Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020

Εν αναμονή της ενηλικίωσης



     - Είπα όχι και εννοώ όχι! είπε με έμφαση ο μπαμπάς της μικρής γοργόνας, και ξαναγύρισε στο διάβασμα της εφημερίδας του. Ένα ολόκληρο κοπάδι σαρδέλλες αγνοείτο από την προηγούμενη εβδομάδα.
     - Μα θα πάνε όλοι!
     - Δεν με ενδιαφέρει ποιοι θα πάνε, εσύ δε θα πας! είπε και ξαναβυθίστηκε στο διάβασμα. Οι τελευταίες πληροφορίες έλεγαν ότι το κοπάδι εθεάθη τελευταία φορά κοντά στον Ισημερινό.
     - Μαμά, πες του!
     - Έχει δίκιο ο πατέρας σου, παιδί μου.
     - Όχι, δεν έχει δίκιο!
     - Μα για το καλό σου τα λέει αυτά που λέει…
     - Ναι, καλά, για το καλό μου… Όλα για το καλό μου μου τα λέτε… Δε με καταλαβαίνει κανείς σας!
     - Γιατί το λες αυτό, παιδί μου; Σου χαλάσαμε ποτέ χατίρι; Κολιέ από κοράλλι ήθελες, κολιέ από κοράλλι σου παίρναμε, σκουλαρίκια από μαργαριτάρια ήθελες, σκουλαρίκια από μαργαριτάρια σου παίρναμε, χτενάκια από αστερίες ήθελες, χτενάκια από αστερίες σου παίρναμε, μέχρι ιππόκαμπο σου πήραμε και πήγαινες στο σχολείο με τον ιππόκαμπο, την στιγμή που τα άλλα παιδιά πήγαιναν όλα κολυμπώντας!
     - Ναι, αλλά τώρα μου λέτε όχι! Τι ζήτησα; Να πάω μια εκδρομή, όπως όλος ο κόσμος!
     - Στην ξηρά;
     - Ε, αφού εκεί γίνεται η εκδρομή!
     - Και δε μου λες, εξυπνοπούλι μου, ξαναπήρε το λόγο ο πατέρας της, ποιος τη διοργανώνει την εκδρομή; Το σχολείο, μήπως; Δε θυμάμαι να μας έφερες κανένα χαρτί από το σχολείο…
     - Η παρέα μου τη διοργανώνει.
     - Τώρα σωθήκαμε!
     - Γιατί, καλέ μπαμπά;
     - Ένα εκατομμύριο φορές σου έχω πει ότι η κόρη της Σουπιάς δεν είναι η καλύτερη παρέα.
     - Η Μέλανι είναι μια χαρά κορίτσι, είσαι προκατειλημμένος! Τι θέλεις, δηλαδή, να κάνω παρέα μόνο με γοργόνες;
     - Δεν είπαμε αυτό, παιδί μου, πήρε το λόγο η μητέρα της, αλλά υπάρχουν κι άλλα παιδιά, να κάνεις παρέα… Η Χάννα, για παράδειγμα…
     - Ποια; Η κόρη του Χάνου; Το φυτό;
     - Ποιο φυτό; Το φύκος; Ψάρι δεν είναι ο χάνος;
     - Όταν λέω φυτό, εννοώ φυτό. Όλη την ώρα διαβάζει.
     - Γι’αυτό και είναι απουσιολόγος, μου τα λέει η μητέρα της.
     - Εγώ δεν κάνω παρέα με φυτά!
     - Ωραία, υπάρχουν και άλλα ψάρια… Ο γιος του Ροφού πώς σου φαίνεται;
     - Άλλο σπασικλάκι!
     - Ο γιος του Κάβουρα;
     - Σιγά τον παίδαρο!
     - Δεν σου είπαμε να τον παντρευτείς!... Η κόρη της Φάλαινας;
     - Πολύ χοντρή!
     - Στην πλάτη θα την κουβαλάς;
     - Όχι, αλλά αν κάνω παρέα μαζί της, δεν θα με κάνει κανείς άλλος παρέα, ούτε θα με βάζουν στα κλαμπ.
