Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

Επικείμενη επέλαση


      Πόσο όμορφα που είναι τα παλιά τα σπίτια, απλά τα περισσότερα, αλλά με τόσα μυστικά κρυμμένα μέσα τους! Και πόσο πιο όμορφοι είναι οι κήποι, όχι μόνο οι μεγάλοι, όχι μόνο οι καλοδιατηρημένοι, εκείνοι με το περιποιημένο γκαζόν και με τα καλοκλαδεμένα φυτά, αλλά και οι άλλοι, εκείνοι οι εγκαταλελειμμένοι, εκείνοι στους οποίους τα αγριόχορτα έχουν αντικαταστήσει τις ντάλιες και τα τριαντάφυλλα, εκείνοι που θυμίζουν ατίθασο έφηβο και όχι καλόβολο νήπιο.
     Έτσι πιστεύει η Πίπη, η οποία έχει πάντα τα μάτια της ανοιχτά για καλοκρυμμένα μυστικά, παρ'όλο που δεν είναι κουτσομπόλα. Και η εικόνα ενός κήπου, ενός εγκαταλελειμμένου κήπου πιο συγκεκριμένα, είναι τόσο δελεαστική για την Πίπη, που μπορεί και να την στοιχειώσει, με αποτέλεσμα να ψάχνει κάθε ευκαιρία για να περνάει να τον βλέπει όσο πιο συχνά μπορεί.
     Έτσι έπαθε και μια καλοκαιρινή μέρα, καθώς γύριζε στο σπίτι της από τη δουλειά. Εκεί, στο πλάι του δρόμου, μια κλειστή καγκελόπορτα, ήσυχη και λίγο σκουριασμένη, απολάμβανε το μεσημεριανό ήλιο. Επρόκειτο ξεκάθαρα για μία γκαραζόπορτα, η οποία, προφανώς, είχε ξεχάσει πώς έμοιαζε ένα αυτοκίνητο. Τη μοναξιά της σκουριασμένης γκαραζόπορτας την έκαναν πιο αισθητή τα πολλά φυτά, τα οποία διακρίνονταν πίσω της.
     Ένα τέτοιο θέαμα δεν μπορούσε, φυσικά, να αφήσει την Πίπη αδιάφορη και αμέσως άρχισε να αναρωτιέται αν έμενε κάποιος εκεί. Τα πάντα φώναζαν εγκατάλειψη, αλλά η σκέψη αυτής της εικόνας δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το μυαλό της. Έτσι, από εκείνη τη μέρα, προσπαθούσε να περνάει μπροστά από εκείνη την γκαραζόπορτα σε κάθε ευκαιρία, και κάθε φορά που περνούσε από εκεί έριχνε διερευνητικές ματιές στο εσωτερικό του κήπου, χωρίς ποτέ να διακρίνει την οποιαδήποτε ανθρώπινη παρουσία.
     Μέχρι που μια μέρα, άκουσε μια φωνή!
     - Ψιτ, ψιτ! έκανε η φωνή. Ψιτ, ψιτ!
     - Ποιος είναι εκεί; ρώτησε η Πίπη και κοίταξε διερευνητικά ανάμεσα στα εξαγριωμένα φυτά που φαίνονταν πίσω από την γκαραζόπορτα.
     - Είσαι μόνη σου; είπε η φωνή.
     Η Πίπη κοίταξε δεξιά-αριστερά. Ο δρόμος ήταν έρημος, λόγω και της ώρας.
     - Ναι, είπε. Ποιος είσαι;
     Ήχος από ξερά κλαδιά και φύλλα ακούστηκε και η άγρια βλάστηση πίσω από την γκαραζόπορτα άρχισε να κινείται, λες και την ανάδευε ένα απαλό αεράκι.
     - Μια τίγρη! σκέφτηκε με θαυμασμό και απορία η Πίπη, καθώς μπορεί να ζει και να κινείται σε μία ζούγκλα, αλλά στη ζούγκλα που ζει η Πίπη μόνο αυτοκίνητα κυκλοφορούν. Μια τίγρη, επανέλαβε την σκέψη της, με φωνή αυτή τη φορά...
     - Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου, είπε η τίγρη, που τώρα είχε πλησιάσει περισσότερο στην γκαραζόπορτα και διακρινόταν καλύτερα.
     - Δεν είσαι μόνη σου; ρώτησε η Πίπη, καθώς προσπαθούσε να δει πίσω από την τίγρη.
     - Μόνος μου, εννοείς, είπε η τίγρη. 
     - Α, είπε η Πίπη, δεν είσαι κορίτσι;
     - Κορίτσι; είπε θυμωμένα η τίγρη και βρυχήθηκε.
     - Σσσσσσσστ! ακούστηκε από πίσω από την τίγρη.
     - Εγώ είμαι ο Σιρ Χαν με το όνομα, είπε η τίγρη, πώς μπόρεσες να πιστέψεις ότι είμαι κορίτσι;
     - Συγγνώμη, είπε η Πίπη, αλλά σε κρύβει η βλάστηση, πώς να το δω; Δεν είσαι μόνος σου, λοιπόν;
     - Όχι, βέβαια, είπε ο Σιρ Χαν. Είμαστε μεγάλη παρέα.
     - Αλήθεια;
     - Ναι. Είναι εδώ και ο Μπαγκίρα, και ο Κάα, και ο Μπαλού, και όλη η φυλή των Μπαντάρ-λογκ, και  ο Ακέλας με την οικογένειά του...
     - Και χωράτε τόσοι πολλοί εκεί μέσα;
     - Φυσικά και χωράμε.
     Η Πίπη έκανε λίγο πιο πίσω και προσπάθησε να εκτιμήσει το μέγεθος του κήπου. Της φάνηκε αρκετά μικρός. Αλλά, για στάσου, τι της θύμιζαν όλα αυτά τα ονόματα;
     - Σιρ Χαν είπες πως σε λένε;
     - Ναι.
     - Πιο σσσσσσιγά, ακούστηκε μία συριστική φωνή.
     Η Πίπη τρόμαξε, καθώς ένα χοντρό φίδι με μεγάλα σχέδια αγκάλιασε τα σκουριασμένα κάγκελα της γκαραζόπορτας.
     - Μην τρομάζεις, είπε ο Σιρ Χαν, αυτός είναι ο Κάα.
     Η Πίπη αποφάσισε να μην ξαναπλησιάσει την γκαραζόπορτα.
     - Θα μας βοηθήσεις; ρώτησε ο Σιρ Χαν.
     - Θα μας βοηθήσσσσσσεις; ρώτησε και ο Κάα.
     - Πώς θέλετε να σας βοηθήσω; είπε η Πίπη.
     - Άνοιξε την γκαραζόπορτα! είπε ο Σιρ Χαν.
     - Άνοικσσσσσσσσσσσσσέ την! είπε και ο Κάα.
     - Πώς να την ανοίξω; ρώτησε η Πίπη.
     - Εμείς δεν μπορούμε, εσύ όμως μπορείς!
     - Εσσσσσύ μπορείςςςςςςςς!
     - Μα δεν έχω το κλειδί!
     - Μήπως δεν θέλεις να μας βοηθήσεις;
     - Μήπωςςςςςς δεν θέλειςςςςςςςς;
     Η αλήθεια είναι πως η Πίπη είχε τις αμφιβολίες της για το αν ήθελε να ξαμολύσει έναν τίγρη και έναν πύθωνα στη γειτονιά, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως δεν είχε το κλειδί της γκαραζόπορτας.
     - Δεν ξέρω πώς να σας ανοίξω, είπε η Πίπη, χωρίς κλειδί η γκαραζόπορτα δεν ανοίγει.
     - Είσαι σίγουρη; ακούστηκε μια ανθρώπινη φωνή και ένα μελαμψό παιδί εμφανίστηκε κοντά στα κάγκελα.
      - Ο Μόγλης! είπε η Πίπη, που αμέσως θυμήθηκε τι της θύμιζαν όλα εκείνα τα ονόματα.
     - Δεν μπορείς να βρεις το κλειδί; ρώτησε ο Μόγλης. Οι φίλοι μου και εγώ θα θέλαμε πάρα πολύ να βγούμε μια βόλτα στη γειτονιά...
     - Δεν γνωρίζω τους ιδιοκτήτες, είπε η Πίπη, ούτε γνωρίζω αν μένει κάποιος εδώ, για να τον ρωτήσω. Αλλά εσείς γιατί θέλετε να βγείτε στη γειτονιά; Είναι πολύ επικίνδυνα εδώ.
     - Εσύ δεν φαίνεσαι να φοβάσαι, είπε ο Σιρ Χαν.
     - Ναι, εσσσσσύ δε φοβάσσσσσαι, είπε και ο Κάα.
     - Εσείς δεν ξέρετε να κυκλοφορείτε στους δρόμους, είπε η Πίπη. Υπάρχουν αυτοκίνητα, και τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα.
     - Πιο γρήγορα από εμένα δε νομίζω, είπε ο Σιρ Χαν.
     - Ίσως όχι πιο γρήγορα, αλλά σίγουρα αντέχουν περισσότερο, είπε η Πίπη. Δεν θα αντέξεις.
     - Εμείς δεν κινδυνεύουμε από τα αυτοκίνητα, είπε μια μαϊμού, που εμφανίστηκε, κρεμασμένη σε ένα κλαδί.
     Ένα αυτοκίνητο διέκοψε την ησυχία του δρόμου. Η Πίπη ξανακοίταξε δεξιά και αριστερά. Ο δρόμος ήταν έρημος και πάλι.
     - Εδώ έξω δεν έχει τόσα δέντρα για να κρεμιέστε, είπε. 
     - Δεν θέλεις να μας ανοίξεις, είπε ένας μαύρος πάνθηρας, που εμφανίστηκε ανάμεσα από τα φύλλα ενός δέντρου, σκαρφαλωμένος κι εκείνος σε ένα μεγάλο κλαδί.
     - Πρόσεχε, Μπαγκίρα, είπε ο Μόγλης, θα το σπάσεις το κλαδί.
     - Έχει δίκιο ο Μπαγκίρα, είπε ο Κάα, άδικα μιλάμε, δεν θέλει να μας βοηθήσσσσσσσει...
     Ακούστηκε αναταραχή ανάμεσα από τις φυλλωσιές.
     - Σσσσσσσστ! ακούστηκε και μία κόμπρα πετάχτηκε ξαφνικά από τη μία άκρη της γκαραζόπορτας.
     Η Πίπη ανατρίχιασε στην ιδέα ότι η γκαραζόπορτα δεν μπορούσε στην πραγματικότητα να εμποδίσει τα φίδια να βγουν έξω... Ούτε τα αιλουροειδή... Ούτε τις μαϊμούδες...
     - Πρέπει πρώτα να βρω τους ιδιοκτήτες, είπε η Πίπη, και να τους ζητήσω το κλειδί. Μήπως είδατε τίποτα ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι;
     - Τόσον καιρό που είμαστε εδώ, δεν ακούσαμε κανέναν, είπε ο Μόγλης.
     - Αυτό δυσκολεύει τα πράγματα, είπε η Πίπη, θα πρέπει να φέρω κλειδαρά, ή οξυγονοκολλητή...
     - Να φέρεις, είπε ο Σιρ Χαν.
     - Αλλά θα πρέπει να βρω τον καλύτερο, είπε η Πίπη, προσπαθώντας να κερδίσει καιρό. Τα σκουριασμένα κάγκελα και οι σκουριασμένες κλειδαριές είναι πολύ δύσκολη περίπτωση, θέλουν ειδική μεταχείριση. Ίσως θα πρέπει να φέρω κάποιον από το εξωτερικό.
     - Να φέρεις, είπε ο Μόγλης. Είναι δύσκολο;
     - Όχι πολύ, είπε η Πίπη, απλώς παίρνει χρόνο, είναι ολόκληρη διαδικασία.
     - Θα τα καταφέρεις, πιστεύεις;
     - Σίγουρα, αλλά χρειάζεται υπομονή. Μπορείτε να περιμένετε;
     - Εννοείται, τόσον καιρό περιμέναμε...
     - Εντάξει, λοιπόν, θα ψάξω για κλειδαρά και οξυγονοκολλητή, και μόλις τους βρω και μπορέσω να τους φέρω, θα σας πω, σύμφωνοι;
     - Σύμφωνοι!
     Έτσι έγινε, και από τότε, όταν η Πίπη περνάει έξω από την γκαραζόπορτα, κάνει πως δεν την βλέπει, και αν εκείνη την ώρα περνάει κάποιο αυτοκίνητο, επιταχύνει το βήμα της και εξαφανίζεται προτού την πάρουν είδηση οι εξωτικοί ένοικοι του κήπου. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ρίχνει κλεφτές ματιές προς την γκαραζόπορτα και προσπαθεί να βεβαιωθεί ότι κανένας από τους ενοίκους δεν το έχει σκάσει. Ακόμα κι αν είναι νωρίς το πρωί και η μέρα δεν έχει καλοφωτίσει ακόμα...

