Τρίτη, 2 Απριλίου 2019

Προστατευόμενο είδος


     Πέρα, μακριά, στην Αφρική, βαθιά μέσα στη ζούγκλα, εκεί που ο άνθρωπος δεν έχει καταφέρει ακόμα να φέρει την καταστροφή, εκεί ζουν και κάποια από τα πιο περίεργα πλάσματα που υπάρχουν. Κανένας δεν έχει μιλήσει γι'αυτά. Κανένας δεν τα έχει δει. Κι όμως, υπάρχουν.
     Είναι οι γορίλακες, άγρια, μεγαλόσωμα, ανθρωπόμορφα ζώα, που τη μέρα την περνούν επάνω στα πιο γερά κλαδιά των πιο ψηλών δέντρων, κρυμμένοι ανάμεσα στο πυκνό τους φύλλωμα. Ο ήλιος δεν τους βλέπει, ακόμα και τις μέρες της καλοκαιρίας. Η βροχή δεν τους τρομάζει, ακόμα και τις πιο σκοτεινές και βροχερές μέρες. 
     Και πώς να τους τρομάζει, αφού τη μέρα κοιμούνται; Οι γορίλακες κοιμούνται σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, από την στιγμή που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου βάφουν με ροδαλά χρώματα τον ορίζοντα, μέχρι την στιγμή που ο ουρανός βάφεται στα μαβιά. Και είναι πολύ επικίνδυνο να ξυπνήσει κανείς έναν γορίλακα, καθώς είναι εξαιρετικά άγρια και δυνατά ζώα. Και οι άνθρωποι που ζουν στην ευρύτερη περιοχή αποφεύγουν να πηγαίνουν πολύ βαθιά στη ζούγκλα μόνοι τους και χωρίς όπλα. Και ποτέ δεν πλησιάζουν τα πολύ ψηλά δέντρα, από φόβο μήπως ξυπνήσουν κατά λάθος κάποιον γορίλακα.
     Αλλά όσο επικίνδυνοι είναι οι γορίλακες την ημέρα, άλλο τόσο - και ακόμα περισσότερο - είναι τη νύχτα. Και αυτό επειδή τη νύχτα οι γορίλακες ξυπνούν. Και όχι μόνο ξυπνούν, αλλά ξυπνούν και πεινασμένοι! Και τότε ανοίγουν τα μικρά, αλλά πολύ δυνατά φτερά τους, που είναι αόρατα τη μέρα και εμφανίζονται μόνο τη νύχτα - και που τους βοηθούν να ανεβαίνουν στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων, δεν σκαρφαλώνουν μέχρι εκεί, πετούν - και αρχίζουν τις νυχτερινές πτήσεις.
     Και όποιο ζώο βρεθεί μόνο του, μέσα στη ζούγκλα τη νύχτα, διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο, καθώς οι γορίλακες είναι σαρκοφάγοι και κυνηγούν τα πάντα, από μικρά τρωκτικά, μέχρι μεγαλύτερα αρπακτικά. Και προσανατολίζονται άριστα μέσα στο σκοτάδι, καθώς διαθέτουν ένα σύστημα ηχοεντοπισμού, όπως οι νυχτερίδες. Και ορμούν στο θύμα τους, και το σκοτώνουν με τους μακριούς τους κυνόδοντες, και ξεκινούν το φαγητό τους πίνοντας πρώτα το αίμα του θύματος...
     Και περνούν όλο το βράδυ κυνηγώντας, και μερικές φορές σκοτώνουν τόσα πολλά ζώα μέσα σε μια νύχτα, που δεν μπορούν να τα φάνε όλα, απλώς τους πίνουν το αίμα και τα παρατούν στο σημείο που τα σκότωσαν.
     Πολλοί θρύλοι ακολουθούν τους γορίλακες. Αρκετές πρωτόγονες φυλές μιλούν για μια αρχαία φυλή ανθρώπων, που έκλεψαν τη φωτιά από τους θεούς και εκείνοι τους τιμώρησαν, αναγκάζοντάς τους να ζουν τη νύχτα και να πίνουν αίμα. Μια άλλη φυλή, που ζει στις παρυφές της ζούγκλας, κάνει λόγο για ένα μυθικό βασιλιά, που κήρυξε τον πόλεμο στους θεούς των βουνών και από τότε ζει με τους στρατιώτες του στη ζούγκλα, και κρύβεται από τους θεούς, μεταμφιεσμένος σε πουλί, ενώ τη νύχτα στήνει ενέδρες...
     Όλες οι φυλές της περιοχής εκπαιδεύονται στην άρτια χρήση των όπλων, και μαθαίνουν να χορεύουν τουλάχιστον πέντε, αποτρεπτικούς τελετουργικούς χορούς. Οι τελετές αποτροπής συνοδεύονται πάντα από θυσίες ζώων - όσο μεγαλύτερων, τόσο το καλύτερο - προκειμένου να εξασφαλίσουν από τους θεούς την προστασία τους απέναντι στους αιμοβόρους γορίλακες.
     Κάποιοι ερευνητές επιχείρησαν να βρουν τους γορίλακες, αλλά συνάντησαν την έντονη άρνηση των ντόπιων να τους βοηθήσουν. Το 1972, δύο Γερμανοί ερευνητές του National Geographic που αγνόησαν τις προειδοποιήσεις, εξαφανίστηκαν και δεν ξανακούστηκε τίποτα γι'αυτούς. Δύο χρόνια αργότερα, ένας πλούσιος Αμερικανός που είχε πάει για σαφάρι στην περιοχή, σκότωσε ένα λιοντάρι, στο στομάχι του οποίου βρέθηκε μισό σανδάλι με ίχνη από μάλλινη κάλτσα. Κάποιοι θυμήθηκαν τους εξαφανισμένους ερευνητές και είπαν ότι το λιοντάρι είχε φάει τον έναν από αυτούς. Οι ντόπιοι οδηγοί, που είχε προσλάβει ο Αμερικανός για να τον συνοδεύσουν στο σαφάρι, μίλησαν ξεκάθαρα για γορίλακες και παραιτήθηκαν την ίδια μέρα.
     Μ'αυτά και μ'αυτά, το 1978 το WWF ανακήρυξε το είδος των γοριλάκων ως προστατευόμενο είδος και όρισε την περιοχή ανάπτυξής τους ως αυστηρά προστατευόμενη περιοχή. Και όσο η ζούγκλα αφήνεται στην ησυχία της, τόσο πυκνώνει...
     Αν κι εσείς καμιά φορά βρεθείτε στην Αφρική, εκεί βαθιά μέσα στη ζούγκλα, να είστε πολύ προσεκτικοί. Τη μέρα να είστε πάντα οπλισμένοι και να μετακινείστε με μεγάλη προσοχή. Και τη νύχτα, ειδικά τη νύχτα, να φεύγετε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τη ζούγκλα. Εκτός αν θέλετε να συναντήσετε κανέναν γορίλακα...

