Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

Εργασιακό στρες

     Είναι γεγονός ότι τα περισσότερα πράγματα στη ζωή είναι εντελώς αναπάντεχα. Και εκεί που δεν το περιμένεις, κάτι συμβαίνει που σε κάνει να κοντοσταθείς και μείνεις με το βλέμμα απλανές, προσπαθώντας να καταλάβεις τα ακατανόητα.
     Έτσι συνέβη και στην Πίπη, που μια μέρα, εκεί που περπατούσε, είδε μια περίεργη φιγούρα. Και αν δεν ήταν ένας οξύς πόνος στο μικρό δάχτυλο του ενός της ποδιού, αποτέλεσμα της εντελώς αψυχολόγητης απόφασης του δαχτύλου να τρακάρει πλαγιομετωπικά με μία πέτρα, μπορεί η Πίπη να νόμιζε ότι ονειρευόταν.
     Κι αφού η Πίπη βεβαιώθηκε ότι δεν ονειρευόταν, κοίταξε πιο προσεκτικά την περίεργη εκείνη φιγούρα. Ήταν ένας νάνος, αλλά όχι όπως αυτούς της Χιονάτης. Αυτός δε φορούσε σκουφί και οι πατούσες του ήταν δυσανάλογα μεγάλες για το σώμα του. Φορούσε μια φόρμα εργασίας και έσερνε με κόπο ένα μεγάλο σακί, ενώ από την πίσω τσέπη του παντελονιού του προεξείχε ένα μεγάλο ψαλίδι. Αποφάσισε να τον ακολουθήσει.
     Ο νάνος περπατούσε πολύ βιαστικά, και αν δεν τον εμπόδιζε το σακί που κουβαλούσε, θα έτρεχε.
     - Δεν θα προλάβω, έλεγε καθώς περπατούσε.
     - Πού να πηγαίνει, άραγε; σκέφτηκε η Πίπη.
     Μια μεγάλη ομάδα από χελιδόνια πέταξε τιτιβίζοντας πάνω από το κεφάλι της Πίπης, αλλά η Πίπη ούτε που στάθηκε να τα δει. Ο νάνος, παρ'όλα τα κοντά του πόδια, έτρεχε πολύ γρήγορα.
     Ξάφνου, και εκεί που ο νάνος κόντευε να εξαφανιστεί από το οπτικό πεδίο της Πίπης, αφού είχε αποφασίσει να στρίψει στην επόμενη γωνία, πάτησε κάτι γλιστερό και προτού προλάβει να αντιδράσει, είχε κιόλας βρεθεί πεσμένος ανάσκελα!
     Η Πίπη έτρεξε να τον βοηθήσει. Από το σακί που κουβαλούσε ο νάνος είχαν ξεχυθεί κομμάτια διαφόρων μεγεθών από ένα λεπτό, αραχνοΰφαντο ύφασμα, που όμως φαινόταν πολύ σκούρο, σχεδόν μαύρο, αδιαφανές. Επάνω του, υπήρχαν διάσπαρτα αστεράκια. Ο νάνος σηκώθηκε βιαστικά και η Πίπη πλησίασε στο σακί και άπλωσε το χέρι της για να πιάσει το ύφασμα.
     - Μηηηηηη!!! φώναξε ο νάνος και η Πίπη ταξίδεψε στιγμιαία στην πρώιμη παιδική της ηλικία. Θα το καταστρέψεις!
     Το χέρι της Πίπης έμεινε μετέωρο επάνω από το ύφασμα.
     - Να βοηθήσω ήθελα, είπε.
     - Ακόμα κι έτσι, είπε ο νάνος, κανείς δεν ακουμπάει το ύφασμα της Νύχτας!
     - Της ποιας;
     - Της Νύχτας, είπε ο νάνος, δεν βλέπεις τα αστέρια;
     - Και τι το θέλει τόσο ύφασμα η Νύχτα; ρώτησε η Πίπη. Εδώ υπάρχει τουλάχιστον ένα τόπι ύφασμα!
     - Καλά, είπε θυμωμένα ο νάνος, καθώς μάζευε βιαστικά τα τελευταία κομμάτια υφάσματος που είχαν "δραπετεύσει" από το σακί, δεν έχεις κοιτάξει ποτέ σου τον ουρανό, να δεις πόσο μεγάλος είναι; Πώς θα καλυφθεί όλος αυτός ο ουρανός, αν το ύφασμα δεν είναι αρκετό;
     Η Πίπη δεν απάντησε, καθώς κοιτούσε τον ουρανό προσπαθώντας να βρει πόσο ύφασμα χρειαζόταν για να τον καλύψει.
     - Πω, πω, έκανε ξαφνικά ο νάνος, με την κουβέντα ξεχάστηκα!
     - Πού πας; τον ρώτησε η Πίπη.
     - Έχω αργήσει, είπε εκείνος.
     - Μα, στάσου! φώναξε η Πίπη και άρχισε και πάλι να τον ακολουθεί.
     -Δεν προλαβαίνω, είπε ο νάνος, αλλά προτού ολοκληρώσει την κουβέντα του, παρ'τον κάτω πάλι!
     - Έχεις πολύ μεγάλες πατούσες, σχολίασε η Πίπη, γι'αυτό πέφτεις συνέχεια.
     - Αχ, είπε ο νάνος, τώρα είναι που δεν προλαβαίνω!
     - Τι προσπαθείς να κάνεις; ρώτησε η Πίπη, αλλά ο νάνος ήταν σαν να μην την είχε ακούσει.
     - Αλλά, τι φταίω κι εγώ; Τέτοια επιδημία είχε να πέσει χρόνια. Πρώτη φορά που μένουμε τόσο λίγοι νυχτοκόπτες σε κάθε βάρδια.
     Η Πίπη δεν είχε ακούσει ποτέ της για νυχτοκόπτες.
     - Τι είναι οι νυχτοκόπτες; ρώτησε το νάνο.
     - Δεν ξέρεις τι είναι οι νυχτοκόπτες; είπε εκείνος, έκπληκτος, και φαίνεται ότι η έκπληξή του ήταν τόσο μεγάλη, που κοντοστάθηκε. Αν είναι δυνατόν! Μωρέ, καλά μου το έλεγαν, όταν ξεκινούσα την καριέρα μου, ότι ο νυχτοκόπτης είναι το πιο παραγνωρισμένο επάγγελμα...
     - Και, δηλαδή, τι είδους επάγγελμα είναι ο νυχτοκόπτης;
     - Ίσως το σημαντικότερο που υπάρχει. Εμείς είμαστε που ρυθμίζουμε τη διάρκεια της νύχτας.
     - Και πώς γίνεται αυτό;
     - Με αυτό, είπε ο νάνος και της έδειξε το ψαλίδι που προεξείχε από την τσέπη του.
     Η Πίπη κοιτούσε απορημένη.
     - Τι κόβετε, δηλαδή, με αυτό το ψαλίδι; ρώτησε.
     - Το φόρεμα της Νύχτας, μα τόσο χαζή είσαι πια;
     Η Πίπη μπορεί να μην ήταν χαζή, όμως είχε χαζέψει.
     - Το φόρεμα της Νύχτας μεγαλώνει συνέχεια και πρέπει να το ψαλιδίζουμε διαρκώς, αν δε θέλουμε να κυριαρχήσει το σκοτάδι. Αλλά πάντα τέτοια εποχή πολλοί νυχτοκόπτες αρρωσταίνουν και απουσιάζουν, οπότε οι υπόλοιποι αναγκάζονται να δουλεύουν διπλοβάρδιες.
     Η Πίπη δε μιλούσε.
     - Φέτος αρρώστησαν περισσότεροι από κάθε άλλη φορά, συνέχισε ο νάνος. Τρέχουμε και δεν φτάνουμε.
     - Εσύ δεν αρρωσταίνεις ποτέ; ρώτησε η Πίπη.
     - Εγώ έχω δυνατό οργανισμό, είπε ο νάνος και κορδώθηκε.
     Η Πίπη δεν είπε τίποτα, αλλά σκέφτηκε ότι ο οργανισμός του νάνου την ήθελε την ταλαιπωρία του...
     - Δεν το φανταζόμουν ότι το φόρεμα της Νύχτας χρειαζόταν ψαλίδισμα, είπε.
     - Και ποιος το φαντάζεται; Κανείς δε φαντάζεται ότι ακόμα και για τα φαινομενικά πιο απλά πράγματα, υπάρχει από πίσω κάποιος αφανής ήρωας...
     Η Πίπη σκέφτηκε πως ο νάνος είχε δίκιο.
     - Α, μπα, δεν την αντέχω τόση πίεση, κάθε χρόνο... Άντε να βγω στη σύνταξη, να ησυχάσω! είπε ο νάνος.
     Η Πίπη τον λυπήθηκε, τον καημένο το νυχτοκόπτη.
     - Εύχομαι να βγεις σύντομα στη σύνταξη, είπε.
     - Ε, μόνο άλλα πεντακόσια είκοσι δύο χρόνια μου μένουν, είπε ο νάνος, πού θα πάνε, θα περάσουν!
     Η Πίπη φυσικά δεν είχε τι να απαντήσει σε αυτό, θα χρειαζόταν τουλάχιστον διακόσια είκοσι τέσσερα χρόνια για να το σκεφτεί.
     - Πω, πω, είπε ο νάνος, τώρα είναι που έχω αργήσει για τα καλά! Και δεν θα προλάβω να ψαλιδίσω όσο χρειάζεται, και θα ακούσω και κατσάδα από τον προϊστάμενο! Πάλι θα αρχίσει να μεγαλώνει το φόρεμα της Νύχτας, τι συμφορά! Και άρχισε κιόλας να βγαίνει ο ήλιος, καταστροφή!
     Και πριν σκεφτεί η Πίπη κάποιον παρηγορητικό λόγο να του πει, ο νάνος έπιασε το σακί και άρχισε να τρέχει τόσο γρήγορα, που δεν πρόλαβε ούτε καν να τον δει να στρίβει στη γωνία. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου είχαν αρχίσει κιόλας να χορεύουν στον αέρα, φωτίζοντας τις απέναντι κορυφογραμμές.
     - Δύσκολη η ζωή του νυχτοκόπτη, σκέφτηκε η Πίπη και συνέχισε τον δρόμο της.