     
     

     
     

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2020

Ζήτημα εξέλιξης


     - Γεια σου, Μάρω, τι κάνεις;
     - Καλά, Κατίνα μου, εσύ; Αλλά, τι ρωτάω, τα έμαθα τα χαμπέρια!
     - Α, τα έμαθες...
     - Φυσικά και τα έμαθα, αφού βλέπω τηλεόραση! Πολλά συγχαρητήρια!
     - Ευχαριστώ, Μάρω μου, και στου δικού σου εύχομαι!
     - Μπα, δεν το βλέπω... Ο δικός μου δεν τραβάει, δυστυχώς... Θα τον πάρει μαζί του ο Κυριάκος στις ελιές. Κάτι καλύτερο δεν βλέπω να κάνει...
     - Μην απογοητεύεσαι, μικρός είναι ακόμα.
     - Στη γιαγιά του να το πεις, που ονειρεύεται μεγαλεία... Τέλος πάντων, φαντάζομαι την ευτυχία σας...
     - Ναι, είμαστε πολύ περήφανοι γι'αυτόν. Όταν τον είδα στην τηλεόραση να λέει ότι δε φανταζόταν ποτέ ότι θα ήταν ο πρώτος Έλληνας εργένης, δάκρυσα... Χαλάλι τα ξενύχτια, σκέφτηκα, τόσα βράδια να χύνει καντάρια τον ιδρώτα στο γυμναστήριο... 
     - Καλή πρόοδο να έχει!
     - Ευχαριστώ, Μάρω μου, να'σαι καλά! 
     - Εύχομαι να βρει την καλύτερη!
     - Μακάρι! Εξάλλου, δεν είναι κανένας τυχαίος, ολόκληρος real estate manager είναι!
     - Μεσιτικό γραφείο δεν έχετε;
     - Ναι.
     - Και, καλά, με συγχωρείς κιόλας, δηλαδή, δεν μπορούσε να πει ότι είναι μεσίτης;
     - Ε, ξέρεις τώρα, παιδιά, όλα να τα λένε στα αγγλικά...
     - Α, στα αγγλικά είναι;
     - Ναι.
     - Έχετε δει καθόλου τις κοπέλες ή όχι;
     - Όχι, Μάρω μου, και να σου πω την αλήθεια, μια αγωνία την έχω... Από το κανάλι, βέβαια, μας διαβεβαίωσαν ότι όλες οι υποψήφιες πέρασαν από σκληρές εξετάσεις...
     - Μαγείρεμα, ράψιμο, σιδέρωμα; 
     - Ύψος, βάρος, διαστάσεις...
     - Α...
     - ...μέση, στήθος, γοφοί, οπίσθια, κοιλιακοί...
     - Ω...
     - ...ζυγωματικά, οδοντοστοιχία, βλεφαρίδες...
     - Τι μου λες, βρε παιδί μου;
     - ...μακιγιάζ, κοντούρινγκ, μανικιούρ-πεντικιούρ, πασαρέλα με καθημερινό και επίσημο ένδυμα, επάνω σε δωδεκάποντα, εννοείται...
     - Πω-πω, θα ήταν εξαντλητικές οι εξετάσεις...
     - ...αν και, για να είμαι ειλικρινής, δεν θα έβλαπτε και το μαγείρεμα, το ράψιμο, το σιδέρωμα...
     - Και το ράψιμο κουμπιών είναι απαιτητικό.
     - Ναι, και αυτό χρειάζεται.
     - Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, Κατίνα μου, ο Παναγιώτης σου, νέο παιδί, σαν τα κρύα τα νερά, με τους κοιλιακούς του τους γραμμωμένους, με το χαμόγελό του το απαστράπτον, με το μεσιτικό του το γραφείο...
     - Το real estate, είπαμε...
     - ...ναι, γεια σου, με το εστέιτ που λες, δε θα ήταν πιο απλό να πάει στο γραφείο της κυρα-Παγώνας, που έχει τις καλύτερες νύφες του νομού, με τις προίκες τους, με τα σπιτάκια τους, και με τα παστίτσια τους και τα σουτζουκάκια τους, από το να τρέχει στην τηλεόραση να βρει το τυχερό του;
     - Μα, σου λέει, ήταν μεγάλη τύχη να τον επιλέξουν!
     - Ναι, βρε Κατίνα μου, αλλά εσύ εγγονάκια δεν ονειρεύεσαι;
     - Και ποια δεν ονειρεύεται εγγονάκια;
     - Ε, λοιπόν, ποια από όλες αυτές θα σου τα κάνει τα εγγονάκια; Αυτές με το κοντούρινγκ, το δωδεκάποντο και με την βλεφαρίδα κάγκελο; Λέω εγώ τώρα...
     - Α, σαν να μη μου τα λες καλά, μήπως ζηλεύεις;
     - Ε, όχι και να ζηλέψω, για εσένα το λέω...
     - Μα, βέβαια, τι ρωτάω, ζηλεύεις που εμάς μας έδειξε και η τηλεόραση, ενώ εσένα...
     - Ε, και τι έδειξε, δηλαδή;
     - Πώς; Δεν μας έδειξε με τον Δρακούλη στο Κυριακάτικο τραπέζι, που τρώμε όλα τα αγαθά και που είμαστε τόσο αγαπημένοι; Δεν τον άκουσες τον Παναγιώτη μου που έλεγε πόσο μας θαυμάζει για την σχέση που έχουμε και πόσο θέλει και εκείνος κάτι αντίστοιχο;
     - Φοράς, καλέ, εσύ δωδεκάποντα; Ξέρεις από κοντούρινγκ;
     - Αυτό το κοντούρινγκ το ξαναείπες, μου φαίνεται ότι σου έχει κάτσει στο λαιμό...
     - Α, καλά, σαν να μου φαίνεται ότι ψωνιστήκατε οικογενειακώς...
     - Είδες που το είπα εγώ ότι ζηλεύεις;
     - Α, δε σου λέω τίποτα τόση ώρα, για να μην σε στενοχωρήσω, αλλά εσύ δεν τρώγεσαι! Τι να ζηλέψω, βρε συ, τα χάλια σου; Που από κυρα-Κατίνα της Άνω Καρδαμύλης έγινες κυρα-Κατίνα του πανελληνίου;
     - Εσένα, δηλαδή, θα σε χάλαγε μια τέτοια προοπτική;
     - Εγώ, Κατίνα μου, το έχω πάρει απόφαση ότι ο γιος μου δεν τραβάει και ότι θα πάει στις ελιές με τον πατέρα του. Και όταν έρθει ο καιρός του, θα βρει κάποια κοπέλα να κάνουν μαζί οικογένεια, χωρίς να καλέσουμε την τηλεόραση να τους παίρνει μάτι. Εσύ ονειρεύεσαι μεγαλεία...
     - Σαν την αδερφή μου ακούγεσαι, κι αυτή έχει σκάσει από τη ζήλεια της. Επειδή ο γιος της κατάφερε να μπει στο μαθηματικό, νομίζει ότι κάτι έκανε και ότι είναι καλύτερος από τον δικό μου... Α, ρε κακομοίρες και οι δύο, πόσο βαθιά νυχτωμένες είστε! Δεν το ξέρετε ότι οι εποχές αλλάζουν, ότι ο άνθρωπος εξελίσσεται; 
     - Εξέλιξη είναι αυτό;
     - Εξέλιξη, βέβαια!
     - Τι να σου πω, εγώ αλλιώς την είχα στο μυαλό μου την εξέλιξη...
     - Αντί, λοιπόν, να ζηλεύετε εμάς, που εξελιχθήκαμε, κοιτάξτε τι θα κάνετε εσείς για να μη μείνετε πίσω! 
     - Εκτός τηλεόρασης, εννοείς;
     - Εκτός προόδου, ξύπνα! Οι εποχές άλλαξαν, Μάρω! Και όσο πιο γρήγορα το καταλάβετε εσύ και η αδερφή μου, τόσο το καλύτερο! Εξελιχθείτε, όσο προλαβαίνετε!
     - Βρε, εμείς να εξελιχθούμε, εσύ, όμως, τελικά, πώς θα τα αποκτήσεις τα εγγονάκια; Με τα έσοδα από τις διαφημίσεις;
     

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2020

Η τρύπια Δεκάρα


 