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Τελευταία αποστολή




    Ο αστυνόμος Σάλιβαν πέρασε μέσα από την σπασμένη πόρτα. Πολύ του άρεσε η εξουσία που αποκτούσε με ένα ένταλμα στα χέρια.
     - Τελευταία αποστολή, σκέφτηκε και ευχαρίστησε την τύχη του που είχε απορρίψει εκείνη την ευμενή μετάθεση στο Αρχηγείο.
     Χάρισμά τους και οι προαγωγές και οι μεταθέσεις, τίποτα δε συγκρινόταν με την δράση της πρώτης γραμμής. Κι ας είχε δεχτεί ένα σωρό απειλές, ειδικά τις τελευταίες μέρες.
     - Κανένας εδώ, ακούστηκαν ταυτόχρονα οι φωνές του Ο’Νηλ και του Γουίλσον, που είχαν μπει πρώτοι στο διαμέρισμα.
     Πού να πήγε, άραγε, ο τρομοκράτης; Δευτερόλεπτα νωρίτερα ακούγονταν ομιλίες. Δεν μπορεί, κάπου θα κρύφτηκε.
     - Ψάξτε παντού! φώναξε ο αστυνόμος. Μην αφήσετε τίποτα άψαχτο.
     Η μύτη του δεν τον γελούσε. Κάποιος είχε καπνίσει εκεί μέσα. Ένα τασάκι βρισκόταν στο τραπεζάκι του σαλονιού.  Δεν υπήρχε ούτε στάχτη.
     - Ψάξτε για DNA! φώναξε ξανά. Μαζέψτε αποτσίγαρα, οδοντόβουρτσες, άπλυτα ποτήρια, άπλυτα εσώρουχα, ό,τι βρείτε!
     Από όλα τα δωμάτια ακουγόταν θόρυβος.
     - Πού κρύβεσαι, καθίκι; μονολόγησε ο αστυνόμος.
     - Κύριε αστυνόμε, δεν υπάρχει κανείς, είπε ο Τζέφερσον.
     - Κύριε αστυνόμε, είπε και ο Γουίλσον, είναι λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
     - Δεν μπορεί, είπε ο αστυνόμος, η Σκότλαντ Γυάρντ δεν κάνει λάθη! Και, μην ξεχνάμε, πρόκειται για έναν ιδιαίτερα ευφυή εγκληματία. Τι είναι αυτός ο ήχος; ρώτησε ξαφνικά.
     Όλοι έμειναν ακίνητοι. Από το βάθος ακουγόταν ένας ρυθμικός ήχος.
     - Από την κουζίνα έρχεται, είπε ο Γουίλσον.
     Έτρεξαν στην κουζίνα.
     Κανείς.
     - Η βρύση είναι, είπε ο Ο’Νηλ.
     Στον νεροχύτη υπήρχε μια λεκάνη με νερό, που γέμιζε σιγά-σιγά, καθώς το νερό έσταζε από την βρύση. Ένα κουταλάκι ήταν μισό μέσα στη λεκάνη, μισό έξω, και τραμπαλιζόταν στο ρυθμό που έδιναν οι στάλες του νερού.
     Ο Τζέφερσον προσπάθησε να κλείσει την βρύση. Μάταιος κόπος.
     - Κάτι μας διαφεύγει, είπε ο αστυνόμος. Δεν μπορεί να μην υπάρχει ούτε ένα στοιχείο!
     - Μήπως κάποιος από τους άλλους ενοίκους άκουσε κάτι; ρώτησε δειλά ο νεότερος της ομάδας, ο δόκιμος Σέρμαν.
     - Δε μένει κανείς άλλος στο κτίριο, του είπε αυστηρά ο Ο’Νηλ, δεν ήσουν το πρωί στην ενημέρωση;
     - Άρα θα μπορούσε να το έσκασε από κάποιο άλλο διαμέρισμα.
     - Θα τον έπιαναν οι συνάδελφοι που είναι κάτω.
     - Θα τρελλαθώ, είπε ο αστυνόμος. Δεν μπορεί να το έσκασε τόσο εύκολα!
     - Κύριε αστυνόμε, κάτι βρήκα! είπε ο Τζέφερσον. Ήταν κολλημένο με μονωτική ταινία από κάτω από την καρέκλα που είναι δίπλα στην πόρτα.
     Ήταν ένα δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι.
     Ο αστυνόμος πάτησε το κουμπί. Το μαγνητοφωνάκι άρχισε να παίζει. Μία αντρική φωνή ακούστηκε.
     - Ώστε αυτό ακούγαμε απ’έξω από την πόρτα! φώναξε εκνευρισμένος. Αλλά πώς σταμάτησε όταν μπήκαμε;
     - Θα το είχε προγραμματίσει, είπε ο Γουίλσον. Δεν είναι τόσο δύσκολο.
     - Όπως και να’χει, φαίνεται πως μας περίμενε, είπε ο Ο’Νηλ.
     Το διαμέρισμα βυθίστηκε στη σιωπή. Μόνο το πλιτς!πλιτς! από την κουζίνα ακουγόταν.
     Τελευταία αποστολή και κανένα στοιχείο. Μόνο ένα άδειο διαμέρισμα, ένα προγραμματισμένο μαγνητοφωνάκι, μία λεκάνη νερό, μια βρύση που έσταζε, ένα κουταλάκι που χόρευε…

     Η μητέρα του αστυνόμου Σάλιβαν, μια βαθειά θρησκευόμενη γυναίκα, πίστευε πάντα ότι ο άνθρωπος έπρεπε, πριν από το τέλος του, να έχει την ευκαιρία να μετανοήσει και να ζητήσει άφεση αμαρτιών. Ούτε ο αστυνόμος, ούτε οι άντρες του είχαν αυτή την ευκαιρία. ΄

 ΥΓ: Αυτή ήταν η συμμετοχή της Πίπης στο τελευταίο "Παίζοντας με τις λέξεις", που για άλλη μια φορά διοργάνωσε άψογα η Μεμαρία στο αγαπημένο σε όλους Με ένα χάρτινο καραβάκι. Και εις άλλα με υγεία!