     - Έτσι κι αλλιώς είσαι μικρή για κλαμπ…
     - Μικρή, μικρή, για όλα είμαι μικρή! Αν σας το ζητούσε η αδερφή μου θα την αφήνατε!
     Ο πατέρας της άφησε την εφημερίδα.
     - Η αδερφή σου δε θα το ζητούσε ποτέ, είπε, αλλά ακόμα και αν το ζητούσε, θα δεχόταν την απόφασή μας και δε θα αντιδρούσε όπως εσύ. Επιπλέον, η αδερφή σου είναι και μεγαλύτερη, έχει ενηλικιωθεί εδώ και δύο χρόνια.
     - Μμμμμ…..
     - Μην ξινίζεις τη μούρη σου, έχει ενηλικιωθεί και παρ’όλ’αυτά σέβεται τους γονείς της. Ενώ εσύ…
     - Τι εγώ; Μια εκδρομή ζήτησα να πάω! Επειδή, δηλαδή, της αδερφής μου της αρέσει να κλείνεται στο σπίτι, εγώ δεν θα πάω ποτέ εκδρομή;
     - Δεν είπαμε να μην πας. Να πας. Να πας με το σχολείο, να επιμορφωθείς κιόλας.
     - Ναι, να πάω εκδρομή στην ατόλλη, σιγά το μέρος!
     - Είναι επικίνδυνα στην ξηρά, παιδί μου, είπε η μητέρα της, εκεί υπάρχουν άνθρωποι!
     - Και ποιος σας είπε ότι δεν θα προσέχουμε;
     - Ποιος θα προσέχει; Η κόρη της Σουπιάς, οι κόρη της Ζαργάνας, ο γιος του Σπάρου, ή ο γιος του Καρχαρία;
     - Δεν κάνω παρέα με το γιο του Καρχαρία!
     - Μην το αρνείσαι, σας είδε η Κουτσομούρα τις προάλλες στον ύφαλο!
     - Σα δεν ντρέπεται, η παλιοκουτσομπόλα, έτρεξε να σου το προλάβει! Καλύτερα να κοιτάει την κόρη της, να της πεις, που τραβολογιέται με εκείνο τον σπάρο, και να αφήσει τις κόρες των άλλων!
     - Τέλος πάντων, με όποιον και αν θέλεις να πας, στην ξηρά δεν πας!
     - Φοβάστε μήπως βρω κανέναν πρίγκηπα;
     - Δεν υπάρχουν πρίγκηπες στην ξηρά!
     - Πού το ξέρετε; Αφού δεν έχετε πάει!
     - Αν υπήρχαν θα το μαθαίναμε, θα το έγραφε η εφημερίδα, έχει πολλούς ανταποκριτές στην ξηρά…
     - Ναι, σιγά τους ανταποκριτές!
     - Για κάνε μου τη χάρη, νεαρή μου, δεν μπορείς να ακυρώνεις γλάρους με περγαμηνές ετών στη δημοσιογραφία…
     - Τέλος πάντων, δε με νοιάζουν οι γλάροι, άλλο είναι το θέμα μας… Να πάω στην εκδρομή, ναι ή όχι;
     - Τόση ώρα στον βρόντο μιλάμε; Είπαμε όχι!
     - Είστε άδικοι!
     - Είσαι μικρή!
     - Είμαι επτά!
     - Σιγά την ηλικία!
     - Ε, όχι και σιγά την ηλικία! Στα επτά εσείς ήσαστε κιόλας παντρεμένοι!
     - Άλλες εποχές τότε, τώρα πρέπει πρώτα να ενηλικιωθείς…
     - Σε ένα μήνα ενηλικιώνομαι!
     - Θα ξαναμιλήσουμε τότε, λοιπόν!
     - Μα…
     - Δεν έχει μα και ξεμά, συζήτηση τέλος! Στο δωμάτιό σου!
     - Όλο στο δωμάτιό μου με στέλνετε, είναι άδικο!
     - Στο δωμάτιό σου, είπα! Όσο είσαι υπό την ευθύνη μου, στην ξηρά δεν πηγαίνεις!