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

Σε πράσινο φόντο

     Και ήρθε η ώρα του Καλοκαιριού. Το οποίο, ούτε λίγο ούτε πολύ, ήταν κομματάκι χαμηλών τόνων. Και επειδή ήταν χαμηλών τόνων, ούτε που του περνούσε από το μυαλό να κάνει μία επίσημη εμφάνιση, παρουσία δημοσιογράφων, να ποζάρει για φωτογραφίες, να δώσει μία συνέντευξη τύπου, να μοιράσει μερικά αυτόγραφα, να κάνει δυο-τρεις χειραψίες...
     Και μπορεί το Καλοκαίρι να ήταν χαμηλών τόνων και κάπως ντροπαλό, η μητέρα του όμως δεν ήταν καθόλου. Και γι'αυτό φρόντισε να του ράψει το καλύτερο κουστούμι - στα μέτρα του, φυσικά, και όχι πρετ-α-πορτέ, ζαμέ των ζαμών - από δροσερό λινό εξαιρετικής ποιότητας, τα δε παπούτσια του φτιάχτηκαν από ψάθα, λιασμένη στον ήλιο του Γαϊδουρονησίου (ή του Ελαφονησίου, κάποιου νησίου, τέλος πάντων).
     Του έγραψε και έναν λόγο για να διαβάσει, η μητέρα του - πάντα ήταν καλή στην έκθεση - και το έβαλε να τον προβάρει ξανά και ξανά... Και όλο του έλεγε πού έπρεπε να δυναμώνει τη φωνή του και πού να κουνάει τα χέρια του, για να δώσει έμφαση. Αγόρασε και ένα σολάριουμ για το σπίτι, επειδή της φάνηκε κομματάκι χλωμό, κάτι εντελώς ανεπίτρεπτο για ένα καλοκαίρι που σέβεται τον εαυτό του... Και το υποχρέωσε να περνάει μία ώρα την ημέρα στο σολάριουμ, για να αποκτήσει χρώμα.
     Το Καλοκαίρι σκέφτηκε να της πει καμιά κουβέντα, αλλά κρατήθηκε, επειδή ήταν παιδί με καλούς τρόπους και ανατροφή, και, επιπλέον, μάνα είναι μόνο μία, και ήταν και μοναχοπαίδι, και πού θα έβρισκε η μάνα του άλλη ευκαιρία να βγάλει τα απωθημένα της; Οπότε, και έκανε υπάκουα πρόβες με το ράφτη, μέχρι να αποκτήσει τέλεια εφαρμογή το κουστούμι, και ακολούθησε μία δίαιτα χαμηλή σε θερμίδες, μην τυχόν και χαλούσε η εφαρμογή, και προβάρισε άπειρες φορές το λόγο του - έκανε και μαθήματα ορθοφωνίας - χωρίς να διαμαρτυρηθεί ούτε μία φορά. Τα βράδια έπινε τσάι με μέλι και έκανες γαργάρες, για τη φωνή του, και το πρωί έτρωγε ένα ωμό αυγό. Απέφευγε τα ρεύματα και τα παγωτά. Και περνούσε και μια ώρα την ημέρα στο σολάριουμ, μην το ξεχνάμε το σολάριουμ...
     Οι μέρες για την επίσημη πρώτη του Καλοκαιριού πλησίαζαν, και η προετοιμασία συνεχιζόταν εντατικά. Στα μαθήματα του Καλοκαιριού προστέθηκαν και μαθήματα πόζας, για τις φωτογραφίες... Και ενώ όλα φαινόταν πως πήγαιναν καλά, το Καλοκαίρι άρχισε να έχει εφιάλτες, και να ξυπνάει κάθιδρο κάθε βράδυ, χωρίς να μπορεί να ξανακοιμηθεί. Μαύροι κύκλοι εμφανίστηκαν γύρω από τα μάτια του, ενώ του κόπηκε και η όρεξη. Έντρομη η μητέρα του είδε πως το κουστούμι άρχισε να του πλέει και του άλλαξε τη δίαιτα προσθέτοντας σε αυτήν ψωμί και σοκολάτες. Για τους μαύρους κύκλους δεν ανησυχούσε, υπήρχε και το μέηκ απ...
     Αλλά οι εφιάλτες συνέχισαν να βασανίζουν το Καλοκαίρι, οπότε αποφάσισε να της μιλήσει. Τι ήταν να της μιλήσει; Παρά τρίχα να του μείνει στα χέρια! Ύστερα άρχισε να μουρμουρίζει για τις θυσίες που είχε κάνει, για τα δικά της όνειρα που τα είχε αφήσει στην άκρη για να το μεγαλώσει, να το κάνει ολόκληρο παληκάρι, και για όλα εκείνα που το Καλοκαίρι ήξερε πως ήταν αλήθεια, χωρίς όμως να είναι δική του η ευθύνη... Στο τέλος, η μητέρα του αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, σιγοκλαίγοντας και ρουφώντας, τάχα διακριτικά, τη μύτη της...
     Δεν του βαστούσε η καρδιά να της χαλάσει το χατήρι. Αλλά και δεν άντεχε άλλους εφιάλτες.
     Παραμονή της μεγάλης μέρας, το Καλοκαίρι καθόταν να ξεκουραστεί, αφού προηγουμένως είχε ξαναπροβάρει το λόγο του, όπου η μητέρα του είχε προσθέσει μία νέα παράγραφο. Τα μάτια του έτσουζαν από την αϋπνία και είχε γλαρώσει.
     - Τι έχεις; το ρώτησε μια γάτα, που λιαζόταν στο παράθυρο.
     Το Καλοκαίρι της διηγήθηκε τι είχε συμβεί.
     - Το παράκανε η μάνα σου, του είπε. Γιατί δεν κάνει ό,τι κάνουμε εμείς οι γάτες; Χαζές είμαστε, θαρρείς, που αφήνουμε τα παιδιά μας μόνα τους να επιλέξουν τον δρόμο τους;
     - Δεν είναι όλοι το ίδιο, είπε το Καλοκαίρι και χασμουρήθηκε.
     - Σιγά μη δεν είναι, είπε η γάτα. Απλώς, τα πάντα είναι θέμα επιλογής.
     Το Καλοκαίρι δεν είπε τίποτα. Είχε κλείσει τα μάτια του και μέτραγε πρόβατα. 
     - Είναι θέμα επιλογής, λέω, επανέλαβε η γάτα.
     Τα πρόβατα άρχισαν να απαγγέλουν έναν ευχαριστήριο λόγο. Το Καλοκαίρι ξανάνοιξε τα μάτια του.
     - Θέλεις την ησυχία σου; ρώτησε η γάτα.
     Το Καλοκαίρι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
     - Τότε έλα μαζί μου.
     - Μα, τόσος κόπος, θα πάει χαμένος...
     - Εσύ αποφασίζεις... είπε η γάτα και τεντώθηκε.
     Το Καλοκαίρι έκλεισε τα μάτια του, και μετά τα ξανάνοιξε. Η γάτα είχε εξαφανιστεί. Μπροστά του βρισκόταν μια νεράιδα.
     - Πού είναι η γάτα; ρώτησε το Καλοκαίρι.
     - Θέλεις την ησυχία σου; τον ρώτησε η νεράιδα και το Καλοκαίρι αναγνώρισε τη φωνή της γάτας.
     - Θέλω, είπε αποφασιστικά.
     Ύστερα από λίγο, η μητέρα του Καλοκαιριού βγήκε από το δωμάτιό της. Έπρεπε να κάνει μερικά τελευταία τηλεφωνήματα. Ήθελε να είναι σίγουρη ότι όλα θα ήταν έτοιμα για τη μεγάλη μέρα του παιδιού της. 
     Πολύ μακριά από το σπίτι του Καλοκαιριού, η Πίπη περνούσε από ένα παρκάκι. Και στο παρκάκι αυτό η Πίπη είδε μία γάτα, κρυμμένη ανάμεσα στα πράσινα χορτάρια. Η γάτα γύρισε και την κοίταξε. Τα μάτια της ήταν καταπράσινα, και φαίνονταν σαν δυο αναμμένα φανάρια. Και, παρ'όλο που φαινόταν μία γάτα χαμηλών τόνων, η πράσινη λάμψη στα μάτια της δεν άφηνε καμία αμφιβολία.
     - Να'το το Καλοκαίρι! αναφώνησε η Πίπη, γεμάτη χαρά.
     Αλλά η γάτα - δηλαδή το Καλοκαίρι -, μόλις κατάλαβε πως η Πίπη το αναγνώρισε, σηκώθηκε να φύγει. Μάταια η Πίπη του φώναζε, εκείνο της γύρισε επιδεικτικά την πλάτη και άρχισε να απομακρύνεται.
     - Κρίμα, είπε η Πίπη, αλλά γιατί ήταν τόσο μαύρο, άραγε;
     Πού να ήξερε η Πίπη, πόσες ώρες είχε περάσει στο σολάριουμ το καημένο το Καλοκαίρι...

