Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Στη χάση και στη φέξη

     Ο Ουρανός ήταν ένας όμορφος, ψηλός, γεροδεμένος νέος, με γαλανά μάτια, που άλλαζαν τόνο, ανάλογα με τις διαθέσεις του. Όλες οι κοπέλες τον γλυκοκοίταζαν και του χαμογελούσαν με νάζι, όποτε τον έβλεπαν, ελπίζοντας να κερδίσουν την πιο προνομιούχα θέση στην καρδιά του: αυτήν της αγαπημένης του.
     Εκείνος, όμως, ήταν ιδιαίτερα σεμνός και ντροπαλός - γι'αυτό και πολλές φορές κοκκίνιζε, όταν άκουγε πολλά κομπλιμέντα - και δεν ενέδιδε στα ερωτικά καλέσματα. Μέχρι που συνάντησε τη Γη, με τις ομορφιές της, με τις στρογγυλάδες της, με τις οροσειρές της στα κατάλληλα σημεία, με τα υγρά της μάτια να αντανακλούν το χρώμα των δικών του ματιών... Ε, δεν ήθελε και πολύ ο καημένος, είχε δεν είχε, έπεσε στον έρωτά της.
     Μα και η Γη δεν έμεινε απαθής στα κάλλη του, ίσα-ίσα που γοητεύτηκε αμέσως από εκείνον. Και δωσ'του να αλλάζει φορεσιές, πότε να φοράει λουλουδάτα μπλουζάκια με λευκά, εφαρμοστά παντελόνια, πότε λευκές, χιονάτες μπλούζες με ανάλαφρες, λουλουδάτες φούστες, πότε να στολίζει τα μαλλιά της με στεφάνια από λουλούδια, πότε με κοχύλια και κοράλλια, πότε με κρυστάλλινες τιάρες από πάγο...
     Ήταν ζήτημα χρόνου, λοιπόν, ο Ουρανός και η Γη να γίνουν ζευγάρι, και οι θαυμάστριες του Ουρανού έπεσαν σε μαύρη μελαγχολία όταν το έμαθαν. Αλλά, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, έρωτας ήταν αυτός...
     Το νεαρό ζευγάρι έγινε αχώριστο και πήγαιναν παντού μαζί. Και ο Ουρανός δεν άφηνε τη Γη από την αγκαλιά του και εκείνη αφηνόταν στα χάδια του και στη ζεστή του ανάσα... Και αφού και οι δυο συμφώνησαν ότι δεν μπορούσαν να ζήσουν χώρια, αποφάσισαν να παντρευτούν.
     Ο γάμος έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο, αλλά αυτό δεν περιόρισε την ευτυχία του ζευγαριού στο ελάχιστο. Έλαμπαν και οι δύο νεόνυμφοι, τα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν από ευτυχία, νιάτα, ομορφιά, και όλοι οι καλεσμένοι, αν και λίγοι, είπαν ότι δεν είχαν ξαναδεί πιο ταιριαστό ζευγάρι.  
     Μετά την τελετή, οι δυο νέοι πήγαν ταξίδι του μέλιτος και όταν επέστρεψαν από το γύρο του Γαλαξία, όπου είχαν πάει, η Γη ακτινοβολούσε λίγο περισσότερο από πρώτα, ενώ οι στρογγυλάδες της είχαν αυξηθεί... Και, μερικούς μήνες αργότερα, το σπίτι του ζευγαριού αντήχησε από το κλάμα ενός μωρού. Το μωρό ήταν χλωμό και πολύ χαριτωμένο, και το ονόμασαν Σελήνη. Και τότε άρχισαν τα προβλήματα.
     Πρώτα-πρώτα, ο Ουρανός έπαψε να είναι το κύριο μέλημα της Γης και το ενδιαφέρον της άρχισε να το μονοπωλεί το μωρό. Πού την έχανες, πού την έβρισκες τη Γη, αγκαλιά με το μωρό ήταν. Πού να χωρέσει στην αγκαλιά της και ο Ουρανός! «Όχι τώρα, θηλάζω», του έλεγε, ή «Περίμενε να το αλλάξω», ή «Μα τι κάνεις, το μωρό κοιμάται, να το ξυπνήσεις θέλεις;», και όλα αυτά χωρίς να του ρίχνει ούτε μια ματιά!
     Ο Ουρανός άρχισε να ζηλεύει. Τι κι αν το μωρό ήταν και δικό του, δεν είχε φανταστεί ποτέ πως θα ερχόταν κάποια στιγμή δεύτερος στην καρδιά της αγαπημένης του. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, άρχισε να κοιτάζει το μωρό με μισό μάτι. Η Γη, με την ευαισθησία που αποκτούν οι μητέρες, κατάλαβε αμέσως την αλλαγή των αισθημάτων του άντρα της απέναντι στη μικρή Σελήνη και, η αλήθεια να λέγεται, ενοχλήθηκε πολύ. Άρχισαν οι πρώτοι καυγάδες.