     - Αμ’ δε θα ενηλικιωθώ; φώναξε η μικρή γοργόνα. Θα δείτε! Θα κάνω παρέα με όποιον γουστάρω, θα πηγαίνω στα κλαμπ όλη την ώρα, και θα πηγαίνω και εκδρομές στην ξηρά, μόνο στην ξηρά! Και θα βρω και έναν πρίγκηπα, να σας τον τρίψω στη μούρη, που θα μου πείτε εσείς ότι δεν υπάρχουν πρίγκηπες, η ιστορία της Άριελ, δηλαδή, είναι μύθος; Και θα βρω πρίγκηπα, και θα τον παντρευτώ!
     - Να κάνεις ό,τι θέλεις, φώναξε ο πατέρας της, προς το παρόν όμως θα κάνεις αυτό που σου λέω: στο δωμάτιό σου, τώρα! Αλλιώς, θα σου πάρω τον ιππόκαμπο και θα τον πουλήσω, και θα πηγαίνεις στο σχολείο κολυμπώντας!
     Η μικρή γοργόνα κατέβασε τα μούτρα της και αποσύρθηκε στο δωμάτιό της μουρμουρίζοντας. Και ο πατέρας της ξανάπιασε την εφημερίδα του. Όμως δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Η ενηλικίωση της μικρής του κόρης δεν αργούσε τόσο, όσο θα ήθελε…

Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2019

Επιστροφή στο κλασσικό



     Ο Άη-Βασίλης προβάριζε το καινούργιο του παντελόνι, ρουφώντας διακριτικά την κοιλιά του, όταν ένα από τα αρχιξωτικά του όρμησε μέσα στο δωμάτιο.
     - Αη-Βασίλη, φώναξε, το έλκηθρο έσπασε!
     -Τι; ρώτησε ο Αη-Βασίλης, αφήνοντας απότομα την κοιλιά του να ξαναξεχειλώσει, με κίνδυνο να πεταχτούν τα κουμπιά από τη θέση τους.
     - Έσπασε! επανέλαβε το αρχιξωτικό.
     - Μα, πώς έγινε αυτό; Δεν το ελέγξατε τις προάλλες και ήταν εντάξει;
     Το αρχιξωτικό χαμήλωσε το κεφάλι.
     - Ναι, απάντησε χαμηλόφωνα.
     - Και τότε, πώς έσπασε;
     - Δεν άντεξε το βάρος.
     Άλλο πάλι και τούτο! Πώς γίνεται ένα τέτοιο έλκηθρο, φτιαγμένο από τους καλύτερους τεχνίτες του κόσμου, με τις καλύτερες δυνατές προδιαγραφές, να σπάσει σαν να ήταν παιχνιδάκι; Ο Αη-Βασίλης δεν μπορούσε να το πιστέψει.
     - Σου ετοίμασα το καλάθι με το κολατσιό, είπε η γυναίκα του Αη-Βασίλη, που μπήκε εκείνη την ώρα κρατώντας ένα τεράστιο καλάθι. Σου έβαλα και πέντε κομμάτια πουτίγκα, για τη λιγούρα…
     - Άσε την πουτίγκα, γυναίκα, και μάλλον δεν θα χρειαστεί.
     - Τι εννοείς;
     - Έσπασε το έλκηθρο.
     - Όχι δα!
     - Πώς θα πάω τώρα τα δώρα στα παιδιά;
     Η γυναίκα του Αη-Βασίλη στράφηκε στο αρχιξωτικό.
     - Δεν φτιάχνεται; ρώτησε.
     - Φαντάζομαι ότι θα φτιάχνεται, απάντησε το αρχιξωτικό, αλλά γι’αυτό θα χρειαστούμε πολύ χρόνο.
     - Καλά, πώς έγινε και έσπασε;
     - Έσπασε από το βάρος των δώρων.
     Η γυναίκα του Αη-Βασίλη έστρεψε το βλέμμα της στον άντρα της.
     - Ώστε δεν με άκουσες, του είπε επικριτικά.
     Εκείνος χαμογέλασε ένοχα.
     - Μα είναι παιδιά…
     - Άντρες, μονολόγησε εκείνη, πάντα ανυπάκουοι…
     - Δεν  μπορώ να τα απογοητεύσω, είπε ο Αη-Βασίλης.
