Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Της Γιουμπάμπα τα καμώματα



     Άπειρες φορές έχει περάσει η Πίπη από τον ίδιο δρόμο, τόσες, που πίστευε ότι γνώριζε κάθε εκατοστό του, κάθε λακούβα, κάθε σπασμένη πλάκα πεζοδρομίου, κάθε ανωμαλία στο οδόστρωμα... Αμ' δε! 
     Όπως, λοιπόν, ανέβαινε τις προάλλες για πολλοστή φορά τον δρόμο (είναι ένας δρόμος αρκετά ανηφορικός), άκουσε έναν ήχο, σαν τρομπέτα. Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά, δεν υπήρχε κανείς.
     - Ιδέα μου θα είναι, σκέφτηκε.
     Αλλά μόλις έκανε το επόμενό της βήμα, η τρομπέτα ξανακούστηκε.
     - Ποιος παίζει τρομπέτα; ρώτησε τότε η Πίπη, αφού ήταν σίγουρη πλέον ότι δεν ήταν η ιδέα της.
     - Κανείς, ακούστηκε μια φωνή.
     Η Πίπη δεν είδε κανέναν, αλλά η φωνή ακουγόταν από πολύ κοντά της.
     - Μα αφού την ακούω την τρομπέτα, είπε, προσπαθώντας να εντοπίσει από πού προερχόταν η φωνή.
     - Δεν είναι τρομπέτα, η μύτη μου είναι, που τη ρουφάω, είπε η φωνή, και ακούστηκε και πάλι η τρομπέτα.
   

    Τότε ήταν που η Πίπη εντόπισε από πού ερχόταν η φωνή. Και, είτε το πιστεύετε, είτε όχι, εκεί μπροστά της βρισκόταν ένας ινδικός ελέφαντας!
     - Άλλο πάλι κι αυτό, είπε η Πίπη, τι κάνεις εκεί μέσα, ολόκληρος ελέφαντας; 
     - Βοήθησέ με να βγω! της είπε ο ελέφαντας, και ρούφηξε ξανά τη μύτη του, που έτρεχε.
     - Ωραίος είσαι, είπε η Πίπη, πρώτα μπαίνεις μέσα στο δέντρο, και μετά ψάχνεις κάποιον να σε βγάλει από εκεί!
     - Μα δεν μπήκα μόνος μου εδώ, αντέτεινε εκείνος.
     - Η αλήθεια είναι, συνέχισε η Πίπη, ότι θα ήταν αρκετά δύσκολο να στριμωχτείς μέσα σε ένα δέντρο, πρέπει να προσπάθησες πολύ...
     - Μα δεν ακούς τι σου λέω; Δεν μπήκα μόνος μου εδώ!
     - Και, δηλαδή, ποιος σε έβαλε;
     - Η κακιά μάγισσα Γιουμπάμπα με έβαλε!
     - Γιουμπάμπα; Κάτι μου θυμίζει αυτό το όνομα...
     - Φυσικά και σου θυμίζει! Είναι η κακιά μάγισσα από τη Χώρα των Θαυμάτων!
     Τότε είναι που η Πίπη θυμήθηκε την ταινία Spirited Away που είχε δει πριν από χρόνια. Εκεί την είχε δει τη μάγισσα Γιουμπάμπα. Αλλά η μάγισσα ήταν πολύ κακιά και γι'αυτό επικίνδυνη. Η Πίπη δεν ήθελε καμία σχέση μαζί της. Ο ελέφαντας, όμως, έκλαιγε, και ρουφούσε τη μύτη του, και φαινόταν τόσο λυπημένος...
 

     - Τέλος πάντων, είπε η Πίπη, θα δω τι μπορώ να κάνω. Ξέρεις πού βρίσκεται η Γιουμπάμπα, για να πάω να της μιλήσω; Ίσως την πείσω να σε ελευθερώσει. Αλλά, σε προειδοποιώ: αν τη δω να εκνευρίζεται, δε θα επιμείνω. Δεν έχω καμία όρεξη να με κλείσει κι εμένα σε κανέναν κορμό...
     - Εδώ πιο πέρα βρίσκεται, είπε ο ελέφαντας, μόλις δυο δέντρα πιο πέρα. Πες της, σε παρακαλώ, ότι θα κάνω ό,τι θέλει, αν με ελευθερώσει.
     Και ξαναρούφηξε τη μύτη του.
     - Μην υπόσχεσαι πράγματα που ίσως δεν μπορείς να κάνεις, είπε η Πίπη. Δεν ξέρεις τι μπορεί να σου ζητήσει για αντάλλαγμα.
     - Πες της το, είπε ο ελέφαντας.
     Η Πίπη προχώρησε λίγο παραπάνω. Στο μεθεπόμενο δέντρο είδε, πράγματι, μια γυναίκα. Δεν της θύμισε την Γιουμπάμπα, όμως. Η γυναίκα μάλλον ήταν αφρικανή, φορούσε στο κεφάλι της ένα μαντήλι, όπως φορούν οι γυναίκες στο Τσαντ, και είχε πολύ σαρκώδη χείλη.
     Η Πίπη επέστρεψε στον ελέφαντα.
     - Δεν την βρήκα τη Γιουμπάμπα, του είπε, εκεί που με έστειλες υπάρχει μόνο μία αφρικανή γυναίκα από το Τσαντ, μάλλον.
     - Η Γιουμπάμπα είναι, είπε εκείνος, ξεχνάς ότι είναι μάγισσα και μπορεί να μεταμορφώνεται σε ό,τι θέλει; Πήγαινε πάλι, θα δεις ότι είναι αυτή!
     Ξαναπήγε η Πίπη στο δέντρο και πάλι είδε την αφρικανή. Αλλά τότε, ως δια μαγείας, πρόσεξε ότι στο μαντήλι της αφρικανής είχαν εμφανιστεί δύο μάτια, ενώ αυτό που νόμιζε για μύτη της αφρικανής, στην πραγματικότητα ήταν ένα σαγόνι! Και μπροστά στα μάτια της εμφανίστηκε η Γιουμπάμπα!


     - Καλησπέρα, της είπε η Πίπη.
     - Τι θέλεις; τη ρώτησε η Γιουμπάμπα.
     - Ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη.
     - Και γιατί να σου την κάνω; Τι θα κάνεις εσύ για εμένα;
     - Δεν μπορώ να κάνω και πολλά πράγματα, είπε η Πίπη, θα το εκτιμούσα πολύ, όμως, αν ελευθέρωνες αυτόν τον δόλιο τον ελέφαντα, που τον έκλεισες μέσα στον κορμό του δέντρου. Δεν ξέρω τι σου έκανε και τον τιμώρησες έτσι, αλλά σίγουρα το έχει μετανιώσει...
     - Ξέρει εκείνος, είπε η Γιουμπάμπα. Και το καλό που σου θέλω, φύγε και άσε με στην ησυχία μου.
     - Μα δεν τον ακούς; Όλο κλαίει και ρουφάει τη μύτη του, και ακούγεται σαν τρομπέτα, δε σε ενοχλεί ο ήχος της τρομπέτας;
     - Αυτή την στιγμή μόνο εσύ με ενοχλείς. Και καλύτερα να φύγεις, μη σε φυλακίσω κι εσένα με τον ίδιο τρόπο.
     - Σκέψου το, τουλάχιστον...
     - Διαταγές δε δέχομαι! είπε η Γιουμπάμπα και την αγριοκοίταξε. Άμπρ...
     Τότε η Πίπη πραγματικά τα χρειάστηκε και απομακρύνθηκε τρέχοντας από τη Γιουμπάμπα, κι ας ήταν ανηφορικός ο δρόμος. Ούτε να κοιτάξει πίσω της δεν τόλμησε!
     Έφτασε στη Χώρα του διαμερίσματος λαχανιασμένη, αλλά σώα και αβλαβής. Τι το ήθελε να ενοχλήσει τη Γιουμπάμπα; Στο τσακ τα είχε γλιτώσει τα μάγια! 
     - Τέρμα οι καλοσύνες, σκέφτηκε, όποιος κλείστηκε μέσα σε κορμό, ας μείνει εκεί, εγώ δεν το διακινδυνεύω να βρεθώ φυλακισμένη!
          Αλλά μπορεί η Πίπη να πρόλαβε να φύγει προτού η Γιουμπάμπα πει "Άμπρα-κατάμπρα", όμως τα μάγια της Γιουμπάμπα, μάλλον, δεν τα γλίτωσε. Έτσι, από εκείνη τη μέρα ο δρόμος γέμισε παρουσίες. Και να που σε μια διασταύρωση, η Πίπη βρέθηκε τετ-α-τετ με ένα γυμνόστηθο μπούστο, που δεν είχε ξαναδεί ποτέ της.


      Η Πίπη δεν πίστευε στα μάτια της. Πού βρέθηκε αυτό το μπούστο; Περίεργο! Και, χωρίς να πει τίποτα, συνέχισε τον δρόμο της πολύ σκεφτική. Και αργά το απόγευμα, που ξαναπέρασε από το ίδιο σημείο, πρόσεξε πως το μπούστο όχι απλώς συνέχιζε να βρίσκεται εκεί, αλλά και ότι ήταν κάτι περισσότερο από ένα γυμνόστηθο μπούστο. Θα μπορούσε άνετα να είναι ένα γυμνόστηθο άγαλμα της Ελευθερίας. Ή, ακόμα καλύτερα, θα μπορούσε να είναι η Ελευθερία που οδηγεί το λαό, του Ντελακρουά.


     - Τι κοιτάς; τη ρώτησε η Ελευθερία. 
     - Τίποτα, είπε η Πίπη.
     - Πώς "τίποτα"; Αφού εμένα κοιτάς! Μήπως η γύμνια μου σε σοκάρει;
     - Όχι, αλλά αναρωτιέμαι πότε ήρθες εδώ.
     - Δε θυμάμαι, είναι πολύς καιρός.
     - Δεν μπορεί, εγώ τόσα χρόνια περνάω από εδώ και δε σε είδα ποτέ.
     - Εγώ, πάλι, σε έχω δει άπειρες φορές να περνάς. Και σήμερα το πρωί σε είδα πάλι, που πέρασες προς την αντίθετη κατεύθυνση.
     - Μα πώς γίνεται να μη σε έχω δει τόσο καιρό;
     - Πού να ξέρω; Μήπως περπατάς με τα μάτια κλειστά;
     Η Πίπη άρχισε να αναρωτιέται, αν και ήταν σχεδόν σίγουρη ότι περπατούσε με τα μάτια ανοιχτά. Μάλλον θα επρόκειτο για σύμπτωση.
     Αλλά και την επόμενη μέρα, καθώς κατηφόριζε από τον ίδιο δρόμο, εμφανίστηκε μπροστά της ένα άλλο δέντρο. Το δέντρο ήταν θηλυκό, προφανώς, και πολύ περήφανο για τα οπίσθιά του. Τύφλα να'χει η Τζένιφερ Λόπεζ!
     