     Η μικρή Σελήνη, καθώς μεγάλωνε, γινόταν όλο και πιο χαριτωμένη, ενισχύοντας τις εκδηλώσεις αγάπης της μητέρας της και τη ζήλεια του πατέρα της. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, βρέθηκαν κάποιοι καλοθελητές που έβαλαν ιδέες στον Ουρανό, ότι το παιδί μπορεί να μην ήταν και δικό του, καθώς ήταν γνωστή σε όλους η προηγούμενη, σύντομη, μεν, αλλά πολύ θυελώδης, δε, σχέση της Γης με έναν μετεωρίτη. Εκεί ήταν που τα πράγματα χειροτέρεψαν πολύ. Οι καυγάδες του ζευγαριού έγιναν πλέον καθημερινοί και κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο έρωτάς τους είχε εξαφανιστεί τόσο γρήγορα. Ήταν πλέον ζήτημα χρόνου το ζευγάρι να φτάσει στο χωρισμό, δίνοντας την ευκαιρία στα αστέρια να αρχίσουν να κομπάζουν, επειδή το είχαν προβλέψει από καιρό.
     Και ήρθε η μέρα που ο Ουρανός και η Γη βρέθηκαν αντίδικοι στην ίδια δίκη, αυτή που θα έλυνε το γάμο τους. Το διαζύγιο βγήκε συναινετικά, αλλά στο θέμα της κηδεμονίας υπήρξε διαφωνία, καθώς ο Ουρανός είχε στο μεταξύ αλλάξει γνώμη για τη μικρή Σελήνη και επιθυμούσε, όπως και η Γη, να την αναλάβει αποκλειστικά. Οι δύο γονείς ήταν ανένδοτοι επάνω σε αυτό το θέμα και το δικαστήριο προβληματίστηκε πολύ, αποφασίζοντας - αφού ακούστηκαν και οι δύο πλευρές - να μοιράσει εξίσου την κηδεμονία και στους δύο γονείς. 
     Από τότε η Σελήνη άρχισε να μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στους γονείς της και να μένει πότε με τον πατέρα της, πότε με τη μητέρα της. Και όταν έμενε με τον πατέρα της, άρχιζε σιγά-σιγά να παίρνει τα γαλάζια χρώματά του και όλοι έλεγαν πόσο του μοιάζει, όταν όμως γυρνούσε στη μητέρα της ξαναεμφάνιζε τις στρογγυλάδες που είχε πάρει από εκείνην και όλοι έλεγαν ότι ήταν φτυστή η μάνα της.
     Και οι άνθρωποι ούτε που φαντάζονταν ποια ήταν η αιτία όλων αυτών των αλλαγών, μόνο τη χάση και τη φέξη αντιλαμβάνονταν. Και πάλι καλά, να λέμε...

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

Όποιος πρόλαβε



     Άλλος άνθρωπος, σου λέω, Αιμιλία μου, η νύχτα με τη μέρα! Αφού ώρες-ώρες νομίζω ότι ονειρεύομαι!
     Πού να ξέρω; Την τελευταία φορά που τσακωθήκαμε του τα’χωσα κι εγώ άγρια, εδώ που τα λέμε… «Λίγη σου έπεσα, βρε αχάριστε», του είπα, «που αν δεν ήταν ο πατέρας μου, θα φίλαγες κατουρημένες ποδιές για ένα μεροκάματο;». Και τι, δηλαδή, ψέματα είναι; Σαν τα κρύα τα νερά ήμουν, όλοι με γλυκοκοίταζαν στη γειτονιά, και πήγα και παντρεύτηκα τον στραβοκάνη το γιο του Γεράσιμου του λούστρου, τον ξεβράκωτο…
    Τον ερωτεύτηκα, θα μου πεις. Ναι, αλλά αναγνώρισε, βρε, κι εσύ, ότι με την προίκα μου μπορείς και κυκλοφορείς τώρα με το κούτελο ψηλά! Που τον έκανε ο πατέρας μου δεξί του χέρι στο μαγαζί από την αρχή, και έχει να κορδώνεται στους φίλους του…
     Ε, τι να πει; Είπε τα δικά του, ότι σιγά την προίκα που πήρε, ότι ο φίλος του ο Παντελής πήρε ένα τεσσάρι διαμέρισμα στα Πατήσια, χώρια οι μετοχές και τα ομόλογα… Ναι, άντε πούλα το τώρα το τεσσάρι να δούμε τι θα πάρεις, για να μην πω για τις μετοχές και τα ομόλογα… ενώ η δουλειά σε τρέφει όπως σε έτρεφε και πρώτα. Ναι, λίγο έλειψε να πει ότι με πήρε και γυμνή… Βρε, ξέρεις πόσα σεντόνια πήρα προίκα; Δέκα σετ με τις μαξιλαροθήκες τους, όλα κεντημένα στο χέρι, ακόμα σε αυτά κοιμόμαστε. Αν πεις, δε, για τις πετσέτες…
     Ναι, καλά, πίστευε ό,τι θέλεις, εσύ δεν τον ξέρεις όπως εγώ… Βρε, πόσο στοίχημα πας ότι στους φίλους του έχει πει ότι είμαι μια μέγαιρα που τον βασανίζει; Τυχαίο είναι, νομίζεις, που τόσα χρόνια δεν έχω γνωρίσει κανέναν τους;…
     Ο Μάνθος της Ελένης σίγουρα δεν είναι στην παρέα, καμία σχέση σου λέω, ποιος σου το είπε;… Ε, όχι και έγκυρη πηγή η Πετρούλα του φούρναρη! 