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

Τον καιρό της επανάστασης


     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα κοριτσάκι, που το έλεγαν Μπουμπουνέλα. Η Μπουμπουνέλα ήταν όμορφη και πολύ δυναμική και γινόταν πάντα ο αρχηγός στα παιχνίδια. Της άρεσε να φοράει μπότες και να κάνει τα μαλλιά της κοτσίδες. Της άρεσαν τα άλογα, οι γάτες και τα μαύρα πρόβατα. Της άρεσε το φθινόπωρο, η βροχή και τα ουράνια τόξα. Της άρεσε να ζωγραφίζει, να χορεύει και να κάνει κούνια. Και όταν μεγάλωσε, έμαθε πολεμικές τέχνες, καράτε και ζίου ζίτσου. Αλλά δε φορούσε μαύρη ζώνη.
      Στη Μπουμπουνέλα άρεσαν πάρα πολύ τα ταξίδια και τη μάγευαν οι χάρτες, κυρίως οι χάρτες με θησαυρούς. Ήθελε να ταξιδέψει πολύ μακριά και να ανακαλύψει μία ήπειρο μεγαλύτερη από την Αμερική. Για να μπορέσει να ταξιδέψει, έφτιαξε ένα μεγάλο πλοίο με άσπρα πανιά, αλλά επειδή στη θάλασσα υπήρχαν πολλοί πειρατές, έβαλε και κανόνια στο καράβι της. Όποτε έβλεπε πειρατικό καράβι, του την μπουμπούνιζε. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των πειρατών, το καράβι της Μπουμπουνέλας.
     Η Μπουμπουνέλα ταξίδευε σε Ανατολή και Δύση, και δεν έμενε σχεδόν καθόλου στα λιμάνια που συναντούσε. Μόνο πήγαινε στα παζάρια και έψαχνε για περίεργα πράγματα, περίεργα φρούτα και άγνωστα φαγητά, έψαχνε για άγνωστα ζώα, για ανθρώπους με υπερφυσικές ικανότητες, για εντυπωσιακά κτίσματα... Όταν έβρισκε κάτι σπάνιο το αγόραζε και το έστελνε δώρο σε κάποιο αγαπημένο της πρόσωπο. Εκείνη δεν αγόραζε τίποτα για τον εαυτό της, της αρκούσε που έβλεπε τόσα θαυμαστά πράγματα.
      Όταν ξεκίνησε η επανάσταση, οι Έλληνες, που χρειάζονταν βοήθεια, πήγαν και βρήκαν την Μπουμπουνέλα, που τους δέχτηκε στην καμπίνα της, ενώ παράλληλα μελετούσε έναν κιτρινισμένο χάρτη θησαυρού. Της ζήτησαν να τους βοηθήσει και της υποσχέθηκαν ότι αν τους βοηθούσε να νικήσουν, θα της χάριζαν την Ατλαντίδα με όλους της τους θησαυρούς. Εκείνη δεν εντυπωσιάστηκε πολύ από την προσφορά, αλλά ήταν Ελληνίδα, οπότε δέχτηκε να τους βοηθήσει. Και από τότε, η Μπουμπουνέλα σταμάτησε να την μπουμπουνίζει στους πειρατές και άρχισε να την μπουμπουνίζει στους Τούρκους. Μπαμ και μπουμ έκαναν τα κανόνια του καραβιού της Μπουμπουνέλας, μπλουμ και μπλουμπλούμ έκαναν τα καράβια των Τούρκων. Ο βυθός γέμισε μπουρμπουλήθρες, γιαταγάνια, σαρίκια και ναργιλέδες.
     Οι Έλληνες κέρδιζαν μία-μία τις μάχες και, στο τέλος, κέρδισαν και τον πόλεμο. Οι Τούρκοι έφυγαν και γύρισαν στα σπίτια τους, και οι Έλληνες άρπαξαν τις σκούπες και τους κουβάδες και άρχισαν το σκούπισμα και το σφουγγάρισμα. Μαζί με τους Τούρκους έφυγαν και οι πειρατές από τη θάλασσα και τα κανόνια δεν χρειάζονταν πια. Η Μπουμπουνέλα τα πούλησε όλα και αγόρασε μία ατμομηχανή και μία προπέλα για το καράβι της. Αγόρασε και μπόλικες σεζ-λονγκ για το κατάστρωμα.
      Στο τέλος του πολέμου, στη θάλασσα είχαν μείνει μόνο τα δελφίνια, οι φώκιες και οι γοργόνες. Στην ξηρά είχαν μείνει οι Έλληνες, που άρχισαν να χτίζουν σπίτια παντού, ακόμα και στα δάση και στις παραλίες.  Και ύστερα ερχόταν η εφορία και τους ζητούσε να πληρώσουν φόρο. Και εκείνοι έκαναν εκλογές. Και ψήφιζαν εκείνον που υποσχόταν να τους χαρίσει το φόρο.
     Στην Μπουμπουνέλα δεν έδωσαν, τελικά, την Ατλαντίδα. Της έδωσαν, όμως, ένα παράσημο και ένα καπέλο με φτερό παγωνιού. Και από τότε, η Μπουμπουνέλα κυκλοφορούσε παντού με αυτό το καπέλο. Μέχρι που μια μέρα, ταξιδεύοντας στον Ειρηνικό ωκεανό με νοτιοδυτικό άνεμο, ο νοτιοδυτικός άνεμος ζήλεψε το καπέλο της Μπουμπουνέλας και της το άρπαξε, προτού προλάβει να πει κιχ. Και η Μπουμπουνέλα έμεινε χωρίς καπέλο και χωρίς φτερό παγωνιού. Και αφού ο αέρας έπαιξε με το καπέλο, ύστερα το βαρέθηκε και το πέταξε μέσα στο Φούτζι Γιάμα. 
     Και το φτερό του παγωνιού από το καπέλο της Μπουμπουνέλας γαργάλισε τη μύτη του Φούτζι Γιάμα και εκείνο άρχισε να φτερνίζεται. Και στις πλαγιές του άρχισε να τρέχει λάβα, και οι Γιαπωνέζοι έτρεχαν να σωθούν.
     Και η Μπουμπουνέλα λυπήθηκε τους Γιαπωνέζους, που κινδύνευαν να καούν ζωντανοί, και πήγε στην Αμερική. Και εκεί βρήκε τρεις Ινδιάνους με πολλές ρυτίδες στο πρόσωπο και πολλά φτερά στο κεφάλι, και τους πήγε στην Ιαπωνία. Και οι Ινδιάνοι άρχισαν να χορεύουν ρυθμικά, και όλα τα σύννεφα του ουρανού μαζεύτηκαν επάνω από το Φούτζι Γιάμα. Και τα σύννεφα άρχισαν να χορεύουν σαν τους Ινδιάνους. Αλλά δεν τα κατάφερναν και πολύ καλά και άρχισαν να συγκρούονται μεταξύ τους. Και ύστερα τα σύννεφα γέμισαν καρούμπαλα και άρχισαν να κλαίνε ασταμάτητα. Και τα δάκρυά τους έπεσαν μέσα στο Φούτζι Γιάμα και το έσβησαν τελείως.
     Και οι Γιαπωνέζοι ευχαρίστησαν την Μπουμπουνέλα για τη βοήθειά της και της έδωσαν ένα καινούργιο καπέλο, από ψάθα, που είχε και κορδέλα για να μένει στη θέση του. Και από τότε η Μπουμπουνέλα δεν έχασε ποτέ ξανά το καπέλο της. Και το Φούτζι Γιάμα δεν ξαναφτερνίστηκε.

