλασσικό κομμάτι με αυτόν τον τίτλο...
     - Μα, τι λέτε; Δεν ξέρετε το "Υπάρχω" του Καζαντζίδη;
     - Του Καζαντζίδη;
     - Φυσικά! Υπάρχει κάποιος κλασσικότερος του Καζαντζίδη;
     - Α, τώρα μάλιστα, μουρμούρισε ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί. Τα πιάσαμε τα λεφτά μας!
     - Θα ζητήσω βαρέα και ανθυγιεινά, είπε και η κριτής με τα μωβ.
     - Και γιατί τελικά δεν επιλέξατε το "Υπάρχω"; ρώτησε ο φαλακρός κριτής. Μήπως δεν ταιριάζει στη φωνή σας;
     - Όχι, καλέ, μια χαρά ταιριάζει! Αλλά η κολλητή μου επέμενε ότι η άρια της βασίλισσας της νύχτας είναι πιο εντυπωσιακή και δεν ήθελα να της χαλάσω το χατήρι.
     - Α, ώστε έτσι...
     - Έτσι. 
     - Και, δηλαδή, έχετε σπουδάσει κλασσικό τραγούδι; ρώτησε ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί.
     - Τι εννοείτε; 
     - Έχετε κάνει μαθήματα σε ωδείο, για παράδειγμα;
     - Όχι, αλλά έχω κάνει στο σχολείο.
     - Α, πήγατε σε μουσικό σχολείο!
     - Όχι, καλέ, στο σχολείο της γειτονιάς μου πήγα!
     - Και τότε πώς κάνατε τα μαθήματα στο σχολείο;
     - Με το δάσκαλο, πώς αλλιώς;
     - Δε θα συνεννοηθούμε, μου φαίνεται, μουρμούρισε ο φαλακρός κριτής.
     - Άσ'την να τραγουδήσει, να τελειώνουμε, του είπε χαμηλόφωνα η κριτής με τα μωβ.
     - Μα δεν ακούς; είπε λίγο δυνατότερα ο φαλακρός κριτής.
     - Πώς, πώς, σας ακούω, είπε η διαγωνιζόμενη.
     - Α, καλά! είπε η κριτής με τα μωβ.
     - Ε, δηλαδή, ναι, δε με καταλάβατε..., είπε ο φαλακρός κριτής. Μπορείτε να τραγουδήσετε, εννοώ.
     - Φυσικά και μπορώ, γι'αυτό ήρθα εξάλλου!
     - Α, δε θα τελειώσουμε σήμερα, είπε ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί. Δεσποινίς Καρακαηδόνα...
     - Μπορείτε να με φωνάζετε και Κρύσταλ Καρακαηδόνα, δε με πειράζει καθόλου, θα το συνηθίσω...
     - ...Είστε σίγουρη ότι έχετε έρθει στο σωστό μέρος;
     - Το X-factor δεν είναι εδώ;
     - Ναι, αλλά μήπως θα σας ταίριαζε καλύτερα κάτι άλλο; Όχι, τίποτ'άλλο, για να αποφύγουμε τυχόν τραυματισμούς...
     - Ποιους τραυματισμούς; Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε.
     - Ακουστικούς, ψυχικούς... 
     - Ο συνάδελφος αστειεύεται, είπε η κριτής με τα μωβ. Αλλά, κατά σύμπτωση, το στούντιο του Master-chef είναι εδώ παραδίπλα...
     - Αυτό με τους μάγειρες λέτε; Α, μα εμένα δε μου αρέσει το μαγείρεμα! Αφήστε που θα μπορούσα να κοπώ με κανένα μαχαίρι...
     - Υπάρχει και το Shopping star. Αυτό είναι ακριβώς δίπλα.
     - Καλό είναι το shopping star, δε λέω, το παρακολουθώ, αλλά το έπαθλο είναι μικρό, σιγά τη βοήθεια, τι να τα κάνω τα χίλια ευρώ; Δεν φτάνουν ούτε για ζήτω!
     - Ώστε χρειάζεστε μεγάλο ποσό...
     - Φυσικά, πώς αλλιώς θα παντρευτώ;
     - Έχετε σκοπό να παντρευτείτε;
     - Αμ'τι, στο ράφι θα μείνω;
     - Δηλαδή, θέλετε να κερδίσετε, για να πάρετε τα λεφτά και να παντρευτείτε;
     - Ναι.
     - Δε θέλετε να κάνετε καριέρα;
     - Τι να την κάνω την καριέρα όταν έχω άντρα;
     - Πολύ περίεργη συλλογιστική.
     - Όχι, δεν τα έχω με λογιστή.
     - Ποιον λογιστή;
     - Δε με ρωτήσατε αν τα έχω με λογιστή;
     - Όχι βέβαια! Συλλογιστική είπα, όχι λογιστή.
     - Σας είπα ότι δεν το έχω με τις ξένες γλώσσες.
     - Φιμώστε την, είπε χαμηλόφωνα ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί.
     - Θέλω να πω ότι η καριέρα δεν έχει καμία σχέση με τον άντρα, είπε η κριτής με τα μωβ ξεροβήχοντας, για να καλύψει ένα γέλιο που της γαργαλούσε επίμονα το λαιμό.