     Τέλος πάντων. Αυτά λέγαμε και καυγαδίζαμε και κουβέντα στην κουβέντα με έπιασε κι εμένα και του είπα ότι αν του πέφτω λίγη, να φύγω να τον αφήσω στην ησυχία του… Και εκεί ο κύριος, αντί να σταματήσει, να ηρεμήσει, να μου πει «μη φεύγεις», έστω, σηκώθηκε κι έφυγε, και κοπάνησε και την πόρτα. Να μας δείξει ότι θύμωσε, ο τζαναμπέτης…
     Να σου πω την αλήθεια, σκέφτηκα ότι δεν υπήρχε σωτηρία και ότι ίσως θα έπρεπε να πραγματοποιήσω την απειλή μου, να τον αφήσω, ή έστω να του τα φορέσω. Ακόμα το σκέφτομαι, δηλαδή… Τι, «με ποιον», λες να μην βρω κανέναν; Ακόμα περνάει η μπογιά μου… Ναι, είδα και με την αξιοπρέπεια τι κέρδισα!…
     Ε, τι να γίνει; Γύρισε αργά το βράδυ και δεν τον είδα, κοιμόμουν. Το επόμενο πρωί, όμως – άκου, να πάθεις πλάκα – σηκώθηκε και μου έφτιαξε καφέ!... Ούτε εγώ το πίστευα! Δεκατρία χρόνια παντρεμένοι, ούτε ένα ποτήρι νερό δε μου έχει φέρει, και να μου φτιάξει καφέ!… Πού να ξέρω τι τον έπιασε, μήπως τον χτύπησε ο αέρας και συνήλθε; Τι να πω;
     Όχι, τύψεις δεν μπορεί να ήταν, σιγά μην είχε τύψεις, ο γάιδαρος… Πάντως, από εκείνη τη μέρα άλλαξε. Ούτε γκρινιάζει, ούτε τίποτα. Τι να πω, δεν μπορώ να φανταστώ… Βρε, Αιμιλία, λες να με πρόλαβε και να μου τα φοράει εκείνος; 

ΥΓ: Αυτή ήταν η δεύτερη συμμετοχή της Πίπης στο τελευταίο "Παίζοντας με τις λέξεις" που ταξιδεύει, κάθε δίμηνο, στις πολύχρωμες θάλασσες της δημιουργίας με το Χάρτινο Καραβάκι της Μεμαρίας. Η Πίπη έχει πλέον προσαρμοστεί στη γεμάτη εμπειρίες ζωή του ναυτικού και ανυπομονεί να ταξιδέψει και σε άλλα λιμάνια με το Χάρτινο Καραβάκι.

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

Δώρο γενεθλίων



     Έβαλε το κλειδί στην πόρτα με προσοχή και το γύρισε αργά, προσπαθώντας να μην παρασυρθεί από την έξαψή του και κάνει θόρυβο. Η ησυχία που τον υποδέχτηκε ήταν σε πλήρη αντίθεση με το βουητό που άκουγε στο κεφάλι του.
     Δεν προσπάθησε να ανάψει το φως, έτσι κι αλλιώς το ρεύμα ήταν κομμένο εδώ και τρεις μέρες. Πατώντας στις μύτες και ακολουθώντας το αμυδρό φως που ερχόταν από το καντηλάκι, που έκαιγε μόνιμα, μπήκε στην κουζίνα. Διψούσε. Το φλυτζάνι όπου είχε πιει τον καφέ του το απόγευμα ήταν ακόμη στο νεροχύτη. Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ένα πιάτο καλυμμένο με χαρτοπετσέτα, που έκρυβε δύο κομμάτια σπανακόπιτα.
     Άδειασε τις τσέπες του επάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Χαρτονομίσματα διαφόρων κατηγοριών, διπλωμένα πρόχειρα, σχημάτισαν έναν μικρό σωρό. Πρώτη φορά είχε δει τόσα λεφτά μαζεμένα.
     Αργά-αργά, τα ξεχώρισε και ύστερα άρχισε να τα μετράει. Τους είχε πάρει τα σώβρακα απόψε! Τι ρέντα ήταν αυτή! Λες και το σύμπαν τον αποζημίωνε για όλες τις χασούρες του παρελθόντος.