     - Μα είναι δυνατόν να τους κάνεις όλα τα χατήρια; Έτσι κακομαθαίνουν τα παιδιά!
     - Μα αν δεν τους πάω τα δώρα τους θα νομίζουν ότι δεν υπάρχω.
     - Και αν τους πας όλα αυτά που ζητάνε, τι θα κερδίσουν;
     - Ε, εντάξει…
     - Είδες πώς έχουν καταντήσει τα γράμματα που σου στέλνουν; Σαν λίστα με ψώνια! «Θέλω μια κούκλα, και ένα αρκουδάκι, και ένα πατίνι, και μία μπάλα, και ένα ποδήλατο», και όλα στο ίδιο γράμμα, για το ίδιο παιδί! Αν είναι δυνατόν!
     - Παιδιά είναι…
     - Και παλιότερα τι ήταν; Παιδιά δεν ήταν και παλιότερα; Αλλά, βέβαια, τα κακομαθαίνουν οι γονείς τους, που τους παίρνουν τα δώρα με το τσουβάλι, και περιμένουν τα ίδια και περισσότερα από τον Άγιο Βασίλη!
     - Γι’αυτό σου λέω…
     - Τι μου λες; Είναι δυνατόν το έλκηθρο να μεταφέρει τριάντα δώρα για κάθε παιδί;
     - Και τις προηγούμενες χρονιές…
     - Α, ώστε και τις προηγούμενες χρονιές το παραφόρτωσες το έλκηθρο! Να δούμε τι θα κάνουν τώρα όλα τα κακομαθημένα, που θα μείνουν χωρίς δώρα!
     Ο Αη-Βασίλης δεν τόλμησε να πει τίποτα. Η γυναίκα του ήταν πυρ και μανία, αλλά είχε δίκιο. Και άλλες φορές τον είχε προειδοποιήσει να μην παραφορτώνει το έλκηθρο, και να πηγαίνει ένα μόνο δώρο σε κάθε παιδί, αλλά εκείνος παρασυρόταν από την επιθυμία του να ευχαριστήσει τα παιδιά και δεν την άκουγε.
     - Αυτό που με εκνευρίζει περισσότερο, είπε η γυναίκα του Αη-Βασίλη, είναι ότι εξαιτίας της πλεονεξίας των περισσότερων παιδιών, δεν θα πάρουν δώρα και κάποια παιδιά που ζήτησαν μόνο ένα δώρο…
     - Ναι, είναι εκνευριστικό… συμφώνησε ο Αη-Βασίλης.
     - …και βέβαια, με βγάζει εκτός εαυτού το ότι εγώ σου μιλάω και εσύ δε μου δίνεις καμία σημασία!
     Ο Αη-Βασίλης δε συνέχισε.
     - Άντρες! ξαναείπε η γυναίκα του Αη-Βασίλη, πάντα κάνουν του κεφαλιού τους!
     Στράφηκε στο αρχιξωτικό.
     - Πάμε να μου δείξεις το έλκηθρο, είπε.
     Οι δυο τους εξαφανίστηκαν από το δωμάτιο και ο Αη-Βασίλης πλησίασε το καλάθι με το κολατσιό. Όταν ταραζόταν τον έπιανε λιγούρα…
     Η γυναίκα του Αη-Βασίλη επιθεώρησε το έλκηθρο. Είχε σπάσει σε δύο-τρία σημεία. Επάνω του βρισκόταν ακόμα ο τεράστιος σάκος με τα δώρα.
     - Ξεφορτώστε το! είπε στα ξωτικά. Έτσι, φορτωμένο που είναι, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
     Τα ξωτικά ίδρωσαν μέχρι να ξεφορτώσουν όλα τα δώρα.
     - Και τώρα, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε, είπε η γυναίκα του Αη-Βασίλη.
     Το σπάσιμο δεν ήταν τόσο σοβαρό, τελικά. Με τίποτα, όμως, το έλκηθρο δεν θα μπορούσε να κουβαλήσει όλο εκείνο το φορτίο. Η γυναίκα του Αη-Βασίλη άρχισε να σκέφτεται. Και ύστερα από λίγο, της ήρθε μια ιδέα. Πήγε στο σπίτι και έφερε ένα βελονάκι και μερικά κουβάρια νήμα.