     - Και πώς δεν έχει! Ο Σπύρος μου το είπε ξεκάθαρα, η δικιά του η γυναίκα δε θα δουλεύει.
     - Ποιος είναι ο Σπύρος;
     - Ο Σπύρος ο Κόρακας, καλέ, το τεκνό που έχει τον πάγκο στη λαϊκή!
     - Και τι μας νοιάζει εμάς ο Σπύρος ο Κόρακας;
     - Εσάς μπορεί να μη σας νοιάζει, αλλά με νοιάζει εμένα! Τον Σπύρο θα παντρευτώ!
     - Αυτός το ξέρει; πετάχτηκε ο κριτής με το πορτοκαλί μαλλί.
     - Πώς δεν το ξέρει, καλέ, αφού του το είπα! Αλλά για να τον παντρευτώ θα χρειαστώ προίκα.
     - Δεν έχει καταργηθεί η προίκα;
     - Τι να σας πω, αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι η Ντίνα του Κουτρουβάλα, που έχει προίκα μισή πλαγιά και τρεις χιλιάδες γιδοπρόβατα, πάει να μου τον φάει!
     - Ο Σπύρος έχει άποψη επί του θέματος;
     - Ποιου επιθέματος; Δεν καταλαβαίνω.
     - Επί του θέματος, λέω! Τι γνώμη έχει ο Σπύρος για την Ντίνα του Κουτρουβάλα;
     - Α, καλέ, τι να ξέρει ο Σπύρος; Αυτός είναι ζαγάρι! Αλλά σίγουρα δεν είναι ο τύπος που του αρέσει να ζει κάνοντας οικονομία, είναι και η μισή πλαγιά και οι τρεις χιλιάδες γιδοπρόβατα στη μέση, οπότε μπορεί να μου την κάνει την κουτσουκέλα.  Γι'αυτό σας λέω: θα κερδίσω το έπαθλο και σιγά μετά μη γυρίσει ο Σπύρος να της ρίξει δεύτερη ματιά της Ντίνας του Κουτρουβάλα! Που είναι και στραβοκάνα! 
     - Και, δηλαδή, θα παντρευτείτε τον Σπύρο τον Κόρακα;
     - Ε, τι λέμε τόσην ώρα; Θα γίνω κυρία Κόρακα, με δόξα και τιμή!
     - Και, δηλαδή, θα λέγεστε Κρουστάλλω Κόρακα;
     - Λέτε να κρατήσω και το πατρικό μου; Πολλές το κρατάνε... Αλλά, να το κάνω Καρακαηδόνα-Κόρακα ή Κόρακα-Καρακαηδόνα;
     - Αγαπητοί συνάδελφοι, είπε ο φαλακρός κριτής, όπως καταλάβατε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το τραύμα δεν το γλιτώνουμε.

Σάββατο 23 Απριλίου 2022

Σοκολατένιος τιμωρός


      Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια μικρή και φτωχή, αλλά όμορφη χώρα, όπου οι κάτοικοι ήταν πάντα χαμογελαστοί και κεφάτοι. 
     Ο λόγος ήταν πολύ απλός. Οι κάτοικοι αγαπούσαν πολύ τη σοκολάτα, και είχαν την τύχη το έδαφος της χώρας να είναι ιδανικό για την καλλιέργεια των κακαόδεντρων. Έτσι, ο καθένας είχε τουλάχιστον ένα κακαόδεντρο στην αυλή του και μπορούσε να φτιάχνει και να τρώει λίγη σοκολάτα κάθε μέρα. Αφού, λοιπόν, μπορούσαν να τρώνε κάθε μέρα την αγαπημένη τους λιχουδιά, ποιος ο λόγος να είναι κατσούφηδες και γκρινιάρηδες;
     Εννοείται ότι σε περιόδους γιορτών η χαρά των κατοίκων έφτανε στα ύψη, αφού έβρισκαν την ευκαιρία να καταναλώσουν λίγη περισσότερη σοκολάτα, τη μεγαλύτερη, δε, ευτυχία την ένιωθαν το Πάσχα, αφού γινόταν και διαγωνισμός για το πιο όμορφο σοκολατένιο αυγό! Ο ίδιος ο βασιλιάς έκανε την βράβευση και έδινε στο νικητή ένα κύπελλο, ένα μετάλλιο και ένα φυντάνι κακαόδεντρου, για να αυξήσει την παραγωγή του.
     Μια μέρα με λασποβροχή στο χρώμα της σοκολάτας, ο βασιλιάς πέθανε και στον θρόνο ανέβηκε ο μονάκριβος γιος του, ο οποίος έμοιαζε εκπληκτικά στον πατέρα του. Η ομοιότητά τους, δυστυχώς, ήταν μόνο εξωτερική, καθώς ο γιος ήταν εγωιστής, μεγαλομανής και εριστικός, οπότε στη μικρή, όμορφη χώρα ξεκίνησαν τα προβλήματα.