     Προσπάθησε να φανταστεί την έκφρασή της, όταν θα το μάθαινε. Στο μυαλό του ήρθαν όλοι τους οι καυγάδες. «Η πηγή όλων μας των προβλημάτων είναι ο τζόγος», του έλεγε κάθε φορά. «Πώς μπορείς να πιστεύεις πως μπορείς να συντηρήσεις οικογένεια, όταν τα λεφτά σου τα τρώνε τα κάθε λογής στοιχήματα;». «Όχι», της απαντούσε εκείνος, «η πηγή όλων μας των προβλημάτων είναι που δεν μου έχεις εμπιστοσύνη. Θα γυρίσει η τύχη μου και θα το δεις». Και τότε εκείνη έλεγε ότι δεν υπήρχε σωτηρία και κλεινόταν στο δωμάτιό τους, και δεν του μίλαγε για μέρες. Και εκείνος μαζευόταν για λίγες μέρες. Και ύστερα ξανάρχιζε απ’την αρχή.
     Είχε έρθει, λοιπόν, και η δική του η μέρα, και είχε έρθει ακριβώς απόψε, την παραμονή των γενεθλίων της. Τι καλύτερο δώρο θα μπορούσε να περιμένει;
     Πατώντας στις μύτες των ποδιών, μπήκε στο υπνοδωμάτιο και γδύθηκε. Σήκωσε την άκρη των σκεπασμάτων και χώθηκε μέσα προσεκτικά. Το σώμα του ανατρίχιασε στην επαφή του με το σεντόνι.
     Όχι, δε θα της έλεγε τίποτα. Θα σηκωνόταν το πρωί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και θα έφευγε για τη δουλειά, αλλά δε θα πήγαινε στη δουλειά. Και το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να πληρώσει το ρεύμα, και ύστερα θα πήγαινε στο ενεχυροδανειστήριο να πάρει πίσω τη βέρα του. Θα έκανε τη βόλτα του και κατά το μεσημέρι θα εμφανιζόταν μπροστά της με μια ανθοδέσμη και μια τούρτα γενεθλίων. Και, αν ήταν τυχερός, θα είχε προλάβει να επανασυνδεθεί και το ρεύμα. Και προτού εκείνη συνέλθει από την έκπληξη, θα την έπαιρνε αγκαζέ και θα την πήγαινε να φάνε έξω, να το γιορτάσουν.
     Σκέφτηκε τα πόδια της, που τον πάγωναν όταν εκείνη τα ακουμπούσε στα δικά του για να τα ζεστάνει και ένιωσε να πλημμυρίζει από τρυφερότητα. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνη ήταν ο άνθρωπός του. Ας πάει και το παλιάμπελο, παραμονή των γενεθλίων της ήταν! Αυτή τη φορά θα τα ακουμπούσε εκείνος τα πόδια του στα δικά της, να της τα ζεστάνει. Έτσι, για αλλαγή…
     Άπλωσε τα πόδια του. Ήταν μόνος του στο κρεβάτι.

ΥΓ: Αυτή ήταν η πρώτη συμμετοχή της Πίπης στο τελευταίο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις", που διοργανώνει η Μεμαρία στο μπλογκ της Με ένα χάρτινο καραβάκι και που έχει γίνει πλέον εθισμός. Εθισμός στον οποίο χαίρεσαι να υποκύπτεις! 

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

Καυτή είδηση



     Η Αρτίστα ήπιε μια γουλιά καφέ και ακούμπησε το φλυτζάνι της στο μικρό τραπεζάκι του σαλονιού. Η μέρα έξω ήταν ιδιαίτερα μουντή και το σαλόνι ήταν ιδιαίτερα σιωπηλό. Πλησίασε στο ραδιόφωνο, το άναψε και άρχισε να ψάχνει τις συχνότητες των σταθμών. Το χέρι της σταμάτησε στο άκουσμα μιας μουσικής τζαζ.
     - Ό,τι πρέπει για μια μέρα όπως η σημερινή, σκέφτηκε η Αρτίστα.
     Γύρισε στην προηγούμενη θέση της και κάθησε στον καναπέ. Ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ.
     - Τι μουσική είναι αυτή; ακούστηκε η φωνή της μητέρας Θεοδοσίας, που μόλις είχε βγει από το δωμάτιό της.
     - Είναι τζαζ, μητέρα, είπε η Αρτίστα όσο πιο ευγενικά μπορούσε.
     - Τι τζαζ και κουραφέξαλα; είπε η μητέρα Θεοδοσία με μια έκφραση απέχθειας στο πρόσωπό της. Γιατί δεν βάζεις κάτι άλλο;
     - Σαν τι άλλο, μητέρα;
     - Βάλε λίγη Μαρινέλλα, λίγη Μοσχολιού, έστω… Ακόμα και νέο κύμα μπορώ να ακούσω…. Αυτή η Χωματά, τώρα τελευταία, ακούγεται ότι είναι καλή αοιδός.
     Η Αρτίστα δεν θέλησε να σχολιάσει και πήγε πρόθυμα στο ραδιόφωνο. Βρήκε έναν άλλον σταθμό.