     - Δεν είμαστε καλά! είπε έκπληκτη η Πίπη.
     - Τι συμβαίνει; ρώτησε το δέντρο.
     - Συγγνώμη, πότε ήρθες εσύ εδώ; ρώτησε η Πίπη.
     - Πού να θυμάμαι; Είναι τόσος καιρός!
     - Μα εγώ δε σε είχα δει ποτέ.
     - Και τι φταίω εγώ που δεν βλέπεις μπροστά σου;
     - Ε, όχι και δεν βλέπω!
     - Αν έβλεπες, θα με είχες δει. Και τώρα, σε παρακαλώ, πήγαινε πιο πέρα, δεν βλέπεις ότι έχω στολιστεί για να βγω στο νυφοπάζαρο; Σε λίγο θα αρχίσουν να καταφθάνουν οι γαμπροί...
       Η Πίπη απομακρύνθηκε άρον-άρον, ενώ το δέντρο τούρλωνε κι άλλο τα οπίσθιά του.
     - Μα δεν μπορεί να βρέθηκαν όλοι αυτοί ξαφνικά εδώ, είπε η Πίπη. Κάτι συνέβη, αλλά τι;
     Αλλά όσο κι αν το σκεφτόταν, απάντηση δεν έβρισκε. Και λίγα μέτρα πιο πέρα, βρέθηκε μπροστά σε ένα δέντρο πολύ προβληματισμένο. Το ένα του μάτι ήταν πιο ψηλά από το άλλο, και ήταν και και τα δυο τους λίγο αλλήθωρα. 


     - Κι άλλος τύπος μέσα σε δέντρο; είπε η Πίπη. Μα, από πού έρχονται όλοι;
     - Τι θέλεις να πεις; τη ρώτησε το δέντρο.
     - Εσύ, τώρα, από πού ήρθες;
     Το δέντρο αλληθώρισε λίγο ακόμα.
     - Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, είπε ύστερα από λίγο.
     - Εννοώ αυτό που είπα. Από πού ήρθες;
     - Εδώ βρισκόμουν, είπε το δέντρο. Έχεις δει εσύ δέντρο να περπατάει;
     Και το δέντρο φάνηκε πολύ προβληματισμένο, σαν να έλυνε με το μυαλό του εξισώσεις.
     - Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει, είπε η Πίπη. Όλα ήταν φυσιολογικά, αλλά εδώ και λίγες μέρες ο δρόμος έχει γεμίσει κόσμο: ελέφαντες, γυμνόστηθες Ελευθερίες, δέντρα με τουρλωτούς πισινούς, δέντρα αλλήθωρα, αφρικανές που μεταμορφώνονται σε μάγισσες...
     - Είπες μάγισσες; τη διέκοψε το δέντρο. Αχ, μήπως είδες τη Γιουμπάμπα, κατά τύχη; Κάπου εδώ τριγύρω θα είναι. Αν τη δεις, πες της σε παρακαλώ να με βγάλει από εδώ μέσα, ο κορμός είναι στενός και με σφίγγει...
     - Α, όχι άλλες χάρες! είπε η Πίπη και έφυγε βιαστικά. Αρκετά ασχολήθηκα! Ας γεμίσει ο δρόμος με κουκουβάγιες, καμηλοπαρδάλεις, στρουθοκαμήλους και αγάλματα, δε με νοιάζει! Εγώ τη Γιουμπάμπα δεν την ξαναπλησιάζω!