     - Είναι το νήμα με το οποίο φτιάχνω τα ρούχα του Αη-Βασίλη, είπε, είναι πολύ γερό.
     Και άρχισε να πλέκει. Σαν αφηνιασμένα δούλευαν τα χέρια της και το πλεκτό μεγάλωνε και μεγάλωνε… Τα ξωτικά την χάζευαν, μαγεμένα.
     Αφού έφτιαξε αυτό που ήθελε, πήγε στο έλκηθρο και άρχισε να το μερεμετίζει. Έβαλε στα σημεία όπου το ξύλο είχε σπάσει το ύφασμα που είχε πλέξει, το τύλιξε γύρω-γύρω και ύστερα το έραψε με τις πιο γερές βελονιές που ήξερε, αυτές που χρησιμοποιούσε και στο παντελόνι του Αη-Βασίλη. Από πάνω τα έδεσε κιόλας, με έξτρα κόμπους, από αυτούς που είχε μάθει στους προσκόπους, όταν ήταν κοριτσάκι. Και αφού βεβαιώθηκε ότι είχε κάνει καλή δουλειά, είπε να φωνάξουν τον Αη-Βασίλη.
     - Το έφτιαξες; ρώτησε εκείνος εντυπωσιασμένος.
     - Γιατί σου κάνει εντύπωση; Εγώ δεν τα φτιάχνω όλα στο σπίτι, όταν χαλάνε;
     - Άρα, τώρα μπορώ να μοιράσω τα δώρα;
     - Δε νομίζω να μπορεί να κουβαλήσει τόσο βάρος. Εγώ το έφτιαξα σχετικά πρόχειρα, για να μπορεί να ταξιδέψει. Αν το παραφορτώσεις, μπορεί και πάλι να σπάσει, σε άλλα σημεία.
     - Και τι θα κάνω, τότε;
     Η γυναίκα του Αη-Βασίλη δεν είπε τίποτα, αλλά έφυγε σκεφτική από το δωμάτιο. Και αυτό ήταν σημάδι ότι κάτι θα σκαρφιζόταν. Ο Αη-Βασίλης ήταν πολύ περίεργος. Και με όλη αυτή την αναστάτωση, του ήρθε και πάλι λιγούρα…
     Η γυναίκα του Αη-Βασίλη γύρισε, ύστερα από λίγο, κουβαλώντας έναν σάκο, ο οποίος, παρ’όλο που ήταν τεράστιος, φαινόταν ανάλαφρος σαν μπαλόνι.
     - Πού τα θυμήθηκες τώρα αυτά, βρε γυναίκα; είπε ο Αη-Βασίλης.
     - Ρωτάς αν τα ξέχασα και ποτέ; απάντησε εκείνη.
     - Με παλιατσούρες θα την βγάλουμε, δηλαδή;
     - Παλιατσούρες; Εσύ το λες αυτό; Εδώ μιλάμε για κλασσικά κομμάτια! Και το κλασσικό, να ξέρεις, δεν φεύγει ποτέ από τη μόδα…
     Ο Αη-Βασίλης δεν ήξερε πολλά από μόδα, ήξερε όμως ότι η γυναίκα του ήξερε πολύ περισσότερα από εκείνον, οπότε θα έπρεπε να την εμπιστευτεί.
     - Άντε, λοιπόν, τι κάθεστε; είπε εκείνη, καθώς τακτοποιούσε τον σάκο στο έλκηθρο. Ετοιμαστείτε! Λίγο ακόμα αν καθυστερήσετε, δεν θα προλάβετε να μοιράσετε όλα τα δώρα!
     Τα ξωτικά έτρεξαν αμέσως και βοήθησαν και τον Αη-Βασίλη να μπει μέσα στο έλκηθρο, καθώς η κοιλιά του τον ψιλοεμπόδιζε. Ο Αη-Βασίλης έπιασε τα γκέμια.