     - Ο Χιώτης πώς σας φαίνεται, μητέρα; ρώτησε. Παίζει μια τελευταία του επιτυχία, «Περασμένες μου αγάπες» είναι ο τίτλος, να το αφήσω;
     - Άσ’το, είπε η μητέρα Θεοδοσία, καλό είναι… Και πήγαινε, σε παρακαλώ, να μου σιδερώσεις τη γαλάζια μου τη νυχτικιά. Αυτή εδώ δεν με κολακεύει καθόλου.
     - Θα πάω, μητέρα, είπε υπάκουα η Αρτίστα.
     Πήγε στο δωμάτιο, όπου μία σκάφη με ασιδέρωτα ρούχα την περίμενε υπομονετικά. Η Αρτίστα αναστέναξε. Είχε έρθει η ώρα να βάλει σίδερο.
     Έστησε τη σιδερώστρα, έβαλε το σίδερο στην πρίζα, και άρχισε να σιδερώνει. Στο ραδιόφωνο, η Μαίρη Λίντα είχε ήδη τελειώσει το τραγούδι της. Ακούστηκε το σήμα του σταθμού και άρχισε το δελτίο ειδήσεων.
     - Πφφφ, ειδήσεις, είπε η μητέρα Θεοδοσία και εξαφανίστηκε, ενοχλημένη, στο δωμάτιό της.
     Η Αρτίστα έμεινε μόνη της να σιδερώνει. Οι ειδήσεις ήταν όλες μέσα στην αισιοδοξία. Φόροι, εγκλήματα, δηλώσεις πολιτικών… Η Αρτίστα άκουγε σχεδόν μηχανικά. Ξάφνου, την προσοχή της τράβηξε μία διαφορετική είδηση: σε ένα ορεινό χωριό στα Ιμαλάια, έλεγε η είδηση, είχε βρεθεί μία πηγή με θαυματουργό νερό, που, όπως φαινόταν, συντελούσε στην αντιστροφή της διαδικασίας της γήρανσης.
     Η Αρτίστα έβαλε ένα σεντόνι στη σιδερώστρα και συνέχισε το σιδέρωμα. Στο ραδιόφωνο, η είδηση συνεχιζόταν. Επιστήμονες από όλο τον κόσμο, συνέρρεαν στην περιοχή εκείνη των Ιμαλαΐων και έπαιρναν δείγματα του νερού, ενώ αναλύσεις επί αναλύσεων δεν είχαν καταφέρει να εντοπίσουν πού οφειλόταν αυτή του η ιδιότητα. Ήδη, ένας 70χρονος Γερμανός επιστήμονας, που είχε πιει από το συγκεκριμένο νερό, είχε δει σημαντική βελτίωση στη φυσική του κατάσταση, με την αρθρίτιδα να έχει σχεδόν εξαφανιστεί και την όρασή του να έχει βελτιωθεί κατά ογδόντα τοις εκατό!
     Μια αμερικανική εταιρεία είχε δείξει ενδιαφέρον να εκμεταλλευτεί εμπορικά την πηγή με το θαυματουργό νερό, ενώ είχαν αυξηθεί οι πτήσεις στην περιοχή κατά εκατόν τριάντα τέσσερα τοις εκατό, ακολουθώντας το όλο και αυξανόμενο ρεύμα των ηλικιωμένων τουριστών που επιθυμούσαν να ξανανιώσουν, πίνοντας νερό απευθείας από την πηγή. Σε ιατρικά ερευνητικά κέντρα στην Ελβετία υπήρχαν τεράστιες λίστες αναμονής, από ηλικιωμένους που ανυπομονούσαν να ενταχθούν σε προγράμματα έρευνας, που αφορούσαν τις επιπτώσεις του συγκεκριμένου νερού.
     Πολύ καλό ακουγόταν όλο αυτό, να’ταν άραγε αλήθεια;
     - Πάω στοίχημα ότι είναι πρωταπριλιά, σκέφτηκε η Αρτίστα.
     Αλλά, όχι, πότε ήταν που άλλαξε ο χρόνος και που έφτιαξε βασιλόπιτα; Μόλις προχθές είχαν φάει τα τελευταία κομμάτια. Όχι, πρωταπριλιά δεν ήταν.
Η Αρτίστα βυθίστηκε σε σκέψεις. Άραγε, το νερό αυτό ήταν πράγματι θαυματουργό; Και αν ξανάνιωνε το σώμα, δε θα ξανάνιωνε και το μυαλό; Μήπως εκτός από την όραση, βελτιωνόταν και η μνήμη;
     - Φαντάσου να έπινε από αυτό το νερό η μητέρα Θεοδοσία, θα ήταν πραγματική σωτηρία, σκέφτηκε η Αρτίστα.
     Ναι, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αυτό. Ίσως έτσι να μην χρειαζόταν να αλλάζει τον σταθμό κάθε φορά που δεν έπαιζε Μαρινέλλα ή Μοσχολιού, ή, έστω Χιώτη. Ίσως να μην χρειαζόταν να σιδερώνει τη γαλάζια τη νυχτικιά.