     Ο νέος βασιλιάς συνέλαβε την ιδέα - με το σιγουντάρισμα των συμβούλων του, φυσικά - να γίνει μεγάλος και τρανός. Και για να το πετύχει αυτό, θα έπρεπε πρώτα-πρώτα να μετακομίσει. Το παλάτι του πατέρα του, εντάξει, καλό ήταν, αλλά δεν ήταν επαρκώς μεγαλοπρεπές, δεν ήταν αντάξιό του. Κάλεσε, λοιπόν, αρχιτέκτονες από όλο τον κόσμο και ζήτησε να του φτιάξουν ένα τεράστιο παλάτι, που να φαίνεται από μακριά. 
     Οι αρχιτέκτονες εργάστηκαν με ζήλο και σχεδίασαν ένα παλάτι που θα ήταν ορατό μέχρι και από το φεγγάρι, κάτι που χαροποίησε ιδιαίτερα το βασιλιά. Αλλά, φυσικά, για να φτιαχτεί ένα τέτοιο παλάτι χρειάζονταν πολλά χρήματα. Ήταν, συνεπώς, αναπόφευκτο να επιβληθεί φόρος κακαόδεντρου και σοκολάτας στους κατοίκους, οι οποίοι είδαν για πρώτη φορά την αγαπημένη τους λιχουδιά να γίνεται πηγή δυσφορίας. Κάποιοι που είχαν πολλά κακαόδεντρα στον κήπο τους σκέφτηκαν να κόψουν μερικά, για να μειώσουν το φόρο. Αλλά ο βασιλιάς είχε προνοήσει και γι'αυτό, επιβάλλοντας φόρο κοπής κακαόδεντρου, ο οποίος ήταν ακόμα πιο βαρύς από τον φόρο κακαόδεντρου και σοκολάτας.
     Ο λαός άρχισε να χάνει λίγο από το χαμόγελό του και στις παρέες άρχισαν οι πρώτες γκρίνιες. Αλλά ο βασιλιάς, που είχε αυτιά και μάτια παντού, δεν ήθελε γκρίνιες στο βασίλειό του. Κάλεσε, λοιπόν, το λαό σε μια ανοιχτή συγκέντρωση, όπου έβγαλε έναν υπέροχο λόγο, που είχαν επιμεληθεί οι πιο ικανοί του σύμβουλοι. Ο βασιλιάς εξήγησε πως ήταν απόλυτα αναγκαίοι οι φόροι, επειδή ήταν απόλυτα αναγκαίο το νέο παλάτι, επειδή ήταν απόλυτα αναγκαίο να έχουν τον παγκόσμιο σεβασμό και την αναγνώριση, ως έθνος. Κάποιοι αναγνώρισαν ότι ο βασιλιάς είχε δίκιο, οι περισσότεροι δεν πείστηκαν εντελώς, αλλά αυτό δεν είχε και τόσο μεγάλη σημασία.
     Οι εργασίες για το νέο παλάτι ξεκίνησαν γρήγορα και ήταν τόσο εντατικές, που το έργο ολοκληρώθηκε προτού περάσει χρόνος. Επρόκειτο πράγματι για ένα πολύ εντυπωσιακό και πολυτελές παλάτι, αντάξιο ενός πλούσιου ηγεμόνα και αν δεν υπήρχαν ο φόρος κακαόδεντρου και σοκολάτας και ο φόρος κοπής κακαόδεντρου, είναι πολύ πιθανό ο λαός να έβγαινε στους δρόμους και να πανηγύριζε την κατασκευή του. Πάντως, είναι γεγονός ότι το νέο παλάτι έγινε θέμα στην παγκόσμια ειδησεογραφία και ότι άρχισαν να εμφανίζονται και οι πρώτοι τουρίστες που έσπευσαν να φωτογραφηθούν με φόντο το μεγαλοπρεπές παλάτι. Η αύξηση του τουρισμού αύξησε τα έσοδα της μικρής, όμορφης χώρας, κάτι που όμως δεν έγινε και τόσο αντιληπτό, αφού τα έσοδα επενδύθηκαν κατευθείαν στη δημιουργία τουριστικών μονάδων και συνδυάστηκαν με την επιβολή τουριστικού φόρου, που επιβαλλόταν σε όποιον δεν ήταν αρκούντως χαμογελαστός και ευχάριστος προς τους τουρίστες.
     Ο βασιλιάς ήταν πολύ χαρούμενος που το παλάτι του είχε γίνει πόλος έλξης και που τα ταμεία είχαν αρχίσει να γεμίζουν, καθώς αυτό του έδινε τη δυνατότητα να κάνει και άλλα μεγαλόπνοα σχέδια. Αποφάσισε, λοιπόν, να καταργήσει τον πασχαλινό διαγωνισμό σοκολατένιου αυγού, που δεν είχε κανένα όφελος για τη χώρα, και να τον αντικαταστήσει από την κατασκευή του μεγαλύτερου και εντυπωσιακότερου σοκολατένιου αυγού σε όλο τον κόσμο, κάτι που θα ξαναέφερνε τη χώρα στην επικαιρότητα και θα προσέλκυε ακόμα περισσότερους τουρίστες.