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Έξι χρόνια και έξι μέρες

     Μια φορά κι έναν καιρό, όταν η γη ήταν πιο πράσινη, όταν τα ποτάμια έτρεχαν εκεί που ήθελαν, όταν οι θάλασσες ήταν άγνωστες, όταν οι θεοί κατοικούσαν στον Όλυμπο και μεταμόρφωναν τους ανθρώπους σε ζώα και φυτά, τότε οι άνθρωποι πίστευαν ότι υπήρχε ένας γίγαντας πολύ δυνατός, που κρατούσε στην πλάτη του όλη τη γη, μαζί με τις άγνωστες θάλασσες, με τα ανεξάρτητα ποτάμια, με τον Όλυμπο και τους θεούς, αλλά και με τους ανθρώπους, είτε ήταν μεταμορφωμένοι σε ζώα, είτε ήταν μεταμορφωμένοι σε φυτά.
     Από τότε έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια, τόσο πολλά, που ο άνθρωπος ταξίδεψε σε όλες τις θάλασσες, τιθάσευσε τα ποτάμια, έδιωξε τους θεούς από τον Όλυμπο και έπαψε να μεταμορφώνεται σε ζώα και φυτά, τουλάχιστον εξωτερικά. Τόσο πολλά, που αποδείχτηκε ότι ο γίγαντας εκείνος, που τον έλεγαν Άτλαντα, είχε προ πολλού αποσυρθεί από την ενεργό δράση, λόγω οξείας οσφυαλγίας, και είχε αποσυρθεί σε μία μυστική σπηλιά στα βουνά που, προς τιμήν του, ονομάστηκαν όρη του Άτλαντα. Και η γη είχε μείνει στον αέρα, χωρίς κανέναν από κάτω.
     Και όχι μόνο αυτό. Αποδείχτηκε και ότι η γη περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της, σαν έναν δερβίση που έχει πέσει σε έκσταση. Και κάποιοι σίγουρα σκέφτηκαν ότι κάπου κοντά στο Βόρειο Πόλο θα υπάρχει και ένα πανύψηλο φέσι. Αλλά πανύψηλο φέσι στο Βόρειο Πόλο δεν βρέθηκε ποτέ. Και επίσης αποδείχτηκε ότι, εκτός που η γη περιστρέφεται σαν δερβίσης, γυρνάει και γύρω-γύρω από τον ήλιο, όπως γυρνάει η σφύρα γύρω από τον σφυροβόλο, αλλά χωρίς καλώδιο ανάμεσά τους.
     Και αφού τα βρήκαν όλα αυτά οι άνθρωποι, όλα πια μπήκαν σε μια σειρά. Και αφού η γη, ακόμα και χωρίς τον Άτλαντα από κάτω, αποδείχτηκε ότι δεν πέφτει, όλοι κοιμούνταν ήσυχοι το βράδυ, εκτός από όταν έβλεπαν εφιάλτες.
     Και αφού έτσι έχουν τα πράγματα, δεν μπορώ παρά να επισημάνω ότι η σφύρα γύρισε γύρω από τον σφυροβόλο έξι ολόκληρες φορές, από τότε που δημιουργήθηκε αυτό εδώ το ιστολόγιο, ο δε δερβίσης, όπου να'ναι θα χρειαστεί χάπι για τη ναυτία...
     Έξι χρόνια, το λοιπόν, έξι χρόνια και έξι μέρες για την ακρίβεια, έχουν περάσει από τότε που πρωτοδημιουργήθηκε αυτός εδώ ο χώρος στο κυβερνοσύμπαν. Και, παρ'όλο που η δημιουργία του έγινε από απλή περιέργεια, κάλυψε με εξαιρετικό τρόπο μία ανάγκη που ανέκαθεν υπήρχε.
     Δειλά στην αρχή, με περισσότερη τρέλλα αργότερα, η Οξεία Γλωσσοπάθεια (όνομα όχι και πολύ πετυχημένο, για έναν άνθρωπο που "το'χει" με τα ονόματα) γέμισε με ιστορίες διαφόρων ειδών. Από τις αναρτήσεις της πέρασαν ζώα, φυτά, το φεγγάρι και ο ήλιος, ο αέρας και τα σύννεφα, και κάποια στιγμή εμφανίστηκε και η Πίπη.
     Και η Γλωσσοπάθεια μεγάλωσε, ανάρτηση την ανάρτηση, και με αυτήν μαζί μεγάλωσε και η Πίπη. Και στα έξι αυτά χρόνια, η Πίπη ταξίδεψε, νευρίασε, γέλασε, έκλαψε, χόρεψε, απόκτησε βιολί, έμαθε βιολί, πάχυνε, αδυνάτισε, απόκτησε μερικές άσπρες τρίχες στα μαλλιά της, έλυσε μερικά μυστήρια του σύμπαντος, δημιούργησε πολύ περισσότερα, απόκτησε δύο ανηψιές, έγινε χαζοθεία και χαζονονά, μίλησε με λουλούδια και με ζώα, γνώρισε καινούργιους ανθρώπους και ανακάλυψε ιστορίες στα πιο περίεργα μέρη... Και η ζωή συνεχίζεται, τόσο μέσα στην Γλωσσοπάθεια, όσο και έξω από αυτήν.
     Όσο για τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από την Γλωσσοπάθεια, δηλαδή εμένα, έχω να πω το εξής: Ο χώρος των ιστολογίων είναι ένας χώρος δημιουργίας, και ως τέτοιος, είναι και πολύ αναζωογονητικός. Μέσα από αυτόν εξελίχθηκα εκφραστικά, ανακάλυψα νέους δρόμους και νέους συνοδοιπόρους, για τους οποίους θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό.
     Και, μπορεί η Οξεία Γλωσσοπάθεια να έχει χάσει κάτι από την αρχική της λάμψη, μπορεί να μην είναι ο καυτός ήλιος που ήταν κάποτε, μπορεί οι ιδέες να έρχονται με το σταγονόμετρο, όμως αργά ή γρήγορα έρχονται. Και, εξάλλου, ακόμα και το τρεμούλιασμα της φλόγας ενός μικρού κεριού, μερικές φορές είναι υπεραρκετό.
     Μένει να δούμε αν η Γλωσσοπάθεια φτάσει τα εφτά χρόνια και τις εφτά μέρες. Και κάτι μου λέει ότι μάλλον θα τα φτάσει...

Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

Για μια φωτογραφία


      Της αρέσει πολύ η άνοιξη της Πίπης, και δεν τη χορταίνει. Και καθώς έχει το συνήθειο να ψάχνει παντού για φωτογραφικά ενσταντανέ, όλο και κάποια όμορφη φωτογραφία θα προκύψει, εκεί που περπατάει στον δρόμο...
     Και ιδού μια καμαρωτή, πανέμορφη, ανθισμένη κουτσουπιά, που δεν της αρκεί που είναι η ίδια όμορφη, κάνει ό,τι μπορεί για να ομορφύνει και ό,τι υπάρχει γύρω της, ακόμα κι αν αυτό είναι ένα ταπεινό πεζοδρόμιο. Και ενώ η Πίπη προσπαθεί να βγάλει την κουτσουπιά όσο πιο όμορφη γίνεται, μια γάτα καλλωπίζεται, αδιαφορώντας επιδεικτικά και γυρίζοντάς της την πλάτη... Και αυτή η όμορφη φωτογραφία φτιάχνει τη διάθεση της Πίπης, καθώς η Πίπη περπατάει στον δρόμο. Αλλά, πόσο αδιάφορη, πια, αυτή η γάτα, ούτε καν ένα χαμόγελο δε ρίχνει για τη φωτογραφία. Ο Παπουτσωμένος γάτος πάντα χαμογελάει στις φωτογραφίες του, αυτό σκέφτεται η Πίπη, και συνεχίζει τον δρόμο της.
      Και εδώ βλέπουμε έναν όμορφο, μωβ κορμό. Και ο κορμός θα μπορούσε να είναι κορμός τσιχλοφουσκόδεντρου (ξέρετε, αυτό που οι καρποί του είναι τσιχλόφουσκες με γεύση βατόμουρου). Αλλά δεν είναι. Είναι απλώς ένας κορμός κουτσουπιάς, που ρίχνει την σκιά του επάνω στη χαρακτηριστική, λουλουδάτη, μωβ σκιά της κουτσουπιάς. Ποιος να της έδωσε, άραγε, αυτό το όνομα; αναρωτιέται η Πίπη. Κάποια νεραϊδονονά, μήπως; Η Πίπη κοιτάζει μαγεμένη τη μωβ σκιά της κουτσουπιάς και ελπίζει το χρώμα να παραμείνει για πάντα εκεί, κάτι που γνωρίζει ότι είναι εντελώς αδύνατο. Και πάλι ομορφαίνει η διάθεση της Πίπης, παρ'όλο που το μωβ θεωρείται πένθιμο χρώμα...
  