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2019

Περιμένοντας επισκέψεις

      Μια στάλα τσάι έπεσε επάνω στο ολοκαίνουργιο τατάμι της Χιρόκο.
     - Απρόσεκτη! είπε κουνώντας νευρικά τη βεντάλια της. Αν μείνει λεκές, δε σε φτάνει μια ζωή να τον ξεπληρώνεις! Ξέρεις πόσο κοστίζει ένα καλής ποιότητας τατάμι;
     - Ζητώ ταπεινά συγγνώμη, Χιρόκο-σαν! είπε η Γιασάι και έκανε μια βαθιά υπόκλιση, ακουμπώντας σχεδόν το κεφάλι της στο λεκιασμένο από τσάι τατάμι.
     - Απορώ πώς δεν την διώχνεις, αγαπητή Χιρόκο-σαν, είπε η Νορίτα. Αυτή η μικρή είναι τόσο άχαρη, σαν ένα αποτυχημένο μπονζάι.
     - Και άσχημη, είπε η Μιντόρι. 
     Ένα δάκρυ αργοκύλησε στο μάγουλο της μικρής Γιασάι, αλλά δε φάνηκε, έτσι όπως ήταν σκυμμένη.
     - Αχ, το ξέρετε δα και οι δύο ότι δεν μπορώ. Έδωσα υπόσχεση στο μακαρίτη τον άντρα μου να την κρατήσω για πάντα εδώ.
     - Είσαι τόσο καλή, αγαπητή μου, είπε η Μιντόρι. Αλλά δεν χρειάζεται να δίνεις τόσο εύκολα άφεση αμαρτιών. Εξάλλου, μεταξύ μας, ο μακαρίτης ο Τορόσι ήταν υπερβολικά ευαίσθητος. Και αν θέλεις την γνώμη μου, ίσως να μην ήταν καν γιαπωνέζος.
     - Τι θέλεις να πεις; Η οικογένειά του είναι μία από τις παλαιότερες στο Κυότο.
     - Ζητώ συγγνώμη, Χιρόκο-σαν, δεν ήθελα να σε προσβάλω. Αλλά, ποιος λογικός γιαπωνέζος θα ασχολιόταν με μια τόσο άχαρη μικρή;
     - Μα το είχε υποσχεθεί στον αδερφικό του φίλο, τον Τοσίμπα. Η μικρή ήταν η μόνη που έβγαλαν μέσα από τις στάχτες στο Τακαμάτσου, την χρονιά που κάηκε ολοσχερώς. Ο Τοσίμπα τη θεωρούσε τυχερή.
     - Από τις στάχτες είπες πως την έβγαλαν; είπε γελώντας η Νορίτα. Α, γι'αυτό είναι τόσο μαυριδερή.
     Οι τρεις γέλασαν, καλύπτοντας τα στόματά τους με τις ανοιχτές τους βεντάλιες.
     - Σιδέρωσες το κιμονό μου το δαμασκηνί; ρώτησε αυστηρά η Χιρόκο τη Γιασάι.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν.
     - Ελπίζω να μην το έκαψες, ήταν δώρο του στρατηγού Τογιοτόμι.
     - Γνώριζες εσύ τον στρατηγό Τογιοτόμι; ρώτησε με θαυμασμό η Μιντόρι. Ο Τογιοτόμι ήταν το δεξί χέρι του αυτοκράτορα, προτού αναλάβει τη θέση ο Μιτσουμπίσι.
     - Πάντα εκτιμούσες τους άντρες με εξουσία, είπε η Νορίτα.
     - Ε, τι να κάνουμε; έκανε φιλάρεσκα η Χιρόκο, είχα κι εγώ κάποιες επιτυχίες…
     - Χι-χι-χι! έκαναν και οι τρεις.
     - Λοιπόν; γύρισε η Χιρόκο στη Γιασάι. Μήπως το έκαψες το κιμονό;
     - Όχι, Χιρόκο-σαν. Και πάλι, λυπάμαι πολύ για το λεκιασμένο τατάμι, θα το καθαρίσω αμέσως.
     - Πρώτα όμως να μας σερβίρεις.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν.
     Με τρεμάμενα χέρια, η Γιασάι άρχισε να σερβίρει το τσάι.
     - Έτσι όπως πάει, θα χρειαστείς καινούργιο τατάμι, είπε η Νορίτα.
     - Πρόσεχε, καημένη! είπε η Μιντόρι. Αν ήσουν δικιά μου υπηρέτρια, τώρα θα έδινα εντολή να σε μαστιγώσουν τριάντα φορές!
     - Μάλιστα, Μιντόρι-σαν, έχετε δίκιο, με συγχωρείτε, είπε η Γιασάι, και παρά τρίχα να αδειάσει όλο το τσάι επάνω στο τατάμι.
     - Πήγαινε τώρα! είπε η Χιρόκο.
     Η Γιασάι έφυγε από το δωμάτιο, αφού πρώτα έκανε μια βαθιά υπόκλιση.
     - Εντελώς άχρηστη, είπε η Μιντόρι.
     - Στείλ'την μακριά, είπε και η Νορίτα.
     - Και η υπόσχεσή μου στον Τορόσι;
     Έπιασαν τις κουπίτσες τους και άρχισαν να πίνουν.
     - Τουλάχιστον φτιάχνει καλό τσάι, είπε η Μιντόρι.
     - Ναι, προφανώς έχει χάρισμα, είπε η Νορίτα. Αν δεν ήταν τόσο άχαρη και τόσο άσχημη, θα ήταν θησαυρός.