     Για να δημιουργηθεί το μεγαλύτερο και εντυπωσιακότερο σοκολατένιο αυγό, φυσικά, χρειάζονταν τεράστιες ποσότητες σοκολάτας. Ο νέος βασιλιάς διέταξε το φύτευση πολλών νέων κακαόδεντρων, αλλά συνειδητοποίησε ότι η ποσότητα της σοκολάτας που μπορούσε να παραχθεί από τα κακαόδεντρα που κάλυπταν τη χώρα δεν επαρκούσε για το μεγαλόπνοο σχέδιό του. Αποφάσισε, λοιπόν, να κατασχέσει και τη σοκολάτα που θα παραγόταν από τα κακαόδεντρα που βρίσκονταν στους κήπους των πολιτών. Έτσι, οι άλλοτε ευδιάθετοι κάτοικοι της μικρής, όμορφης χώρας έχασαν τη μικρή, καθημερινή τους λιχουδιά. Η δυσαρέσκεια του κόσμου αυξήθηκε κατακόρυφα, αλλά δεν μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα, αφού καραδοκούσε ο τουριστικός φόρος, που πλέον είχε μετονομαστεί σε φόρο κοσμιότητας και δε συνδεόταν αποκλειστικά και μόνο με τους τουρίστες. 
     Ο βασιλιάς ξανακάλεσε το λαό σε ανοιχτή συγκέντρωση και έβγαλε έναν βαρύγδουπο λόγο, όπου εξήγησε πως το τεράστιο αυγό ήταν κάτι για το οποίο θα μιλούσε όλη η οικουμένη, ότι θα πρόσθετε μεγαλείο και κύρος στη χώρα και θα έφερνε πολύ περισσότερο τουρισμό και, συνεπώς, χρήματα. Φυσικά, δεν ήταν τόσο χαζός ώστε να πιστεύει πως το ακροατήριό του είχε πειστεί και πως το μεγαλόπνοο σχέδιό του δεν κινδύνευε, παρ'όλο που θα μπορούσε να επιβάλει και φόρο βανδαλισμού, για παν ενδεχόμενο. Γι'αυτό, όρισε ότι η κατασκευή του τεράστιου αυγού θα γινόταν στον πιο αυστηρά ελεγχόμενο χώρο. Έτσι, το εργοτάξιο στήθηκε ακριβώς δίπλα στο παλάτι, και εκεί άρχισε σιγά-σιγά να κατασκευάζεται το σοκολατένιο θαύμα. 
     Φορτηγά πηγαινοέρχονταν φορτωμένα είτε με κακάο, είτε με έτοιμη, λαχταριστή σοκολάτα. Ειδικοί παρασκευαστές έφτιαχναν σοκολάτα και εξειδικευμένοι τεχνίτες λάξευαν τα δομικά στοιχεία. Μεγάλες σκαλωσιές περιτριγύριζαν το αυγό, που μέρα με τη μέρα ψήλωνε όλο και πιο πολύ. Οι φρουροί του παλατιού έκαναν διπλοβάρδιες. Όλος ο χώρος γύρω από το παλάτι μοσχομύριζε σοκολάτα και προκαλούσε λιποθυμίες. Αλλά κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει. Απαγορευόταν αυστηρά.
     Από τα παράθυρα του παλατιού, ο βασιλιάς έβλεπε το αυγό να μεγαλώνει και καμάρωνε. Πουθενά αλλού δε θα υπήρχε τόσο μεγάλο σοκολατένιο αυγό, για να μη μιλήσει κανείς για το διάκοσμο. Οι πιο διάσημοι ζαχαροπλάστες, σε συνεργασία με τους μεγαλύτερους σχεδιαστές, κατασκεύαζαν λουλούδια, ζώα σε φυσικό μέγεθος, μέχρι ένα μεγάλο, σοκολατένιο ρολόι με σοκολατένιο μηχανισμό που δούλευε έφτιαξαν! Ήταν, όντως, το πιο εντυπωσιακό σοκολατένιο αυγό που είχε φτιαχτεί ποτέ.
     Αλλά ο βασιλιάς ήταν πολύ απαιτητικός και όλο και περισσότερα στολίδια ζητούσε από τους καλλιτέχνες. Οι σχεδιαστές εξέφρασαν κάποιους ενδοιασμούς σε σχέση με την στατικότητα του έργου, αλλά εκείνος επέμενε. Και οι ζαχαροπλάστες συνέχισαν να κατασκευάζουν σοκολατένια στολίδια και να τα προσθέτουν στο τεράστιο αυγό, μέχρι να χρησιμοποιηθεί και το τελευταίο γραμμάριο της σοκολάτας.
     Όταν, τελικά, η σοκολάτα της χώρας τελείωσε, τα στολίδια είχαν καλύψει το αυγό εξ'ολοκλήρου. Ο βασιλιάς, απόλυτα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, προσκάλεσε επισήμους από όλες τις χώρες για τα εγκαίνια του αυγού και τα τηλεοπτικά συνεργεία και οι τουρίστες κατέκλυσαν τη χώρα. Στα εγκαίνια προσκλήθηκε και ο λαός, φυσικά, αλλά εννοείται πως θα βρισκόταν σε κάποια απόσταση από τους επισήμους.