     Και εκείνη θα έπινε από το νερό, γιατί όχι; Άσχημα θα ήταν να γινόταν πιο νέα, να είχε ενέργεια και όρεξη για να ταξιδεύει, να μαθαίνει νέα πράγματα, να βγαίνει, να διασκεδάζει… Και στο στεφάνι της θα έδινε να πιει, το αγαπούσε το στεφάνι της η Αρτίστα. Μαζί θα ταξίδευαν, μαζί θα διασκέδαζαν, μαζί θα ζούσαν τη δεύτερή τους νεότητα.
     - Τι μυρωδιά είναι αυτή; ακούστηκε και πάλι η φωνή της μητέρας Θεοδοσίας.
     Στο ραδιόφωνο οι ειδήσεις είχαν προ πολλού τελειώσει. Και η Αρτίστα συνειδητοποίησε ότι, εκτός από τα τόουστ, μπορούσε να καίει και τα σεντόουνια.  

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Χωρίς ανακοινώσεις






     Η Χιονάτη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε.
     - Χρόνια μου πολλά, είπε.
     Ο καθρέφτης της χαμογέλασε και εκείνος.
     - Χρόνια πολλά, της απάντησε. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, πρόσθεσε.
     Και αυτό ήταν αλήθεια. Ο χρόνος της είχε φερθεί ιδιαίτερα καλά. Είχαν βοηθήσει, βέβαια, και κάποιες καλλυντικές κρέμες, αλλά το πιο σημαντικό ήταν που το δέρμα της ήταν καλής ποιότητας. Της το είχε επιβεβαιώσει και ο βασιλικός δερματολόγος.
     Ακούστηκε ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα και η πόρτα μισάνοιξε. Ήταν η προσωπική της καμαριέρα.
     - Όλα έτοιμα, μεγαλειοτάτη, είπε η καμαριέρα.
     Η Χιονάτη χαμογέλασε ευγενικά.
     - Στολίστηκε η σάλα; Στρώθηκε το τραπέζι; Ετοιμάστηκαν τα φαγητά; Η τούρτα;
     - Όλα πηγαίνουν σύμφωνα με το πρόγραμμα, μεγαλειοτάτη. Τα φαγητά είναι έτοιμα για σερβίρισμα, η τούρτα στολίστηκε, τα πατώματα σφουγγαρίστηκαν, τα χαλιά τινάχτηκαν και τα έπιπλα ξεσκονίστηκαν εξονυχιστικά, τα τζάμια λάμπουν, οι καθρέφτες το ίδιο, το μεγάλο τραπέζι της σάλας στολίστηκε με τα λουλούδια που έφεραν πρωί-πρωί από το βασιλικό θερμοκήπιο, το κρασί που επιλέξατε από τη βασιλική κάβα βρίσκεται στη σωστή θερμοκρασία, και το φόρεμά σας είναι έτοιμο και φρεσκοσιδερωμένο.
     - Πολύ ωραία, είπε η Χιονάτη. Δεν πιστεύω να στείλατε προσκλήσεις!
     - Ούτε μία μεγαλειοτάτη. Σας θυμίζω και ότι όσοι βοήθησαν στη διοργάνωση της γιορτής έχουν ορκιστεί απόλυτη εχεμύθεια, οπότε δεν θα υπάρξουν διαρροές. Να φέρω το φόρεμά σας να το φορέσετε;
     - Αργότερα… Πήρε κανείς τηλέφωνο;
     - Όχι, μεγαλειοτάτη.
     - Θα πάρουν αργότερα, μάλλον. Φέρε μου, σε παρακαλώ, τον προσωπικό μου υπολογιστή και ύστερα πήγαινε να βοηθήσεις στην κουζίνα. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τη σύνδεση, φαντάζομαι…
     - Όχι, μεγαλειοτάτη. Η σύνδεση δουλεύει ρολόι.
     Η προσωπική καμαριέρα της Χιονάτης της έφερε τον υπολογιστή της και εξαφανίστηκε. Άνοιξε η Χιονάτη τον υπολογιστή και μπήκε στο φέισμπουκ. Την υποδέχτηκε η πληροφορία ότι η Bonnie Longhair, το ψευδώνυμο της Ραπουνζέλ, έπινε δηλητηριώδεις ουσίες στην τοποθεσία ΤΟ ΚΛΑΜΠ. Για του λόγου το αληθές, ακριβώς κάτω από την πληροφορία, υπήρχε μία φωτογραφία της Ραπουνζέλ, με ένα ποτό στο χέρι και κάτι άγνωστους τύπους στο τσακίρ κέφι δίπλα της, να χαμογελάει. Αυτό είχε γίνει πριν από δέκα ώρες.
     - Μπράβο ξενύχτι! σκέφτηκε η Χιονάτη.
     Αμέσως κάτω από τη φωτογραφία της Ραπουνζέλ, υπήρχε η φωτογραφία ενός ταψιού με ένα μπακλαβά, την οποία είχε αναρτήσει η She Hrazade, δηλαδή η Σεχραζάντ, και από κάτω έγραφε: Να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει.