     - Εμπρός, λοιπόν, καλοί μου τάρανδοι! φώναξε χαρούμενος. Εμπρός, αγαπημένα μου ξωτικά! Ας μοιράσουμε τα δώρα στα παιδιά! Ο σάκος μας είναι γεμάτος μέχρι επάνω! Υπάρχουν τόσα δώρα, που φτάνουν να δώσουμε και στους μεγάλους! Καλή χρονιά σε όλους!
     Και προτού καλά-καλά τελειώσει την φράση του, το έλκηθρο είχε κιόλας εκτιναχθεί με ταχύτητα στον ουρανό και άρχιζε το μακρύ, υπέροχό του ταξίδι. Και σιγά-σιγά, ένα προς ένα, τα σπίτια γέμιζαν με δώρα, και ο σάκος ξεφούσκωνε. Και τα δώρα ήταν πανάλαφρα σαν το αεράκι, αλλά γεμάτα σημασία. Και τα σπίτια γέμισαν με αγάπη, με στοργή, με τρυφερότητα, με ειρήνη, με χαμόγελα, με αγκαλιές… Γέμισαν με γαλήνη, γέμισαν με ασφάλεια, γέμισαν με χάδι, γέμισαν με φως για τους τυφλούς, γέμισαν με μουσική για τους κουφούς, γέμισαν με δύναμη για τους ανάπηρους…
     Και το επόμενο πρωί που όλοι ξύπνησαν και έψαξαν να βρουν τα δώρα τους, κάποιοι δεν τα είδαν καν, κάποιοι τα είδαν, αλλά ούτε καν τα άνοιξαν, και κάποιοι άλλοι κατάλαβαν ότι, επιτέλους, είχαν αποκτήσει αυτό ακριβώς που χρειάζονταν.
     Και η γυναίκα του Αη-Βασίλη ήταν ευδιάθετη όλο εκείνο το πρωί, παρ’όλο που έκανε παγωνιά και πονούσαν τα κόκαλά της. Και ένιωθε τόσο καλά, που άρχισε να σκέφτεται ότι αν την επόμενη χρονιά το έλκηθρο δεν είχε πάλι τα χάλια του, θα το χαλούσε εκείνη με τα ίδια της τα χέρια…

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2019

Σωτήρια παρέμβαση


     Ο πρίγκηπας φόρεσε το καλό του σπαθί, αυτό με τη θήκη με τους πολύτιμους λίθους, και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
     - Φτου σου, λεβέντη μου! είπε στο είδωλό του.
     Όλα ήταν έτοιμα: η άμαξα στολισμένη, τα άλογα ζεμένα, ο οδηγός στη θέση του… Είχε έρθει η ώρα να φύγουν για το ρεβεγιόν. Καμαρωτός-καμαρωτός, πλησίασε σε μία πόρτα και την άνοιξε. Μπροστά σε μία ντουλάπα ήταν κρεμασμένο ένα μακρύ, σατέν φόρεμα στο χρώμα της σαμπάνιας. Δίπλα από το φόρεμα υπήρχε ένα ζευγάρι ασορτί σατέν γοβάκια. Κάτι, μάλλον, δεν πήγαινε καλά.
     Ο πρίγκηπας πλησίασε σε μια άλλη πόρτα και χτύπησε ευγενικά.
     - Όλα είναι έτοιμα, αγάπη μου, είπε χαρούμενα.
     Κανένας ήχος δεν ακούστηκε. Ξαναχτύπησε, λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά.
     - Αγάπη μου, είσαι έτοιμη;
     - Όχι, φύγε! ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, στα όρια της απόγνωσης.
     - Μα, τι συμβαίνει; ρώτησε ο πρίγκηπας και άνοιξε την πόρτα.
     Η Ραπουνζέλ καθόταν μπροστά στον καθρέφτη της, ενώ δίπλα της η προσωπική της κομμώτρια της έβαζε ένα μαργαριτάρι στα μαλλιά. Ο πρίγκηπας κοντοστάθηκε.
     - Είσαι πολύ όμορφη, είπε.
     - Μη με κοροϊδεύεις, είπε εκείνη. Τα μαλλιά μου είναι απαίσια!