     Η μέρα των εγκαινίων έφτασε. Ο ήλιος έλαμπε στον καταγάλανο ουρανό και ένα απαλό αεράκι δρόσιζε τους παρευρισκόμενους. Η βασιλική μπάντα έπαιζε εύθυμα εμβατήρια. Ο βασιλιάς εμφανίστηκε φορώντας την καινούργια, πλουμιστή φορεσιά του και το λαμπερό, φρεσκογυαλισμένο του στέμμα. Στο χέρι του κρατούσε ένα χρυσό ψαλίδι, με το οποίο θα έκοβε την χρυσή κορδέλα που ήταν τυλιγμένη γύρω από το αυγό. Τα φλας άστραψαν. 
     Ο βασιλιάς κορδώθηκε κι άλλο, ενώ η βασιλική μπάντα άρχισε να παίζει τον εθνικό ύμνο. Με μεγαλοπρεπή βήματα έφτασε δίπλα στο αυγό. Ο ήλιος έκαιγε. Το απαλό αεράκι έκανε την άκρη της χρυσής κορδέλας να χορεύει. Ο βασιλιάς άπλωσε το χέρι του για να πιάσει την κορδέλα. Το αεράκι δυνάμωσε ελαφρά. Ο εθνικός ύμνος τελείωσε. Ένας ήχος σαν τρίξιμο ακούστηκε και προτού προλάβει κανείς να καταλάβει τι είχε γίνει, τα σοκολατένια στολίδια άρχισαν να ξεκολλάνε από τη θέση τους και να πέφτουν, ενώ μία τεράστια ρωγμή διέσχισε το αυγό από πάνω ως κάτω.
     Ένα επιφώνημα τρόμου ακούστηκε από το πλήθος, ενώ το αυγό έσπαγε σε πολλά μικρότερα κομμάτια και γκρεμιζόταν, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα σύννεφο σοκολατένιας σκόνης. Αυτοί που βρίσκονταν αρκετά μακριά έτρεξαν να απομακρυνθούν κι άλλο, εκείνοι όμως που βρίσκονταν κοντά είχαν απλώς παγώσει στις θέσεις τους. Η σοκολατένια σκόνη κατακάθισε, αφήνοντας να φανεί ένας τεράστιος σωρός από σοκολατένια μπάζα. Από το τεράστιο αυγό δεν είχε μείνει τίποτα. Όλοι φαντάστηκαν την απογοήτευση του βασιλιά και τον αναζήτησαν με το βλέμμα τους. Αλλά και ο βασιλιάς είχε γίνει άφαντος.
     Ο καυτός ήλιος έκανε την κομματιασμένη σοκολάτα να γυαλίζει δελεαστικά και το άρωμά της έσπαγε τα ρουθούνια. Κανείς δεν κατάλαβε πώς, αλλά μέσα σε δευτερόλεπτα ο κόσμος όρμησε στα σοκολατένια μπάζα, προσπερνώντας τους φρουρούς, που δεν μπορούσαν να ελέγξουν τόσο πλήθος, και τους επισήμους, που προσπαθούσαν να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους, και άρχισε να τρώει το κομματιασμένο σοκολατένιο αυγό. Τα στόματα απόκτησαν καφέ περιγράμματα και μια γενικότερη ευθυμία εξαπλώθηκε παντού. 
     Ήταν αργά το απόγευμα όταν αποχώρησαν οι τελευταίοι λιχούδηδες, με φουσκωμένες κοιλιές και γλαρωμένα μάτια. Ο χώρος ερήμωσε και μόνο οι φρουροί του παλατιού έμειναν να ατενίζουν το χώρο όπου μέχρι πριν από μια μέρα έστεκε το τεράστιο σοκολατένιο θαύμα. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να χαμηλώνει. Οι τελευταίες ακτίνες του χάιδεψαν τα σοκολατένια υπολείμματα του αυγού.
     Χρειάστηκε να έρθει το επόμενο πρωί και να λιώσει λίγο η σοκολάτα, μέχρι οι φρουροί να ανακαλύψουν το νεκρό σώμα του βασιλιά κάτω από τα χαλάσματα. Και αυτό που τους έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση δεν ήταν ότι ο βασιλιάς ήταν κάτω από το τεράστιο, σοκολατένιο ρολόι, αλλά ότι το κεφάλι του βρισκόταν ακριβώς στο κέντρο του χαλασμένου, πλέον, σοκολατένιου μηχανισμού...

Τετάρτη 6 Απριλίου 2022

Επαναφορά στην τάξη



     Ήταν μία από εκείνες τις όμορφες, ηλιόλουστες μέρες, αυτές που σε κάνουν να θέλεις να βγεις από το σπίτι, και μόνο κάποια μικρά λοφάκια παγωμένου χιονιού στις άκρες των δρόμων θύμιζαν την κατάλευκη κουβέρτα που είχε καλύψει τα πάντα τις προηγούμενες μέρες. Η Πίπη, ύστερα από τον εγκλεισμό των προηγούμενων ημερών, δεν μπορούσε να βρει καλύτερη μέρα για να βγει από το σπίτι.