     - Τι να το κάνεις, όμως, που είναι η μοναδική που έχω, είπε η Χιρόκο. Και καλά όταν είμαστε μόνες μας, ή όταν είστε εσείς εδώ, που είστε οι πιο στενές μου φίλες. Όταν, όμως, έχω ξένους, αναγκάζομαι να προσλαμβάνω άλλη υπηρέτρια. Όπως σήμερα, για παράδειγμα.
     - Δέχτηκε την πρόσκλησή σου τελικά;
     - Μα φυσικά και την δέχτηκε, δεν είμαι δα καμιά τυχαία...
     - Όχι, βέβαια.
     - Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, έχω μια αγωνία, αν θα μείνει ευχαριστημένη.
     Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε πάλι η Γιασάι. Έκανε μία υπόκλιση.
     - Με συγχωρείτε, Χιρόκο-σαν, ήρθε η υπηρέτρια που παραγγείλατε.
     - Και γι'αυτό με διακόπτεις; Πήγαινέ την στο δωμάτιό σου, βοήθησέ την να ετοιμαστεί, και εξήγησέ της τα καθήκοντά της.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν, με συγχωρείτε.
     Η Γιασάι έκανε μια υπόκλιση και έκλεισε την πόρτα.
     - Μα όλα από εμένα τα περιμένουν; είπε εκνευρισμένη η Χιρόκο. Τέλος πάντων, τι έλεγα;
     - Έλεγες ότι είχες αγωνία για σήμερα.
     - Α, ναι, δεν ξέρω πώς θα τα βρει τα φαγητά μας. Αυτοί οι ξένοι είναι περίεργοι, τρώνε τα φαγητά τους μαγειρεμένα...
     - Αηδία!
     - Ναι, και τα ανακατεύουν με ένα σωρό αταίριαστα υλικά, βάζουν κάτι σάλτσες περίεργες που έχουν μέσα ένα φρούτο που το λένε τοκάτα, τομάτα, κάπως έτσι, πραγματικά δεν μπορώ να τους καταλάβω... 
     - Ναι, ξέρω τι εννοείς, ήμουν καλεσμένη πριν από χρόνια στη δεξίωση ενός ξένου πρέσβη και παρά τρίχα να ξεράσω. Κρατήθηκα μόνο επειδή δεν υπήρχαν τα κατάλληλα δοχεία.
     - Απολίτιστοι, χρυσή μου, τι να πεις;
     - Ναι, και χρησιμοποιούν και κάτι μεταλλικά πράγματα για να φάνε, και τρυπάνε το φαγητό τους με αυτά, τι βάρβαρη συνήθεια!
     - Ναι, και που το έχουν σκοτώσει με τόση επεξεργασία, πάλι σε κάνει και το λυπάσαι!
     - Τώρα, πάλι, αυτή η ξένη, πρέπει να είναι ακόμα πιο περίεργη. Κάτι την άκουσαν να λέει για φακόκιρο, φαρόκιρο, α, ναι, φαγκόπιρο, για κινόα, για λινακόκορο, όχι, λιναρόπορο το λένε, δεν ξέρω τι είναι αυτά, αλλά αν τα προσθέσεις σε όλα τα άλλα, καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για ιδιαίτερη περίπτωση.
     Η πόρτα άνοιξε και πάλι.
     - Τι είναι τώρα; είπε ενοχλημένη η Χιρόκο.
     - Με συγχωρείτε, Χιρόκο-σαν, ήρθα για να καθαρίσω το τατάμι από το τσάι.
     - Καλά, κάνε γρήγορα, όμως, όπου να'ναι έρχεται η καλεσμένη.
     Η Γιασάι άρχισε να τρίβει τον λεκέ με ένα πανί.
     - Τα είδατε τα μαλλιά της; ξανάπιασε η Νορίτα την κουβέντα από εκεί που την είχαν αφήσει. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ πιο αχτένιστα μαλλιά.
     - Ναι, λες και δεν τα έχουν χτενίσει ποτέ.
     - Είμαι σίγουρη ότι δεν θα καταφέρει ποτέ της να κάνει ένα χτένισμα της προκοπής, είπε η Μιντόρι και άγγιξε απαλά το άψογα χτενισμένο μαλλί της.
     - Ναι, και τα μάτια της τα είδατε;
     - Πολύ μεγάλα, σχεδόν τρομαχτικά. Αν ήταν πιο μικρά και λίγο πιο αμυγδαλωτά, θα μπορούσες, ίσως, να την πεις και όμορφη.
     - Απορώ αν μπορεί να βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη.
     - Είναι έτοιμο το φαγητό; ρώτησε η Χιρόκο τη Γιασάι.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν. Και οι ανθοσυνθέσεις είναι στις θέσεις τους.
     - Καθάρισε το τατάμι;
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν.
     - Εντάξει, πήγαινε τώρα. Κι εσείς, κορίτσια, τελειώνετε με το τσάι, όπου να’ναι έρχεται η καλεσμένη μου.
     Πάνω στα ασπρισμένα βότσαλα του κήπου ακούστηκαν βήματα. Η Αριστέα στάθηκε μπροστά στην πόρτα, έβαλε στην άκρη μια μπούκλα, που έκρυβε το μεγάλο και καθόλου αμυγδαλωτό της μάτι, και χτύπησε την πόρτα.