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό ορεινό χωριό, ζούσε ένας αγρότης με τη γυναίκα του. Ο αγρότης και η γυναίκα του ήταν πολύ προκομμένοι, και όλοι στο χωριό τούς θαύμαζαν. Το σπιτάκι τους έλαμπε από την πάστρα και το χωραφάκι τους ήταν καλλιεργημένο από άκρη σε άκρη.
     Μια φορά την εβδομάδα, ο αγρότης έπαιρνε το αλογάκι του, φόρτωνε το κάρο του με προϊόντα από το χωράφι του, και κατέβαινε στην κοντινότερη πόλη για να τα πουλήσει. Αργά το απόγευμα, γυρνούσε στο σπίτι του, με το κάρο άδειο, και με την τσέπη γεμάτη λεφτά.
     Θα πίστευε κανείς ότι το αγαπημένο αυτό ζευγάρι τα είχε όλα και δεν του έλειπε τίποτα, όμως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Διότι, τι να το έκαναν το σπιτάκι το πεντακάθαρο, τι να τα έκαναν τα δαντελένια τα κουρτινάκια στα παράθυρα, τι να το έκαναν το μοσχομυριστό το φαγητό στο τραπέζι, τι να το έκαναν το χωράφι το καλοκαλλιεργημένο, τι να τα έκαναν τα λεφτά που έρχονταν στο σπίτι κάθε εβδομάδα, αν δεν είχαν ένα παιδάκι;
     Είχαν δοκιμάσει όλα τα γιατροσόφια που ήξεραν οι γηραιότεροι στο χωριό, είχαν πιει αφέψημα από τα πιο θαυματουργά βοτάνια, αλλά αποτέλεσμα δεν έβλεπαν και είχαν αρχίσει να απογοητεύονται.
     - Φαίνεται πως τελικά δεν θα αποκτήσουμε παιδί, είπε η γυναίκα στον άντρα της μια Κυριακή μεσημέρι, εκεί που έτρωγαν το φαγητό τους.
     - Μην απογοητεύεσαι, γυναίκα, είπε εκείνος, νέοι είμαστε ακόμα.
     - Μα αφού δοκιμάσαμε τα πάντα.
     - Μπορεί να υπάρχει και κάτι που δεν το ξέρει κανείς στο χωριό.
     - Τι εννοείς;
     - Εδώ και καιρό το σκέφτομαι... Αύριο που θα ξανακατέβω στην πόλη, θα ρωτήσω για κανέναν γιατρό...
     - Λες ο γιατρός να ξέρει καλύτερα;
     - Ποιος ξέρει; Μπορεί...
     Εκείνο το βράδυ, το ζευγάρι είδε τα πιο γλυκά του όνειρα. Και την επόμενη μέρα, που ο άντρας κατέβηκε στην πόλη, το μυαλό του ήταν συνέχεια στο γιατρό. Όποιον έβλεπε τον ρωτούσε αν ξέρει κάποιον πολύ καλό γιατρό, και ο καθένας έλεγε και κάποιον διαφορετικό. Το κάρο του όλο και άδειαζε, αλλά ακόμα δεν είχε βρει το γιατρό που έψαχνε.
     Κόντευε σχεδόν να ξεπουλήσει όλα του τα προϊόντα, όταν ήρθε στον πάγκο του μία μικρή κοπελίτσα. Η κοπελίτσα αγόρασε τις τελευταίες του πατάτες. Ο άντρας τη ρώτησε μήπως γνώριζε κάποιον πολύ καλό γιατρό.
     - Σιγά μη δεν ξέρω! είπε εκείνη.
     - Αλήθεια;
     - Φυσικά! Ο κύριός μου είναι γιατρός, και μάλιστα πολύ καλός! Ουρά κάνουν οι ασθενείς έξω από το ιατρείο του!
     - Η γυναίκα μου και εγώ δεν μπορούμε να κάνουμε παιδιά, είπε ο άντρας. Πιστεύεις ότι θα μπορεί να μας βοηθήσει;
     - Η ειδικότητά του! είπε η κοπελίτσα και κορδώθηκε, λες και ήταν εκείνη ο γιατρός.
     Εκείνο το απόγευμα, ο άντρας διαπίστωσε ότι το άλογό του περπατούσε πιο αργά από ό,τι συνήθως. Εκείνος δεν κρατιόταν να τρέξει να πει τα νέα στη γυναίκα του, και το άλογο σερνόταν!
     Η γυναίκα του ενθουσιάστηκε με τα νέα. Το βραδινό τους φαγητό ήταν το πιο νόστιμο που είχαν φάει εδώ και καιρό. Βέβαια, μετά το φαγητό, άρχισαν να σκέφτονται και πιο πρακτικά θέματα. Ο γιατρός θα κόστιζε πολλά λεφτά. Είχαν, άραγε, αρκετά;
     Ο άντρας έβγαλε από την τσέπη του τα λεφτά που είχε βγάλει εκείνη τη μέρα. Ήταν αρκετά. Αλλά, τι ήταν αυτό που βρήκαν, ανάμεσα στα άλλα κέρματα; Μια τρύπια δεκάρα!
     - Τι είναι αυτό; ρώτησε η γυναίκα.
     - Δεν ξέρω, δεν το έχω ξαναδεί.
     - Πώς βρέθηκε στην τσέπη σου;
     - Δεν έχω ιδέα.
     - Κάποιος θα σου το έδωσε, φυσικά, αλλά ποιος;
     - Ήμουν λίγο αφηρημένος σήμερα και δεν μπορώ να θυμηθώ όλους αυτούς που ψώνισαν από εμένα.
     - Τα τρύπια λεφτά μας έλειπαν... Εδώ χρειαζόμαστε όλα τα λεφτά που μπορούμε να μαζέψουμε, όχι να μαζεύουμε τρύπια λεφτά, που δεν έχουν καμία αξία!
     - Μην ανησυχείς, γυναίκα, την επόμενη βδομάδα που θα ξανακατέβω στην πόλη, θα την αλλάξω την τρύπια δεκάρα με μια κανονική. Και δεν θα την ξαναπατήσω έτσι.
     Την επόμενη βδομάδα, ο άντρας ξαναφόρτωσε το άλογό του και ξανακατέβηκε στην πόλη. Και αυτή τη φορά δεν είχε μόνο στο μυαλό του να πουλήσει τα προϊόντα του, ήθελε να ξεφορτωθεί και την τρύπια δεκάρα. Δεν ήταν όμως και τόσο εύκολο.
     Την πρώτη φορά την έδωσε για ρέστα σε έναν νεαρό.
     - Αυτό το κέρμα είναι τρύπιο, είπε ο νεαρός. Δώσε μου ένα άλλο, σε παρακαλώ!
     - Συγγνώμη, είπε ο άντρας και αντικατέστησε την τρύπια δεκάρα.
     Λίγο αργότερα ξαναπροσπάθησε. Αυτή τη φορά ήταν μία μητέρα με την κόρη της.
     - Μαμά, είπε η μικρή, αυτή η δεκάρα είναι τρύπια!
     - Έχεις δίκιο, είπε η μητέρα, δεν το πρόσεξα... 
     Και ο άντρας αναγκάστηκε να αντικαταστήσει και πάλι την τρύπια δεκάρα.
     Μετά δοκίμασε να την δώσει σε μία μικρή με μια μεγάλη ελιά στο μάγουλο, που αγόρασε καρότα.
     - Αυτά τα λεφτά είναι ψεύτικα, κύριε, είπε η μικρή. Έχουν μία τρύπα μεγαλύτερη από την ελιά μου!
     - Ορίστε, πάρε ένα άλλο χωρίς τρύπα, είπε ο άντρας.
     Το απόγευμα έφτασε, το κάρο άδειασε, και η τρύπια δεκάρα βρισκόταν ακόμα στα χέρια του άντρα.
     - Πώς θα την ξεφορτωθώ αυτή τη δεκάρα; σκεφτόταν ο άντρας, καθώς απομακρυνόταν από την πόλη. Κανείς δεν την παίρνει!
     Εκείνη την στιγμή, στην άκρη του δρόμου είδε ένα πολύ αδύνατο αγόρι, που φορούσε μία κάπα.
     - Κάπα, τέτοια εποχή; σκέφτηκε ο άντρας.
     Το αγόρι τού έκανε νόημα να σταματήσει.
     - Πουλάω την κάπα μου, είπε το αγόρι, τη θέλεις;
     Ο άντρας σκέφτηκε. Δεν την ήθελε και τόσο, ποιος θα τη φορούσε; Ούτε σε εκείνον, ούτε στη γυναίκα του θα έκανε. Εξάλλου, έπρεπε να κάνει οικονομία, ο γιατρός κόστιζε, δεν μπορούσε να ξοδεύει τα λεφτά του έτσι...
     - Σε παρακαλώ, είπε το αγόρι, παρ'την και δώσε μου ό,τι θέλεις. Είμαι ξένος σε αυτά τα μέρη και δεν ξέρω κανέναν. Αύριο θα πάω στην πόλη και θα ψάξω για δουλειά, αλλά μέχρι να βρω δουλειά χρειάζομαι λεφτά.
     - Δεν χρειάζομαι κάπα, είπε ο άντρας.
     - Δώσε κάτι, ας είναι μόνο ένα κέρμα!
     - Ε, αν είναι μόνο ένα κέρμα...
     
     - Τα κατάφερα τελικά, είπε ο άντρας στη γυναίκα του, όταν έφτασε στο σπίτι του. Την ξεφορτώθηκα την τρύπια δεκάρα!
     - Δεν είχα καμία αμφιβολία, είπε εκείνη. Όταν θέλεις, μπορείς να γίνεις πολύ αποτελεσματικός. Για να δούμε τώρα, πόσα λεφτά κέρδισες σήμερα; Θα μπορέσουμε να πάμε στο γιατρό;
     Από τότε, ο άντρας και η γυναίκα σταμάτησαν να ανησυχούν για την τρύπια δεκάρα και άρχισαν να ανησυχούν μόνο για τον πολυπόθητο διάδοχο. Άρχισαν τις επισκέψεις στο γιατρό, ο οποίος δοκίμασε επάνω τους τις πιο σύγχρονες θεραπείες, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τους απαλλάξει από το μικρό τους κομπόδεμα. Και τόσα λεφτά ξόδεψαν στις θεραπείες, που κατάντησαν να τσακώνονται μέχρι και για την κάπα, που ο άντρας είχε αγοράσει από το αδύνατο αγόρι για μια τρύπια δεκάρα.
     