     Περπατούσε, λοιπόν, χαρούμενη στον δρόμο, χαζεύοντας δεξιά και αριστερά και απολαμβάνοντας το ζεστό χάδι του ήλιου, όταν, ξαφνικά, ένιωσε ότι κάποιος την παρακολουθούσε. Κοντοστάθηκε λίγο. Δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω. 
     - Ιδέα μου θα είναι! σκέφτηκε.
     Και έκανε να φύγει. Δεν πρόλαβε να κάνει δυο βήματα, όμως, και η αίσθηση ότι κάποιος την παρακολουθούσε επανήλθε. Αυτό ήταν κάτι που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να παραβλέψει. Σίγουρα, κάποιος κρυβόταν εκεί κοντά. Και καθώς η Πίπη έχει εξασκηθεί ιδιαίτερα σε αυτού του είδους το κρυφτό, είπε μέσα της "φτου, και βγαίνω" και ξεκίνησε το ψάξιμο.
     Δεν άργησε να εντοπίσει τον ένοχο, ο οποίος στεκόταν ακίνητος, σαν άγαλμα, και κρατούσε την ανάσα του.
     - Ένα άλογο! σκέφτηκε η Πίπη και πλησίασε για να το δει καλύτερα.
     Αλλά, όχι, κάτι δεν ταίριαζε, εκείνο το άλογο σαν να είχε, ναι, είχε σίγουρα, τώρα το έβλεπε καθαρά, εκείνο το άλογο είχε γένι! Πού ξανακούστηκε άλογο με γένι;
     - Γεια σου, του είπε η Πίπη, μπορείς να κουνηθείς τώρα, μην παριστάνεις άλλο το άγαλμα, σε έχω καταλάβει. 
     Αλλά το περίεργο άλογο δεν κουνήθηκε καθόλου.
     - Άλλους μπορείς να τους ξεγελάσεις, όχι όμως και εμένα, συνέχισε η Πίπη. Έχω εξασκηθεί ατέλειωτες ώρες στο κρυφτό και είμαι πολύ καλή σε αυτό. Ούτε η ίδια η Μαλέφισεντ, η πανίσχυρη κακιά μάγισσα, δεν κατάφερε να μου κρυφτεί, πώς θα μπορούσε να μου κρυφτεί ένα άλογο; 
     - Ε, όχι και άλογο! είπε το άλογο και κουνήθηκε.
     Η Πίπη, χωρίς να το καταλάβει, είχε βρει το αδύνατό του σημείο.
     - Έχεις ξαναδεί άλογο με γένι; ρώτησε το άλογο.
     - Η αλήθεια είναι πως όχι, απάντησε η Πίπη, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει και τίποτα. Πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα.
     - Το λαιμό μου τον πρόσεξες; είπε το άλογο. Έχεις ξαναδεί άλογο με τόσο μακρύ λαιμό;
     - Όχι, είπε η Πίπη, αλλά κι αυτό θα μπορούσε να αποτελεί μία εξαίρεση. Βέβαια, όσο αυξάνονται οι εξαιρέσεις, τόσο πιθανότερο είναι να ισχύει ο κανόνας...
     Και τότε, το μυαλό της Πίπης φωτίστηκε! Βέβαια, πώς δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα;
     - Πώς την πάτησα έτσι; είπε η Πίπη. Μα, εσύ είσαι δράκος!
     Το άλογο, που τελικά ήταν δράκος, φάνηκε να ικανοποιείται από τη νέα διαπίστωση της Πίπης και σώπασε.
     - Ναι, αλλά τι δουλειά έχει ένας δράκος σε αυτά εδώ τα μέρη; Εσύ θα έπρεπε να σουλατσάρεις στην Κίνα, φαντάζομαι.
     - Τα σύνορα είναι ανοιχτά, απάντησε ο δράκος, δεν πιστεύω να φαντάζεσαι ότι ένας δράκος θα μπορούσε να περιοριστεί στα σύνορα μιας μόνο χώρας!
     - Πότε είναι το έτος του δράκου; αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα η Πίπη.
     - Σε δύο χρόνια, αν δεν αλλάξω γνώμη, απάντησε ο δράκος.
     - Τι σημαίνει αυτό; Εσύ αποφασίζεις πότε θα έρθει το έτος του δράκου; Αυτά τα πράγματα δεν είναι κανονισμένα;
     Ο δράκος έκανε μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας. 
     - Δεν ξέρω, έτσι έχω ακούσει, είπε η Πίπη, προσπαθώντας να διορθώσει την γκάφα της. 
     - Σιγά μην μπορεί ο οποιοσδήποτε να ελέγξει κοτζάμ δράκο! είπε ο δράκος και ξεφύσηξε δυνατά. Απλώς τους αφήνω να νομίζουν ότι αποφασίζουν. 
     - Από ό,τι καταλαβαίνω, τα καταφέρνεις μια χαρά, παρατήρησε η Πίπη. 
     Ο δράκος σαν να κορδώθηκε λίγο.
     - Ταξιδεύεις συχνά; ρώτησε η Πίπη.