      Και τόσο πολύ της αρέσει η μωβ σκιά της Πίπης, που την ξαναφωτογραφίζει και άλλη μέρα, με εντελώς διαφορετικό φωτισμό. Και μπορεί να έχει χαθεί η σκιά του δέντρου, όμως το μωβ χαλί φαίνεται να έχει ιδιαίτερα πυκνή ύφανση. Ποιος χαλίφης δεν θα ήθελε ένα τόσο όμορφο χαλί, να περπατάει επάνω και να βουλιάζουν τα βελούδινα παπούτσια του, να του στρώνουν επάνω πολλά, χρυσοκέντητα μαξιλάρια για να ξαπλώσει, και να του φέρνουν χρυσούς δίσκους με καλομαγειρεμένα φαγητά και ασημένιους δίσκους με τροπικά φρούτα, για να φάει; Και αν το χαλί πετούσε κιόλας, ακόμα καλύτερα...
           Ένα άλλο πράγμα που εντυπωσιάζει την Πίπη την άνοιξη, είναι τα νέα φύλλα. Είναι τόσο όμορφη η αντίθεση του ανοιχτού πράσινου των νέων φύλλων με το σκούρο πράσινο των πιο παλιών! Μα τι όμορφος πολυέλαιος είναι αυτός που βλέπει η Πίπη; Ούτε στο παλάτι της Ωραίας Κοιμωμένης δεν είδε τόσο ωραίους πολυελαίους η Πίπη! Βέβαια, στο παλάτι της Ωραίας Κοιμωμένης, το κυρίαρχο χρώμα είναι το ροζ, δεν θα ταίριαζε ιδιαίτερα ένας πράσινος πολυέλαιος. Στο σπίτι των επτά νάνων, όμως, στην άκρη του δάσους, θα ταίριαζε γάντι...
      Οι πιο μαγικές φωτογραφίες βγαίνουν νωρίς το πρωί. Τότε η Πίπη - να τα λέμε αυτά - δεν έχει και την καλύτερη διάθεση, πρώτον επειδή δεν της αρέσει το πρωινό ξύπνημα, και δεύτερον - και σημαντικότερο - , επειδή η Πίπη πηγαίνει στη δουλειά. Ακόμα και τότε, όμως, τα μάτια της Πίπης, έστω κι αν είναι νυσταγμένα, είναι έτοιμα να ανακαλύψουν τα πιο περίεργα πράγματα. Και ιδού, πώς τα ανοιχτοπράσινα, νέα φύλλα ενός δέντρου έχουν μεταμορφωθεί σε μικρές, ανάλαφρες πεταλούδες, και έχουν ανοίξει τα φτεράκια τους στο αεράκι... Δεν μπορεί, κάτι μαγικό συμβαίνει εδώ. Μήπως μέσα στον κορμό κατοικεί κάποιος μάγος; Χμμμ, δεν αποκλείεται... 
      Νωρίς το πρωί μπορεί να σου δοθεί η ευκαιρία να παίξεις και κρυφτό με μία πανσέληνο. Η πανσέληνος, να το ξέρετε, είναι πολύ παιχνιδιάρα και τρελλαίνεται για κρυφτό. Θέλοντας και μη, η Πίπη πάντα παρασύρεται από την πανσέληνο, και παίζει κι αυτή κρυφτό. Είναι αρκετά καλή η Πίπη, και πάντα την βρίσκει την πανσέληνο, αργά ή γρήγορα. Βέβαια, και η πανσέληνος είναι λίγο απρόσεκτη και δεν διαλέγει καλά τις κρυψώνες της. Εδώ την βλέπουμε ενώ τρέχει να κρυφτεί πίσω από μία πολυκατοικία, η χαζή...
 
      Η άνοιξη - το λέω για όσους δεν το ξέρουν - είναι καλή μαθήτρια και διαβάζει τα μαθήματά της. Το αγαπημένο της μάθημα είναι η ζωγραφική, βέβαια, αλλά και η γεωμετρία της αρέσει πάρα πολύ. Όταν, δε, της δίνεται η ευκαιρία να συνδυάσει τη ζωγραφική με τη γεωμετρία, τότε η άνοιξη είναι πολύ χαρούμενη. Αλλά και οι άνθρωποι γίνονται χαρούμενοι, όταν είναι χαρούμενη η άνοιξη. Και πώς να μην είναι, όταν εκεί που περπατάνε, έρχονται τετ-α-τετ με έναν ανθισμένο μάραθο, ο οποίος επιδεικνύει, γεμάτος καμάρι, τις τέλεια σχεδιασμένες ακτίνες του και το ιδιαίτερα πετυχημένο κίτρινο χρώμα των λουλουδιών του; Η άνοιξη είναι τόσο καλή στο σχέδιο, που για τον μάραθο δεν χρησιμοποίησε καν χάρακα. Η δασκάλα της της έβαλε δέκα με τόνο. Στο επόμενο μάθημα θα μιλήσουν για τον κύκλο, είπε η δασκάλα. Η άνοιξη σκέφτεται να ζωγραφίσει ένα μαγιάτικο στεφάνι. Θα του βάλει μαργαρίτες, παπαρούνες και τριαντάφυλλα. Θα του βάλει και δυο-τρεις ταξιανθίες πασχαλιάς. Και ίσως βάλει και λίγο χαμομήλι. Ακόμα δεν το έχει αποφασίσει.
      Μερικές φορές η Πίπη συναντάει στον δρόμο της κάποιον ευκάλυπτο. Οι ευκάλυπτοι - όλοι το ξέρουν - είναι πολύ ενδιαφέροντες τύποι. Κάνουν συζητήσεις μόνο υψηλού επιπέδου και γνωρίζουν όλα τα κουτσομπολιά, καθώς τους τα σφυρίζουν τα πουλιά που συχνάζουν στα κλαδιά τους. Για να την ακούσουν, βέβαια, οι ευκάλυπτοι την Πίπη, η Πίπη πρέπει να φωνάζει πολύ δυνατά, οπότε μετά την πιάνει ο λαιμός της και πρέπει να τρώει καραμέλες ευκάλυπτου για να της περάσει ο λαιμός. Είναι λογικό, λοιπόν, που η Πίπη δεν πολυμιλάει στους ευκάλυπτους. Αντί να τους μιλάει, προτιμάει να τους θαυμάζει από χαμηλά και, είτε να διαβάζει τις ιστορίες που γράφουν στους κορμούς τους, είτε να βλέπει πόσο ταιριαστό είναι το χρώμα των φύλλων τους με το μπλε του ουρανού. Και πολλές φορές, η Πίπη σκέφτεται πόσο θα της άρεσε να έβλεπε και μερικά κοάλα, να αγκαλιάζουν με αγάπη τον κορμό των ευκαλύπτων. Στην Αυστραλία, τουλάχιστον, έτσι κάνουν τα κοάλα...
     Μεγάλη έκπληξη αποτελεί για την Πίπη και όταν συναντάει στον δρόμο της κάποιο δέντρο, που δεν θα περίμενε να δει, όπως αυτόν εδώ τον πλάτανο, ο οποίος θα ήταν αναμενόμενο να βρίσκεται στην πλατεία ενός μικρού χωριού, με τα τραπεζάκια ενός καφενείου διάσπαρτα κάτω από την σκιά του, αλλά στην πλατεία μιας πόλης δεν είναι και τόσο αναμενόμενο. Ο συγκεκριμένος πλάτανος ρίχνει την σκιά του σε μια μικρή πλατεία, κρυμμένη ανάμεσα σε πολυκατοικίες. Με την ελαφρά ηπειρώτική του προφορά, αφού πρόκειται για μετανάστη, είπε στην Πίπη ότι του αρέσει πολύ στην πόλη, επειδή είναι μόνος του και έχει την ησυχία του. Στο χωριό, της είπε, τον χαιρετούσαν όλη την ώρα και δεν μπορούσε να ησυχάσει ούτε λεπτό. Γι'αυτό και της ζήτησε να μην αποκαλύψει σε κανέναν πού ακριβώς τον συνάντησε. Δεν αντέχει τους παπαράτσι και τις συνεντεύξεις, ο καημένος. 
     Θα νόμιζε κανείς ότι ο σκοπός αυτής της ανάρτησης ήταν να μοιραστούμε κάποιες φωτογραφίες, και θα είχε δίκιο. Θα είχε, όμως, άδικο αν πίστευε ότι οι συγκεκριμένες φωτογραφίες αποτέλεσαν το έναυσμα της ανάρτησης. Επειδή, εκτός από τις εικόνες που αιχμαλωτίζει ο φακός μιας φωτογραφικής μηχανής ή ενός κινητού, υπάρχουν και αυτές που δεν καταγράφονται πουθενά, που περνάνε, θαρρείς, και χάνονται, αφού κανείς δεν μπορεί να τις μοιραστεί. Και, στην πραγματικότητα, μία τέτοια φωτογραφία θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη.
     Είναι νωρίς το πρωί. Βρίσκεσαι σε ένα όχημα, δεν έχει σημασία τι είδους. Στον δρόμο η κίνηση δεν είναι έντονη και η διαδρομή είναι μάλλον ευχάριστη. Φτάνεις στο κέντρο, περνάς μπροστά από το νέο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου που έχει στηθεί σε ένα μικρό τριγωνάκι, εντελώς ακατάλληλο για το μέγεθος του αγάλματος, και θυμάσαι πόσο πιο ταιριαστό ήταν το προηγούμενο, πολύ μικρότερο άγαλμα που βρισκόταν εκεί. Περνάς έξω από τον εθνικό κήπο. Τα νεαρά, ανοιχτοπράσινα φύλλα του δίνουν μια νότα εξωτικότητας, και για πολλοστή φορά σκέφτεσαι να σηκωθείς μια μέρα πολύ νωρίς και να τον επισκεφτείς, αλλά ξέρεις ότι δεν θα το κάνεις. 
     Το όχημα συνεχίζει να τρέχει. Σε ένα απλό, ξύλινο παγκάκι έξω από τον κήπο, μία φιγούρα. Ένας σωματώδης άντρας, θα μπορούσε να είναι κάποιος ήρωας τηλεοπτικής σειράς, κάποιος από το Game of Thrones, ίσως, δεν είναι όμως... Φοράει ένα βρώμικο, φαρδύ πανωφόρι με κουκούλα. Το πρόσωπό του δεν φαίνεται, το κρύβει η κουκούλα, που είναι κατεβασμένη χαμηλά. Ένας άστεγος. Δίπλα του στο παγκάκι, μία σακούλα. Τα υπάρχοντά του, προφανώς. 
     Και εκείνος, τι κάνει; Είναι σκυμμένος και, με μεγάλη προσήλωση, διαβάζει ένα αρκετά ογκώδες βιβλίο. Γύρω του η ζωή φωνάζει, πεζοί περνάνε από μπροστά του, ο θόρυβος από τα αυτοκίνητα όλο και δυναμώνει, και εκείνος είναι χωμένος στον κόσμο του βιβλίου που διαβάζει. Και δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψεις αυτήν τη φωτογραφία, που δεν καταγράφεται από καμία φωτογραφική μηχανή, αλλά χαράζεται βαθιά μέσα στο μυαλό σου. 
     Και ο σωματώδης, ρακένδυτος, άστεγος άνδρας, χωρίς να λέει ούτε μία λέξη, βουβά φωνάζει αυτό ακριβώς που είναι: Άνθρωπος. Και αν εκείνη την στιγμή μπορούσες να τραβήξεις μια φωτογραφία, θα ήταν η πιο τραγική και η πιο μεγαλειώδης φωτογραφία ταυτόχρονα.
     Και νιώθεις ταυτόχρονα θλίψη και ελπίδα για το ανθρώπινο είδος. Και σκέφτεσαι ότι αυτή τη φωτογραφία θα πρέπει οπωσδήποτε να τη μοιραστείς...