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2020

Η ιτιά που Γελούσε




     Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ένας γέρος μάγος. Ο μάγος αυτός ήταν πολύ ισχυρός και γι'αυτό η φήμη του ήταν πολύ μεγάλη. Όλοι οι άλλοι μάγοι τον θαύμαζαν και ήθελαν να του μοιάσουν.
     Το μικρό σπιτάκι του μάγου ήταν γεμάτο παλιά βιβλία και ράφια με μπουκαλάκια γεμάτα φίλτρα. Γνώριζε όλα τα βότανα που υπήρχαν και ήξερε απ'έξω κι ανακατωτά τι έκανε το καθένα. Και το πιο δυνατό του φίλτρο ήταν ένα φίλτρο που όταν το έπινε γινόταν αόρατος. Τότε μπορούσε και ταξίδευε απαρατήρητος, και μάθαινε πράγματα που αλλιώς δεν θα μπορούσε να μάθει.
     Κάποια φορά που ταξίδευε σε ένα ξένο μέρος, ψάχνοντας για νέα βότανα, έφτασε σε μία μικρή πόλη και εκεί, όταν οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι ήταν μάγος, του είπαν περήφανοι ότι είχαν και εκείνοι έναν μάγο, και μάλιστα πάρα πολύ ισχυρό. Ο μάγος εκείνος, του είπαν, έκανε θαυμαστά πράγματα, πετούσε στον αέρα, μιλούσε με τα ζώα και μεταμορφωνόταν σε ό,τι ζώο ήθελε. Δεν είχαν συναντήσει στη ζωή τους πιο ισχυρό μάγο, του είπαν.
     Ο γέρος μάγος ήταν σίγουρος ότι οι άνθρωποι έκαναν λάθος, αλλά παρ'όλα αυτά αποφάσισε να γνωρίσει το μάγο για τον οποίο όλοι μιλούσαν με τόσο θαυμασμό. Ρώτησε και έμαθε πού ήταν το σπίτι του, και το επόμενο πρωί ξεκίνησε να πάει να τον βρει.
     Δεν δυσκολεύτηκε πολύ να βρει το σπίτι, και πήγε και του χτύπησε την πόρτα.
     - Καλημέρα, είπε ο γέρος μάγος στον νεαρό που του άνοιξε την πόρτα. Ήρθα να γνωρίσω τον σπουδαίο μάγο, για τον οποίο μιλάνε όλοι.
     - Εγώ είμαι, απάντησε ο νεαρός.
     Ο γέρος μάγος έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Μα πώς γινόταν κάποιος νέος να έχει προλάβει να έχει μάθει τόσα πολλά ώστε να μπορεί να κάνει τα τόσο εντυπωσιακά μαγικά, για τα οποία όλοι μιλούσαν με τόσο θαυμασμό;
     - Α, του είπε ο νέος μάγος, με έχει βοηθήσει πολύ ένα μαγικό βιβλίο που βρήκα κάποτε στο δάσος, μέσα στην κουφάλα μιας γέρικης βελανιδιάς. Εκεί βρήκα γραμμένα τα περισσότερα από τα πιο σπουδαία μαγικά που ξέρω.
     - Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία, είπε ο γέρος μάγος, θα μπορούσες να μου το δείξεις;
     - Το έχω κρυμμένο σε ένα μυστικό μέρος, είπε ο νέος μάγος. Αν μου υποσχεθείς ότι δεν θα προσπαθήσεις να μου το πάρεις, έλα αύριο ξανά και θα το έχω εδώ για να σου το δείξω.
     Ο γέρος μάγος το υποσχέθηκε, και έφυγε από το σπιτάκι του νέου μάγου. Καθώς, όμως, περπατούσε, όλο σκεφτόταν το μαγικό βιβλίο, που είχε γίνει η αιτία να γίνει τόσο σπουδαίος ο νεαρός μάγος. Και όσο το σκεφτόταν, τόσο άρχισε να ζηλεύει, που εκείνος δεν είχε μαγικό βιβλίο... Και πριν καλά-καλά βγει από το δάσος, είχε κιόλας αποφασίσει να το κλέψει.
     Έβγαλε, τότε, από τον κόρφο του, ένα δερμάτινο σακουλάκι, το άνοιξε, έβγαλε ένα μικρό μπαλάκι, σαν σποράκι, και το έβαλε στο στόμα του, ενώ σιγομουρμούριζε κάποια ακαταλαβίστικα λόγια... Μεμιάς, ο γέρος μάγος εξαφανίστηκε, και στη θέση του δεν έμεινε ούτε καν η σκιά του.
     - Πρέπει να βιαστώ, είπε ο αόρατος πλέον γέρος μάγος, και αμέσως έκανε μεταβολή και γύρισε στο μέρος που βρισκόταν το σπιτάκι του νεαρού μάγου. 
     Πλησίασε έξω από το παράθυρο και προσπάθησε να δει μέσα, αλλά αυτό ήταν δύσκολο, αφού πλέον δεν είχε σκιά... Αλλά προτού αρχίσει να αναρωτιέται πώς θα μπορούσε να δει τι γινόταν μέσα στο σπιτάκι, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο νεαρός μάγος. Ο γέρος μάγος κράτησε την ανάσα του, καθώς το παράθυρο βρισκόταν ακριβώς δίπλα στην πόρτα.
     Ο νεαρός μάγος κοίταξε ερευνητικά προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν προφανές ότι έπαιρνε προφυλάξεις. Αφού έστησε και αυτί και βεβαιώθηκε ότι οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν οι συνηθισμένοι ήχοι του δάσους, έκλεισε την πόρτα και κατευθύνθηκε προς την ανατολή. Ο γέρος μάγος τον άφησε να απομακρυνθεί λίγο και ύστερα τον ακολούθησε.
     Η διαδρομή ήταν αρκετά μπερδεμένη, αλλά ο γέρος μάγος ήξερε να προσανατολίζεται καλά. Αφού περπάτησαν αρκετά μέσα στο δάσος, έφτασαν στην είσοδο μιας μικρής σπηλιάς. Ο νεαρός μάγος κοντοστάθηκε, και αφού ξανακοίταξε γύρω του για να βεβαιωθεί ότι δεν τον ακολουθούσε κανείς, πλησίασε έναν πολύ μεγάλο βράχο που είχε το σχήμα αυγού και είπε ένα ξόρκι. Αμέσως, ο βράχος έγειρε στο πλάι, αποκαλύπτοντας έναν μικρό λάκκο. Ο μάγος γονάτισε, έσκυψε μέσα στο λάκκο και έβγαλε από μέσα ένα πακέτο τυλιγμένο με ύφασμα. Ήταν το μαγικό βιβλίο.
     Ο ενθουσιασμός του γέρου μάγου ήταν τόσος που παρά τρίχα να ξεχαστεί και να φωνάξει, αλλά κρατήθηκε. Περίμενε υπομονετικά να φύγει ο νεαρός και ύστερα γύρισε πίσω, βάζοντας μαγικά σημάδια που μόνο εκείνος γνώριζε, σε όλο το μήκος της διαδρομής.  
     Την επόμενη μέρα, όπως είχαν συμφωνήσει, ο γέρος μάγος επισκέφτηκε το νέο μάγο, και εκείνος του έδειξε το βιβλίο και τον άφησε και να το ξεφυλλίσει. Ήταν πράγματι ένα βιβλίο μοναδικό, ένα βιβλίο που έλειπε από τη βιβλιοθήκη του γέρου μάγου. Ο γέρος μάγος αποχαιρέτησε τον νέο και ύστερα απομακρύνθηκε.
     Περίμενε να πέσει για τα καλά το βράδυ, και αφού βεβαιώθηκε ότι ο νέος μάγος είχε επιστρέψει  στο σπίτι του, πήρε τον δρόμο για τη μυστική κρυψώνα και, ακολουθώντας τα μαγικά σημάδια που είχε αφήσει σε όλο το μήκος της διαδρομής, δεν άργησε να φτάσει στην είσοδο της μικρής σπηλιάς. Και προτού αρχίσει να γλυκοχαράζει η αυγή, το θαυμαστό μαγικό βιβλίο βρισκόταν πολύ μακριά από τον βράχο που έμοιαζε με αυγό. 
     Ο γέρος μάγος ήταν πολύ χαρούμενος για το νέο του απόκτημα, αλλά δεν παρασύρθηκε τόσο από τη χαρά του ώστε να μην σκεφτεί ότι ο κάτοχος του βιβλίου θα αντιλαμβανόταν πολύ σύντομα ότι το βιβλίο του είχε κάνει φτερά. Το πιθανότερο ήταν ότι δεν θα προλάβαινε καν να απομακρυνθεί εγκαίρως. Έπρεπε να βρει μια προσωρινή κρυψώνα για το βιβλίο, και έπρεπε να την βρει γρήγορα.
     Καθώς περπατούσε, και ενώ το μυαλό του ήταν χαμένο στις σκέψεις του, έφτασε στις όχθες μιας λίμνης. Το μέρος ήταν έρημο και δεν υπήρχε ψυχή. Παντού, γύρω από τη λίμνη, υπήρχαν δέντρα, ιτιές κυρίως, που έσκυβαν τα κλαδιά τους προς τα κάτω, όπως συνηθίζουν πολλές φορές να κάνουν οι ιτιές. Και τότε, ο γέρος μάγος αποφάσισε ότι είχε βρει το μέρος όπου θα έκρυβε τον θησαυρό του.
     Την επόμενη μέρα, ένας ψαράς που ψάρευε με τη βάρκα του κοντά στην όχθη, είδε πως μια ιτιά, αντί να γέρνει τα κλαδιά της προς τα κάτω, όπως ήταν το φυσικό, φαινόταν σαν να είχε κάνει ανάταση! Στην αρχή νόμιζε ότι δεν είχε δει καλά, αλλά όταν πλησίασε διαπίστωσε πως δεν είχε κάνει λάθος. Η ιτιά είχε σηκώσει τα κλαδιά της προς τον ουρανό!
     Το νέο διαδόθηκε αμέσως ανάμεσα στους ψαράδες, που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί, και στη συνέχεια το έμαθαν όλοι στην περιοχή. Ένας βοτανολόγος, που εξέτασε την περίεργη ιτιά, δήλωσε ότι μάλλον επρόκειτο για ένα νέο είδος, την ονόμασε, δε, "ιτιά η μειδιώσα", σε αντιδιαστολή με την ιτιά την κλαίουσα. Ο απλός κόσμος, φυσικά, μην μπορώντας να θυμάται ένα τέτοιο όνομα, την ονόμασε απλά, "η ιτιά που γελάει".
     Από τότε, η μικρή ιτιά έγινε πόλος έλξης για όλη την περιοχή, και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί το λόγο της ιδιαιτερότητάς της. Μόνο ο γέρος μάγος, πολλά χιλιόμετρα μακριά, στο σπίτι του, χωμένος μέσα στα βιβλία του, έψαχνε να βρει το ξόρκι που θα του επέτρεπε να μεταφέρει με ασφάλεια, από τη ρίζα της ιτιάς που γελούσε στην αγαπημένη του βιβλιοθήκη, το τελευταίο του απόκτημα.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2020

Αποκαλυπτήρια

        
     Μεγάλο μπελά βρήκε η Πίπη, με όλα αυτά τα νέα, αγνώστου πατρός και ονόματος, φυτά στις βεράντες. Όσο και αν τα ρώτησε, όσο και αν επέμεινε, εκείνα απλώς την κοιτούσαν, σαν να μην καταλάβαιναν τι τους έλεγε. Είναι πολύ ενοχλητικό να μη σε καταλαβαίνουν τα φυτά, όπως ακριβώς συμβαίνει και όταν δεν σε καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.
     Φυσικά, η ζωή δεν σταματάει με δυο άγνωστα φυτά, οπότε η Πίπη συνέχισε κανονικά τη ζωή της, και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την εξέλιξή τους, μέρα με τη μέρα. Από τα πρώτα πράγματα που διαπίστωσε ήταν ότι το δέντρο με τα φαναράκια τελικά δεν ήταν δέντρο - πώς δεν το είχε προσέξει, άραγε; -, αλλά αναρριχητικό. Δύο από τα φυντάνια τα έδωσε για υιοθεσία, ενώ από τα υπόλοιπα - στο μεταξύ είχαν φυτρώσει άλλα δύο, που σημαίνει ότι ούτε πόσα σποράκια είχε φυτέψει θυμόταν - κράτησε μόνο ένα, το οποίο άρχισε να μεγαλώνει, και σύντομα έβγαλε μικρά, λευκά λουλουδάκια. Αλλά πώς λεγόταν το δέντρο, που δεν ήταν δέντρο, αλλά αναρριχητικό φυτό; Όχι τίποτα άλλο, ένα σωρό μπλογκοφίλοι περίμεναν απάντηση στο φλέγον αυτό ερώτημα.
     Η Πίπη ρώτησε όποιον πιθανώς θα γνώριζε, έστειλε μέιλ σε σχετικές ιστοσελίδες, έκανε ό,τι μπορούσε, δηλαδή, και καθώς απάντηση δεν έπαιρνε, έφτασε στο σημείο να σκέφτεται σοβαρά να βαφτίσει εκείνη το φυτό, με επικρατέστερο όνομα το "φαναρόδεντρο" - αυτό, προτού διαπιστώσει ότι το δέντρο δεν ήταν δέντρο, φυσικά.
     Και να που η τεχνολογία, η οποία ανέκαθεν ασκούσε γοητεία στην Πίπη, έμελλε να την βοηθήσει. Και η Πίπη ανακάλυψε μια εφαρμογή για κινητά, που αναγνωρίζει τα φυτά, άκου τώρα τι γίνεται στον κόσμο...
     Αυτό ήταν. Μόλις η Πίπη φωτογράφισε το νεαρό αναρριχητικό, το αναρριχητικό φυτό απόκτησε ονοματεπώνυμο. Και το όνομα αυτού, Cardiospermum halicacabum. Ταυτόχρονα με την αποκάλυψη του ονόματος, αποκαλύφθηκε και ο λόγος που το φυτό δεν απαντούσε στις επίμονες ερωτήσεις της για την καταγωγή της σκούφιας του: επρόκειτο για αλλοδαπό, που απαντάται στην Αφρική, στην Αμερική, στην Αυστραλία, αλλά και στην Ινδία, όχι όμως και στην Ελλάδα. Άρα, πώς θα μπορούσε να μιλάει ελληνικά;
     Το επόμενο πράγμα που σκέφτηκε να κάνει, φυσικά, η Πίπη, ύστερα από τα αποκαλυπτήρια, ήταν να φωτογραφίσει και το αγνώστου πατρός έκθετο της Χώρας της μπροστινής βεράντας. Και η φωτογραφία "έδειξε", πέραν πάσης αμφιβολίας, το όνομα, τόσο του έκθετου, όσο και του άστοργου, μπερμπάντη, πατέρα: Ailanthus altissima, δηλαδή, Αείλανθος ο υψηλότατος, ή αλλιώς, βρωμοκαρυδιά, βρωμόδεντρο, ή βρωμούσα, πολύ κολακευτικά ονόματα όλα, το δίχως άλλο. Με καταγωγή από την Κίνα, δεν φαίνεται και τόσο περίεργο που εξαπλώνεται τόσο ευρέως και τόσο γρήγορα... Και τώρα η Πίπη ανησυχεί λίγο, μήπως η μικρή βρωμοκαρυδιά καταλάβει τη Χώρα της μπροστινής βεράντας, και έχει το νήπιο υπό επιτήρηση...
     Έτσι, απλά και - τελικά - εύκολα η αναζήτηση του ονόματος των δύο άγνωστων φυτών έφτασε στο τέλος της και η Πίπη, από εδώ και πέρα, μπορεί να κοιμάται ήσυχη. Και, φυσικά, δεν χρειάζεται να πούμε ότι, ανεξάρτητα από το μέλλον των φυτών στις Χώρες των δύο βεραντών, η εφαρμογή έχει ρίξει άγκυρα στο κινητό της και έχει αράξει εκεί για τα καλά...