     - Ταξιδεύω συνέχεια, απάντησε ο δράκος. Τα Χριστούγεννα ήμουν στη Νέα Υόρκη, την Πρωτοχρονιά την πέρασα στο Παρίσι. Έμεινα στον Πύργο του Άιφελ.
     - Δεν έχω πάει ούτε στη Νέα Υόρκη, ούτε στο Παρίσι, είπε η Πίπη. Αλλά, εσύ, βρε παιδάκι μου, είσαι πολύ τολμηρός! Ο Πύργος του Άιφελ είναι ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα παγκοσμίως! Πώς και δε σε είδε κανείς;
     - Μα είμαι άσος στις μεταμφιέσεις! Είχα τυλιχτεί στον πύργο και όλοι νόμιζαν ότι ήμουν απλώς μια εορταστική γιρλάντα. Το πόσο διασκέδασα δεν περιγράφεται!
     Η Πίπη φαντάστηκε τον Πύργο του Άιφελ τυλιγμένο με δρακογιρλάντα. Όντως, επρόκειτο για ένα αστείο θέαμα.
     - Επισκέφτηκες και εδώ τα αξιοθέατα; ρώτησε η Πίπη. Πήγες στην Ακρόπολη;
     - Δεν πρόλαβα, είπε ο δράκος, με πρόλαβε το χιόνι. Αν και θα είναι δύσκολο να κάνω στην Ακρόπολη ό,τι έκανα στον Πύργο του Άιφελ...
     - Υπάρχει και Πύργος του Άιφελ σε μικρογραφία, στα Φιλιατρά...
     - Εκεί, μάλλον, δεν θα χωράω ολόκληρος, άσε που δεν έχει γούστο να επαναλαμβάνομαι, η επανάληψη είναι για τα μαθήματα...
     - Αλήθεια, πώς ταξιδεύεις;
     - Τι ερώτηση είναι αυτή; είπε ο δράκος, και κούνησε τα μικρά φτερά του. Πετώντας!
     - Και πώς δε σε παίρνει είδηση κανείς;
     - Κρύβομαι στα σύννεφα, κατά προτίμηση τα στενόμακρα, αυτά που εσείς ονομάζετε θύσανους. Γι'αυτό και το καλοκαίρι δεν ταξιδεύω σχεδόν ποτέ. Πώς θα μπορούσα να κρυφτώ σε έναν πεντακάθαρο ουρανό;
     - Και - συγγνώμη που θα σε ρωτήσω, αλλά εσύ το ανέφερες προηγουμένως - σκέφτεσαι να φέρεις το έτος του δράκου νωρίτερα από το αναμενόμενο;
     - Το αντίθετο: σκέφτομαι να μην ξαναφέρω το έτος του δράκου ποτέ!
     - Όχι δα! Και τι θα κάνεις, δηλαδή;
     - Αυτό που κάνω ήδη: θα ταξιδεύω συνέχεια! Μα, υπάρχουν τόσα πράγματα να δει κανείς!
     - Και τι θα κάνουν οι Κινέζοι; Θα αλλάξουν το ημερολόγιό τους;
     - Σκοτίστηκα για τους Κινέζους και για το ημερολόγιό τους!
     - Αυτό δεν είναι και τόσο ευγενικό, για κάποιον που του έχουν αφιερώσει έναν ολόκληρο χρόνο...
     - Κάθε δώδεκα χρόνια! Για να μην αναφέρω ότι με βάζουν μετά τον χέστη το λαγό, ή ότι βάζουν πρώτο τον βρωμιάρη τον αρουραίο!
     - Δε νομίζω να ήθελαν να σε προσβάλουν...
     - Ναι, αλλά με πρόσβαλαν! Αλλά, σιγά μην ασχοληθώ! Θα γυρίσω όλο τον κόσμο, και δε θα αφήσω ούτε γωνίτσα που να μην την επισκεφτώ! Θα πάω στην έρημο, να δω τις οάσεις, θα γυρίσω όλους τους καταρράκτες, θα επισκεφτώ τα πιο ψηλά βουνά, και τις πιο βαθιές λίμνες! Θα κολυμπήσω σε όλες τις θάλασσες και θα τρυπώσω μέχρι και στα πιο πυκνά δάση!
     Ένα αυτοκίνητο έστριψε αργά στη γωνία. Ο δράκος στάθηκε ακίνητος. Η Πίπη έπιασε το κινητό της και έκανε πως κάτι έψαχνε στην οθόνη. Το αυτοκίνητο παρκάρισε στο επόμενο τετράγωνο και ο οδηγός βγήκε από το αυτοκίνητο και μπήκε σε μια πολυκατοικία. Ο δρόμος ήταν και πάλι έρημος.
     - Ωραία είναι τα ταξίδια, σε καταλαβαίνω απόλυτα, είπε η Πίπη, που δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να βοηθήσει στην αποκατάσταση της τάξης, έστω και αν επρόκειτο για την τάξη του κινέζικου ημερολογίου. Αλλά, νομίζω ότι και το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο, όταν γίνεται συνήθεια καταντάει σκέτη βαρεμάρα.