Τρίτη, 2 Απριλίου 2019

Προστατευόμενο είδος


     Πέρα, μακριά, στην Αφρική, βαθιά μέσα στη ζούγκλα, εκεί που ο άνθρωπος δεν έχει καταφέρει ακόμα να φέρει την καταστροφή, εκεί ζουν και κάποια από τα πιο περίεργα πλάσματα που υπάρχουν. Κανένας δεν έχει μιλήσει γι'αυτά. Κανένας δεν τα έχει δει. Κι όμως, υπάρχουν.
     Είναι οι γορίλακες, άγρια, μεγαλόσωμα, ανθρωπόμορφα ζώα, που τη μέρα την περνούν επάνω στα πιο γερά κλαδιά των πιο ψηλών δέντρων, κρυμμένοι ανάμεσα στο πυκνό τους φύλλωμα. Ο ήλιος δεν τους βλέπει, ακόμα και τις μέρες της καλοκαιρίας. Η βροχή δεν τους τρομάζει, ακόμα και τις πιο σκοτεινές και βροχερές μέρες. 
     Και πώς να τους τρομάζει, αφού τη μέρα κοιμούνται; Οι γορίλακες κοιμούνται σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, από την στιγμή που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου βάφουν με ροδαλά χρώματα τον ορίζοντα, μέχρι την στιγμή που ο ουρανός βάφεται στα μαβιά. Και είναι πολύ επικίνδυνο να ξυπνήσει κανείς έναν γορίλακα, καθώς είναι εξαιρετικά άγρια και δυνατά ζώα. Και οι άνθρωποι που ζουν στην ευρύτερη περιοχή αποφεύγουν να πηγαίνουν πολύ βαθιά στη ζούγκλα μόνοι τους και χωρίς όπλα. Και ποτέ δεν πλησιάζουν τα πολύ ψηλά δέντρα, από φόβο μήπως ξυπνήσουν κατά λάθος κάποιον γορίλακα.
     Αλλά όσο επικίνδυνοι είναι οι γορίλακες την ημέρα, άλλο τόσο - και ακόμα περισσότερο - είναι τη νύχτα. Και αυτό επειδή τη νύχτα οι γορίλακες ξυπνούν. Και όχι μόνο ξυπνούν, αλλά ξυπνούν και πεινασμένοι! Και τότε ανοίγουν τα μικρά, αλλά πολύ δυνατά φτερά τους, που είναι αόρατα τη μέρα και εμφανίζονται μόνο τη νύχτα - και που τους βοηθούν να ανεβαίνουν στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων, δεν σκαρφαλώνουν μέχρι εκεί, πετούν - και αρχίζουν τις νυχτερινές πτήσεις.
     Και όποιο ζώο βρεθεί μόνο του, μέσα στη ζούγκλα τη νύχτα, διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο, καθώς οι γορίλακες είναι σαρκοφάγοι και κυνηγούν τα πάντα, από μικρά τρωκτικά, μέχρι μεγαλύτερα αρπακτικά. Και προσανατολίζονται άριστα μέσα στο σκοτάδι, καθώς διαθέτουν ένα σύστημα ηχοεντοπισμού, όπως οι νυχτερίδες. Και ορμούν στο θύμα τους, και το σκοτώνουν με τους μακριούς τους κυνόδοντες, και ξεκινούν το φαγητό τους πίνοντας πρώτα το αίμα του θύματος...
     Και περνούν όλο το βράδυ κυνηγώντας, και μερικές φορές σκοτώνουν τόσα πολλά ζώα μέσα σε μια νύχτα, που δεν μπορούν να τα φάνε όλα, απλώς τους πίνουν το αίμα και τα παρατούν στο σημείο που τα σκότωσαν.
     Πολλοί θρύλοι ακολουθούν τους γορίλακες. Αρκετές πρωτόγονες φυλές μιλούν για μια αρχαία φυλή ανθρώπων, που έκλεψαν τη φωτιά από τους θεούς και εκείνοι τους τιμώρησαν, αναγκάζοντάς τους να ζουν τη νύχτα και να πίνουν αίμα. Μια άλλη φυλή, που ζει στις παρυφές της ζούγκλας, κάνει λόγο για ένα μυθικό βασιλιά, που κήρυξε τον πόλεμο στους θεούς των βουνών και από τότε ζει με τους στρατιώτες του στη ζούγκλα, και κρύβεται από τους θεούς, μεταμφιεσμένος σε πουλί, ενώ τη νύχτα στήνει ενέδρες...
     Όλες οι φυλές της περιοχής εκπαιδεύονται στην άρτια χρήση των όπλων, και μαθαίνουν να χορεύουν τουλάχιστον πέντε, αποτρεπτικούς τελετουργικούς χορούς. Οι τελετές αποτροπής συνοδεύονται πάντα από θυσίες ζώων - όσο μεγαλύτερων, τόσο το καλύτερο - προκειμένου να εξασφαλίσουν από τους θεούς την προστασία τους απέναντι στους αιμοβόρους γορίλακες.
     Κάποιοι ερευνητές επιχείρησαν να βρουν τους γορίλακες, αλλά συνάντησαν την έντονη άρνηση των ντόπιων να τους βοηθήσουν. Το 1972, δύο Γερμανοί ερευνητές του National Geographic που αγνόησαν τις προειδοποιήσεις, εξαφανίστηκαν και δεν ξανακούστηκε τίποτα γι'αυτούς. Δύο χρόνια αργότερα, ένας πλούσιος Αμερικανός που είχε πάει για σαφάρι στην περιοχή, σκότωσε ένα λιοντάρι, στο στομάχι του οποίου βρέθηκε μισό σανδάλι με ίχνη από μάλλινη κάλτσα. Κάποιοι θυμήθηκαν τους εξαφανισμένους ερευνητές και είπαν ότι το λιοντάρι είχε φάει τον έναν από αυτούς. Οι ντόπιοι οδηγοί, που είχε προσλάβει ο Αμερικανός για να τον συνοδεύσουν στο σαφάρι, μίλησαν ξεκάθαρα για γορίλακες και παραιτήθηκαν την ίδια μέρα.
     Μ'αυτά και μ'αυτά, το 1978 το WWF ανακήρυξε το είδος των γοριλάκων ως προστατευόμενο είδος και όρισε την περιοχή ανάπτυξής τους ως αυστηρά προστατευόμενη περιοχή. Και όσο η ζούγκλα αφήνεται στην ησυχία της, τόσο πυκνώνει...
     Αν κι εσείς καμιά φορά βρεθείτε στην Αφρική, εκεί βαθιά μέσα στη ζούγκλα, να είστε πολύ προσεκτικοί. Τη μέρα να είστε πάντα οπλισμένοι και να μετακινείστε με μεγάλη προσοχή. Και τη νύχτα, ειδικά τη νύχτα, να φεύγετε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τη ζούγκλα. Εκτός αν θέλετε να συναντήσετε κανέναν γορίλακα...