ΥΓ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Ο καθρέφτης του Θάρρους


      Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα απομονωμένο δωμάτιο ενός όμορφου παλατιού, υπήρχε ένας ολόσωμος καθρέφτης με χρυσή κορνίζα και πολύτιμους λίθους γύρω-γύρω. Στο παλάτι υπήρχαν και άλλοι, όμορφοι καθρέφτες, αλλά μόνο σε αυτόν ο βασιλιάς είχε τόση αδυναμία.
     Του τον είχε χαρίσει ένας διάσημος μάγος, κάποτε που τον είχε φιλοξενήσει στο παλάτι, ως δείγμα ευχαριστίας για τη φιλοξενία του.
     - Βασιλιά μου, του είχε πει ο μάγος, δέξου αυτό το δώρο από εμένα, να με θυμάσαι.
     - Ω, τι όμορφος καθρέφτης! είχε θαυμάσει ο βασιλιάς. Σε ευχαριστώ πολύ.
     - Δεν είναι ένας απλός καθρέφτης, είναι μαγικός.
     - Μαγικός;
     - Ναι. Είναι ο καθρέφτης του θάρρους. Όποιος κοιτάζεται σε αυτόν, βλέπει τον εαυτό του όπως πιστεύει ότι είναι: οι φοβιτσιάρηδες φαίνονται φοβητσιάρηδες, οι έξυπνοι φαίνονται έξυπνοι, οι δυνατοί φαίνονται δυνατοί. Όσο κι αν προσπαθεί κάποιος να κρυφτεί, δεν μπορεί. Οι αληθινές του σκέψεις φαίνονται. Γι'αυτό και λέγεται "καθρέφτης του θάρρους". Χρειάζεται θάρρος για να κοιταχτείς σε αυτόν.
     Ο βασιλιάς είχε κοιταχτεί στον καθρέφτη και είχε μείνει πολύ ευχαριστημένος από ό,τι είχε δει. Και τόσο πολύ ευχαριστημένος είχε μείνει, που τον είχε βάλει σε ξεχωριστό δωμάτιο! Και όταν χρειαζόταν να διαλέξει κάποιον νέο σύμβουλο ή υπουργό, τον πήγαινε να κοιταχτεί στον καθρέφτη και έτσι έβλεπε αν άξιζε τη θέση ή όχι.
     Κάποτε, ένας κακός δράκος εισέβαλε στο βασίλειο, και κατέστρεφε ό,τι έβρισκε στο διάβα του. Ο βασιλιάς έστειλε τον στρατό του να πολεμήσει τον δράκο, αλλά ο στρατός του δεν κατάφερε ούτε καν να τον τρομάξει. Αντίθετα, ο δράκος χτύπησε τον στρατό με τη δυνατή ουρά του και τον διέλυσε. Οι μισοί, τουλάχιστον, στρατιώτες και τα άλογά τους σκοτώθηκαν, και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους εγκατέλειψαν άρον-άρον το πεδίο της μάχης και γύρισαν, τραυματισμένοι και ντροπιασμένοι, στα σπίτια τους.
     Ο βασιλιάς δεν ήξερε τι να κάνει. Με τον στρατό του διαλυμένο δεν είχε και πολλές επιλογές. Έστειλε, λοιπόν, μαντατοφόρους στα γειτονικά βασίλεια, να ζητήσει βοήθεια. Και, επειδή ο δράκος ήταν ένας πολύ τρομακτικός αντίπαλος και θα ήταν σχεδόν αδύνατον να βρεθούν εθελοντές, ο βασιλιάς έταξε και μια μεγάλη αμοιβή σε όποιον εξολόθρευε τον δράκο: δέκα ολόκληρα σακιά χρυσάφι!
     Κανένας, όμως, δεν έδειξε ενδιαφέρον να αντιμετωπίσει τον δράκο για δέκα σακιά χρυσάφι. Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να αυξήσει την αμοιβή σε είκοσι σακιά χρυσάφι, και όταν ούτε αυτή η προσφορά εκτιμήθηκε ως έπρεπε, την αύξησε στα τριάντα σακιά χρυσάφι. Άδικος κόπος... 
     Στο μεταξύ, ο δράκος είχε ρημάξει όλη την βόρεια πλευρά του βασιλείου με την καυτή του ανάσα και τη δυνατή του ουρά. Είχε κάψει τα μισά χωράφια και είχε ισοπεδώσει όσα σπίτια είχε βρει στο διάβα του. Στο παλάτι έφταναν συνέχεια άσχημα νέα. Και ακόμα δεν βρισκόταν κανείς να δεχτεί να πολεμήσει τον δράκο.
     Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να βάλει τα μεγάλα μέσα. Και υποσχέθηκε ότι θα έδινε, σε όποιον κατάφερνε να εξοντώσει τον δράκο, το χέρι της μονάκριβης κόρης του, που η ομορφιά της είχε ξεπεράσει τα σύνορα του βασιλείου του.
     Τότε, ως δια μαγείας, άρχισαν να καταφθάνουν πρίγκηπες και ιππότες από όλα τα γειτονικά βασίλεια, αλλά και από πιο μακριά. Όλοι ονειρεύονταν να κάνουν την πριγκήπισσα γυναίκα τους και ήταν διατεθειμένοι ακόμα και να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους για μια τέτοια καλλονή. Ήταν, όμως, όλοι κατάλληλοι να τα βάλουν με τον δράκο; Ο βασιλιάς είχε τον τρόπο να το ανακαλύψει. Έτσι, οδηγούσε τους πρίγκηπες και τους ιππότες μπροστά στον καθρέφτη και έβλεπε αν είχαν τα προσόντα. Και μόνο αν έβλεπε γενναία και αγέρωχα είδωλα στον καθρέφτη, μόνο τότε δεχόταν τη βοήθειά τους.
     Από τους πρώτους νέους που κατέφτασαν στο παλάτι, ήταν ένας ιππότης με εντυπωσιακή πανοπλία. Ήταν ψηλός και σωματώδης, και στον καθρέφτη του θάρρους φάνηκε ακόμα πιο σωματώδης από όσο ήταν. Ο βασιλιάς εντυπωσιάστηκε και δέχτηκε τη βοήθεια του γενναίου ιππότη.
     Ο ιππότης έφυγε καμαρωτός-καμαρωτός, ακουμπώντας το χέρι του στην χρυσοποίκιλτη λαβή του τρομερού του σπαθιού. Τρεις μέρες μετά, όμως, στο παλάτι έφτασαν κακά μαντάτα: ο τρομερός δράκος είχε στρέψει την καυτή του ανάσα καταπάνω στον γενναίο ιππότη και τον είχε κάνει κάρβουνο!
     - Κρίμα, τέτοιο γενναίο παληκάρι! είπε ο βασιλιάς απογοητευμένος.
     Ύστερα από μερικές μέρες, ένας πρίγκηπας με χρυσή πανοπλία έφτασε και ζήτησε και εκείνος να πολεμήσει τον δράκο, για το χέρι της πριγκήπισσας. Ο πρίγκηπας ήταν λίγο στρουμπουλός, και το άλογό του είχε αρκετά επίπονη δουλειά να τον κουβαλάει, αλλά φαινόταν πολύ αποφασισμένος. Ο βασιλιάς τον οδήγησε μπροστά στον καθρέφτη του θάρρους, όπου εμφανίστηκε ρωμαλέος και δυνατός. Και ο πρίγκηπας με την χρυσή πανοπλία έφυγε για να αντιμετωπίσει τον δράκο.
     Μόλις έφτασαν τα μαντάτα ότι και ο πρίγκηπας με την χρυσή πανοπλία είχε σκοτωθεί από τον δράκο, ο βασιλιάς δέχτηκε τον επόμενο υποψήφιο. Και αυτός ήταν πρίγκηπας, και πολύ όμορφος μάλιστα. Ο βασιλιάς του ζήτησε να κοιταχτεί στον καθρέφτη του θάρρους.
     - Μα, δεν χρειάζεται, είπε εκείνος, έχω δικό μου καθρέφτη.
     Και λέγοντας αυτά, έβγαλε από μια θήκη της πανοπλίας του έναν μικρό καθρέφτη.
     - Με τέτοια ομορφιά, συνέχισε ο πρίγκηπας και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του, δεν χορταίνω να με βλέπω!
     - Ο δικός μου καθρέφτης είναι ολόσωμος, είπε ο βασιλιάς. Και αν δεν κοιταχτείς σε αυτόν, δεν θα σου δώσω ποτέ το χέρι της κόρης μου, ακόμη κι αν σκοτώσεις τον δράκο.
     Οπότε, ο πρίγκηπας στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Το είδωλό του ήταν ακόμα πιο όμορφο και εντυπωσιακό και από αυτόν τον ίδιο.
     - Εντάξει, λοιπόν, είπε ο βασιλιάς, πήγαινε να πολεμήσεις τον δράκο. Και εύχομαι να τον σκοτώσεις και να γίνεις γαμπρός μου. 
     Έφυγε ο πρίγκηπας γεμάτος αυτοπεποίθηση, και ο βασιλιάς ένιωσε πιο αισιόδοξος από ποτέ. Αλλά ύστερα από λίγες μέρες, έφτασαν και γι'αυτόν άσχημα μαντάτα. Ο όμορφος πρίγκηπας είχε σκοτωθεί από τον δράκο με συνοπτικές διαδικασίες.
     Και αυτό συνεχίστηκε για μέρες. Ένας-ένας, οι επίδοξοι μνηστήρες πήγαιναν να αντιμετωπίσουν τον τρομερό δράκο. Φορούσαν τις καλύτερές τους πανοπλίες και κρατούσαν τα πιο κοφτερά τους σπαθιά. Αλλά, ένας-ένας, είτε σκοτώνονταν από τον δράκο, είτε - αν ήταν τυχεροί - κατάφερναν να το σκάσουν, βαριά τραυματισμένοι και ανεπανόρθωτα ντροπιασμένοι. Και η επέλαση του δράκου συνεχιζόταν.
     - Μα πώς γίνεται, αναρωτιόταν ο βασιλιάς, τόσο γενναίοι και δυνατοί πρίγκηπες και ιππότες να μην καταφέρνουν τίποτα με τον δράκο;
     Αλλά απάντηση δεν έπαιρνε.
     Μια μέρα έφτασε στο παλάτι ένας φτωχός νέος. Δεν φορούσε γυαλιστερή πανοπλία, ούτε κρατούσε στα χέρια του κανένα μεγάλο σπαθί με περίτεχνα σκαλισμένη λαβή.
     - Καλέ, ποιος είναι τούτος; αναρωτήθηκαν οι πρίγκηπες. Και τι θέλει ανάμεσά μας;
     Αλλά ο νέος δεν μιλούσε. Μόνο περίμενε τη σειρά του.
     Ο βασιλιάς τον είδε και τον κάλεσε κοντά του.
     - Τι θέλεις εδώ, παιδί μου; τον ρώτησε.
     - Θέλω να σκοτώσω τον δράκο και να παντρευτώ την πριγκήπισσα, είπε ο νέος.
     - Πήγαινε καλύτερα στο σπίτι σου, ο δράκος είναι πολύ επικίνδυνος, είναι κρίμα να χάσεις τα νιάτα σου. Εξάλλου, υπάρχουν τόσοι άλλοι εδώ, πολύ καλύτερα οπλισμένοι από εσένα, δεν το βλέπεις;
     - Εγώ θα περιμένω τη σειρά μου, όπως όλοι.
     - Θεωρείς, δηλαδή, ότι θα μπορέσεις να σκοτώσεις τον δράκο;
     - Θεωρώ ότι μπορώ να προσπαθήσω.
     Ο βασιλιάς θαύμασε την επιμονή του νέου και αναρωτήθηκε μήπως τον είχε αδικήσει. Εξάλλου, και άλλοι νέοι, όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακοί, όταν είχαν σταθεί μπροστά στον καθρέφτη του θάρρους, έμοιαζαν αληθινά λιοντάρια...
     - Έλα μαζί μου, του είπε.
     Και τον οδήγησε στο δωμάτιο με τον καθρέφτη του θάρρους.
     - Στάσου εδώ και κοιτάξου σε αυτόν τον καθρέφτη, είπε.
     Στάθηκε ο νέος και κοιτάχτηκε. Το είδωλό του ήταν ένα πιστό αντίγραφό του. Ούτε καλύτερος φαινόταν, ούτε χειρότερος. Ούτε πιο γενναίος, ούτε πιο δυνατός.
     - Πήγαινε, παιδί μου, είπε ο βασιλιάς. Ο καθρέφτης μίλησε. Δεν είσαι φτιαγμένος για ανδραγαθήματα, γύρνα στο σπίτι σου καλύτερα.
     - Εγώ θα περιμένω, μήπως και αλλάξετε γνώμη, είπε ο νέος και έκανε μια υπόκλιση.
     Από εκείνη τη μέρα, ο νέος βρισκόταν στο παλάτι, ανάμεσα στους γενναίους πρίγκηπες και ιππότες, που έφευγαν ένας-ένας, για να πάνε να αντιμετωπίσουν τον τρομερό δράκο, και περίμενε τη σειρά του. Ο βασιλιάς έστειλε τους ανθρώπους του να μάθουν πληροφορίες για εκείνον. Του είπαν ότι ερχόταν από μια μακρινή χώρα, και ότι ήταν τσαγκάρης.
     - Τσαγκάρης;
     - Μάλιστα, μεγαλειότατε. Έζησε αρκετά χρόνια δίπλα στον καλύτερο τσαγκάρη της πόλης, και όταν ο τσαγκάρης πέθανε, ανέλαβε τη δουλειά του.
     - Γιος τσαγκάρη, λοιπόν.
     - Όχι ακριβώς. Ο τσαγκάρης δεν είχε δικά του παιδιά, τον είχε πάρει ως παραγιό. Κανείς δεν ξέρει από πού είναι στ'αλήθεια, και αν έχει συγγενείς. Πάντως, είναι πολύ καλός τσαγκάρης, όλοι το λένε.
     Οι μέρες περνούσαν, οι γενναίοι πρίγκηπες και ιππότες λιγόστευαν στην αίθουσα αναμονής του παλατιού, και ο φτωχός τσαγκάρης παρέμενε στη θέση του. Ο βασιλιάς τον έβλεπε κάθε μέρα και ευχόταν ο δράκος να σκοτωνόταν μια ώρα αρχύτερα, όχι μόνο για να γλιτώσει το βασίλειό του, αλλά και για να απαλλαγεί από την παρουσία του τσαγκάρη. Όμως, οι ευχές του δεν ευοδώθηκαν. Και έφτασε μια μέρα, που δεν υπήρχε κανένας πρίγκηπας και κανένας ιππότης στην αίθουσα αναμονής του παλατιού. Ο μόνος που είχε μείνει ήταν ο φτωχός τσαγκάρης.
     Ο βασιλιάς δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δεχτεί την προσφορά του.
     - Δεν θέλεις να το ξανασκεφτείς; τον ρώτησε.
     - Είμαι αποφασισμένος, βασιλιά μου.
     - Ο δράκος είναι άγριος.
     - Το ξέρω.
     - Είναι ανίκητος.
     - Το έχω ακούσει.
     - Μα δεν έχεις ούτε όπλο!
     - Αυτό είναι αλήθεια.
     - Και πώς θα τον πολεμήσεις, τότε;
     - Δεν ξέρω, θα δω.
     - Τι να πω; Κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός!
     Ο φτωχός τσαγκάρης υποκλίθηκε και έφυγε.
     - Χαμένος πάει κι αυτός, είπε ο βασιλιάς στους συμβούλους του.
     Εκείνοι κούνησαν απλώς το κεφάλι τους, συμφωνώντας με τον βασιλιά.