     - Δεν έχετε δίκιο, Μεγαλειοτάτη, είπε η κομμώτρια, αυτό το χτένισμα θα συζητηθεί πολύ…
     - Δε σου είπα να φύγεις; είπε η Ραπουνζέλ στον πρίγκηπα. Και εσύ, είπε στην κομμώτρια, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα καλύτερο; Σε ρεβεγιόν είμαι καλεσμένη, όχι στη λαϊκή!
     - Μα, Μεγαλειοτάτη, το κεφάλι σας αυτήν την στιγμή έχει επάνω του 150 γνήσια μαργαριτάρια Καραϊβικής και 200 διαμάντια συνολικού βάρους χιλίων καρατίων, όλα δεμένα με κλωστές από ατόφιο χρυσάφι. Είναι ένα χτένισμα που δεν θα το έχει καμία άλλη…
     - Είσαι υπέροχη, αγάπη μου, είπε και ο πρίγκηπας.
     - Να πας μόνος σου στο ρεβεγιόν, είπε η Ραπουνζέλ. Εγώ, με αυτό το μαλλί, δεν έρχομαι.
     - Και, δηλαδή, θέλεις να μας συζητάνε; Θέλεις να λένε ότι δεν τα πηγαίνουμε καλά; Θυμάσαι πέρυσι που ο άντρας της Ωραίας Κοιμωμένης πήγε μόνος του στο ρεβεγιόν, και είπε ότι δεν μπορούσε να ξυπνήσει τη γυναίκα του, επειδή κοιμόταν πολύ βαριά; Κανένας δεν τον πίστεψε και όλοι έλεγαν ύστερα ότι η Ωραία Κοιμωμένη τον είχε παρατήσει για έναν πωλητή στρωμάτων, χωρισμένο, με τρία παιδιά.
     - Μα πώς να εμφανιστώ έτσι; Κοίτα εδώ!
     - Δεν νομίζω ότι έχεις δίκιο, καρδούλα μου. Τα μαλλιά σου είναι υπέροχα, ακόμα και έτσι.
     - Δεν έπρεπε να σε ακούσω, έπρεπε να τα αφήσω όπως ήταν.
     - Και το αυχενικό σου, αγάπη μου; Το ξεχνάς το αυχενικό; Δεν είσαι πολύ καλύτερα τώρα, με δέκα κιλά λιγότερα μαλλιά να κρέμονται από το κεφάλι σου;
     - Θα φορούσα κολλάρο.
     - Και στο ρεβεγιόν;
     - Στο ρεβεγιόν θα το έβγαζα, για μια βραδιά θα άντεχα…
     - Αφού το είπε και ο γιατρός.
     - Σπουδαίο κομπογιαννίτη μου βρήκες!
     - Ε, όχι και κομπογιαννίτη, πρόκειται για σπουδαίο ορθοπεδικό, μου τον σύστησε ο Κουασιμόδος…
     - Τώρα μάλιστα!
     - …έχει κάνει θαύματα με την σκολίωσή του, τον είδες την τελευταία φορά τον Κουασιμόδο; Μέχρι που χόρεψε και βαλς με την Εσμεράλδα!
     - Καλά, αυτό δεν ήταν βαλς, ήταν κωμωδία!
     - Μη γίνεσαι κακιά, φταίει που δεν έχει κάνει αρκετά μαθήματα χορού ακόμη…
     - Ναι, καλά, τέλος πάντων… Πω-πω, δεν μπορώ να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη!
     - Υπερβάλλεις, μωρό μου, τα μαλλιά σου ακόμα και τώρα είναι πιο μακριά από τα μαλλιά όλων, και το χτένισμά σου είναι πολύ εντυπωσιακό, θα ταιριάζει υπέροχα με την σαμπανί την τουαλέτα που έραψες, είδες που έμαθα και το σαμπανί; Έλα να ντυθείς να πάμε στο ρεβεγιόν, πάντα τελευταίοι φτάνουμε…
     - Όλοι κάθε χρόνο περιμένουν να δουν το χτένισμά μου, τι θα πουν φέτος που θα δουν τα μαλλιά μου τόσο κοντά; Θα γελάνε μέχρι και οι σουπιέρες!