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2020

Αγνώστου πατρός

    

     Μεγάλες στιγμές έζησε η Χώρα της μπροστινής βεράντας, στιγμές λατινοαμερικάνικης σαπουνόπερας, με άστοργους πατεράδες και κλαψιάρικα, νόθα παιδιά. Θα θυμάστε, βέβαια, το μικρό έκθετο βρέφος, που η Πίπη ανακάλυψε να κλαίει δίπλα στο γιασεμί, καθώς και τον ντόρο που ξεσήκωσε η ύπαρξη ενός νόθου βρέφους στη χώρα. Το γιασεμί, παρά την ύποπτη ομοιότητά του με το έκθετο, αρνήθηκε από την πρώτη στιγμή την οποιαδήποτε σχέση μαζί του, κάτι που δεν απέτρεψε τα κουτσομπολιά περί έκλυτου βίου.
     Βέβαια, κάποιοι έδωσαν δίκιο στο γιασεμί, αμφισβητώντας την πατρότητα που του απέδωσε η Πίπη, και η αλήθεια είναι ότι το βρέφος, από την στιγμή που τοποθετήθηκε στη δική του γλάστρα, άρχισε να αναπτύσσεται με τρόπο που ενίσχυσε τις αμφιβολίες για τον πραγματικό "ένοχο". Η Πίπη είδε ότι το μικρό άρχιζε να μην μοιάζει και τόσο στο γιασεμί, όλοι το είδαν, δηλαδή, και τα στόματα άρχισαν να κλείνουν μέρα με τη μέρα. Δεν άργησαν όμως να ξανανοίξουν, αυτή τη φορά με νέα ερωτήματα: αν ο πατέρας του έκθετου δεν ήταν το γιασεμί, τότε ποιος ήταν;


     Την ίδια απορία είχε και η Πίπη, η οποία αποφάσισε να αναλάβει δράση. Και δωσ'του η Πίπη να παίρνει τις ρούγες, και δωσ'του να κοιτάζει όποιο φυτό, θάμνο ή δέντρο συναντούσε, στα φύλλα... Και όχι μόνο να κοιτάζει τα φύλλα, αλλά και να τα φωτογραφίζει κιόλας! Πολλοί θα ήταν, σίγουρα, αυτοί που την πέρασαν για τρελλή, τόσα ήξεραν όμως κι εκείνοι...
     Και εκεί που η Πίπη είχε αρχίσει να χάνει τις ελπίδες της για τον εντοπισμό του αλητήριου πατέρα, είχε μια απρόσμενη συνάντηση, δηλαδή, όχι ακριβώς... Συγκεκριμένα, έζησε μία από εκείνες τις μαγικές στιγμές, που κάτι που το έβλεπες κάθε μέρα και δεν του έδινες και τόση σημασία, ξαφνικά το βλέπεις με άλλο μάτι.
     Μια μέρα που επέστρεφε από άλλη μία εξόρμηση προς ανεύρεση του άστοργου πατρός, η Πίπη βρέθηκε σε ένα μαιευτήριο δέντρων. Βρέφη διαφόρων ηλικιών χουζούρευαν, κάτω από το μεσημεριάτικο ήλιο, και ήταν όλα τόσο χαριτωμένα!



      Και εκεί που η Πίπη περνούσε καθημερινά δίπλα από το μαιευτήριο και δεν έδινε την παραμικρή σημασία στα χαριτωμένα εκείνα βρέφη, αυτή τη φορά πρόσεξε ότι εκτός από χαριτωμένα, τα μικρά, τσαχπίνικα, βρέφη είχαν και μια εντυπωσιακή ομοιότητα με το μικρό έκθετο της Χώρας της μπροστινής βεράντας! Και τι ήταν αυτό το μικρό φυντανάκι, εκεί επάνω αριστερά; Ολόιδιο με το έκθετο! Η Πίπη είχε πετύχει διάνα. 


      Οι πατεράδες των βρεφών καμάρωναν εκεί παραδίπλα και η Πίπη, επιτέλους, ανακάλυψε ποιος ήταν ο πατέρας του μικρού έκθετου. Όπως το φανταζόταν. Ήταν ένας από εκείνους τους σκληροτράχηλους - ή όχι και τόσο - καουμπόηδες, που φυτρώνουν παντού και δεν το κουνάνε ρούπι, και που είναι τόσο ξετσίπωτοι ώστε να σπέρνουν παιδιά με τη μεγαλύτερη ευκολία, λες και έχουν πάρει το καρπεροβότανο!


     Τα νέα διαδόθηκαν αμέσως στη Χώρα της μπροστινής βεράντας, και το γιασεμί σαν να ψήλωσε δέκα πόντους. Εννοείται πως απαίτησε από όλους τους κατοίκους της χώρας να του ζητήσουν συγγνώμη που το αμφισβήτησαν, μέχρι και από την Πίπη ζήτησε ικανοποίηση. Αλλά αφού λύθηκε η παρεξήγηση με το γιασεμί, τα κουτσομπολιά στη χώρα άρχισαν και πάλι να δυναμώνουν, σαν το ελαφρύ αεράκι που προηγείται της καταιγίδας. Ναι, ο πατέρας δεν ήταν το γιασεμί, ναι, ο πατέρας είχε εντοπιστεί, αλλά ήταν σίγουρα αυτός; 


     Ή μήπως ήταν εκείνος ο άλλος, ο ψηλός;
 
     
     Τόσοι γείτονες σε αυτό το σύμπαν και όλοι στην αναπαραγωγική τους ηλικία!


     Και τώρα η Πίπη κοιτάζει με καχυποψία όλους τους γείτονες, και ούτε μπορεί να προσποιηθεί ότι δεν τους βλέπει, ο τόπος είναι γεμάτος! Και εκείνοι συνεχίζουν να σφυρίζουν αδιάφορα, όποτε περνάει από δίπλα. Μα, τόση αναισθησία πια;


Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Εφτά χρόνια και εφτά μέρες (και μια ιστορία)

   