     Ο νέος περπάτησε πολλές ώρες, μέχρι να φτάσει στο σημείο όπου βρισκόταν ο δράκος. Ήταν πράγματι τρομακτικός, και έβγαζε φλόγες από το στόμα του. Ο νέος φοβήθηκε πολύ. Αλλά είχε αποφασίσει να προσπαθήσει να σκοτώσει τον δράκο και θα το προσπαθούσε.
     Πλησίασε προσεκτικά, όσο πιο κοντά μπορούσε. Είχε μαζί του μια σφεντόνα, αλλά με τίποτα δε θα κατάφερνε να πετάξει πέτρα τόσο μακριά. Άσε που και να πετούσε πέτρα, ούτε που θα κατάφερνε να τον τραυματίσει τον δράκο. Λίγο πιο πέρα είδε και διάσπαρτες πανοπλίες και όπλα, από τους πρίγκηπες και τους ιππότες που είχαν σκοτωθεί από τον δράκο. Αν κατάφερνε να φτάσει μέχρι εκεί, θα μπορούσε να βρει σπαθί και πανοπλία. Αλλά δεν είχε μάθει πώς να χρησιμοποιεί σπαθί. Και εκεί που αναρωτιόταν τι θα μπορούσε να κάνει, λίγο πιο πέρα, κοντά σε μια διαλυμένη πανοπλία, κάτι φάνηκε να γυαλίζει.
     Με πολλές προφυλάξεις έφτασε δίπλα στην πανοπλία και είδε τι ήταν αυτό που γυάλιζε: ένας μικρός καθρέφτης, που προφανώς τον είχε μαζί του ο ιππότης που φορούσε την πανοπλία, για να θαυμάζει σε αυτόν την ομορφιά του. Ο καθρέφτης, παραδόξως, δεν ήταν σπασμένος. Και τότε, του φτωχού τσαγκάρη του ήρθε μια ιδέα.
     Μάζεψε όσο κουράγιο είχε, και άρχισε να πλησιάζει προς τον δράκο, που βρισκόταν στην πλαγιά του βουνού. Σκαρφάλωνε με προσοχή, προσπαθώντας ταυτόχρονα να κρύβεται πίσω από τις πιο μεγάλες πέτρες, για να μην τον δει ο δράκος. Σε αυτό τον βοηθούσε και το γεγονός ότι δε φορούσε πανοπλία να τον βαραίνει, ή να γυαλίζει στον ήλιο. Τελικά, κατάφερε να φτάσει αρκετά κοντά. Από εκείνη την απόσταση, ο δράκος φαινόταν ακόμα πιο τρομακτικός.
     Ο νέος έκανε την προσευχή του, και ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα, και φώναξε στον δράκο, όσο δυνατότερα μπορούσε:
     - Ε, δράκε! Από 'δω!
     Ο δράκος δεν τον άκουσε. Ο νέος έβαλε τα δυο του χέρια στο στόμα του σαν χωνί και ξαναφώναξε:
     - Ε, δράκε! Από 'δω!
     Τότε ο δράκος τον άκουσε, και γύρισε προς το μέρος του. Ο νέος του έριξε μια πέτρα με την σφεντόνα, που τον πέτυχε στο μουσούδι. Ο δράκος αφηνίασε και άρχισε να τον αναζητά, κάτι που δεν ήταν πολύ εύκολο, αφού τα ρούχα του νέου δεν ήταν καθόλου φανταχτερά. Ο νέος του ξανάριξε με την σφεντόνα, και αυτή τη φορά ο δράκος τον εντόπισε. 
     Βγάζοντας φωτιές από το στόμα του, άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. Αλλά ο νέος τώρα είχε πιάσει τον καθρέφτη. Και μόλις ο δράκος έφτασε στη σωστή θέση, ο νέος του έριξε την αντανάκλαση του ήλιου στα μάτια. Το δυνατό φως τύφλωσε τον δράκο, που έχασε την ισορροπία του καθώς έτρεχε και άρχισε να πέφτει. Και όπως ήταν τεράστιος, το πέσιμό του ήταν καταστροφικό.
     Η γη τραντάχτηκε από το πέσιμο και η δόνηση έφτασε μέχρι το παλάτι του βασιλιά, που εκείνη την στιγμή έπαιρνε το γεύμα του και είδε μερικά από τα πορσελάνινά του σερβίτσια να πέφτουν κάτω και να γίνονται κομμάτια. Ο νέος εκτινάχτηκε αρκετά μέτρα πιο πέρα από εκεί που στεκόταν, και παρά τρίχα να χτυπήσει σοβαρά. Ο δράκος, όμως, είχε πάθει τη μεγαλύτερη ζημιά από όλους. Πέφτοντας, είχε σπάσει το λαιμό του. Ήταν πλέον νεκρός.
     Τα νέα έφτασαν γρήγορα στο παλάτι και ο βασιλιάς δεν μπορούσε να το πιστέψει. Πώς ήταν δυνατόν να τα είχε καταφέρει ο φτωχός τσαγκάρης; Αφού ο καθρέφτης δεν είχε δείξει κάτι.      
     Πιστεύοντας ότι ο μάγος τον είχε κοροϊδέψει, έστειλε τους ανθρώπους του να πάνε στο σπίτι του και να του ζητήσουν να έρθει στο παλάτι. Ο μάγος ήρθε, στάθηκε μπροστά στον βασιλιά και υποκλίθηκε.
     - Με ζήτησες, βασιλιά μου; είπε. Πώς μπορώ να σου φανώ χρήσιμος;
     - Με κορόιδεψες! είπε ο βασιλιάς. Ο καθρέφτης που μου χάρισες  δεν είναι αυτό που μου είπες.
     - Τι εννοείς; ρώτησε ο μάγος.
     Τότε ο βασιλιάς διηγήθηκε στον μάγο τα όσα είχαν γίνει, με κάθε λεπτομέρεια.
     - Λοιπόν; τον ρώτησε στο τέλος. Τι έχεις να πεις για όλα αυτά;
     - Δεν βλέπω τίποτα το περίεργο, είπε ο μάγος. Ο καθρέφτης έκανε αυτό ακριβώς που σου είπα.
     - Μα μου είπες ότι οι έξυπνοι φαίνονται έξυπνοι, οι φοβιτσιάρηδες φαίνονται φοβιτσιάρηδες, και οι δυνατοί φαίνονται δυνατοί...
     - Ναι, αλλά σου είπα, επίσης, ότι ο καθρέφτης δείχνει τι πιστεύει ο καθένας για τον εαυτό του. Προφανώς, λοιπόν, οι πρίγκηπες και οι ιππότες είχαν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, οπότε υπερεκτίμησαν τις δυνάμεις τους, ενώ ο φτωχός τσαγκάρης, που έβλεπε τον εαυτό του όπως ακριβώς ήταν, δεν προδόθηκε από τις αδυναμίες του. Σου το είπα, εξάλλου, ότι ο καθρέφτης λέγεται καθρέφτης του θάρρους, επειδή χρειάζεται θάρρος για να κοιταχτείς μέσα του. Δεν είναι πολλοί αυτοί που αντέχουν την πραγματική τους εικόνα. 
     Έτσι, ο βασιλιάς κατάλαβε ότι είχε υπερεκτιμήσει τον καθρέφτη και ότι καλό θα ήταν να τον κρύψει κάπου που να μην τον βλέπει κανένας, ούτε καν ο ίδιος. Επίσης κατάλαβε, ότι είχε έρθει η ώρα να παντρέψει τη μοναχοκόρη του. Και όσο κι αν δεν του άρεσε η ιδέα να κάνει γαμπρό του έναν φτωχό τσαγκάρη, η εικόνα του νεκρού, πεσμένου στην πλαγιά του βουνού δράκου, που τώρα έμοιαζε σαν να κοιμόταν, του θύμιζε ότι χωρίς εκείνον τον επίμονο, φτωχό τσαγκάρη, θα είχε μείνει, πιθανώς, χωρίς βασίλειο.

ΥΓ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου 

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Από πού πάνε για τη Μόσχα, οεο;

                             

     - Στη Μόσχα, αδερφές μου, στη Μόσχα! είπε η Ιρίνα. 
     - Σκάσε πια, φώναξε η Όλγα, μας ζάλισες!
     - Θα μιλάω όσο θέλω, απάντησε εκείνη.
     - Μην την ξεσυνερίζεσαι, παρενέβη η Μάσα, τα νιάτα της είναι που μιλάνε. 
     - Ε, τότε, σκασμό στα νιάτα της!
     - Σαν γριά κάνεις! είπε η Ιρίνα.
     - Λογικό, αφού θυσίασα τα νιάτα μου για εσάς! Αλλά αυτό είναι το ευχαριστώ που παίρνω!
     - Επιλογή σου ήταν, είπε η Μάσα, θα μπορούσες να έχεις παντρευτεί, ή, έστω, να έβρισκες έναν εραστή...
     - Καταπληκτική ιδέα! Πώς δεν το σκέφτηκα; Σα δεν ντρέπεσαι, να εκμαυλίζεις την ίδια σου την αδερφή!
     - Κι όμως, για σκέψου το... Ο Ιγκόρ Βασιλίεβιτς συνέχεια σε γλυκοκοιτάζει...
     - Κόφ'το!
     - Κορίτσια, μην τσακώνεστε και πάμε στη Μόσχα, σας λέω! Ο πόλεμος στην Ουκρανία τελειώνει όπου να'ναι, έρχονται καλύτερες μέρες...
     - Α, καλά, εσύ δεν ξέρεις τι σου γίνεται, είπε η Όλγα, δεν άκουσες τα χαΐρια του Τραμπ; Διάβασε και καμιά Ρασίσκαγια Γκατζέτα να ξεστραβωθείς!
     - Σιγά την εφημερίδα! Γιατί να είσαι πάντα τόσο συντηρητική; Εσύ δεν θέλεις να πάμε στη Μόσχα; στράφηκε στη Μάσα.
     - Εδώ που τα λέμε, Ιρότσκα μου, είπε εκείνη, η Μόσχα πέφτει μακριά...
     - Σιγά την απόσταση! Αν πάρουμε την τρόικα των 9, το απόγευμα στις 7 θα πίνουμε εσπρέσο στο καφέ Πούσκιν! 
     - Μάθαμε και τον εσπρέσο τώρα..., μουρμούρισε η Όλγα.
     - Εσύ πιες τσάι, της είπε η Ιρίνα.
     - Χωρίς σαμοβάρι; Να μου λείπει!
     - Έλα εσύ, και θα πάμε σε μαγαζί με σαμοβάρι.
     - Δεν πάω πουθενά. Πηγαίνετε μόνες σας!
     - Εντάξει, λοιπόν, θα πάμε μόνες μας, αλλά μην γκρινιάζεις μετά...
     - Ούτε εγώ μπορώ, Ιρότσκα μου, είπε η Μάσα, τι θα πει ο άντρας μου;
     - Δεν νομίζω να τον ρώτησες όταν έβρισκες γκόμενο, τώρα θα τον ρωτήσεις;
     - Ιρίνα, ντροπή!
     - Κοίτα ποια μιλάει, μουρμούρισε η Όλγα.
     - Είπες τίποτα, Ολιούσκα μου;
     - Όχι, Μάσα μου, τι να πω εγώ; Να περάσετε καλά, είπα.
     - Α, μα δεν παλεύεστε πια, είπε η Ιρίνα. Σας βαρέθηκα! Τι σας ζήτησα, μωρέ; Να πάμε στη Μόσχα σας ζήτησα, να ξαλεγράρουμε λιγάκι, που έχει ασπρίσει το μάτι μας από τα χιόνια!
     - Και τι νομίζεις, δηλαδή, ότι στη Μόσχα ανθίζουν τριαντάφυλλα, χειμωνιάτικα; ρώτησε η Μάσα. 
     - Όχι, αλλά εκεί δεν έχει μόνο χιόνια. Έχει και θέατρα, και εστιατόρια.
     - Ούτε εδώ έχει μόνο χιόνια.
     - Το λες επειδή δεν θέλεις να αφήσεις τον γκόμενο. Βρε, στη Μόσχα θα βρεις άλλον, καλύτερο! 
     - Και τι να τον κάνω τον μοσχοβίτη γκόμενο, δια αλληλογραφίας θα έχουμε σχέση; Εκτός αν έχεις σκοπό να μεταναστεύσουμε.
     - Γιατί όχι; Πουλάμε αυτό το σπίτι και μετακομίζουμε στη Μόσχα. Και μετά, ποιος μας πιάνει!
     - Ποιος άλλος να μας πιάσει, είπε η Όλγα, δε σου φτάνει που μας έπιασε στο στόμα της η Πίπη; Ρεζίλι των σκυλιών γίναμε! Πρώτα ο Τσέχωφ, τώρα η Πίπη!
     Οι τρεις αδερφές σώπασαν.
     - Άκυρη η Μόσχα, είπε η Ιρίνα ύστερα από λίγο. Μόλις διάβασα στο Χ ότι απεργούν οι τρόικες.
     - Το Χ μας μάρανε, είπε η Όλγα. 