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Τελευταία αποστολή




    Ο αστυνόμος Σάλιβαν πέρασε μέσα από την σπασμένη πόρτα. Πολύ του άρεσε η εξουσία που αποκτούσε με ένα ένταλμα στα χέρια.
     - Τελευταία αποστολή, σκέφτηκε και ευχαρίστησε την τύχη του που είχε απορρίψει εκείνη την ευμενή μετάθεση στο Αρχηγείο.
     Χάρισμά τους και οι προαγωγές και οι μεταθέσεις, τίποτα δε συγκρινόταν με την δράση της πρώτης γραμμής. Κι ας είχε δεχτεί ένα σωρό απειλές, ειδικά τις τελευταίες μέρες.
     - Κανένας εδώ, ακούστηκαν ταυτόχρονα οι φωνές του Ο’Νηλ και του Γουίλσον, που είχαν μπει πρώτοι στο διαμέρισμα.
     Πού να πήγε, άραγε, ο τρομοκράτης; Δευτερόλεπτα νωρίτερα ακούγονταν ομιλίες. Δεν μπορεί, κάπου θα κρύφτηκε.
     - Ψάξτε παντού! φώναξε ο αστυνόμος. Μην αφήσετε τίποτα άψαχτο.
     Η μύτη του δεν τον γελούσε. Κάποιος είχε καπνίσει εκεί μέσα. Ένα τασάκι βρισκόταν στο τραπεζάκι του σαλονιού.  Δεν υπήρχε ούτε στάχτη.
     - Ψάξτε για DNA! φώναξε ξανά. Μαζέψτε αποτσίγαρα, οδοντόβουρτσες, άπλυτα ποτήρια, άπλυτα εσώρουχα, ό,τι βρείτε!
     Από όλα τα δωμάτια ακουγόταν θόρυβος.
     - Πού κρύβεσαι, καθίκι; μονολόγησε ο αστυνόμος.
     - Κύριε αστυνόμε, δεν υπάρχει κανείς, είπε ο Τζέφερσον.
     - Κύριε αστυνόμε, είπε και ο Γουίλσον, είναι λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
     - Δεν μπορεί, είπε ο αστυνόμος, η Σκότλαντ Γυάρντ δεν κάνει λάθη! Και, μην ξεχνάμε, πρόκειται για έναν ιδιαίτερα ευφυή εγκληματία. Τι είναι αυτός ο ήχος; ρώτησε ξαφνικά.
     Όλοι έμειναν ακίνητοι. Από το βάθος ακουγόταν ένας ρυθμικός ήχος.
     - Από την κουζίνα έρχεται, είπε ο Γουίλσον.
     Έτρεξαν στην κουζίνα.
     Κανείς.
     - Η βρύση είναι, είπε ο Ο’Νηλ.
     Στον νεροχύτη υπήρχε μια λεκάνη με νερό, που γέμιζε σιγά-σιγά, καθώς το νερό έσταζε από την βρύση. Ένα κουταλάκι ήταν μισό μέσα στη λεκάνη, μισό έξω, και τραμπαλιζόταν στο ρυθμό που έδιναν οι στάλες του νερού.
     Ο Τζέφερσον προσπάθησε να κλείσει την βρύση. Μάταιος κόπος.
     - Κάτι μας διαφεύγει, είπε ο αστυνόμος. Δεν μπορεί να μην υπάρχει ούτε ένα στοιχείο!
     - Μήπως κάποιος από τους άλλους ενοίκους άκουσε κάτι; ρώτησε δειλά ο νεότερος της ομάδας, ο δόκιμος Σέρμαν.
     - Δε μένει κανείς άλλος στο κτίριο, του είπε αυστηρά ο Ο’Νηλ, δεν ήσουν το πρωί στην ενημέρωση;
     - Άρα θα μπορούσε να το έσκασε από κάποιο άλλο διαμέρισμα.
     - Θα τον έπιαναν οι συνάδελφοι που είναι κάτω.
     - Θα τρελλαθώ, είπε ο αστυνόμος. Δεν μπορεί να το έσκασε τόσο εύκολα!
     - Κύριε αστυνόμε, κάτι βρήκα! είπε ο Τζέφερσον. Ήταν κολλημένο με μονωτική ταινία από κάτω από την καρέκλα που είναι δίπλα στην πόρτα.
     Ήταν ένα δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι.
     Ο αστυνόμος πάτησε το κουμπί. Το μαγνητοφωνάκι άρχισε να παίζει. Μία αντρική φωνή ακούστηκε.
     - Ώστε αυτό ακούγαμε απ’έξω από την πόρτα! φώναξε εκνευρισμένος. Αλλά πώς σταμάτησε όταν μπήκαμε;
     - Θα το είχε προγραμματίσει, είπε ο Γουίλσον. Δεν είναι τόσο δύσκολο.
     - Όπως και να’χει, φαίνεται πως μας περίμενε, είπε ο Ο’Νηλ.
     Το διαμέρισμα βυθίστηκε στη σιωπή. Μόνο το πλιτς!πλιτς! από την κουζίνα ακουγόταν.
     Τελευταία αποστολή και κανένα στοιχείο. Μόνο ένα άδειο διαμέρισμα, ένα προγραμματισμένο μαγνητοφωνάκι, μία λεκάνη νερό, μια βρύση που έσταζε, ένα κουταλάκι που χόρευε…

     Η μητέρα του αστυνόμου Σάλιβαν, μια βαθειά θρησκευόμενη γυναίκα, πίστευε πάντα ότι ο άνθρωπος έπρεπε, πριν από το τέλος του, να έχει την ευκαιρία να μετανοήσει και να ζητήσει άφεση αμαρτιών. Ούτε ο αστυνόμος, ούτε οι άντρες του είχαν αυτή την ευκαιρία. ΄

 ΥΓ: Αυτή ήταν η συμμετοχή της Πίπης στο τελευταίο "Παίζοντας με τις λέξεις", που για άλλη μια φορά διοργάνωσε άψογα η Μεμαρία στο αγαπημένο σε όλους Με ένα χάρτινο καραβάκι. Και εις άλλα με υγεία!

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

Τον καιρό της επανάστασης


     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα κοριτσάκι, που το έλεγαν Μπουμπουνέλα. Η Μπουμπουνέλα ήταν όμορφη και πολύ δυναμική και γινόταν πάντα ο αρχηγός στα παιχνίδια. Της άρεσε να φοράει μπότες και να κάνει τα μαλλιά της κοτσίδες. Της άρεσαν τα άλογα, οι γάτες και τα μαύρα πρόβατα. Της άρεσε το φθινόπωρο, η βροχή και τα ουράνια τόξα. Της άρεσε να ζωγραφίζει, να χορεύει και να κάνει κούνια. Και όταν μεγάλωσε, έμαθε πολεμικές τέχνες, καράτε και ζίου ζίτσου. Αλλά δε φορούσε μαύρη ζώνη.
      Στη Μπουμπουνέλα άρεσαν πάρα πολύ τα ταξίδια και τη μάγευαν οι χάρτες, κυρίως οι χάρτες με θησαυρούς. Ήθελε να ταξιδέψει πολύ μακριά και να ανακαλύψει μία ήπειρο μεγαλύτερη από την Αμερική. Για να μπορέσει να ταξιδέψει, έφτιαξε ένα μεγάλο πλοίο με άσπρα πανιά, αλλά επειδή στη θάλασσα υπήρχαν πολλοί πειρατές, έβαλε και κανόνια στο καράβι της. Όποτε έβλεπε πειρατικό καράβι, του την μπουμπούνιζε. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των πειρατών, το καράβι της Μπουμπουνέλας.
     Η Μπουμπουνέλα ταξίδευε σε Ανατολή και Δύση, και δεν έμενε σχεδόν καθόλου στα λιμάνια που συναντούσε. Μόνο πήγαινε στα παζάρια και έψαχνε για περίεργα πράγματα, περίεργα φρούτα και άγνωστα φαγητά, έψαχνε για άγνωστα ζώα, για ανθρώπους με υπερφυσικές ικανότητες, για εντυπωσιακά κτίσματα... Όταν έβρισκε κάτι σπάνιο το αγόραζε και το έστελνε δώρο σε κάποιο αγαπημένο της πρόσωπο. Εκείνη δεν αγόραζε τίποτα για τον εαυτό της, της αρκούσε που έβλεπε τόσα θαυμαστά πράγματα.
      Όταν ξεκίνησε η επανάσταση, οι Έλληνες, που χρειάζονταν βοήθεια, πήγαν και βρήκαν την Μπουμπουνέλα, που τους δέχτηκε στην καμπίνα της, ενώ παράλληλα μελετούσε έναν κιτρινισμένο χάρτη θησαυρού. Της ζήτησαν να τους βοηθήσει και της υποσχέθηκαν ότι αν τους βοηθούσε να νικήσουν, θα της χάριζαν την Ατλαντίδα με όλους της τους θησαυρούς. Εκείνη δεν εντυπωσιάστηκε πολύ από την προσφορά, αλλά ήταν Ελληνίδα, οπότε δέχτηκε να τους βοηθήσει. Και από τότε, η Μπουμπουνέλα σταμάτησε να την μπουμπουνίζει στους πειρατές και άρχισε να την μπουμπουνίζει στους Τούρκους. Μπαμ και μπουμ έκαναν τα κανόνια του καραβιού της Μπουμπουνέλας, μπλουμ και μπλουμπλούμ έκαναν τα καράβια των Τούρκων. Ο βυθός γέμισε μπουρμπουλήθρες, γιαταγάνια, σαρίκια και ναργιλέδες.
     Οι Έλληνες κέρδιζαν μία-μία τις μάχες και, στο τέλος, κέρδισαν και τον πόλεμο. Οι Τούρκοι έφυγαν και γύρισαν στα σπίτια τους, και οι Έλληνες άρπαξαν τις σκούπες και τους κουβάδες και άρχισαν το σκούπισμα και το σφουγγάρισμα. Μαζί με τους Τούρκους έφυγαν και οι πειρατές από τη θάλασσα και τα κανόνια δεν χρειάζονταν πια. Η Μπουμπουνέλα τα πούλησε όλα και αγόρασε μία ατμομηχανή και μία προπέλα για το καράβι της. Αγόρασε και μπόλικες σεζ-λονγκ για το κατάστρωμα.
      Στο τέλος του πολέμου, στη θάλασσα είχαν μείνει μόνο τα δελφίνια, οι φώκιες και οι γοργόνες. Στην ξηρά είχαν μείνει οι Έλληνες, που άρχισαν να χτίζουν σπίτια παντού, ακόμα και στα δάση και στις παραλίες.  Και ύστερα ερχόταν η εφορία και τους ζητούσε να πληρώσουν φόρο. Και εκείνοι έκαναν εκλογές. Και ψήφιζαν εκείνον που υποσχόταν να τους χαρίσει το φόρο.
     Στην Μπουμπουνέλα δεν έδωσαν, τελικά, την Ατλαντίδα. Της έδωσαν, όμως, ένα παράσημο και ένα καπέλο με φτερό παγωνιού. Και από τότε, η Μπουμπουνέλα κυκλοφορούσε παντού με αυτό το καπέλο. Μέχρι που μια μέρα, ταξιδεύοντας στον Ειρηνικό ωκεανό με νοτιοδυτικό άνεμο, ο νοτιοδυτικός άνεμος ζήλεψε το καπέλο της Μπουμπουνέλας και της το άρπαξε, προτού προλάβει να πει κιχ. Και η Μπουμπουνέλα έμεινε χωρίς καπέλο και χωρίς φτερό παγωνιού. Και αφού ο αέρας έπαιξε με το καπέλο, ύστερα το βαρέθηκε και το πέταξε μέσα στο Φούτζι Γιάμα. 
     Και το φτερό του παγωνιού από το καπέλο της Μπουμπουνέλας γαργάλισε τη μύτη του Φούτζι Γιάμα και εκείνο άρχισε να φτερνίζεται. Και στις πλαγιές του άρχισε να τρέχει λάβα, και οι Γιαπωνέζοι έτρεχαν να σωθούν.
     Και η Μπουμπουνέλα λυπήθηκε τους Γιαπωνέζους, που κινδύνευαν να καούν ζωντανοί, και πήγε στην Αμερική. Και εκεί βρήκε τρεις Ινδιάνους με πολλές ρυτίδες στο πρόσωπο και πολλά φτερά στο κεφάλι, και τους πήγε στην Ιαπωνία. Και οι Ινδιάνοι άρχισαν να χορεύουν ρυθμικά, και όλα τα σύννεφα του ουρανού μαζεύτηκαν επάνω από το Φούτζι Γιάμα. Και τα σύννεφα άρχισαν να χορεύουν σαν τους Ινδιάνους. Αλλά δεν τα κατάφερναν και πολύ καλά και άρχισαν να συγκρούονται μεταξύ τους. Και ύστερα τα σύννεφα γέμισαν καρούμπαλα και άρχισαν να κλαίνε ασταμάτητα. Και τα δάκρυά τους έπεσαν μέσα στο Φούτζι Γιάμα και το έσβησαν τελείως.
     Και οι Γιαπωνέζοι ευχαρίστησαν την Μπουμπουνέλα για τη βοήθειά της και της έδωσαν ένα καινούργιο καπέλο, από ψάθα, που είχε και κορδέλα για να μένει στη θέση του. Και από τότε η Μπουμπουνέλα δεν έχασε ποτέ ξανά το καπέλο της. Και το Φούτζι Γιάμα δεν ξαναφτερνίστηκε.