     - Ξέρεις πολύ καλά ότι οι σουπιέρες δε θα γελάνε, αλλιώς θα τους χυθεί απ’έξω το περιεχόμενο! Τα μαλλιά σου είναι υπέροχα, η τουαλέτα σου είναι μοναδική, τα γοβάκια σου επίσης…
     - Η Σταχτοπούτα φοράει πάντα τα καλύτερα γοβάκια, δεν μπορώ να τη συναγωνιστώ στα γοβάκια…
     - Μην το λες, ακούστηκε ότι μετά την τελευταία της εγκυμοσύνη, τα πόδια της παρέμειναν πρησμένα και τώρα φοράει μεγαλύτερο νούμερο… Άσε που της έμεινε και λίγη κοιλιά…
     - Αλήθεια;
     - Αλήθεια.
     - Αλήθεια, Μεγαλειοτάτη, είπε και η κομμώτρια, το άκουσα και εγώ.
     - Ναι, ε;
     - Και αν μιλήσουμε για τη Χιονάτη, το καλοκαίρι πήγε διακοπές στην Καραϊβική και το λευκό της πρόσωπο γέμισε πανάδες. Δεν μπορεί πια να εμφανιστεί δημόσια χωρίς βαρύ μέικ απ…
     - Πρέπει να βάφει και το μαλλί της η Χιονάτη.
     - Εννοείται πως το βάφει, είναι λογικό να έχει τόσο μαύρο μαλλί σε αυτή την ηλικία; Γι’αυτό σου λέω, καρδούλα μου, ντύσου να πάμε στο ρεβεγιόν, θα είσαι η πιο όμορφη εκεί μέσα.
     - Πιο όμορφη και από την Πεντάμορφη;
     - Ε, και τι είναι δηλαδή η Πεντάμορφη; Μια υπερτιμημένη καλλονή. Άσε που, όπως άκουσα τις προάλλες, ένα μποτοξάκι που έκανε δεν της πέτυχε και τόσο…
     - Πάντα το έλεγα ότι τόση ομορφιά δεν μπορούσε να είναι πραγματική…
     - Είδες; Στα λόγια μου έρχεσαι! Εσύ είσαι μία φυσική ομορφιά, κάθε μέρα που σε βλέπω μου φαίνεσαι και πιο όμορφη…
     - Μήπως υπερβάλλεις εσύ τώρα;
     - Καθόλου! Και, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως η νέα κουπ – είδες, έμαθα και την κουπ – σε κάνει να φαίνεσαι ακόμα πιο νέα και πιο μοντέρνα…
     - Η αλήθεια είναι ότι καμία δεν έχει τολμήσει να αλλάξει κουπ.
     - Βλέπεις; Μόνο εσύ έχεις τόση αυτοπεποίθηση που τολμάς να κάνεις αλλαγές και να τις υποστηρίζεις…
     Η Ραπουνζέλ κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
     - Λες, δηλαδή, να αλλάξω και χρώμα;
     - Όλα θα τα μπορούσες εσύ!
     - Το κόκκινο θα μου πήγαινε, λες;
     - Κόκκινο; Δεν το έχω σκεφτεί.
     - Ή μήπως να τα έκοβα τελείως κοντά; Είδα μία ταινία, τις προάλλες, και η ηθοποιός είχε πολύ κοντά μαλλιά…
     - Ε, εντάξει, ας μην φτάσουμε στα άκρα…
     - Λες όχι, δηλαδή;
     - Ό,τι πεις εσύ, μωρό μου, εγώ τι να ξέρω;
     - Καλά, θα το σκεφτώ… Εντάξει, λοιπόν, θα έρθω στο ρεβεγιόν!
     - Μα φυσικά, γλυκιά μου, γίνεται να πάω στο ρεβεγιόν μόνος μου, σαν την καλαμιά στον κάμπο;
     - Βγες έξω, για να ντυθώ, σε παρακαλώ. Φέρτε μου, την τουαλέτα και τα γοβάκια μου, άντε, γρήγορα, έχω αργήσει!
     Ο πρίγκηπας βγήκε από το μπουντουάρ της Ραπουνζέλ ανακουφισμένος. Τελικά, τι σπουδαία ιδέα είχε τον προηγούμενο μήνα να παρακολουθήσει εκείνο το σεμινάριο αυτοβοήθειας για απεγνωσμένους συζύγους!