ΥΓ: Αυτή ήταν η συμμετοχή της Πίπης στο χειμωνιάτικο δρώμενο της Αριστέας με τίτλο "Χειμωνιάτικα αποτυπώματα". Η Αριστέα είναι κατά κάποιον τρόπο υπεύθυνη και για το συγκεκριμένο θέμα, αφού ανέφερε την αρχική φράση της ανάρτησης, φέρνοντας στο μυαλό μου τις "Τρεις αδελφές" του Τσέχωφ, τις οποίες, παρεμπιπτόντως, δεν γνωρίζω, αλλά βασίστηκα σε πληροφορίες που άντλησα από το διαδίκτυο. Μπορώ να πω ότι διασκέδασα την ανάρτηση, και αν δεν χρειαζόταν να πετσοκόψω τους διαλόγους για να πιάσω το όριο των 500 λέξεων, θα την είχα διασκεδάσει ακόμα περισσότερο! Αριστέα μου, ευχαριστώ πολύ που με ξεκούνησες και πάλι! 

Όσο για την εικόνα της ανάρτησης, τη δημιούργησα μέσω τεχνητής νοημοσύνης, για να εξηγούμαστε...



Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Το ρεβεγιόν

 


Πώς μ'αρέσουνε τα δείπνα που τα λένε ρεβεγιόν,
που μαζεύουνε τα μέλη όλων των οικογενειών!
Τρώνε, πίνουν και γελάνε, κι ανταλλάσσουνε ευχές,
κι είν'όλοι αγαπημένοι, κι οι κουβέντες τους γλυκές.

Βέβαια, η μαμά γκρινιάζει, πριν αρχίσει η γιορτή,
πως κανείς δεν τη βοηθάει, και πως έχει κουραστεί.
Μα μπροστά στους καλεσμένους, ξέρει να χαμογελά,
"Αχ, καλέ, σιγά τον κόπο!" λέει πάντα, όλο χαρά.

"Μα τι όμορφη που είσαι!", λέει η Μαίρη στην Κική,
"Πώς σου πάει το φόρεμά σου, αδυνάτισες πολύ!"
Κι ύστερα στο σύζυγό της λέει, σχεδόν ψιθυριστά:
"Αχρηστεύεται το ρούχο, σίγουρα πήρε κιλά!"

"Άντζελα, γιατί ήρθες μόνη;", λέει η θεία η Αρετή,
"Μη μου πεις, πάει κι ο Κώστας; Τι ατυχία είναι αυτή!"
"Έξοχη η γαλοπούλα!", λέει η θεία η Μαριγώ,
μα στον άντρα της δηλώνει: "Πιο καλά την κάνω εγώ!"

"Λέρωσα το κέντημά σου!", λέει ο θείος ο Θωμάς,
κι η μαμά ευθύς του λέει: "Δεν πειράζει και μην σκας!"
Ο μικρός της γιος φωνάζει: "Αχ, λερώθηκα, μαμά",
και τα μάτια του δακρύζουν από μουλωχτή τσιμπιά.

"Τι ωραία που είναι όλα!" λέει η θεία Ναυσικά,
"Τι'θελα να'ρθω και φέτος;", ψιθυρίζει στον Λουκά.
"Πάντα τέτοια!", λέει ο Νίκος, φαίνεται περιχαρής,
"Αν ξανάρθω, να με φτύσεις", λέει με τρόπο της Φανής.

Είναι σίγουρο το τραύμα, που αφήνει όλο αυτό,
πως ξανάρχονται είναι θαύμα, την αλήθεια θα την πω.
Μάλλον είναι όλοι βιτσιόζοι, δέσμιοι των τυπικών,
γι'αυτό θα βροντοφωνάξω... Ζήτω, λέω, το ρεβεγιόν!

ΥΓ: Αυτή ήταν η συμμετοχή της Πίπης στο 34ο ποιητικό Συμπόσιο που διοργανώνει η αγαπημένη μας πυργοδέσποινα Αριστέα, όπου η λέξη που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί αυτή τη φορά ήταν το θαύμα ή τα παράγωγά του. Ήταν πραγματικό θαύμα που η συμμετοχή αυτή κέρδισε και ελπίζω, ειλικρινά, να μην είναι το μοναδικό θαύμα που θα ζήσω το 2026.

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Τσεκ!

 

     Χαρές και πανηγύρια στη Χώρα του διαμερίσματος. Η Πίπη, δε, γυρνάει γύρω-γύρω, σαν την σβούρα. Ελέγχει αν όλα είναι εντάξει. Τα έπιπλα στη θέση τους; Τσεκ! Το δέντρο καμαρωτό; Τσεκ! Τα φωτάκια αναμμένα; Τσεκ! Τα στολίδια μονοιασμένα; Μία άγρια ματιά προς τον τάρανδο, που ετοιμάζεται να δώσει μια μουλωχτή κλωτσιά σε ένα σκουφάκι, και τσεκ! 
     Τα φαγητά; Ροδοψήθηκε το χοιρινό; Τα δαμάσκηνα, είναι αρκετά; Είναι εντάξει στο αλάτι; Τσεκ! Οι λαχανοντολμάδες είναι σωστά φασκιωμένοι; Μήπως ξετυλίχτηκαν καθώς κολυμπούσαν στο αυγολέμονο; Μήπως πνίγηκε κανένας από τους μικρούς, που δεν έχουν μάθει ακόμα καλό κολύμπι; Ο ναυαγοσώστης στη θέση του; Τσεκ! Η σαλάτα με τα ψητά λαχανικά και τη φέτα είναι έτοιμη; Μήπως έπεσε πολλή η κινόα; Θα αρέσει στην Αριστέα; Ας ελπίσουμε, τσεκ!
     Το κρασί; Είναι στη σωστή θερμοκρασία; Οι χυμοί είναι στη θέση τους; Τσεκ! Οι δίπλες είναι εντάξει, ή μήπως ξεδιπλώθηκαν; Τσεκ! Τα μελομακάρονα είναι στη θέση τους ή φαγώθηκαν; Η Πίπη κοιτιέται περήφανη στον καθρέφτη. Φέτος έδειξε εγκράτεια με τα μελομακάρονα. Τσεκ! Ρίχνει και μια λοξή ματιά στους κουραμπιέδες.
     - Έχετε χάρη που είστε οι αγαπημένοι της Γλαύκης, λέει. 
     Τσεκ!
     - Ωχ, παρά τρίχα να τον ξεχάσω! αναφωνεί.
     Φέρνει τον Μπίμπο και τον βάζει στην τιμητική θέση, δίπλα σε ένα μεγάλο μπωλ με μπανάνες, μάνγκο και μήλα.
     - Μην τα φας από τώρα, του λέει, καθώς βλέπει την λοξή προβοσκίδα του να κινείται διακριτικά προς το μπωλ.
     Ο Μπίμπο συγκρατείται. Τι καλό ελεφαντάκι! Τσεκ!
     - Ε, φωνάζει ο τυμπανιστής από το δέντρο, μουσική δε θα βάλεις; Στη μούγκα θα την βγάλουμε; Μήπως να παίξω εγώ κάτι;
     - Όχι! φωνάζουν όλα τα στολίδια με μια φωνή.
     - Χαλαρώστε! λέει η Πίπη. Τη μουσική επένδυση της βραδιάς θα την αναλάβουν ο Γιάννης και η Γλαύκη, έχουν ειδικότητα. Γι'αυτό κιόλας τους είπα να έρθουν λίγο νωρίτερα από τους υπόλοιπους!
     Χτυπάει το κουδούνι.
     - Ποιος να είναι; αναρωτιέται η Πίπη. Ο Γιάννης και η Γλαύκη; Από τώρα; Λίγο νωρίτερα τους είπα, το παράκαναν...
     Στο άνοιγμα της πόρτας εμφανίζεται ο Άη-Βασίλης.
     - Είσαι σίγουρη ότι εδώ μέσα θα υπάρχει παιδί απόψε ή μου το είπες στα ψέματα για να με κάνεις να κάνω γκεστ εμφάνιση στο ρεβεγιόν σου; τη ρωτάει.
     - Σιγουρότατη, λέει η Πίπη και σκέφτεται τι καταπληκτική ιδέα ήταν αυτή που είχε να καλέσει τη Μαρία μαζί με την κόρη της την Ελένη (τσεκ!). Θα έχουμε τουλάχιστον ένα παιδάκι μαζί μας (σκέφτεται μήπως και η Ρούλα φέρει τα δισέγγονά της).
     - Εντάξει, τότε, λέει ο Άη-Βασίλης. Απλώς, να ξέρεις ότι έχω πολλές παραδόσεις και ίσως καθυστερήσω, δεν ήξερα για το παιδί και σε πρόσθεσα τελευταία στιγμή στο δρομολόγιό μου, οπότε είσαι η τελευταία.
     - Μην ανησυχείς καθόλου, θα τους βάλω όλους να απαγγείλουν τα ποιήματά τους από το χριστουγεννιάτικο Συμπόσιο και θα τους απασχολήσω, μετά θα προσπαθήσουμε να μετρήσουμε τις νέες μπούκλες της Αριστέας, ίσως διαβάσουμε και το τελευταίο παιδικό βιβλίο της Κικής, θα κάνω και κανένα λογοτεχνικό μπρα ντε φερ με τη Γούμαν, αν μπορέσει να έρθει τελικά, θα ξεχαστούν, κανένας δεν θα το καταλάβει αν αργήσεις λίγο. Αλλά, να σου πω, ίσως να είναι καλό να φέρεις και κάτι για τους μεγάλους, μην πάρουν δώρο μόνο τα παιδιά...
     - Το έχω υπόψη μου, μην αγχώνεσαι. Κοίτα εδώ, της λέει και ανοίγει τον σάκο που κρατάει στα χέρια του.
     Ο σάκος είναι γεμάτος κουτάκια, τυλιγμένα με όμορφο χαρτί και δεμένα με φιόγκους.
     - Τι είναι αυτά; ρωτάει η Πίπη.
     - Τα δώρα των μεγάλων.
     - Ελπίζω να είναι καλά, λίγο μικρά τα βλέπω... Τι έχουν μέσα, κοσμήματα;
     - Πολλή παρέα κάνεις με ενήλικες... Από εσένα περίμενα καλύτερη μαντεψιά. 
     - Συγγνώμη, είναι που έχω και το άγχος του ρεβεγιόν. Τι έχουν μέσα, λοιπόν;
     - Τα καλύτερα! 
     - Δηλαδή;
     - Μη ρωτάς περισσότερα!
     - Μα τώρα μου κίνησες την περιέργεια, εσύ φταις!
     - Άντε, καλά, θα σου πω, αλλά μην το πεις σε κανέναν.
     - Εννοείται, αφού με ξέρεις εμένα!
     - Επειδή σε ξέρω το λέω.
     - Τι εννοείς; Πότε δεν κράτησα εγώ μυστικό; Ε;
     - Να σου θυμίσω ότι μέχρι και το ότι μου είχε πέσει το παντελόνι τότε που είχα αδυνατίσει έβγαλες στη φόρα; 
     - Δεν φαντάστηκα ότι δεν ήθελες να το μάθει κανένας...
     - Ναι, τέτοια είσαι... Τέλος πάντων, ας πάει και το παλιάμπελο, εξάλλου δεν μου φταίνε τίποτα οι υπόλοιποι... Λοιπόν, θα σου το πω, επειδή πάνω απ'όλα είμαι άνθρωπος. 
     - Το ήξερα αυτό!
     Ο Άη-Βασίλης την αγριοκοιτάζει. Η Πίπη καταλαβαίνει ότι το παρατράβηξε.
     - Συγγνώμη, λέει. Δεν θα σε ξαναδιακόψω. Λοιπόν, τι έχουν μέσα τα κουτιά;
     Ο Άη-Βασίλης ξεροβήχει.
     - Θαύματα έχουν! λέει. Εντάξει, τώρα;
     - Θαύματα; Ωωωωω, μα αυτό είναι καταπληκτικό! Είσαι υπέροχος!
     - Ε, αυτό το ήξερα...
     - Είσαι φανταστικός!
     - Αληθινός είμαι...
     - Είσαι κα-τα-πλη-κτι-κός!
     - Εντάξει, φτάνει τόσο...
     - Ασυναγώνιστος!
     - Εντάξει, είπα...
     - Δεν παίζεσαι!
     - Φτάνει είπα!
     - Νούμερο...
     - Νούμερο;
     - ...ένα ήθελα να πω, αλλά με έκοψες.
     - Τέλος πάντων, αρκετά με τα κομπλιμέντα! Πρέπει να φύγω, δεν θα προλάβω, όπου να'ναι τα μεσάνυχτα φτάνουν στην Αυστραλία. Θα τα πούμε στο ρεβεγιόν. Να μου φυλάξεις λαχανοντολμάδες και δίπλες! Γεια σου!
     Η Πίπη μένει μόνη της μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματος. Σκέφτεται ξανά τον στολισμό, τσεκ. Σκέφτεται τα φαγητά, τσεκ. Σκέφτεται τα ποτά, τσεκ. Σκέφτεται τα γλυκά, τσεκ. Σκέφτεται τη μουσική, τσεκ. Σκέφτεται τους καλεσμένους, μαζί με τα παιδιά, τσεκ. Σκέφτεται τον Άη-Βασίλη, τσεκ. Σκέφτεται και τα θαύματα μέσα στα κουτάκια του Άη-Βασίλη. 
     - Όλα τσεκ, λέει.