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2019

Περιμένοντας επισκέψεις

      Μια στάλα τσάι έπεσε επάνω στο ολοκαίνουργιο τατάμι της Χιρόκο.
     - Απρόσεκτη! είπε κουνώντας νευρικά τη βεντάλια της. Αν μείνει λεκές, δε σε φτάνει μια ζωή να τον ξεπληρώνεις! Ξέρεις πόσο κοστίζει ένα καλής ποιότητας τατάμι;
     - Ζητώ ταπεινά συγγνώμη, Χιρόκο-σαν! είπε η Γιασάι και έκανε μια βαθιά υπόκλιση, ακουμπώντας σχεδόν το κεφάλι της στο λεκιασμένο από τσάι τατάμι.
     - Απορώ πώς δεν την διώχνεις, αγαπητή Χιρόκο-σαν, είπε η Νορίτα. Αυτή η μικρή είναι τόσο άχαρη, σαν ένα αποτυχημένο μπονζάι.
     - Και άσχημη, είπε η Μιντόρι. 
     Ένα δάκρυ αργοκύλησε στο μάγουλο της μικρής Γιασάι, αλλά δε φάνηκε, έτσι όπως ήταν σκυμμένη.
     - Αχ, το ξέρετε δα και οι δύο ότι δεν μπορώ. Έδωσα υπόσχεση στο μακαρίτη τον άντρα μου να την κρατήσω για πάντα εδώ.
     - Είσαι τόσο καλή, αγαπητή μου, είπε η Μιντόρι. Αλλά δεν χρειάζεται να δίνεις τόσο εύκολα άφεση αμαρτιών. Εξάλλου, μεταξύ μας, ο μακαρίτης ο Τορόσι ήταν υπερβολικά ευαίσθητος. Και αν θέλεις την γνώμη μου, ίσως να μην ήταν καν γιαπωνέζος.
     - Τι θέλεις να πεις; Η οικογένειά του είναι μία από τις παλαιότερες στο Κυότο.
     - Ζητώ συγγνώμη, Χιρόκο-σαν, δεν ήθελα να σε προσβάλω. Αλλά, ποιος λογικός γιαπωνέζος θα ασχολιόταν με μια τόσο άχαρη μικρή;
     - Μα το είχε υποσχεθεί στον αδερφικό του φίλο, τον Τοσίμπα. Η μικρή ήταν η μόνη που έβγαλαν μέσα από τις στάχτες στο Τακαμάτσου, την χρονιά που κάηκε ολοσχερώς. Ο Τοσίμπα τη θεωρούσε τυχερή.
     - Από τις στάχτες είπες πως την έβγαλαν; είπε γελώντας η Νορίτα. Α, γι'αυτό είναι τόσο μαυριδερή.
     Οι τρεις γέλασαν, καλύπτοντας τα στόματά τους με τις ανοιχτές τους βεντάλιες.
     - Σιδέρωσες το κιμονό μου το δαμασκηνί; ρώτησε αυστηρά η Χιρόκο τη Γιασάι.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν.
     - Ελπίζω να μην το έκαψες, ήταν δώρο του στρατηγού Τογιοτόμι.
     - Γνώριζες εσύ τον στρατηγό Τογιοτόμι; ρώτησε με θαυμασμό η Μιντόρι. Ο Τογιοτόμι ήταν το δεξί χέρι του αυτοκράτορα, προτού αναλάβει τη θέση ο Μιτσουμπίσι.
     - Πάντα εκτιμούσες τους άντρες με εξουσία, είπε η Νορίτα.
     - Ε, τι να κάνουμε; έκανε φιλάρεσκα η Χιρόκο, είχα κι εγώ κάποιες επιτυχίες…
     - Χι-χι-χι! έκαναν και οι τρεις.
     - Λοιπόν; γύρισε η Χιρόκο στη Γιασάι. Μήπως το έκαψες το κιμονό;
     - Όχι, Χιρόκο-σαν. Και πάλι, λυπάμαι πολύ για το λεκιασμένο τατάμι, θα το καθαρίσω αμέσως.
     - Πρώτα όμως να μας σερβίρεις.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν.
     Με τρεμάμενα χέρια, η Γιασάι άρχισε να σερβίρει το τσάι.
     - Έτσι όπως πάει, θα χρειαστείς καινούργιο τατάμι, είπε η Νορίτα.
     - Πρόσεχε, καημένη! είπε η Μιντόρι. Αν ήσουν δικιά μου υπηρέτρια, τώρα θα έδινα εντολή να σε μαστιγώσουν τριάντα φορές!
     - Μάλιστα, Μιντόρι-σαν, έχετε δίκιο, με συγχωρείτε, είπε η Γιασάι, και παρά τρίχα να αδειάσει όλο το τσάι επάνω στο τατάμι.
     - Πήγαινε τώρα! είπε η Χιρόκο.
     Η Γιασάι έφυγε από το δωμάτιο, αφού πρώτα έκανε μια βαθιά υπόκλιση.
     - Εντελώς άχρηστη, είπε η Μιντόρι.
     - Στείλ'την μακριά, είπε και η Νορίτα.
     - Και η υπόσχεσή μου στον Τορόσι;
     Έπιασαν τις κουπίτσες τους και άρχισαν να πίνουν.
     - Τουλάχιστον φτιάχνει καλό τσάι, είπε η Μιντόρι.
     - Ναι, προφανώς έχει χάρισμα, είπε η Νορίτα. Αν δεν ήταν τόσο άχαρη και τόσο άσχημη, θα ήταν θησαυρός.
     - Τι να το κάνεις, όμως, που είναι η μοναδική που έχω, είπε η Χιρόκο. Και καλά όταν είμαστε μόνες μας, ή όταν είστε εσείς εδώ, που είστε οι πιο στενές μου φίλες. Όταν, όμως, έχω ξένους, αναγκάζομαι να προσλαμβάνω άλλη υπηρέτρια. Όπως σήμερα, για παράδειγμα.
     - Δέχτηκε την πρόσκλησή σου τελικά;
     - Μα φυσικά και την δέχτηκε, δεν είμαι δα καμιά τυχαία...
     - Όχι, βέβαια.
     - Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, έχω μια αγωνία, αν θα μείνει ευχαριστημένη.
     Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε πάλι η Γιασάι. Έκανε μία υπόκλιση.
     - Με συγχωρείτε, Χιρόκο-σαν, ήρθε η υπηρέτρια που παραγγείλατε.
     - Και γι'αυτό με διακόπτεις; Πήγαινέ την στο δωμάτιό σου, βοήθησέ την να ετοιμαστεί, και εξήγησέ της τα καθήκοντά της.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν, με συγχωρείτε.
     Η Γιασάι έκανε μια υπόκλιση και έκλεισε την πόρτα.
     - Μα όλα από εμένα τα περιμένουν; είπε εκνευρισμένη η Χιρόκο. Τέλος πάντων, τι έλεγα;
     - Έλεγες ότι είχες αγωνία για σήμερα.
     - Α, ναι, δεν ξέρω πώς θα τα βρει τα φαγητά μας. Αυτοί οι ξένοι είναι περίεργοι, τρώνε τα φαγητά τους μαγειρεμένα...
     - Αηδία!
     - Ναι, και τα ανακατεύουν με ένα σωρό αταίριαστα υλικά, βάζουν κάτι σάλτσες περίεργες που έχουν μέσα ένα φρούτο που το λένε τοκάτα, τομάτα, κάπως έτσι, πραγματικά δεν μπορώ να τους καταλάβω... 
     - Ναι, ξέρω τι εννοείς, ήμουν καλεσμένη πριν από χρόνια στη δεξίωση ενός ξένου πρέσβη και παρά τρίχα να ξεράσω. Κρατήθηκα μόνο επειδή δεν υπήρχαν τα κατάλληλα δοχεία.
     - Απολίτιστοι, χρυσή μου, τι να πεις;
     - Ναι, και χρησιμοποιούν και κάτι μεταλλικά πράγματα για να φάνε, και τρυπάνε το φαγητό τους με αυτά, τι βάρβαρη συνήθεια!
     - Ναι, και που το έχουν σκοτώσει με τόση επεξεργασία, πάλι σε κάνει και το λυπάσαι!
     - Τώρα, πάλι, αυτή η ξένη, πρέπει να είναι ακόμα πιο περίεργη. Κάτι την άκουσαν να λέει για φακόκιρο, φαρόκιρο, α, ναι, φαγκόπιρο, για κινόα, για λινακόκορο, όχι, λιναρόπορο το λένε, δεν ξέρω τι είναι αυτά, αλλά αν τα προσθέσεις σε όλα τα άλλα, καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για ιδιαίτερη περίπτωση.
     Η πόρτα άνοιξε και πάλι.
     - Τι είναι τώρα; είπε ενοχλημένη η Χιρόκο.
     - Με συγχωρείτε, Χιρόκο-σαν, ήρθα για να καθαρίσω το τατάμι από το τσάι.
     - Καλά, κάνε γρήγορα, όμως, όπου να'ναι έρχεται η καλεσμένη.
     Η Γιασάι άρχισε να τρίβει τον λεκέ με ένα πανί.
     - Τα είδατε τα μαλλιά της; ξανάπιασε η Νορίτα την κουβέντα από εκεί που την είχαν αφήσει. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ πιο αχτένιστα μαλλιά.
     - Ναι, λες και δεν τα έχουν χτενίσει ποτέ.
     - Είμαι σίγουρη ότι δεν θα καταφέρει ποτέ της να κάνει ένα χτένισμα της προκοπής, είπε η Μιντόρι και άγγιξε απαλά το άψογα χτενισμένο μαλλί της.
     - Ναι, και τα μάτια της τα είδατε;
     - Πολύ μεγάλα, σχεδόν τρομαχτικά. Αν ήταν πιο μικρά και λίγο πιο αμυγδαλωτά, θα μπορούσες, ίσως, να την πεις και όμορφη.
     - Απορώ αν μπορεί να βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη.
     - Είναι έτοιμο το φαγητό; ρώτησε η Χιρόκο τη Γιασάι.
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν. Και οι ανθοσυνθέσεις είναι στις θέσεις τους.
     - Καθάρισε το τατάμι;
     - Μάλιστα, Χιρόκο-σαν.
     - Εντάξει, πήγαινε τώρα. Κι εσείς, κορίτσια, τελειώνετε με το τσάι, όπου να’ναι έρχεται η καλεσμένη μου.
     Πάνω στα ασπρισμένα βότσαλα του κήπου ακούστηκαν βήματα. Η Αριστέα στάθηκε μπροστά στην πόρτα, έβαλε στην άκρη μια μπούκλα, που έκρυβε το μεγάλο και καθόλου αμυγδαλωτό της μάτι, και χτύπησε την πόρτα.