     - Δεκαεφτά! είπε ο Σοφός.
     - Δεκαπέντε, είπε ο Ντροπαλός.
     - Δεκαέξι, είπε ο Γκρινιάρης, φτου, να πάρει!
     - Δεκαπέντε, είπε ο Συναχωμένος, αψού!
     - Δεκαέξι, είπε ο Υπναράς και χασμουρήθηκε.
     - Δεκαέξι και εγώ, είπε ο Χαρούμενος.
     - Εβδομήντα πέντε! είπε ο Χαζούλης. Κέρδισα!
     - Εβδομήντα πέντε; φώναξαν οι υπόλοιποι έξι.
     - Εβδομήντα έξι! είπε ο Χαζούλης.
     - Τι μετράς; τον ρώτησε ο Γκρινιάρης.
     - Σουτ! Με μπέρδεψες και έχασα το μέτρημα, είπε ο Χαζούλης. Τώρα πρέπει να ξεκινήσω από την αρχή...
     - Τι μετράς; ρώτησε και ο Σοφός.
     - Βρε παιδιά, είπε ο Χαρούμενος, αυτός μετράει τον σφυγμό του! Θα γελάσω, δεν μπορώ να κρατηθώ!
     - Αν γελάσεις, χάνεις έναν πόντο, είπε ο Σοφός.
     - Μα είναι πολύ αστείο! είπε ο Χαρούμενος και έσκασε στα γέλια.
     - Ένας πόντος μείον για το Χαρούμενο, είπε ο Σοφός και τράβηξε μία γραμμή σε ένα μικρό τετραδιάκι.
     - Ο Χαζούλης είναι εκτός, είπε ο Γκρινιάρης.
     - Γιατί; ρώτησε ο Χαζούλης. Αχ, πάλι έχασα το μέτρημα!
     - Χαζούλη μου, είπαμε ότι θα παίξουμε Πιεσόμετρο, όχι Ταχυπαλμία, είπε ο Σοφός.
     - Ο Χαζούλης δεν ξέρει να παίζει, είπε ο Υπναράς. Και προχθές που κρατούσαμε την αναπνοή μας, εκείνος έκανε μπουρμπουλήθρες με το καλαμάκι.
     - Εσείς δεν ξέρετε να παίζετε, είπε ο Χαζούλης. Όλο Πιεσόμετρο παίζουμε, καταντάει βαρετό!
     - Το Πιεσόμετρο είναι μια χαρά παιχνίδι, είπε ο Γκρινιάρης.
     - Ναι, επειδή τις περισσότερες φορές κερδίζεις εσύ.
     - Εσείς φταίτε, που μου ανεβάζετε την πίεση. Αν την ξαναμετρήσω τώρα, σίγουρα θα είμαι πρώτος!
     - Δεν επιτρέπεται δεύτερη μέτρηση στη διάρκεια της ίδιας παρτίδας, είπε ο Σοφός.
     - Θέλεις να πεις ότι σου ανεβάζω την πίεση; ρώτησε ο Χαζούλης.
    - Για Χαζός, μια χαρά το κατάλαβες!
     - Παιδιά, είπε ο Ντροπαλός, μη μαλώνετε, ας παίξουμε κάτι άλλο...
     - Εντάξει, λοιπόν, είπε ο Χαζούλης, εγώ δεν παίζω άλλο, βαρέθηκα.
     - Μα το Πιεσόμετρο παίζεται με εφτά παίχτες, είπε ο Χαρούμενος.
     - Δεν πειράζει, να βρείτε άλλο, να παίζεται με έξι.
     - Σιγά μη δεν βρούμε! είπε ο Γκρινιάρης.
     - Αν συνεχίσεις έτσι, θα χάσεις πόντο, είπε ο Σοφός.
     - Καλά, είπε ο Γκρινιάρης και κατέβασε κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα.
     - Εδώ που τα λέμε, είπε ο Σοφός, ένα δίκιο το έχει ο Χαζούλης. Είναι βαρετό να παίζουμε συνέχεια Πιεσόμετρο. 
     - Θέλετε να φτιάξουμε κανένα παζλ; πρότεινε δειλά ο Ντροπαλός.
     - Να το φτιάξεις μόνος σου το παζλ! είπε ο Γκρινιάρης.
     - Ένας πόντος μείον από τον Γκρινιάρη, είπε ο Σοφός.
     - Σκασίλα μου! είπε ο Γκρινιάρης.
     - Δύο πόντοι μείον, είπε ο Σοφός.
     - Να πάμε σε κανένα λούνα παρκ; είπε ο Υπναράς.
     - Μόνο στον ύπνο σου! είπε ο Γκρινιάρης.
     - Τρεις πόντοι μείον, είπε ο Σοφός.
     - Δεν παίζω άλλο, είπε ο Γκρινιάρης.
     - Τα λούνα παρκ είναι κλειστά τέτοια ώρα, Υπναρά μου, είπε ο Σοφός. Δεν βλέπεις ότι έξω έχει σκοτεινιάσει;
     - Άσε που αν βγούμε έξω τέτοια ώρα, θα αρπάξουμε κανένα κρύωμα, είπε ο Συναχωμένος.
     - Θα ντυθούμε καλά, είπε ο Υπναράς και χασμουρήθηκε.
     - Τι εννοείς, ρώτησε ο Χαρούμενος, ότι θα βάλουμε τις καλές μας τις πυτζάμες;
     - Χαρούμενε! είπε ο Σοφός.
     Ο Υπναράς κοιτάχτηκε.
     - Α, ναι, φοράω τις πυτζάμες μου, είπε, το είχα ξεχάσει! Αλλά, και πάλι, θα μπορούσα να τις βγάλω και να βάλω κάτι άλλο...
     - Δεν χρειάζεται να βάλουμε κάτι άλλο, τέτοια ώρα, είπε ο Σοφός. Έτσι κι αλλιώς, όπως σου είπα, τα λούνα παρκ είναι κλειστά.
     - Κρίμα, είπε ο Υπναράς.
     - Καλύτερα, είπε ο Γκρινιάρης. Θέλετε να μας μαζεύουν με τα κουταλάκια, στην ηλικία μας να τρέχουμε στα λούνα παρκ;
     - Όλο την καταστροφή φέρνεις εσύ, είπε ο Υπναράς και χασμουρήθηκε.
     - Ένα δίκιο το έχει ο Γκρινιάρης, είπε ο Σοφός.
     - Πολλά δίκια έχω... είπε ο Γκρινιάρης.
     Ο Σοφός έπιασε ξανά στα χέρια του το τετραδιάκι.
     - … αλλά πού να τα βρω; είπε πιο χαμηλόφωνα.
     Ο Σοφός ξανάφησε το τετραδιάκι επάνω στο τραπέζι με τα πιεσόμετρα.
     - Νιώθετε μια ψύχρα; ρώτησε ο Συναχωμένος.
     - Όχι, είπε ο Χαρούμενος.
     - Θέλετε να παίξουμε Θερμόμετρο, για αλλαγή;
     - Πάλι; Προχθές παίξαμε και κέρδισες, είπε ο Γκρινιάρης.
     - Εσύ έτσι κι αλλιώς δεν παίζεις.
     - Ναι, αλλά μπορώ να λέω την γνώμη μου!
     - Αν είναι στριμμένη, σαν κι εσένα, να μην την λες, αψού!
     - Παιδιά, ήρεμα! είπε ο Σοφός. Θέλετε να παίξουμε παντομίμα;
     - Δεν έχω δει πιο χαζό παιχνίδι, είπε ο Γκρινιάρης.
     - Εσένα μόνο το Πιεσόμετρο σου αρέσει, είπε ο Χαζούλης.
     - Εσένα δε σου μιλάω.
     - Πάντως, και το παζλ ήταν καλή ιδέα, είπε δειλά ο Ντροπαλός.
     - Πάω για ύπνο, είπε ο Υπναράς. Δεν μου αρέσει ούτε το Πιεσόμετρο, ούτε τα παζλ, μου φέρνουν νύσταααααα... Μόνο τα λούνα παρκ μου αρέσουν, αλλά αφού είναι κλειστάαααα...
     Ο Υπναράς έφυγε από το δωμάτιο.
     - Καλά που έφυγε, είπε ο Γκρινιάρης, παρά τρίχα να μας κολλήσει, με τόσο χασμουρητό. 
     - Εγώ πείνασα, είπε ο Χαρούμενος. Θέλει κανείς να παραγγείλουμε πίτσα;
     - Πίτσα βραδυάτικα; Θέλεις να μας ανεβάσεις κι άλλο την πίεση; είπε ο Γκρινιάρης. Αφού δεν παίζουμε Πιεσόμετρο!
     - Εγώ θέλω παγωτό, είπε ο Χαζούλης.
     - Εσύ μέτρα τον σφυγμό σου!
     - Πάω κι εγώ για ύπνο, βαρέθηκα, είπε ο Ντροπαλός. Καληνύχτα!
     - Δε θα φάμε, δηλαδή; ρώτησε ο Χαζούλης.
     - Πόσοι μείναμε; ρώτησε ο Σοφός.
     - Τέσσερεις, είπε ο Χαρούμενος.
     - Τρεις, είπε ο Συναχωμένος, εμένα μη με υπολογίζετε... Αψού! Μου φαίνεται πως κρύωσα. Πάω να ζεστάνω νερό για τη θερμοφόρα και ύστερα θα πέσω για ύπνο... Ίσως πάρω και ένα αντιπυρετικό, νομίζω πως έχω κρυάδες, σίγουρα εσείς δεν την νιώθετε την ψύχρα;
     - Και το κινέζικο μου αρέσει, είπε ο Χαζούλης. Θέλετε να παραγγείλουμε κινέζικο;
     - Φάε κανένα γιαούρτι, που μου θέλεις και κινέζικο! είπε ο Γκρινιάρης. Πού να τρέχει ο ντελιβεράς βραδυάτικα μέσα στο δάσος, σύνελθε! 
     - Ένας πόντος μείον για τον Γκρινιάρη, είπε ο Σοφός.
     - Ώχου, πια, κι εσύ με τους πόντους σου! είπε ο Γκρινιάρης. Σας βαρέθηκα όλους! Πάω στο δωμάτιό μου και να μη με ενοχλήσει κανείς!
     - Βρήκα μια τσίχλα! είπε ο Χαζούλης. Γιούπι!
     - Κοίτα μην ξεχαστείς πάλι και την καταπιείς, σαν την άλλη φορά, είπε ο Χαρούμενος. Τι θέλεις να παίξουμε, Σοφέ;
     - Θέλεις να παίξουμε σκάκι;
     - Πώς θα παίξουμε σκάκι, που λείπουν τρία πιόνια;
     - Α, ναι, σωστά... Τότε, αναγκαστικά, ας παίξουμε χαρτιά...
     - Πού είναι η τράπουλα;
     - Δεν είναι στη θέση της;
     - Όχι, δεν την βρίσκω.
     - Είδε κανείς την τράπουλα;
     - Εγώ την είδα! είπε ο Χαζούλης.
     - Πού είναι;
     - Δεν ξέρω.
     - Πώς δεν ξέρεις; Αφού είπες πως την είδες!
     - Την είδα την προηγούμενη βδομάδα, που την κρατούσες εσύ όταν παίζαμε Μουντζούρη. Γιατί δεν παίζουμε Μουντζούρη, που έχει πλάκα; Για εφτά παίχτες είναι και ο Μουντζούρης;
     - Σήμερα, την είδες;
     - Ποια;
     - Την τράπουλα. Σήμερα, την είδες την τράπουλα;
     - Σήμερα όχι.
     - Ε, τότε δεν βοηθάς.
     - Σήμερα είδα το ζάρι.
     - Το ζάρι δεν μας κάνει.
     - Είδα και το άλλο ζάρι. Ήταν παρέα. Θέλετε να παίξουμε κάτι με ζάρια;
     - Όχι.
     - Α, μου φαίνεται ότι έχετε αρχίσει να μοιάζετε στον Γκρινιάρη... Πού πήγε η τσίχλα μου;
     - Πάλι την κατάπιες;
     - Α, βρήκα ένα πιόνι από σκάκι!
     - Δώσ'το μου, είπε ο Χαρούμενος.
     - Τι θα πάθω τώρα, που κατάπια την τσίχλα;
     - Θα κολλήσει το στομάχι σου και δεν θα μπορείς να φας.
     - Χαρούμενε! είπε ο Σοφός.
     - Ούτε παγωτό;
     - Ούτε παγωτό.
     - Ούτε πίτσα;
     - Ούτε πίτσα.
     - Ούτε άλλη τσίχλα;
     - Αχ, ούτε άλλη τσίχλα, αλλά αν πας να κοιμηθείς τώρα αμέσως, ίσως μπορέσεις και γίνεις καλά.
     - Να πάω για ύπνο, τότε...
     - Να πας.
     - Και αύριο θα μπορώ να φάω;
     - Θα μπορείς.
     - Και παγωτό;
     - Ωχ, Θεέ μου, ναι, και παγωτό, και πίτσα, και άλλες τσίχλες, και μανιτάρια, και τα νύχια σου, και τα πάντα...
     - Χαρούμενε! είπε ο Σοφός και έπιασε το τετραδιάκι.
     - … αλλά πήγαινε τώρα, να προλάβεις, εντάξει;
     - Εντάξει.
     - Καληνύχτα, Χαζούλη.
     - Καληνύχτα, Σοφέ. Καληνύχτα, Χαρούμενε.
     - Καληνύχτα!
     Ο Σοφός και ο Χαρούμενος έμειναν μόνοι τους στο δωμάτιο.
     - Ώρες-ώρες τον καταλαβαίνω τον Γκρινιάρη, είπε ο Χαρούμενος.
     - Αγάπα το φίλο σου με τα ελαττώματά του, είπε ο Σοφός.
     - Τι λες να κάνουμε, τελικά;
     - Δεν πάμε κι εμείς για ύπνο; Όλη αυτή η ένταση με κούρασε. 
     - Νωρίς δεν είναι;
     - Ε, δεν είναι και τόσο νωρίς, περασμένα μεσάνυχτα... Εξάλλου, αφού δεν έχουμε τι να παίξουμε...
     - Ναι, δίκιο έχεις, ας πάμε, και αύριο θα ψάξω για την τράπουλα. Δεν μπορεί να χάθηκε έτσι.
     - Τι μέρα είναι σήμερα;
     - Δε θυμάμαι, έχει σημασία;
     - Για κοίτα το ημερολόγιο.
     - Τριάντα Μαΐου, λέει.
     - Παρά τρίχα να το ξεχάσω! Έχει αγενέθλια η Οξεία Γλωσσοπάθεια σήμερα.
     - Σοβαρά;
     - Ναι. Κλείνει τα εφτά χρόνια και τις εφτά ημέρες.
     - Πέρασε κιόλας τόσος καιρός;
     - Είδες τι γρήγορα που περνάει; Θυμήσου το πρωί να στείλουμε μια ευχετήρια κάρτα.
     - Εντάξει. Θα το θυμηθώ, αλλά, για καλό και για κακό, θα το σημειώσω κιόλας.
     - Να το σημειώσεις. Καληνύχτα, Χαρούμενε.
     - Καληνύχτα, Σοφέ. Όνειρα γλυκά.
    Στο μικρό σπιτάκι των νάνων άρχισαν να σβήνουν και τα τελευταία φώτα. Και προτού το σπιτάκι βυθιστεί εντελώς στο σκοτάδι, ο Χαρούμενος σημείωσε τη λέξη "κάρτα" στο μικρό του σημειωματάριο και το έβαλε στο κομοδίνο του, δίπλα από το ποτήρι με το νερό, όπου η χαμογελαστή του μασέλα έπαιρνε το νυχτερινό της μπάνιο...

Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

Όσα φέρνει μία μέρα

      Μυστήρια πράγματα συμβαίνουν στον κόσμο, και ακόμα πιο μυστήρια στον κόσμο της Πίπης. Τόσο μυστήρια, που όποιος τα ακούσει μπορεί μέχρι και να αμφιβάλλει. Όμως η αλήθεια είναι αλήθεια, όσο απίστευτη και αν φαίνεται. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
     Ήταν αρχές φθινοπώρου, και συγκεκριμένα αρχές του περασμένου φθινοπώρου, όταν η Πίπη μπήκε σε ένα πλοίο. Και αυτό το πλοίο, όπως γίνεται συνήθως με τα πλοία, πήγαινε σε ένα νησί, ένα νησί μικρό και όμορφο, με κάτασπρα σπίτια και, πολύ σημαντικό και αυτό, πεντανόστιμο φαγητό. Η Πίπη πέρασε πολύ ωραία, επισκέφτηκε αξιοθέατα, γνώρισε παραλίες με χρυσόσκονη στη θέση της άμμου, δοκίμασε διάφορες νοστιμιές, και όταν έφτασε η ώρα να φύγει, ήταν εντελώς σίγουρη ότι θα ήθελε να ξαναγυρίσει.
     Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα πράγματα που είδε, υπήρχε ένα δέντρο με πλούσιο φύλλωμα και καρπούς σαν διάφανα κινέζικα φαναράκια, το οποίο δεν θυμόταν να είχε δει πουθενά αλλού. Όπως ήταν λογικό, ρώτησε το όνομά του, αλλά η απάντηση που έλαβε δεν την ικανοποίησε καθόλου. "Δεν ξέρω", ήταν η απάντηση.
     Όμως η Πίπη δεν πτοείται από κάτι τέτοιο. Έτσι, όταν έφτασε η ώρα να αφήσει το όμορφο νησί για να επιστρέψει στην καθημερινότητά της, ζήτησε από την κυρία που είχε το δέντρο στον κήπο της να της δώσει σπόρο, το οποίο και η κυρία έκανε με μεγάλη χαρά.
      Και η Πίπη γύρισε με τις αποσκευές της γεμάτες ρούχα για πλύσιμο, αναμνηστικά και ένα σακουλάκι με σπόρους από το δέντρο χωρίς όνομα. Είχε ήδη σχηματιστεί στο μυαλό της μία πολύ συγκεκριμένη ιδέα: να σπείρει ένα τέτοιο δέντρο και να το τοποθετήσει στη μία γωνία της Χώρας της Πίσω Βεράντας, εκεί που αρχικά σκόπευε να τοποθετήσει ένα δεντρολίβανο - σκέψη που είχε ατυχήσει, καθώς το δεντρολίβανο είχε αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο στο άνθος της ηλικίας του, χτυπημένο από κάποια ανίατη ασθένεια.
     Όσοι ασχολούνται, έστω και λίγο, με την κηπουρική, θα ξέρουν ότι όλα - όπως ο κολιός - έχουν τον καιρό τους. Ο καιρός για τις σπορές είναι αμέσως μετά το χειμώνα, οπότε όταν έφτασε ο Φεβρουάριος, η Πίπη ετοίμασε μια μεγαλούτσικη γλάστρα, πήρε τέσσερεις στρουμπουλούς σπόρους, τους τοποθέτησε τρυφερά μέσα στην γλάστρα, και ύστερα τους σκέπασε με χώμα. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου, σκέφτηκε η Πίπη.
     Έκτοτε, κάθε φορά που πλησίαζε την γλάστρα, η Πίπη προσπαθούσε επίμονα να διακρίνει κάποιο φυντανάκι να ξεπροβάλλει δειλά, ή και θρασύτατα - δεν θα κολλήσουμε σε αυτό - μέσα από το χώμα. Έφυγε ο Φεβρουάριος, ήρθε ο Μάρτιος, ήρθε και ο κορονοϊός, έφυγε και ο Μάρτιος, έφυγε και ο Απρίλιος, παρά τρίχα να φύγει και ο κορονοϊός, ήρθε και ο Μάιος... Η Πίπη άρχισε να πιστεύει στα σοβαρά ότι το εγχείρημα είχε αποτύχει.
     Ευτυχώς, είχε πάρει μαζί της αρκετούς σπόρους. Και παρ'όλο που η εποχή της σποράς μάλλον είχε περάσει ανεπιστρεπτί, η Πίπη έκανε και δεύτερη απόπειρα, αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας άδεια τσόφλια αυγών αντί για γλάστρες. Τώρα, εκτός από την γλάστρα, επιθεωρούσε και τα τσόφλια των αυγών. Αλλά δεν υπήρξε καμία αλλαγή.
     Ούτε εχθές το βράδυ υπήρχε καμία αλλαγή. Η Πίπη πότισε κανονικά, έλεγξε την γλάστρα, την βρήκε πεισματικά αδειανή, έλεγξε και τα τσόφλια, άδεια και αυτά, έλεγξε και το μικρό έκθετο - αυτό, τουλάχιστον, είχε καρδαμώσει και αναπτυσσόταν μια χαρά. 
     - Από ό,τι φαίνεται, σκέφτηκε η Πίπη, τζάμπα παιδεύομαι. Κάτι θα έπρεπε να έχει ξεμυτίσει μέχρι τώρα.
     Και ήρθε η σημερινή μέρα, μια μέρα που έμοιαζε αρκετά με την χθεσινή, και η Πίπη πήγε στη δουλειά, και αφού σχόλασε και γύρισε στο σπίτι της, και αφού τελείωσε με τις απολυμάνσεις και τα τοιαύτα, άρχισε να ανοίγει τα παράθυρα. Και τότε ήταν που η Πίπη διαπίστωσε ότι, τελικά, η σημερινή μέρα δεν έμοιαζε και τόσο με την χθεσινή και ότι κάτι είχε αλλάξει στη Χώρα της Πίσω Βεράντας: στην γλάστρα υπήρχαν, όχι ένα, όχι δύο, όχι τρία, αλλά τέσσερα ολόκληρα φυτά!
     Πότε έγινε αυτό το θαύμα, και πώς; Να φταίει η ζέστη του Μαΐου; Να πέρασε από τη Χώρα της Πίσω Βεράντας καμιά νεράιδα; Ή, μήπως, να πρόκειται για σπόρους μαγικούς, με υπερφυσικές ικανότητες, που μεγαλώνουν σαν τη μαγική φασολιά του Τζακ;
     Πόσα φέρνει μία μέρα, τέλος πάντων;

Σάββατο, 9 Μαΐου 2020

Εργασία με προθεσμία


     Από πέρυσι το καλοκαίρι η Πίπη είχε ένα πρόβλημα, ένα πρόβλημα που ελάχιστοι γνώριζαν και πολύ λιγότεροι υποπτεύονταν. Το πρόβλημα αυτό άκουγε στο όνομα Λάπτοπ, και ήταν ένα πιστό σκυλί που έκανε παρέα στην Πίπη εφτά ολόκληρα χρόνια. Η Πίπη και ο Λάπτοπ ήταν σχεδόν αχώριστοι και περνούσαν πάντα καλά.
     Έλα, όμως, που και τα πιστά σκυλιά κάποτε αρρωσταίνουν. Ήρθε, λοιπόν, και η σειρά του Λάπτοπ να αρρωστήσει, και μάλιστα με τρόπο που πολύ δυσκόλεψε τη φίλη μας, την Πίπη. Συγκεκριμένα, όταν η Πίπη του πετούσε το κλαδάκι προς το ίντερνετ και του έλεγε «Τρέξε, Λάπτοπ, τρέξε!», ο Λάπτοπ έκανε να τρέξει, αλλά μετά σταματούσε. Κάποιες φορές, βέβαια, το έφερνε πίσω το κλαδί, αλλά άλλες φορές καθόταν στα δύο πόδια και απλώς την κοιτούσε.
     Ρώτησε, λοιπόν, η Πίπη και έμαθε και κατάλαβε ότι ο Λάπτοπ είχε αρρωστήσει από μία ιδιαίτερη αρρώστια, που λεγόταν «κάρτα σύνδεσης με το ίντερνετ» και γι’αυτό είχε πρόβλημα να φέρει το κλαδί από εκεί. Ζύγισε τα υπέρ και τα κατά, συνυπολόγισε και το γεγονός ότι ο Λάπτοπ είχε εκπαιδευτεί σε περιβάλλον Windows XP Home edition και όταν της δόθηκε η ευκαιρία να τον μετεκπαιδεύσει σε περιβάλλον Windows 10 εκείνη το είχε αμελήσει, και κατέληξε στο ότι χρειαζόταν νέο κατοικίδιο. Και επειδή ο Λάπτοπ ήταν και εμβολιασμένος για έναν χρόνο, μαζί με τα άλλα κατοικίδια του σπιτιού, το τάμπλετ και το κινητό, η Πίπη αποφάσισε να αγοράσει νέο κατοικίδιο, όταν θα έληγε ο εμβολιασμός.
     Στο μεταξύ θα κάλυπτε το κενό της σύνδεσης στο ίντερνετ με το κινητό, αλλά ίδιο κατοικίδιο είναι το κινητό με το Λάπτοπ; Καμία σχέση.
     Και ο καιρός περνούσε και ήρθε το φθινόπωρο, και ήρθε και ο χειμώνας, και μετά ήρθε και η άνοιξη. Και φυσικά ήρθε και ο κορονοϊός, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Και ήρθε ο καιρός να αποκτηθεί το νέο κατοικίδιο. Και, επιτέλους, η Πίπη απόκτησε ένα νέο κατοικίδιο, που επίσης το ονόμασε Λάπτοπ – μα καμία φαντασία αυτό το παιδί; –, και που όταν η Πίπη του λέει «Τρέξε, Λάπτοπ, τρέξε!», εκείνο τρέχει και το φέρνει το κλαδί, όπου και να το έχει πετάξει η Πίπη.
     Αποκαταστάθηκε, τουτέστιν, η κανονικότητα στο σπίτι της Πίπης, και όλα βρήκαν το ρυθμό τους. Και προχθές, τι έλαβε η Πίπη; Ένα μέιλ!
     Αλλά το μέιλ δεν ήταν ένα συνηθισμένο μέιλ, δεν ήταν από την εφορία, δεν ήταν από τράπεζα, δεν ήταν ενημερωτικό, δεν ήταν διαφημιστικό, ούτε δυσφημιστικό ήταν, ήταν ένα μέιλ από την ανηψοβαφτιστήρα της. Και το άνοιξε το μέιλ η Πίπη για να το διαβάσει, αλλά δεν κατάλαβε τίποτα, ίσως επειδή δεν έχει πάει προνήπιο. Κάλεσε, λοιπόν, στο τηλέφωνο, την ανηψοβαφτιστήρα, και εκείνη της εξήγησε ότι θα έπρεπε να ενώσει τις γραμμές και να φτιάξει τα σχήματα, και ύστερα θα έπρεπε να τα ζωγραφίσει, αλλά θα έπρεπε να προσέχει για να μείνει μέσα στις γραμμές. Ιδιαίτερα αυτό το τελευταίο ήταν πολύ σημαντικό, από ό,τι κατάλαβε η Πίπη.
     «Ρώτα την αδερφή σου να σου εξηγήσει», είπε η ανηψοβαφτιστήρα στην Πίπη και απομακρύνθηκε από το τηλέφωνο, αφού είχε ήδη πει αυτά που ήθελε. Και αμέσως μετά γύρισε και είπε στην Πίπη, λίγο ενοχλημένη που η Πίπη ίσως να μην είχε καταλάβει ακόμα τι έπρεπε να κάνει: «Μα αφού σου έγραψα οδηγίες από κάτω!».
     Και τώρα η Πίπη πρέπει να διαβάσει προσεκτικά τις οδηγίες και να κάνει την εργασία σωστά, προτού περάσουν χίλιες μέρες, αφού η ανηψοβαφτιστήρα της ζήτησε συγκεκριμένα, αφού τελειώσει τη δουλειά που της ανατέθηκε, να της την παραδώσει ιδιοχείρως προτού περάσουν χίλιες μέρες.
     Ας ελπίσουμε να προλάβει την προθεσμία.
    