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Στη χάση και στη φέξη

     Ο Ουρανός ήταν ένας όμορφος, ψηλός, γεροδεμένος νέος, με γαλανά μάτια, που άλλαζαν τόνο, ανάλογα με τις διαθέσεις του. Όλες οι κοπέλες τον γλυκοκοίταζαν και του χαμογελούσαν με νάζι, όποτε τον έβλεπαν, ελπίζοντας να κερδίσουν την πιο προνομιούχα θέση στην καρδιά του: αυτήν της αγαπημένης του.
     Εκείνος, όμως, ήταν ιδιαίτερα σεμνός και ντροπαλός - γι'αυτό και πολλές φορές κοκκίνιζε, όταν άκουγε πολλά κομπλιμέντα - και δεν ενέδιδε στα ερωτικά καλέσματα. Μέχρι που συνάντησε τη Γη, με τις ομορφιές της, με τις στρογγυλάδες της, με τις οροσειρές της στα κατάλληλα σημεία, με τα υγρά της μάτια να αντανακλούν το χρώμα των δικών του ματιών... Ε, δεν ήθελε και πολύ ο καημένος, είχε δεν είχε, έπεσε στον έρωτά της.
     Μα και η Γη δεν έμεινε απαθής στα κάλλη του, ίσα-ίσα που γοητεύτηκε αμέσως από εκείνον. Και δωσ'του να αλλάζει φορεσιές, πότε να φοράει λουλουδάτα μπλουζάκια με λευκά, εφαρμοστά παντελόνια, πότε λευκές, χιονάτες μπλούζες με ανάλαφρες, λουλουδάτες φούστες, πότε να στολίζει τα μαλλιά της με στεφάνια από λουλούδια, πότε με κοχύλια και κοράλλια, πότε με κρυστάλλινες τιάρες από πάγο...
     Ήταν ζήτημα χρόνου, λοιπόν, ο Ουρανός και η Γη να γίνουν ζευγάρι, και οι θαυμάστριες του Ουρανού έπεσαν σε μαύρη μελαγχολία όταν το έμαθαν. Αλλά, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, έρωτας ήταν αυτός...
     Το νεαρό ζευγάρι έγινε αχώριστο και πήγαιναν παντού μαζί. Και ο Ουρανός δεν άφηνε τη Γη από την αγκαλιά του και εκείνη αφηνόταν στα χάδια του και στη ζεστή του ανάσα... Και αφού και οι δυο συμφώνησαν ότι δεν μπορούσαν να ζήσουν χώρια, αποφάσισαν να παντρευτούν.
     Ο γάμος έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο, αλλά αυτό δεν περιόρισε την ευτυχία του ζευγαριού στο ελάχιστο. Έλαμπαν και οι δύο νεόνυμφοι, τα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν από ευτυχία, νιάτα, ομορφιά, και όλοι οι καλεσμένοι, αν και λίγοι, είπαν ότι δεν είχαν ξαναδεί πιο ταιριαστό ζευγάρι.  
     Μετά την τελετή, οι δυο νέοι πήγαν ταξίδι του μέλιτος και όταν επέστρεψαν από το γύρο του Γαλαξία, όπου είχαν πάει, η Γη ακτινοβολούσε λίγο περισσότερο από πρώτα, ενώ οι στρογγυλάδες της είχαν αυξηθεί... Και, μερικούς μήνες αργότερα, το σπίτι του ζευγαριού αντήχησε από το κλάμα ενός μωρού. Το μωρό ήταν χλωμό και πολύ χαριτωμένο, και το ονόμασαν Σελήνη. Και τότε άρχισαν τα προβλήματα.
     Πρώτα-πρώτα, ο Ουρανός έπαψε να είναι το κύριο μέλημα της Γης και το ενδιαφέρον της άρχισε να το μονοπωλεί το μωρό. Πού την έχανες, πού την έβρισκες τη Γη, αγκαλιά με το μωρό ήταν. Πού να χωρέσει στην αγκαλιά της και ο Ουρανός! «Όχι τώρα, θηλάζω», του έλεγε, ή «Περίμενε να το αλλάξω», ή «Μα τι κάνεις, το μωρό κοιμάται, να το ξυπνήσεις θέλεις;», και όλα αυτά χωρίς να του ρίχνει ούτε μια ματιά!
     Ο Ουρανός άρχισε να ζηλεύει. Τι κι αν το μωρό ήταν και δικό του, δεν είχε φανταστεί ποτέ πως θα ερχόταν κάποια στιγμή δεύτερος στην καρδιά της αγαπημένης του. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, άρχισε να κοιτάζει το μωρό με μισό μάτι. Η Γη, με την ευαισθησία που αποκτούν οι μητέρες, κατάλαβε αμέσως την αλλαγή των αισθημάτων του άντρα της απέναντι στη μικρή Σελήνη και, η αλήθεια να λέγεται, ενοχλήθηκε πολύ. Άρχισαν οι πρώτοι καυγάδες.
     Η μικρή Σελήνη, καθώς μεγάλωνε, γινόταν όλο και πιο χαριτωμένη, ενισχύοντας τις εκδηλώσεις αγάπης της μητέρας της και τη ζήλεια του πατέρα της. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, βρέθηκαν κάποιοι καλοθελητές που έβαλαν ιδέες στον Ουρανό, ότι το παιδί μπορεί να μην ήταν και δικό του, καθώς ήταν γνωστή σε όλους η προηγούμενη, σύντομη, μεν, αλλά πολύ θυελώδης, δε, σχέση της Γης με έναν μετεωρίτη. Εκεί ήταν που τα πράγματα χειροτέρεψαν πολύ. Οι καυγάδες του ζευγαριού έγιναν πλέον καθημερινοί και κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο έρωτάς τους είχε εξαφανιστεί τόσο γρήγορα. Ήταν πλέον ζήτημα χρόνου το ζευγάρι να φτάσει στο χωρισμό, δίνοντας την ευκαιρία στα αστέρια να αρχίσουν να κομπάζουν, επειδή το είχαν προβλέψει από καιρό.
     Και ήρθε η μέρα που ο Ουρανός και η Γη βρέθηκαν αντίδικοι στην ίδια δίκη, αυτή που θα έλυνε το γάμο τους. Το διαζύγιο βγήκε συναινετικά, αλλά στο θέμα της κηδεμονίας υπήρξε διαφωνία, καθώς ο Ουρανός είχε στο μεταξύ αλλάξει γνώμη για τη μικρή Σελήνη και επιθυμούσε, όπως και η Γη, να την αναλάβει αποκλειστικά. Οι δύο γονείς ήταν ανένδοτοι επάνω σε αυτό το θέμα και το δικαστήριο προβληματίστηκε πολύ, αποφασίζοντας - αφού ακούστηκαν και οι δύο πλευρές - να μοιράσει εξίσου την κηδεμονία και στους δύο γονείς. 
     Από τότε η Σελήνη άρχισε να μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στους γονείς της και να μένει πότε με τον πατέρα της, πότε με τη μητέρα της. Και όταν έμενε με τον πατέρα της, άρχιζε σιγά-σιγά να παίρνει τα γαλάζια χρώματά του και όλοι έλεγαν πόσο του μοιάζει, όταν όμως γυρνούσε στη μητέρα της ξαναεμφάνιζε τις στρογγυλάδες που είχε πάρει από εκείνην και όλοι έλεγαν ότι ήταν φτυστή η μάνα της.
     Και οι άνθρωποι ούτε που φαντάζονταν ποια ήταν η αιτία όλων αυτών των αλλαγών, μόνο τη χάση και τη φέξη αντιλαμβάνονταν. Και πάλι καλά, να λέμε...