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Στη χάση και στη φέξη

     Ο Ουρανός ήταν ένας όμορφος, ψηλός, γεροδεμένος νέος, με γαλανά μάτια, που άλλαζαν τόνο, ανάλογα με τις διαθέσεις του. Όλες οι κοπέλες τον γλυκοκοίταζαν και του χαμογελούσαν με νάζι, όποτε τον έβλεπαν, ελπίζοντας να κερδίσουν την πιο προνομιούχα θέση στην καρδιά του: αυτήν της αγαπημένης του.
     Εκείνος, όμως, ήταν ιδιαίτερα σεμνός και ντροπαλός - γι'αυτό και πολλές φορές κοκκίνιζε, όταν άκουγε πολλά κομπλιμέντα - και δεν ενέδιδε στα ερωτικά καλέσματα. Μέχρι που συνάντησε τη Γη, με τις ομορφιές της, με τις στρογγυλάδες της, με τις οροσειρές της στα κατάλληλα σημεία, με τα υγρά της μάτια να αντανακλούν το χρώμα των δικών του ματιών... Ε, δεν ήθελε και πολύ ο καημένος, είχε δεν είχε, έπεσε στον έρωτά της.
     Μα και η Γη δεν έμεινε απαθής στα κάλλη του, ίσα-ίσα που γοητεύτηκε αμέσως από εκείνον. Και δωσ'του να αλλάζει φορεσιές, πότε να φοράει λουλουδάτα μπλουζάκια με λευκά, εφαρμοστά παντελόνια, πότε λευκές, χιονάτες μπλούζες με ανάλαφρες, λουλουδάτες φούστες, πότε να στολίζει τα μαλλιά της με στεφάνια από λουλούδια, πότε με κοχύλια και κοράλλια, πότε με κρυστάλλινες τιάρες από πάγο...
     Ήταν ζήτημα χρόνου, λοιπόν, ο Ουρανός και η Γη να γίνουν ζευγάρι, και οι θαυμάστριες του Ουρανού έπεσαν σε μαύρη μελαγχολία όταν το έμαθαν. Αλλά, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, έρωτας ήταν αυτός...
     Το νεαρό ζευγάρι έγινε αχώριστο και πήγαιναν παντού μαζί. Και ο Ουρανός δεν άφηνε τη Γη από την αγκαλιά του και εκείνη αφηνόταν στα χάδια του και στη ζεστή του ανάσα... Και αφού και οι δυο συμφώνησαν ότι δεν μπορούσαν να ζήσουν χώρια, αποφάσισαν να παντρευτούν.
     Ο γάμος έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο, αλλά αυτό δεν περιόρισε την ευτυχία του ζευγαριού στο ελάχιστο. Έλαμπαν και οι δύο νεόνυμφοι, τα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν από ευτυχία, νιάτα, ομορφιά, και όλοι οι καλεσμένοι, αν και λίγοι, είπαν ότι δεν είχαν ξαναδεί πιο ταιριαστό ζευγάρι.  
     Μετά την τελετή, οι δυο νέοι πήγαν ταξίδι του μέλιτος και όταν επέστρεψαν από το γύρο του Γαλαξία, όπου είχαν πάει, η Γη ακτινοβολούσε λίγο περισσότερο από πρώτα, ενώ οι στρογγυλάδες της είχαν αυξηθεί... Και, μερικούς μήνες αργότερα, το σπίτι του ζευγαριού αντήχησε από το κλάμα ενός μωρού. Το μωρό ήταν χλωμό και πολύ χαριτωμένο, και το ονόμασαν Σελήνη. Και τότε άρχισαν τα προβλήματα.
     Πρώτα-πρώτα, ο Ουρανός έπαψε να είναι το κύριο μέλημα της Γης και το ενδιαφέρον της άρχισε να το μονοπωλεί το μωρό. Πού την έχανες, πού την έβρισκες τη Γη, αγκαλιά με το μωρό ήταν. Πού να χωρέσει στην αγκαλιά της και ο Ουρανός! «Όχι τώρα, θηλάζω», του έλεγε, ή «Περίμενε να το αλλάξω», ή «Μα τι κάνεις, το μωρό κοιμάται, να το ξυπνήσεις θέλεις;», και όλα αυτά χωρίς να του ρίχνει ούτε μια ματιά!
     Ο Ουρανός άρχισε να ζηλεύει. Τι κι αν το μωρό ήταν και δικό του, δεν είχε φανταστεί ποτέ πως θα ερχόταν κάποια στιγμή δεύτερος στην καρδιά της αγαπημένης του. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, άρχισε να κοιτάζει το μωρό με μισό μάτι. Η Γη, με την ευαισθησία που αποκτούν οι μητέρες, κατάλαβε αμέσως την αλλαγή των αισθημάτων του άντρα της απέναντι στη μικρή Σελήνη και, η αλήθεια να λέγεται, ενοχλήθηκε πολύ. Άρχισαν οι πρώτοι καυγάδες.
     Η μικρή Σελήνη, καθώς μεγάλωνε, γινόταν όλο και πιο χαριτωμένη, ενισχύοντας τις εκδηλώσεις αγάπης της μητέρας της και τη ζήλεια του πατέρα της. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, βρέθηκαν κάποιοι καλοθελητές που έβαλαν ιδέες στον Ουρανό, ότι το παιδί μπορεί να μην ήταν και δικό του, καθώς ήταν γνωστή σε όλους η προηγούμενη, σύντομη, μεν, αλλά πολύ θυελώδης, δε, σχέση της Γης με έναν μετεωρίτη. Εκεί ήταν που τα πράγματα χειροτέρεψαν πολύ. Οι καυγάδες του ζευγαριού έγιναν πλέον καθημερινοί και κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο έρωτάς τους είχε εξαφανιστεί τόσο γρήγορα. Ήταν πλέον ζήτημα χρόνου το ζευγάρι να φτάσει στο χωρισμό, δίνοντας την ευκαιρία στα αστέρια να αρχίσουν να κομπάζουν, επειδή το είχαν προβλέψει από καιρό.
     Και ήρθε η μέρα που ο Ουρανός και η Γη βρέθηκαν αντίδικοι στην ίδια δίκη, αυτή που θα έλυνε το γάμο τους. Το διαζύγιο βγήκε συναινετικά, αλλά στο θέμα της κηδεμονίας υπήρξε διαφωνία, καθώς ο Ουρανός είχε στο μεταξύ αλλάξει γνώμη για τη μικρή Σελήνη και επιθυμούσε, όπως και η Γη, να την αναλάβει αποκλειστικά. Οι δύο γονείς ήταν ανένδοτοι επάνω σε αυτό το θέμα και το δικαστήριο προβληματίστηκε πολύ, αποφασίζοντας - αφού ακούστηκαν και οι δύο πλευρές - να μοιράσει εξίσου την κηδεμονία και στους δύο γονείς. 
     Από τότε η Σελήνη άρχισε να μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στους γονείς της και να μένει πότε με τον πατέρα της, πότε με τη μητέρα της. Και όταν έμενε με τον πατέρα της, άρχιζε σιγά-σιγά να παίρνει τα γαλάζια χρώματά του και όλοι έλεγαν πόσο του μοιάζει, όταν όμως γυρνούσε στη μητέρα της ξαναεμφάνιζε τις στρογγυλάδες που είχε πάρει από εκείνην και όλοι έλεγαν ότι ήταν φτυστή η μάνα της.
     Και οι άνθρωποι ούτε που φαντάζονταν ποια ήταν η αιτία όλων αυτών των αλλαγών, μόνο τη χάση και τη φέξη αντιλαμβάνονταν. Και πάλι καλά, να λέμε...