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

Ταπεινό και καταφρονεμένο

     Ο καιρός ήταν πολύ καλός. Ο ήλιος έλαμπε στον καταγάλανο ουρανό, ένα απαλό αεράκι φυσούσε, και η μέρα προοιωνιζόταν ιδιαίτερα ανοιξιάτικη. Με άλλα λόγια: μέρα κατάλληλη για επίσκεψη στη Χώρα της μπροστινής βεράντας.
     Βέβαια, μία επίσκεψη σε μία χώρα σαν αυτήν της μπροστινής βεράντας, δεν είναι πάντα ακριβώς αυτό που περιμένεις. Η Πίπη διαπίστωσε ότι η βρωμιά, που επίσης επισκεπτόταν τακτικά τη χώρα αυτή, είχε συνάψει ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τους κατοίκους και είχε γίνει αδελφοποιτή, τόσο με τα κάγκελα όσο και με τα μάρμαρα. Τελικά, δεν ήταν διόλου τυχαίο που το κανονικό της όνομα ήταν Βενζάν Μαζουτιάν. Αρμένισσα, το δίχως άλλο! Αρμένισσα αυτή, αρμένικη κι η βίζιτά της!
Δυστυχώς, η μάχη ήταν μονόδρομος και η Πίπη οπλίστηκε με σφουγγάρια και καθαριστικά, προκειμένου να εκδιώξει την βρωμιά, η οποία είχε στρογγυλοκαθήσει επάνω στα κάγκελα και στα μάρμαρα, και λιαζόταν σαν γνήσιος απόγονος της πρωταρχικής συμπαντικής σκόνης. Μία επιθεώρηση και στη Χώρα της πίσω βεράντας επιβεβαίωσε τους φόβους της Πίπης, ότι η βρωμιά είχε επεκταθεί και εκεί.
     Η Πίπη επιδόθηκε στον καθαρισμό με μεγάλη επιμονή, και ο εχθρός τράπηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε άτακτη φυγή. Τα κάγκελα άστραψαν ξανά, και τα μάρμαρα έλαμψαν επίσης. Η Πίπη ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση, παρ’όλο που ήξερε πολύ καλά ότι ένας τέτοιος εχθρός πάντα επανακάμπτει δριμύτερος. 
     Και εκεί που η Πίπη θαύμαζε το έργο των χεριών της, ακούστηκε ήχος από φτερά που χτυπούσαν τον αέρα. Κάποιο πουλί, προφανώς. Η Πίπη έστρεψε το βλέμμα της προς το καλώδιο της ΔΕΗ όπου είχε πετάξει το πουλί, περιμένοντας να δει κάποιο περιστέρι, όμως έκανε λάθος.
     Ήταν μία κίσσα και η – εντυπωσιασμένη, ομολογουμένως - Πίπη ετοιμάστηκε να της πιάσει την κουβέντα. Όμως η κίσσα αποδείχτηκε αρκετά σνομπ και όχι μόνο αγνόησε την Πίπη, αλλά και πέταξε επιδεικτικά λίγο πιο πέρα.
     Μια γάτα που πιθανώς λιμπίστηκε την κίσσα, άρχισε να την πλησιάζει προσεκτικά, αλλά η κίσσα την πήρε είδηση και πέταξε μακριά, αφήνοντάς την με ανοιχτό το στόμα.
     Για πολλοστή φορά η Πίπη μετάνιωσε που δεν είχε μαζί της τη φωτογραφική της μηχανή για να κρατήσει ένα ενθύμιο της σύντομης αυτής συνάντησης, αλλά καθώς σκεφτόταν την απογοήτευσή της, την προσοχή της τράβηξε ένα μωρό!
     - Ουά! έκανε το μωρό.
     - Τίνος είναι αυτό το μωρό; ρώτησε η Πίπη.
     - Πάντως όχι δικό μου, είπε το γεράνι ενοχλημένο. Φαίνεται, εξάλλου, δεν μου μοιάζει στο παραμικρό.
     -  Σε εσένα πάντως το άφησαν, σχολίασε η μπουκαμβίλια.
     - Ουά! έκανε το μωρό, σαν να συμφωνούσε.
     - Υπονοείς κάτι;
     - Δεν είσαι και κανένα υπόδειγμα αρετής, πετάχτηκε το αγιόκλημα.
     - Το ότι είμαι κοινωνικός δεν είναι έγκλημα.
     - Ιδιαίτερα κοινωνικός, θα έλεγα, είπε η μπουκαμβίλια. Δεν έχεις αφήσει πεταλουδίτσα για πεταλουδίτσα!
     - Ουά! έκανε το μωρό.
     - Με τις πεταλούδες το μόνο που με συνδέει είναι μια απλή φιλία.
     - Ναι, τώρα σε πιστέψαμε!
     - Θα αστειεύεστε, φυσικά! Υπήρχε ποτέ περίπτωση να συμβεί το ο,τιδήποτε με οποιαδήποτε πεταλούδα; Θα με αποκλήρωνε ο πατέρας μου, ποτέ του δε χώνεψε τις πεταλούδες!
     - Τέλος πάντων. Το γεγονός παραμένει ότι σε εσένα το άφησαν το μωρό, είπε το αγιόκλημα. Άρα, κάποια σχέση θα έχεις.
     - Ουά! Ουά!
     - Δεν είναι δικό μου, σας λέω! Και εσύ σταμάτα να κλαις, μου πήρες το κεφάλι!
     - Βρε, παιδιά, είπε και η Πίπη, που τόση ώρα προσπαθούσε να θυμηθεί ποιον της θύμιζε το μωρό, δεν σας θυμίζει κάποιον;
     - Τώρα που το κοιτάζω καλύτερα, νομίζω ότι μοιάζει λίγο στο αγιόκλημα…
     - Ντροπή σου και που το σκέφτηκες! είπε το αγιόκλημα. Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι δεν ασχολούμαι με έρωτες, τα ταπεινά ένστικτα τα έχω ξεπεράσει προ πολλού, στη ζωή μου υπάρχει χώρος μόνο για υψηλούς στόχους… εκτός, βέβαια, από τον καθημερινό μου αγώνα ενάντια στα αγριόχορτα που προσπαθούν συνέχεια να με στραγγαλίσουν… Είμαι εγώ για έρωτες;
     - Μα, βέβαια, είπε η Πίπη, το μωρό είναι ολόιδιο το γιασεμί, πώς δεν το πρόσεξα νωρίτερα;
     Όλοι κοίταξαν το γιασεμί, το οποίο είχε γυρισμένη την πλάτη του, λες και περίμενε να φανεί κάποιο πλοίο στην άκρη του ορίζοντα.
     - Ε, φώναξε η μπουκαμβίλια, δικό σου είναι το μωρό;
     - Ουά! έκανε το μωρό.
     Το γιασεμί δεν απάντησε.
     - Τι ρωτάτε; είπε το γεράνι. Είναι φως-φανάρι, η ομοιότητα είναι εκπληκτική, πώς δεν το καταλάβαμε νωρίτερα;
     - Καλά το έλεγα εγώ, ότι τα τόσα χαχανητά με τις μέλισσες δεν θα του έβγαιναν σε καλό… είπε το αγιόκλημα. Ορίστε, ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και ένα κλαψιάρικο μωρό που αναζητά τον πατέρα του!
     - Ουά! Ουά! Ουά!
     - Μάζεψε το μωρό σου, επιτέλους, μας έχει πάρει το κεφάλι! είπαν όλοι μαζί, αλλά το γιασεμί συνέχιζε να ατενίζει ατάραχο τον ορίζοντα.
     - Πρέπει να αναλάβεις τις ευθύνες σου, είπε η Πίπη στο γιασεμί. Δεν είναι σωστό να εγκαταλείπεις το παιδί σου!
     - Αρνούμαι να ασχοληθώ με ένα μωρό, για του οποίου την ύπαρξη ούτε καν ρωτήθηκα, είπε το γιασεμί βαριεστημένα. Εξάλλου, γιατί θα έπρεπε να είναι δικό μου αυτό το μωρό; Μήπως είμαι το μοναδικό γιασεμί στο σύμπαν που βρίσκεται σε αναπαραγωγική ηλικία;
     - Ναι, αλλά κάτι πρέπει να γίνει με αυτό το μωρό, είπε η Πίπη, όποιου κι αν είναι, δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι!
     - Εγώ, πάντως, δεν πρόκειται να το υιοθετήσω, είπε το γεράνι. Να το πάρεις και να το δώσεις για υιοθεσία αλλού. 
     - Μην κλαις, μικρό μου, είπε η Πίπη στο μωρό. Εγώ θα σε φροντίσω. Δεν πειράζει που το γεράνι δε σε θέλει, θα γλιτώσεις και την γκρίνια του, πότε με το ένα, πότε με το άλλο, δεν πειράζει που δε σε θέλει και το γιασεμί... Θα σου δώσω εγώ το δικό σου χώρο, και όταν μεγαλώσεις θα είσαι μια ομορφιά!
     Έτσι έγινε, και το μωρό τοποθετήθηκε σε δική του γλαστρούλα και σταμάτησαν τα κλάματα στη Χώρα της μπροστινής βεράντας.
     - Πολλοί μαζευόμαστε, είπε το γιασεμί και συνέχισε να ατενίζει τον ορίζοντα.