ΥΓ: Το παρόν είναι η τέταρτη συμμετοχή της Πίπης στο χριστουγεννιάτικο δρώμενο του Γιάννη με τίτλο "Χριστούγεννα σε τέσσερις πράξεις". Η Πίπη και όλοι οι συντελεστές του ρεβεγιόν, σας εύχονται χρόνια πολλά και καλή χρονιά, με υγεία!



Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Μέγας είσαι, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα Σου...

 

     Κάθομαι για να γράψω, αλλά όσο περνάει η ώρα, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ ότι μόνο με ένα θαύμα θα βρω κάτι καλό. Καλά το είχα φανταστεί από την αρχή, ότι τα δύο επόμενα ζητούμενα του δρώμενου του Γιάννη θα με δυσκόλευαν!
     Θα μπορούσα να γράψω ένα παραμύθι, βέβαια, ένα παραμύθι με νεράιδες που κουνάνε το ραβδάκι τους και αλλάζουν τα πάντα. Ή, ίσως θα μπορούσα να αναζητήσω θαύματα στις ειδήσεις, όλο και κάτι θα βρω εκεί... Εδώ που τα λέμε, πάντα υπάρχει και η επιλογή του να μην γράψω τίποτα. Να βάλω μια εικόνα που να γράφει "Προσοχή. Εκτελούνται έργα", και να την βγάλω αφού θα έχει τελειώσει το δρώμενο. "Μα τι λες;", μου λέει η οθόνη, "μία Πίπη δεν τα παρατάει, στρώσε τον απαυτό σου κάτω και μην ψάχνεις δικαιολογίες!"
     Εντάξει, λοιπόν, ας μιλήσω για θαύματα που γνωρίζω από πρώτο χέρι, θαύματα που έχουν συμβεί σε εμένα. Κι ας σας κάνω να νομίζετε ότι αγγελοκρούστηκα ξαφνικά, λόγω επερχόμενων γιορτών, και ότι θα φορέσω έναν χιτώνα, θα πάρω παραμάσχαλα μία Καινή Διαθήκη και θα τρέχω να κηρύττω τον Λόγο του Θεού. Και ότι θα αλλάξω τη μορφή του μπλογκ, θα του κάνω εικονογράφηση στο στυλ των μεγάλων Κρητών αγιογράφων, λόγω καταγωγής, και θα βάλω να παίζει και μουσική με ψαλμούς από εκκλησιαστικές χορωδίες. Και μέχρι που θα προσφέρω και δωρεάν εξομολόγηση σε κάποια γωνία κάτω δεξιά...
     Το σίγουρο, όμως, είναι ότι δεν αγγελοκρούστηκα. Δε θα μιλήσω, εξάλλου, για αναστάσεις νεκρών, πολλαπλασιασμό τροφής, μετατροπή νερού σε κρασί ή περπάτημα στη θάλασσα, αυτά είναι κράχτες, βέβαια, αλλά δεν γίνονται από όποιον κι όποιον. Θα μιλήσω για θαύματα μικρά και τριανταφυλλένια, που δεν τα πιάνει το μάτι, και που μπορεί και να μην μοιάζουν καν για θαύματα. Και μήπως δεν έγινε θαύμα εκείνη τη μέρα που έφευγα από το σπίτι των γονιών μου σκεφτόμενη για πολλοστή φορά πόσο άτυχη ήμουν; 
     Ίσως δεν το πιστεύετε, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Από μικρή είχα εκπαιδευτεί να σκέφτομαι έτσι. Οι γονείς μου, βλέπετε, προέρχονται από φτωχές αγροτικές οικογένειες, είχαν και οι δυο τους δύσκολα παιδικά χρόνια και βρέθηκαν πολύ νωρίς να παλεύουν μόνοι τους, μακριά από την οικογένειά τους. Τα χαστούκια και οι απογοητεύσεις που τους έδωσε η ζωή ήταν τόσα, που μέχρι να γίνουν γονείς είχαν γίνει βαθιά μοιρολάτρες. Αναμενόμενο ήταν, λοιπόν, να μεταλαμπαδεύσουν όλη αυτή τη σοφία της ζωής στα παιδιά τους (και εδώ έρχονται δύο φτωχά κοριτσάκια που περπατάνε σε μια μαυρόασπρη ελληνική ταινία και κολλάνε γάντι!). Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, από μικρή έμαθα ότι η ζωή είναι πολύ δύσκολη και άδικη με τους φτωχούς, δηλαδή με εμάς, και ότι θα έπρεπε να είμαι πάντα προετοιμασμένη για τα χαστούκια και τις δυσκολίες που θα συναντούσα, τόσο προετοιμασμένη μάλιστα, που θα έπρεπε να τα προβλέπω. Αυτός ήταν ο ιδανικότερος τρόπος για να καταλήξω να εστιάζω μονίμως στα αρνητικά και ποτέ στα θετικά. Βασικά, δεν έβλεπα και πολλά θετικά.
     Ευτυχώς, όμως, που έγινε το θαύμα. Και, εκείνη τη μέρα που, φεύγοντας από το σπίτι των γονιών μου σκεφτόμουν, ως συνήθως, πόσο άτυχη ήμουν, ξαφνικά, ήταν σαν να διχάστηκα, και ο εαυτός μου με επέπληξε αυστηρά: "Για στάσου", μου είπε ο εαυτός μου, "γιατί λες ότι είσαι άτυχη; Έχεις την υγεία σου, έχεις οικογένεια, ανθρώπους να σε αγαπούν, έχεις μορφωθεί, έχεις μια δουλειά για να βιοπορίζεσαι, και έχεις και μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου. Πόσοι άνθρωποι νομίζεις ότι τα έχουν όλα αυτά μαζί; Μήπως δεν είσαι και τόσο άτυχη, τελικά;". Αυτό ήταν ένα χαστούκι, όχι από εκείνα που είχα εκπαιδευτεί να περιμένω, αλλά ένα χαστούκι που χρειαζόμουν. Και συνειδητοποίησα ότι ο εαυτός μου είχε δίκιο.
     Έκτοτε, η ματιά μου άλλαξε και άρχισαν να ανακαλύπτω σιγά-σιγά, τα μικρά καθημερινά θαύματα που περνούν απαρατήρητα. Και μήπως δεν είναι θαύμα αν προλάβουμε το λεωφορείο και πάμε εγκαίρως στη δουλειά μας; Δεν είναι θαύμα αν χάσουμε αυτό το λεωφορείο και πάρουμε το επόμενο, και συναντήσουμε έτσι τον έρωτα της ζωής μας ή έναν πολύ αγαπητό φίλο που έχουμε χρόνια να τον δούμε; Δεν είναι θαύμα αν δεν προλάβουμε να περάσουμε τον δρόμο και αναγκαστούμε να περιμένουμε λίγα δευτερόλεπτα, που μπορούν να μας σώσουν από έναν τρελλό οδηγό που παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμά του; Άρχισα πλέον να βλέπω το ποτήρι - που μέχρι τότε το έβλεπα σχεδόν άδειο - μισογεμάτο. Και, ξέρετε κάτι; Το ποτήρι είναι μισογεμάτο, και πάντα υπάρχει περιθώριο να γεμίσει κι άλλο, να αδειάσει εντελώς, όμως, δεν υπάρχει περίπτωση.
     Αλλά ίσως αυτό να μη σας πείσει. Ίσως μου πείτε ότι το να αλλάξεις τρόπο σκέψης και θέασης των πραγμάτων δεν είναι θαύμα, ή ίσως να θέλετε κάτι πιο χειροπιαστό. Ας γράψω, λοιπόν, για ένα άλλο θαύμα, πιο πρόσφατο αυτό. 
     Πριν από κάποια χρόνια, μια Παρασκευή απόγευμα, προσπαθώντας να αποφορτιστώ από την ένταση της εβδομάδας, κάθησα στον υπολογιστή, βρήκα ένα δωρεάν παιχνίδι στο διαδίκτυο, και άρχισα να παίζω. Το παιχνίδι ήταν πολύ εθιστικό και, όπως μπορείτε να φανταστείτε, εκτός του ότι ήμουν πολύ καλή και περνούσα τις πίστες τη μία μετά την άλλη, ξεχάστηκα και όταν, κάποια στιγμή, κοίταξα το ρολόι, ήταν ήδη περασμένες δώδεκα. Επειδή, όμως, το είχα πάρει πατριωτικά και, επιπλέον, η επόμενη μέρα ήταν Σάββατο και θα μπορούσα να ξυπνήσω πιο αργά, συνέχισα να παίζω λίγο ακόμα, παρ'όλο που το χέρι μου είχε αρχίσει να πονάει λίγο. Και, τελικά, αν δεν εμφανιζόταν η Θεία Πρόνοια μέσω ενός μηνύματος στην οθόνη ότι είχα ολοκληρώσει όλα τα επίπεδα, ίσως να έπαιζα ακόμα και τώρα που σας γράφω! 