     Η Χιονάτη ξερογλείφτηκε και κοίταξε ακόμα πιο κάτω. Η Cindy Tinyfoot, δηλαδή η Σταχτοπούτα, είχε αναρτήσει τη φωτογραφία ενός τζακιού και δήλωνε ότι κρύωνε, στην τοποθεσία ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΜΟΥ. Στην άκρη της φωτογραφίας φαινόταν η άκρη των μικροσκοπικών ποδιών της Σταχτοπούτας, που φορούσαν χοντρές κάλτσες.
     Η Χιονάτη αποφάσισε να δει τα μηνύματά της. Κανένα. Μα, κανένας δεν είχε θυμηθεί τα γενέθλιά της; Άλλες χρονιές κατακλυζόταν από μηνύματα και ευχές, και φέτος τίποτα; Ένιωσε μία έντονη παρόρμηση να δημοσιοποιήσει τα γενέθλιά της, αλλά κρατήθηκε. Όχι, το είχε υποσχεθεί στον εαυτό της. Δεν θα δημοσιοποιούσε τίποτα. Έτσι θα έβλεπε ποιοι την αγαπούσαν πραγματικά, ποιοι θυμούνταν μια τόσο σημαντική για εκείνη ημερομηνία.
     Μπήκε στο χρονολόγιο της Ωραίας Κοιμωμένης. Βασιλικός ύπνος, ήταν το σχόλιο της τελευταίας ανάρτησης και έδειχνε ένα τεράστιο κρεβάτι, καλυμμένο με ένα πολύχρωμο πάπλωμα, στην τοποθεσία COMFORT RESORT VILLAS.
     Ο Kontorevithoulis ποζάριζε με τρία μανεκέν, καπνίζοντας ένα πούρο και από κάτω έγραφε: #mikros_ sto_ mati#. Τα μανεκέν φορούσαν κοντά φορέματα, που του έφταναν στο ύψος των ματιών, και ο Κοντορεβυθούλης χαμογελούσε πονηρά.
     Η Χιονάτη αναστέναξε και κοίταξε το χρονολόγιο του Πινόκιο (Puppetboy). Ο Πινόκιο είχε αναρτήσει ένα ανέκδοτο και από κάτω σχολίαζε: 2good2btrue. Η Χιονάτη έκλεισε τον υπολογιστή προβληματισμένη.
     Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα και εμφανίστηκε ξανά η καμαριέρα.
     - Μεγαλειοτάτη, έφεραν το ταχυδρομείο, ανακοίνωσε.
     - Επιτέλους, φερ’το αμέσως, είπε η Χιονάτη και έτρεξε στο σεκρετέρ της.
     Η καμαριέρα έφερε πέντε φακέλους. Δεν ήταν αυτό που ήλπιζε, αλλά καλοί ήταν και οι πέντε φάκελοι. Έπιασε τον πρώτο. Λογαριασμός ρεύματος. Δεν το έλεγες και ευχετήρια κάρτα. Τον άφησε αμέσως κάτω. Ο δεύτερος φαινόταν πιο ελπιδοφόρος. Διαφημιστικό για ινστιτούτο ομορφιάς. Κρίμα τη χαρά που έκανε. Ο τρίτος ήταν από τους εφτά νάνους.
     - Να που κάποιος το θυμήθηκε! αναφώνησε η Χιονάτη και άνοιξε τον φάκελο.
     Απογοητεύτηκε από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Οι νάνοι απλώς της έγραφαν τα νέα τους. Τα αρθριτικά τούς ταλαιπωρούσαν όλους και ο Γκρινιάρης είχε ανεβάσει και υψηλή πίεση, ο Σοφός, δε, ήταν της γνώμης ότι είχε φτάσει πια η ώρα να βγουν στη σύνταξη. Οι νάνοι δεν ήξεραν τι να αποφασίσουν και ζητούσαν την γνώμη της.
     - Μέχρι κι οι νάνοι τα ξέχασαν τα γενέθλιά μου, είπε η Χιονάτη. Και τους θεωρούσα φίλους!
     Ο τέταρτος φάκελος ήταν από την Κοκκινοσκουφίτσα. Ήταν πρόσκληση σε πάρτυ γενεθλίων. Μωρέ, θράσος και αυτό, να ξεχνάει τα γενέθλια της Χιονάτης και να την προσκαλεί στα δικά της γενέθλια!
     - Σιγά μην πάω! είπε η Χιονάτη και έσκισε την πρόσκληση στα τέσσερα, προτού την πετάξει στο καλάθι των αχρήστων.
     Έριξε μια βιαστική ματιά και στον τελευταίο φάκελο: δεν ήταν καν για εκείνη, είχε γίνει λάθος από το ταχυδρομείο. Έλεος πια με τα ταχυδρομεία!
     Η Χιονάτη πήγε στον καθρέφτη.