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

Όποιος πρόλαβε



     Άλλος άνθρωπος, σου λέω, Αιμιλία μου, η νύχτα με τη μέρα! Αφού ώρες-ώρες νομίζω ότι ονειρεύομαι!
     Πού να ξέρω; Την τελευταία φορά που τσακωθήκαμε του τα’χωσα κι εγώ άγρια, εδώ που τα λέμε… «Λίγη σου έπεσα, βρε αχάριστε», του είπα, «που αν δεν ήταν ο πατέρας μου, θα φίλαγες κατουρημένες ποδιές για ένα μεροκάματο;». Και τι, δηλαδή, ψέματα είναι; Σαν τα κρύα τα νερά ήμουν, όλοι με γλυκοκοίταζαν στη γειτονιά, και πήγα και παντρεύτηκα τον στραβοκάνη το γιο του Γεράσιμου του λούστρου, τον ξεβράκωτο…
    Τον ερωτεύτηκα, θα μου πεις. Ναι, αλλά αναγνώρισε, βρε, κι εσύ, ότι με την προίκα μου μπορείς και κυκλοφορείς τώρα με το κούτελο ψηλά! Που τον έκανε ο πατέρας μου δεξί του χέρι στο μαγαζί από την αρχή, και έχει να κορδώνεται στους φίλους του…
     Ε, τι να πει; Είπε τα δικά του, ότι σιγά την προίκα που πήρε, ότι ο φίλος του ο Παντελής πήρε ένα τεσσάρι διαμέρισμα στα Πατήσια, χώρια οι μετοχές και τα ομόλογα… Ναι, άντε πούλα το τώρα το τεσσάρι να δούμε τι θα πάρεις, για να μην πω για τις μετοχές και τα ομόλογα… ενώ η δουλειά σε τρέφει όπως σε έτρεφε και πρώτα. Ναι, λίγο έλειψε να πει ότι με πήρε και γυμνή… Βρε, ξέρεις πόσα σεντόνια πήρα προίκα; Δέκα σετ με τις μαξιλαροθήκες τους, όλα κεντημένα στο χέρι, ακόμα σε αυτά κοιμόμαστε. Αν πεις, δε, για τις πετσέτες…
     Ναι, καλά, πίστευε ό,τι θέλεις, εσύ δεν τον ξέρεις όπως εγώ… Βρε, πόσο στοίχημα πας ότι στους φίλους του έχει πει ότι είμαι μια μέγαιρα που τον βασανίζει; Τυχαίο είναι, νομίζεις, που τόσα χρόνια δεν έχω γνωρίσει κανέναν τους;…
     Ο Μάνθος της Ελένης σίγουρα δεν είναι στην παρέα, καμία σχέση σου λέω, ποιος σου το είπε;… Ε, όχι και έγκυρη πηγή η Πετρούλα του φούρναρη! 
     Τέλος πάντων. Αυτά λέγαμε και καυγαδίζαμε και κουβέντα στην κουβέντα με έπιασε κι εμένα και του είπα ότι αν του πέφτω λίγη, να φύγω να τον αφήσω στην ησυχία του… Και εκεί ο κύριος, αντί να σταματήσει, να ηρεμήσει, να μου πει «μη φεύγεις», έστω, σηκώθηκε κι έφυγε, και κοπάνησε και την πόρτα. Να μας δείξει ότι θύμωσε, ο τζαναμπέτης…
     Να σου πω την αλήθεια, σκέφτηκα ότι δεν υπήρχε σωτηρία και ότι ίσως θα έπρεπε να πραγματοποιήσω την απειλή μου, να τον αφήσω, ή έστω να του τα φορέσω. Ακόμα το σκέφτομαι, δηλαδή… Τι, «με ποιον», λες να μην βρω κανέναν; Ακόμα περνάει η μπογιά μου… Ναι, είδα και με την αξιοπρέπεια τι κέρδισα!…
     Ε, τι να γίνει; Γύρισε αργά το βράδυ και δεν τον είδα, κοιμόμουν. Το επόμενο πρωί, όμως – άκου, να πάθεις πλάκα – σηκώθηκε και μου έφτιαξε καφέ!... Ούτε εγώ το πίστευα! Δεκατρία χρόνια παντρεμένοι, ούτε ένα ποτήρι νερό δε μου έχει φέρει, και να μου φτιάξει καφέ!… Πού να ξέρω τι τον έπιασε, μήπως τον χτύπησε ο αέρας και συνήλθε; Τι να πω;
     Όχι, τύψεις δεν μπορεί να ήταν, σιγά μην είχε τύψεις, ο γάιδαρος… Πάντως, από εκείνη τη μέρα άλλαξε. Ούτε γκρινιάζει, ούτε τίποτα. Τι να πω, δεν μπορώ να φανταστώ… Βρε, Αιμιλία, λες να με πρόλαβε και να μου τα φοράει εκείνος; 