     - Δε νομίζω, τόσα χρόνια που ταξιδεύω δε βαρέθηκα ποτέ.
     - Από την άλλη, αφού εσένα σου αρέσει, ποια είμαι εγώ να εκφέρω γνώμη; συνέχισε η Πίπη. Άσε που, τελικά, ίσως να μη υπάρξει κανένα πρόβλημα και με το ημερολόγιο.
     - Σου είπα, δε με νοιάζει.
     - Εννοείται ότι δε σε νοιάζει, αλλά ακόμα και να σε ένοιαζε, πάλι θα βρισκόταν λύση, πιστεύω, και μάλιστα πολύ εύκολα.
     - Λες;
     - Ναι, τώρα που το ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι είναι πολύ απλό. Τόσοι άλλοι υποψήφιοι υπάρχουν για τη θέση, δε θα βρουν κάποιον να πάρει τη θέση σου;
     - Ε... ναι... ίσως...
     - Τι ίσως; Εγώ σου το υπογράφω, θα είναι παιχνιδάκι. Είναι γνωστό, εξάλλου: με το που αδειάζει μια θέση, πάντα βρίσκονται ένα σωρό υποψήφιοι.
     Ο δράκος είχε σωπάσει.
     - Έτσι, εντελώς, πρόχειρα, εγώ που είμαι εντελώς άσχετη μπορώ να βρω τουλάχιστον δέκα: μία γάτα, ας πούμε, ή ένα περιστέρι, έναν ελέφαντα, που είναι και εντυπωσιακός, λόγω όγκου, μία αλεπού, που είναι και πανέξυπνη, έναν πελαργό, έναν γύπα, μία πάπια, που την τιμούν και ιδιαίτερα στο Πεκίνο, ένα πάντα, μία νυχτερίδα, γιατί όχι, εκτός αν θέλουν κάτι μίνιμαλ, οπότε μπορεί να σκεφτούν και την πυγολαμπίδα...
     - Δεν είμαστε καλά! ξέσπασε ο δράκος. Είναι δυνατόν μια πυγολαμπίδα να αντικαταστήσει κοτζάμ δράκο; Για να μην πω για όλους τους υπόλοιπους!
     - Εντάξει, εγώ δεν είμαι ειδική, όλο και κάποιον καταλληλότερο θα σκεφτούν οι Κινέζοι, είπε η Πίπη. Το θέμα είναι ότι το ημερολόγιο δεν μπορεί να έχει κενά, οπότε αντικαταστάτης θα βρεθεί, και αυτό είναι το πιο σημαντικό.
     - Τώρα που το ξανασκέφτομαι, είπε ο δράκος, τους λυπάμαι λίγο τους καημένους τους Κινέζους,  τόσα χρόνια τους γνωρίζω, δε θα ήθελα να ταλαιπωρηθούν ψάχνοντας αντικαταστάτες.
     - Μην στενοχωριέσαι, είπε η Πίπη, μπορεί να ταλαιπωρηθούν, αλλά σημασία έχει εσύ να είσαι καλά.
     - Από την άλλη, συνέχισε ο δράκος, δεν είναι και τόσο τραγικό να κάνω και ένα διάλειμμα από τα ταξίδια μου, πού και πού, έτσι, για λόγους φιλανθρωπίας...
     - Η φιλανθρωπία είναι μεγάλο πράγμα, είπε η Πίπη. Αλλά, είπαμε, δεν υπάρχει λόγος να πιεστείς. Στην ανάγκη, θα αναλάβει τη θέση σου μία σαύρα, ή ένας χαμαιλέοντας, που αλλάζει και χρώμα.
     - Όχι, όχι, είπε ο δράκος, δεν μπορώ να υποβάλω τους Κινέζους σε μια τέτοια δοκιμασία. Το αποφάσισα: θα θυσιαστώ!
     - Σοβαρολογείς;
     - Ναι! Δε θα αφήσω κενό στο κινέζικο ημερολόγιο. Το έτος του δράκου θα έρθει κανονικά, στην ώρα του.
     - Αν αυτή είναι η απόφασή σου, εγώ δεν έχω παρά να τη σεβαστώ, είπε η Πίπη.
     Ο δράκος άνοιξε το στόμα του, προφανώς για να απαντήσει, αλλά κοκάλωσε αμέσως. Η πόρτα του σπιτιού που βρισκόταν εκεί μπροστά μόλις είχε ανοίξει. Ένας άντρας, που φορούσε γάντια και κρατούσε ένα κλαδευτήρι, βγήκε στον κήπο. Πλησίασε μία τριανταφυλλιά και άρχισε να την κλαδεύει. Ο κήπος ήταν αρκετά μεγάλος. Το κλάδεμα, προφανώς, θα κρατούσε αρκετή ώρα. Ο άντρας κοίταξε προς το μέρος της Πίπης. Εκείνη έβαλε το κινητό της στο αυτί. 
     - Χάρηκα που τα είπαμε, είπε χαμηλόφωνα στον δράκο, προσποιούμενη ότι μιλούσε στο κινητό της και απομακρύνθηκε βιαστικά, αφήνοντας τον δράκο στην ησυχία του.