     - Δεν μπορεί, είπε στο είδωλό της, είναι ακόμα νωρίς, ούτε πέντε δεν έχει πάει, αργότερα θα το θυμηθούν όλοι, τι που δεν έκανα ανακοίνωση μέσω φέισμπουκ ή που δεν έστειλα προσκλήσεις, όλοι τα ξέρουν τα γενέθλιά μου, κάπου θα τα έχουν σημειώσει, δεν μπορεί, σε κάποια ατζέντα ίσως, έτσι τα σημείωναν παλιά, είναι φίλοι, να δεις που θα έρθουν όλοι να μου ευχηθούν τελικά.
     Κάλεσε την καμαριέρα της. Είχε έρθει η ώρα να ντυθεί για τη γιορτή. Και αφού ντύθηκε με τη βοήθεια της καμαριέρας, κατέβηκε στη σάλα και έλεγξε τα πάντα: τα βρήκε όλα στην εντέλεια.
     Αλλά η ώρα περνούσε και κανένας δεν έδινε σημεία ζωής, ενώ το στομάχι της Χιονάτης άρχισε να γουργουρίζει (και τα βασιλικά στομάχια γουργουρίζουν όταν πεινάνε). Στο μεταξύ, γύρισε και ο άντρας της από τη δουλειά, και κάθησε στη συνηθισμένη του θέση για να φάει, και ούτε που πρόσεξε τον προσεγμένο διάκοσμο, ούτε το καινούργιο φόρεμα της Χιονάτης, που της πήγαινε τόσο πολύ…
     - Μήπως ξέχασες κάτι; τον ρώτησε και του χαμογέλασε.
     - Δεν νομίζω, είπε εκείνος, τα σκουπίδια τα πέταξα, είμαι σίγουρος.
     - Δε μιλάω για τα σκουπίδια, μιλάω για κάτι άλλο…
     - Κάτσε να φάμε και μου τα λες μετά, δε σε βλέπω από την πείνα! Εσύ δεν πεινάς;
     Η Χιονάτη κάθησε στο τραπέζι.
     - Δεν αλλάζεις καλύτερα; είπε ο βασιλιάς, θα το λερώσεις το καλό σου το φόρεμα, αμαρτία είναι, δεν έχουμε, δα, και καμιά γιορτή…
     Το λευκό πρόσωπο της Χιονάτης κοκκίνισε μονομιάς και μια ρυτίδα ζωγραφίστηκε ανάμεσα από τα φρύδια της, αλλά δεν είπε τίποτα.
     Τελείωσαν το φαγητό τους και οι υπηρέτες μάζεψαν τα πιάτα. Τότε πρόσεξε ο βασιλιάς και τα άλλα σερβίτσια.
     - Περιμένουμε κόσμο; είπε.
     - Από ό,τι φαίνεται όχι, είπε η Χιονάτη έτοιμη να βάλει τα κλάμματα.
     - Και τι τα θέλουμε τόσα σερβίτσια; Και τόσα λουλούδια στα βάζα, είναι απαραίτητα; Μήπως θέλεις να μου πεις κάτι; Πάλι είσαι έγκυος;
     Η Χιονάτη γύρισε τα μάτια προς το ταβάνι, εκεί που ένας τεράστιος πολυέλαιος έλαμπε σαν τον ήλιο.
     - Άναψες και το μεγάλο πολυέλαιο; Ξέρεις πόσο θα μας έρθει ο λογαριασμός του ρεύματος; Αχ, βρε γυναίκα, δεν θα έβλαπτε να κάναμε και λίγη οικονομία…
     - Αρκετά! φώναξε η Χιονάτη και πετάχτηκε όρθια. Γιατί το ένα, γιατί το άλλο, είναι τα γενέθλιά μου σήμερα, αναίσθητε! Αλλά πού να το θυμηθείς!
     - Σήμερα είναι; Δεν είσαι έγκυος, δηλαδή;
     - Τι έγκυος; Ξύπνα, έχω γενέθλια λέμε!
     - Καλά, περιστεράκι μου, μη θυμώνεις, έχεις γενέθλια, το κατάλαβα… Έχεις δίκιο, το ξέχασα, είμαι ένας γάιδαρος, αλλά δεν με βοηθάς κι εσύ… Το ξέρεις ότι οι άντρες έχουμε πρόβλημα στο να θυμόμαστε επετείους! Χρόνια πολλά, βασίλισσά μου, να σε χαίρομαι και να σε καμαρώνω, και χαλάλι ο πολυέλαιος… Πες μου τι δώρο θέλεις και θα σου το πάρω!
    - Τίποτα δε θέλω, να το θυμόσουν, τόσο σημαντική είμαι, λοιπόν, για εσένα, τόσο σημαντική για όλους, που κανένας δε θυμήθηκε τα γενέθλιά μου;
     - Και γι'αυτό στενοχωριέσαι, καρδούλα μου; Γιατί δεν το ανακοινώνεις στο φέισμπουκ να δεις για πότε θα σου ευχηθούν όλοι;
     Αντί για απάντηση, η Χιονάτη όρμησε στην τούρτα. Και χωρίς να περιμένει να τη σερβίρουν,  έκοψε μόνη της ένα μεγάλο κομμάτι. Και αφού το έφαγε, έκοψε και δεύτερο. Και σαν να γλυκάθηκε λίγο...