ΥΓ: Αυτή ήταν η δεύτερη συμμετοχή της Πίπης στο τελευταίο "Παίζοντας με τις λέξεις" που ταξιδεύει, κάθε δίμηνο, στις πολύχρωμες θάλασσες της δημιουργίας με το Χάρτινο Καραβάκι της Μεμαρίας. Η Πίπη έχει πλέον προσαρμοστεί στη γεμάτη εμπειρίες ζωή του ναυτικού και ανυπομονεί να ταξιδέψει και σε άλλα λιμάνια με το Χάρτινο Καραβάκι.

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

Δώρο γενεθλίων



     Έβαλε το κλειδί στην πόρτα με προσοχή και το γύρισε αργά, προσπαθώντας να μην παρασυρθεί από την έξαψή του και κάνει θόρυβο. Η ησυχία που τον υποδέχτηκε ήταν σε πλήρη αντίθεση με το βουητό που άκουγε στο κεφάλι του.
     Δεν προσπάθησε να ανάψει το φως, έτσι κι αλλιώς το ρεύμα ήταν κομμένο εδώ και τρεις μέρες. Πατώντας στις μύτες και ακολουθώντας το αμυδρό φως που ερχόταν από το καντηλάκι, που έκαιγε μόνιμα, μπήκε στην κουζίνα. Διψούσε. Το φλυτζάνι όπου είχε πιει τον καφέ του το απόγευμα ήταν ακόμη στο νεροχύτη. Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ένα πιάτο καλυμμένο με χαρτοπετσέτα, που έκρυβε δύο κομμάτια σπανακόπιτα.
     Άδειασε τις τσέπες του επάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Χαρτονομίσματα διαφόρων κατηγοριών, διπλωμένα πρόχειρα, σχημάτισαν έναν μικρό σωρό. Πρώτη φορά είχε δει τόσα λεφτά μαζεμένα.
     Αργά-αργά, τα ξεχώρισε και ύστερα άρχισε να τα μετράει. Τους είχε πάρει τα σώβρακα απόψε! Τι ρέντα ήταν αυτή! Λες και το σύμπαν τον αποζημίωνε για όλες τις χασούρες του παρελθόντος.
     Προσπάθησε να φανταστεί την έκφρασή της, όταν θα το μάθαινε. Στο μυαλό του ήρθαν όλοι τους οι καυγάδες. «Η πηγή όλων μας των προβλημάτων είναι ο τζόγος», του έλεγε κάθε φορά. «Πώς μπορείς να πιστεύεις πως μπορείς να συντηρήσεις οικογένεια, όταν τα λεφτά σου τα τρώνε τα κάθε λογής στοιχήματα;». «Όχι», της απαντούσε εκείνος, «η πηγή όλων μας των προβλημάτων είναι που δεν μου έχεις εμπιστοσύνη. Θα γυρίσει η τύχη μου και θα το δεις». Και τότε εκείνη έλεγε ότι δεν υπήρχε σωτηρία και κλεινόταν στο δωμάτιό τους, και δεν του μίλαγε για μέρες. Και εκείνος μαζευόταν για λίγες μέρες. Και ύστερα ξανάρχιζε απ’την αρχή.
     Είχε έρθει, λοιπόν, και η δική του η μέρα, και είχε έρθει ακριβώς απόψε, την παραμονή των γενεθλίων της. Τι καλύτερο δώρο θα μπορούσε να περιμένει;
     Πατώντας στις μύτες των ποδιών, μπήκε στο υπνοδωμάτιο και γδύθηκε. Σήκωσε την άκρη των σκεπασμάτων και χώθηκε μέσα προσεκτικά. Το σώμα του ανατρίχιασε στην επαφή του με το σεντόνι.
     Όχι, δε θα της έλεγε τίποτα. Θα σηκωνόταν το πρωί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και θα έφευγε για τη δουλειά, αλλά δε θα πήγαινε στη δουλειά. Και το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να πληρώσει το ρεύμα, και ύστερα θα πήγαινε στο ενεχυροδανειστήριο να πάρει πίσω τη βέρα του. Θα έκανε τη βόλτα του και κατά το μεσημέρι θα εμφανιζόταν μπροστά της με μια ανθοδέσμη και μια τούρτα γενεθλίων. Και, αν ήταν τυχερός, θα είχε προλάβει να επανασυνδεθεί και το ρεύμα. Και προτού εκείνη συνέλθει από την έκπληξη, θα την έπαιρνε αγκαζέ και θα την πήγαινε να φάνε έξω, να το γιορτάσουν.
     Σκέφτηκε τα πόδια της, που τον πάγωναν όταν εκείνη τα ακουμπούσε στα δικά του για να τα ζεστάνει και ένιωσε να πλημμυρίζει από τρυφερότητα. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνη ήταν ο άνθρωπός του. Ας πάει και το παλιάμπελο, παραμονή των γενεθλίων της ήταν! Αυτή τη φορά θα τα ακουμπούσε εκείνος τα πόδια του στα δικά της, να της τα ζεστάνει. Έτσι, για αλλαγή…
     Άπλωσε τα πόδια του. Ήταν μόνος του στο κρεβάτι.

ΥΓ: Αυτή ήταν η πρώτη συμμετοχή της Πίπης στο τελευταίο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις", που διοργανώνει η Μεμαρία στο μπλογκ της Με ένα χάρτινο καραβάκι και που έχει γίνει πλέον εθισμός. Εθισμός στον οποίο χαίρεσαι να υποκύπτεις!