     Η ώρα είχε πάει εφτά το πρωί, όταν ολοκλήρωσα όλες τις πίστες και πήγα για ύπνο, περήφανη για το κατόρθωμά μου. Αλλά όταν ξύπνησα δυο-τρεις ώρες αργότερα, είχα ένα εξόγκωμα στο χέρι, στο επάνω μέρος του καρπού, συγκεκριμένα! Θαύμα; Όχι, φυσικά. Ένα απλό εξόγκωμα ήταν, ούτε τυφλούς θεράπευε, ούτε ανάπηρους, ούτε φαλακρούς. Και, φυσικά, δεν παραξενεύτηκα και τόσο που το είδα, αφού έπαιζα όλο το βράδυ με πονεμένο χέρι. "Καλά να πάθεις!", με μάλωσε ο εαυτός μου, "μεγάλη γυναίκα να κάνεις σαν μικρό παιδί και να παίζεις τόσες ώρες συνεχόμενες, ντροπή σου!". Δεν του είπα τίποτα, είχε δίκιο.
     Όταν είδε το εξόγκωμα ο δάσκαλος του βιολιού τρόμαξε και μου είπε να σταματήσω να παίζω και να πάω αμέσως στο γιατρό. Εκεί τα χρειάστηκα λίγο, επειδή φοβήθηκα ότι θα πήγαινε χαράμι ο κόπος μου των προηγούμενων δύο ετών. Πήγα, ανήσυχη, στο γιατρό. Εκείνος κοίταξε το εξόγκωμα καλά-καλά, το πασπάτεψε προσεκτικά και μετά μου έκανε τα αποκαλυπτήρια: ήταν γάγγλιο. Μου είπε ότι δεν γινόταν επέμβαση σε εκείνο το σημείο του χεριού και ότι θα έπρεπε να συνεχίσω κανονικά τη ζωή μου. Τον ρώτησα αν θα μπορούσα να συνεχίσω τα μαθήματα βιολιού και μου είπε ναι. Ανακουφίστηκα. Το πρόβλημα ήταν ότι αμέσως μετά, ο γιατρός μεταμορφώθηκε σε Πυθία.
     "Θα περάσει;", τον ρώτησα. "Μπορεί να περάσει, μπορεί και όχι", μου είπε. "Να του κάνω μασάζ, θα βοηθήσει;", επέμεινα. "Ναι, μπορείς, κακό δε θα του κάνει", απάντησε. "Να φορέσω ελαστικό επίδεσμο, θα βοηθήσει;", δοκίμασα άλλη μια φορά. "Ναι, μπορεί να βοηθήσει". Μας πρόκοψες, δόκτωρ! 
     Δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, παρά να αγνοήσω τους χρησμούς της Πυθίας και να συγκρατήσω μόνο ότι θα μπορούσα να συνεχίσω τα μαθήματα του βιολιού, αφού αυτό με ενδιέφερε περισσότερο. Συνέχισα, λοιπόν, κανονικά τη ζωή μου. Έβαλα και ελαστικό επίδεσμο - που όμως δεν με βόλεψε καθόλου και τον εγκατέλειψα - , το έτριβα και λίγο όποτε το θυμόμουν, και πάντα το κοιτούσα να δω μήπως και μίκραινε. Κάποιες φορές είχα την εντύπωση ότι είχε μικρύνει, αλλά τελικά αποδεικνυόταν ότι ήταν η ιδέα μου.
     Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος. Ήταν Δεκαπενταύγουστος και είχα πάει στην αδερφή μου, μαζί με το γάγγλιό μου, εννοείται. Μία κολλητή μου μου τηλεφώνησε να δει τι κάνω. Κλείνοντας το τηλέφωνο, το μάτι μου έπεσε επάνω στο γάγγλιο. Ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα από τότε που πρωτοεμφανίστηκε. "Τελικά", σκέφτηκα, "αυτό το γάγγλιο φαίνεται να μην έχει αλλάξει καθόλου. Ο γιατρός είπε ότι μπορεί να έφευγε, αλλά κοντεύει χρόνος, αν ήταν να φύγει, θα είχε φύγει ήδη. Από ό,τι φαίνεται, θα το έχω μόνιμα". Στιγμιαία σκέφτηκα τη ζωή μου με το γάγγλιο. Όσο κι αν δε μου άρεσε η ιδέα, αυτή θα ήταν πλέον η πραγματικότητά μου. "Ε, δεν πειράζει", είπα στον εαυτό μου, "τι να κάνουμε, ας μείνει, θα ζήσω με αυτό". Την επόμενη μέρα μου φάνηκε ότι το γάγγλιο είχε μικρύνει. Το κοίταξα πιο προσεκτικά. "Μπα, η ιδέα μου είναι", σκέφτηκα. Την επόμενη μέρα πάλι μου φάνηκε λίγο διαφορετικό, αλλά πάλι δεν ήμουν σίγουρη. Την τρίτη μέρα ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι το γάγγλιο είχε μειωθεί λιγουλάκι. Και μέσα σε μία εβδομάδα είχε εξαφανιστεί σχεδόν τελείως! Τα-νταααααα!
     Και αν μου πείτε ότι αυτό δεν ήταν θαύμα και ότι το γάγγλιο θα έφευγε ούτως ή άλλως, πώς εξηγείτε την χρονική στιγμή που εξαφανίστηκε; Δεν εξαφανίστηκε πριν από δέκα μέρες, ούτε ύστερα από δύο μήνες. Μόλις συμβιβάστηκα με την κατάσταση και το αποδέχτηκα στη ζωή μου, τότε άρχισε να μικραίνει! Τυχαίο; Δε νομίζω! Μέχρι και ο γιατρός-Πυθία θα συμφωνούσε! Ήταν θαύμα, σας λέω!
     Αλλά ίσως κι αυτό να μη σας κάνει... Ας γράψω, τότε, για άλλο ένα θαύμα, πολύ παλιότερο, από τότε που ήμουνα μικρή και όλο χόρευα και τραγουδούσα. Τότε, λοιπόν, κάθε βράδυ έκανα την προσευχή μου στην Παναγία. Μη φανταστείτε, βέβαια, καμιά υπερπαραγωγή, σαν τις αναρτήσεις της Γλωσσοπάθειας, ούτε καν τεσσάρων δεν ήμουν! Στεκόμουν κάθε βράδυ κάτω από την εικόνα της Παναγίας που ήταν κρεμασμένη πίσω από μια ανοιχτή πόρτα, και έλεγα: "Παναγίτσα μου, φύλαγε εμένα, τον μπαμπά μου, τη μαμά μου, και στείλε μου και μία αδερφούλα". Δεν χρειάζεται να πω τίποτα παραπάνω, όλοι σας ξέρετε ότι έχω μια αδερφή!
     Αν, τώρα, πάλι πείτε πως "Σιγά το θαύμα!", να σας θυμίσω ότι έπαιζα με 50% πιθανότητες να αποκτήσω αδερφό, για να μη σας πω και πως το ότι κάποιο ζευγάρι αποκτάει ένα παιδί, δε σημαίνει απαραίτητα πως θα μπορέσει να κάνει και δεύτερο...
     Και αν κι αυτό σας φαίνεται μηδαμινό, θα με αναγκάσετε να σας πω για τις προάλλες, που έτρεχε νερό από το καλοριφέρ μια ολόκληρη μέρα, και την επόμενη μέρα είχε φτιάξει από μόνο του, δεν έσταζε ούτε σταγόνα. Ή, μήπως, να σας πω για την άλλη φορά, που είχε κλείσει εντελώς ο λαιμός μου και δεν έβγαινε φωνή για μια βδομάδα, και κάποια στιγμή που άρχισε να ανοίγει η φωνή είπα να παραγγείλω μία πίτσα, και με το που σήκωσε η κοπέλα το τηλέφωνο μουγκάθηκα και πάλι, και με το φόβο να θεωρήσουν πως τους έκανα φάρσα και να μου το κλείσουν στα μούτρα έδωσα την παραγγελία μου ψιθυριστά και η παραγγελία μου έφτασε, ολόσωστη;
     Αλλά, φτάνει, δεν γράφω άλλο, το βρήκα, εξάλλου, τι είναι αυτό που θα σας πείσει, πέραν πάσης αμφιβολίας: μ'αυτά και μ'αυτά, τα κατάφερα να γράψω την ανάρτηση! Αυτό κι αν είναι θαύμα!

ΥΓ: Το παρόν είναι η τρίτη συμμετοχή της Πίπης στο χριστουγεννιάτικο δρώμενο του Γιάννη με τίτλο "Χριστούγεννα σε τέσσερις πράξεις". Οποιαδήποτε ομοιότητα με φαντασία είναι απλώς συμπτωματική.




Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Περί προσμονής το ανάγνωσμα

 


     Αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό των μεγάλων γιορτών, αυτό είναι η προσμονή. Αντίστροφη μέτρηση για διακοπές, άδειες, ξεκούραση, ρεβεγιόν, διασκέδαση... Μέχρι και διαφήμιση με αντίστροφη μέτρηση για τα Χριστούγεννα υπάρχει εδώ και χρόνια. Τι άλλο να προσθέσει κανείς; Την προσμονή για τη λήξη του δρώμενου του Γιάννη, ίσως... Αστειεύομαι, φυσικά.
     Όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να θυμηθώ πώς ένιωθα ως παιδί την προσμονή για τα Χριστούγεννα ή, κυρίως, για την Πρωτοχρονιά. Νομίζω ότι περίμενα τις διακοπές χωρίς το πρωινό ξύπνημα, με τα πολλά παιδικά και τις εορταστικές ταινίες στην τηλεόραση, και χωρίς να μας στέλνουν για ύπνο νωρίς-νωρίς, αφού δεν θα είχαμε σχολείο. Φυσικά, περίμενα και το στολισμένο δέντρο, το οποίο το στολίζαμε πάντα στις 23 Δεκεμβρίου (άσχετα αν τώρα έχει τύχει να στολίσω και παραμονή βράδυ, το έχω πάει σε άλλο επίπεδο, λέμε), αλλά περίμενα και τα μελομακάρονα, όχι τους κουραμπιέδες. Τους κουραμπιέδες, ούτε να τους φτύσω.
     Θυμάμαι, πάντως, πως η παραμονή της Πρωτοχρονιάς ήταν πηγή τεράστιας απογοήτευσης και μελαγχολίας για εμένα. Κάθε φορά με έβρισκα ολόιδια με τον εαυτό μου του προηγούμενου χρόνου και εξίσου αποτυχημένη. Κανέναν στόχο μου δεν είχα επιτύχει, κανένα από τα μεγαλόπνοα σχέδιά μου της προηγούμενης Πρωτοχρονιάς δεν είχα πραγματοποιήσει. Σκέτη αποτυχία, σας λέω. Αλλά μας έχουν περάσει τόσο ύπουλα την ανάγκη για ετήσιο απολογισμό, που το μόνο που κατάφερνα να κάνω με την αλλαγή του χρόνου ήταν να βάλω νέους στόχους και να καταστρώσω νέα σχέδια (βασικά, πάνω-κάτω τα ίδια με της προηγούμενης χρονιάς ήταν), βάζοντας έτσι γερά τα θεμέλια για το επόμενο Βατερλό μου. Πάλι καλά, δηλαδή, που παραμεγάλωσα τελικά και σταμάτησα τους απολογισμούς...
     Θυμάμαι, επίσης, πολύ καθαρά - αφού ήδη ήμουν μεγάλη - την προσμονή που ακολούθησε πριν από πολλά χρόνια, την ιδέα που είχα, χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν, να το παίξω Άγιος Βασίλης της οικογένειας. Επειδή σε αυτήν την οικογένεια ήμαστε πάντα πολύ προσγειωμένοι (τι προσγειωμένοι; πες πακτωμένοι, καλύτερα), η ανταλλαγή δώρων, για κάποιον περίεργο λόγο, ήταν για τους άλλους. Βασικά, το νόημα ήταν: αφού κανονικά τα δώρα τα φέρνει ο Άγιος Βασίλης, αλλά όπως ξέρουμε Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει, ποιο το νόημα της ανταλλαγής δώρων; Κοροϊδευόμαστε και μεταξύ μας, δηλαδή, ενήλικες άνθρωποι; Έλεος!
     Αλλά εμένα μου ήρθε η ιδέα να τους την φέρω ολονών. Και αυτό με γέμισε χαρά. Κάθε φορά που κοίταζα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, του χαμογελούσα συνωμοτικά και νοερά έκανα αντίστροφη μέτρηση προς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, προσπαθώντας να σκεφτώ τον καλύτερο τρόπο ώστε να δράσω χωρίς να με πάρουν χαμπάρι. Και τα κατάφερα. Έκρυψα τα δώρα τους κάτω από τα κρεβάτια τους κάποια στιγμή που ήταν στην κουζίνα ή στο μπάνιο (βοήθησε σημαντικά το ότι δεν τους είχα πάρει αυτοκίνητο, πύραυλο, τρακτέρ ή άλογο, να τα λέμε αυτά), και ένα λεπτό προτού γίνει η αλλαγή του χρόνου πήγα, τάχα τυχαία, στο δωμάτιό τους, έβγαλα τα δώρα από την κρυψώνα τους και τα έβαλα επάνω στα κρεβάτια τους. Ύστερα επέστρεψα, ως αθώα κορασίς, και περίμενα να κάνουμε την αλλαγή του χρόνου, ξέρετε, αναβόσβημα των φώτων, ανοιγοκλείσιμο της πόρτας (όλα κι όλα, μπορεί να μην είμαστε η επιτομή του εορταστικού πνεύματος, αλλά κάποιες παραδόσεις τις κρατάμε)... Και όταν, κάποια στιγμή, τα θύματά μου αποφάσισαν να πάνε για ύπνο, βρήκαν τα δωράκια τους και πολύ τη χάρηκαν την έκπληξή μου. Έκτοτε, το επανέλαβα μερικές φορές (χωρίς κατασκοπικά κόλπα και οσκαρικές σκηνοθεσίες, πλέον), και τελικά το σταμάτησα, αφού χάθηκε ο αρχικός ενθουσιασμός μου και τα συνωμοτικά χαμόγελα στον καθρέφτη, πάντα όμως θυμάμαι εκείνη την πρώτη επιχείρηση "Άγιος Βασίλης".
     Φυσικά, δεν θα ξεχάσω ποτέ και μία 23η Δεκεμβρίου, ακόμα παλιότερα, τότε που εγώ ήμουν 9, σχεδόν 10, και η αδερφή μου 6. Οι γονείς μας είχαν φύγει από το σπίτι για να πάνε στην Αθήνα να ψωνίσουν. Όλα πήγαιναν μια χαρά, μέχρι που άρχισε να σκοτεινιάζει. Πρώτη φορά είχαν αργήσει τόσο πολύ. Η ώρα περνούσε και εγώ, ως μεγαλύτερη, άρχισα να ανησυχώ. Σίγουρα κάτι τους είχε συμβεί. Αλλιώς, γιατί δεν είχαν επιστρέψει ακόμη; Όσο το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ βεβαιωνόμουν. Είχε επέλθει το μοιραίο. 
     Δεν ήθελα να ανησυχήσω την αδερφή μου, αλλά δεν μπορούσα και να της κρυφτώ. Στο μυαλό μου ήδη μας έβλεπα, σαν σε μαυρόασπρη ταινία, να περπατάμε χεράκι-χεράκι, δύο κοριτσάκια φτωχά και μόνα, μέσα στους έρημους, γκρίζους δρόμους της πόλης. Θα έπρεπε να την προστατεύσω, εγώ ήμουν η μεγάλη αδερφή. Αλλά πώς θα τα κατάφερνα, αφού και εγώ ήμουν παιδάκι; Και με την εικόνα των δυο μας, να περπατάμε μόνες και έρημες μέσα σε μια ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, δεν άργησα να βάλω τα κλάματα. Κορόμηλο το δάκρυ.
     Όταν, τελικά, γύρισαν οι γονείς μας και μας βρήκαν με τα πρόσωπα κολλημένα στο τζάμι, μέσα στα δάκρυα, να κλαίμε πρίμο-σεγόντο, φαντάζομαι ότι θα το μετάνιωσαν πικρά που είχαν αργήσει τόσο. Αλλά είχαν λόγο που είχαν αργήσει. Μαζί τους κουβαλούσαν και δύο νάυλον σακούλες. Και μέσα στις σακούλες, υπήρχαν δύο λούτρινα παιχνίδια για εμάς. Αυτό θα πει κάθαρση!
     Τα παιχνίδια ήταν τέλεια: μία μπεζ αρκουδίτσα για την αδερφή μου, και ένας γαλαζογκρί ελεφαντάκος για εμένα. Ο ελεφαντάκος ήταν τεράστιος, γέμισε η αγκαλιά μου, δεν είχα φανταστεί ποτέ ένα τόσο μεγάλο παιχνίδι! Ξέχασα και κλάματα, και μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες, και τα πάντα! 
     Ο ελεφαντάκος είχε ένα κουδουνάκι στην άκρη της προβοσκίδας του. Τον ονόμασα Μπίμπο. Και, όπως μπορείτε να φανταστείτε, δεν μπορούσα να αφήσω την προβοσκίδα του στην τύχη της. Με ξέρετε, δα, εμένα, πώς μου αρέσει η φυσικότητα της κίνησης, από τότε με τον Τζίνι το είχα το κουσούρι. Έτσι, λοιπόν, άρχισα να του κουνάω την προβοσκίδα πάνω-κάτω, για να κάνω ότι τρώει το φαγητό του, τι, νηστικό θα τον άφηνα; Μέχρι το βράδυ, η προβοσκίδα του Μπίμπο είχε χάσει την εκ του εργοστασίου περήφανη ακαμψία της και είχε γείρει πανηγυρικά στο πλάι. Στενοχωρήθηκα, φυσικά, επειδή γενικά τα πρόσεχα τα παιχνίδια μου και δεν ήθελα να χαλάνε. Αλλά η μαμά μου μου είπε ότι έτσι φαινόταν πιο φυσικός - τι πονηρές που είναι οι μαμάδες! - και με έπεισε.
     Φυσικά, θα πρέπει να πω και κάτι άλλο: ότι τα μεγέθη είναι σχετικά. Και ότι ο τεράστιος Μπίμπο, που τότε ίσα που μπορούσα να τον αγκαλιάσω, στην πραγματικότητα δεν ήταν πιο ψηλός από 35 πόντους. Και αυτό, φίλοι μου, όταν το συνειδητοποιείς, νιώθεις τι θα πει αποκαθήλωση, προσγείωση και πάκτωση χωρίς επιστροφή! 

ΥΓ: Το παρόν, παρ'όλο που αναφέρεται περισσότερο στην Πρωτοχρονιά, είναι η δεύτερη συμμετοχή της Πίπης στο χριστουγεννιάτικο δρώμενο του Γιάννη με τίτλο "Χριστούγεννα σε τέσσερις πράξεις". Ο Μπίμπο μου είπε να σας πω χαιρετίσματα.