Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2021

Ματαιωθείσα εκδρομή



     - Βαρέθηκα! είπε η μπουκαμβίλια. 

     - Κι εγώ, είπε η γαρυφαλιά και αναστέναξε. 

     - Παίζουμε “ομοιοκαταληξία”; πρότεινε το γεράνι. 

     - Σιγά το παιχνίδι, είπε η γαρυφαλιά. 

     - Απορώ τι του βρίσκεις, είπε και η μπουκαμβίλια. 

     - Από τότε που έχασα τον κολλητό μου, δεν έχω κανέναν να παίξω, μουρμούρισε το γεράνι. 

     - Όχι πάλι γκρίνια! είπε και το αγιόκλημα. 

     - Βρε παιδιά, είπε το κλήμα, γιατί δεν πάμε μια εκδρομή να ξεσκάσουμε λίγο; 

     - Τι λες; τον σκούντηξε η τριανταφυλλιά η εκατοντάφυλλη. Πώς θα πάμε εκδρομή; 

     - Πάει, ξεκούτιανε αυτός, είπε το κυκλάμινο.  

     - Γιατί, βρε παιδιά, τι είπα; Να πάμε μια εκδρομή είπα, σιγά το έγκλημα, όλοι πάνε! 

     - Ε, όχι κι όλοι! είπε η τριανταφυλλιά η λευκή. 

     - Τα σπουργίτια όλο για τις εκδρομές τους μιλάνε! Για να μην πω για τα χελιδόνια... 

     - Μα εκείνα είναι πουλιά! 

     - Και είπα εγώ ότι είναι λουλούδια; 

     - Ναι, αλλά έχουν φτερά και πόδια... 

     - Το ότι δεν έχουμε φτερά και πόδια δε σημαίνει ότι δεν μπορούμε να πάμε μια εκδρομή... 

     - Δεν έχεις και άδικο, είπε το γιασεμί. Δεν πρέπει να αφήνουμε μία μικρή έλλειψη να ορίζει τη ζωή μας. 

     - Χάζεψες κι εσύ; είπε η μπουκαμβίλια. Μικρή έλλειψη το λες εσύ αυτό; 

     Και η μπουκαμβίλια σχεδόν χαστούκισε το γιασεμί με το ένα της κλαδί. 

     - Μη θυμώνεις, είπε το γιασεμί. Αυτό που εννοώ είναι ότι δεν πρέπει να απογοητευόμαστε. Μπορεί να υπάρχει λύση. Αν, για παράδειγμα, βοηθούσε ο αέρας, ίσως θα μπορούσαμε να ταξιδέψουμε, όλοι μαζί... 

     Όλα τα φυτά κοιτάχτηκαν. Όλοι μαζί; Πώς θα γινόταν αυτό; 

     - Το βρήκα! είπε το γιασεμί. Δε σας είπα εγώ ότι μπορεί να υπάρχει λύση; Θα ταξιδέψουμε με τη βοήθεια του ανέμου! Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι πανιά και έναν άνεμο να τα φουσκώσει. 

     - Και πού θα τα βρούμε τα πανιά; ρώτησε το γεράνι. 

     - Κοίτα επάνω, είπε το γιασεμί. 

     - Στον ουρανό θα τα βρούμε τα πανιά; 

     - Σε ποιον ουρανό; Την τέντα δεν την βλέπεις; 

     Ξαφνικά, όλα τα φυτά πρόσεξαν την τέντα που κάλυπτε όλη τη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας από άκρη σε άκρη. 

     - Αααααα, είπαν όλα τα φυτά με μια φωνή. 

     - Τώρα το μόνο που μένει είναι να διαλέξουμε πού θα πάμε, είπε το γιασεμί. Εγώ προτείνω την Καραϊβική. Είναι ιδανική για ταξίδι με πλοίο. 

     - Εγώ θέλω να πάω εκδρομή στο βουνό, είπε το κυκλάμινο. Τι σημαίνει “Καραϊβική”; 

     - Κάτι με καράβια, φαντάζομαι, είπε η λευκή τριανταφυλλιά. Εγώ θέλω να πάω στην Κοιλάδα των Ρόδων. Έχω ακούσει ότι υπάρχει. 

     - Καλή ιδέα, είπε και η εκατοντάφυλη τριανταφυλλιά. 

     - Σιγά μην πάμε και στην Κοιλάδα των σκόρδων! είπε η γαρυφαλιά. Δε θα άντεχα ένα μέρος γεμάτο τριανταφυλλιές. 

     - Έχω ακούσει ότι υπάρχουν λούνα παρκ, όπου πας και υπάρχουν διάφορα παιχνίδια, είπε το γεράνι. 

     - Όλο στα παιχνίδια έχεις το μυαλό σου, είπε το κυκλάμινο. 

     - Πολύ ξενέρωτοι είστε όλοι, είπε το γεράνι. 

     - Εγώ δε θέλω λούνα παρκ, θέλω να πάμε σε ένα δάσος, είπε η γαρυφαλιά 

     - Σε δάσος με πλοίο; Τι άλλο θα ακούσουμε! είπε το γιασεμί. Παιδιά, μην το κουράζουμε: το ταξίδι με τα πανιά μπορεί να γίνει μόνο σε μέρος με θάλασσα. Και η Καραϊβική, που σας πρότεινα, είναι ένα μέρος με θάλασσα. 

     - Η Κοιλάδα των Ρόδων έχει θάλασσα; ρώτησε η λευκή τριανταφυλλιά. 

     - Όχι, φυσικά, αφού είναι κοιλάδα! 

     - Κρίμα! 

     - Η Μαύρη Θάλασσα όμως είναι θάλασσα, είπε το κλήμα. 

     - Τι να κάνουμε σε μία θάλασσα που είναι μαύρη; είπε το γεράνι. Καλύτερα να μείνουμε εδώ! 

     - Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, είπε το γιασεμί. Η Καραϊβική έχει θάλασσα και είναι μακριά, έχω ακούσει τα καλύτερα. Θα βρω και τον κατάλληλο άνεμο - κάποιον που να ξέρει καλά τη διαδρομή, εννοείται - να συνεννοηθώ... Θα περάσουμε τέλεια, θα δείτε! 

     Τα φυτά δεν είπαν τίποτα άλλο. Ήταν εμφανές ότι το γιασεμί ήξερε τι έλεγε. Ήταν επίσης εμφανές ότι στην ουσία κανένα φυτό δεν είχε κάποια πρόταση της προκοπής. 

     Έτσι, το γιασεμί βάλθηκε να ρωτάει τους ανέμους που περνούσαν, αν κάποιος γνώριζε κατά πού έπεφτε η Καραϊβική, και ύστερα από πολύ ψάξιμο, μάλλον κάτι βρήκε. 

     - Εγώ θα σας πάω, του είπε ένας άνεμος πολύ τζαναμπέτης και καραμπουζουκλής, που περνούσε βιαστικός από τη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας. 

     - Πότε μπορείς; ρώτησε το γιασεμί. 

     - Ή τώρα ή ποτέ, του είπε ο άνεμος, δεν ξέρω πότε θα ξαναπεράσω. 

     - Παιδιά, φώναξε το γιασεμί, ήρθε η ώρα! Είστε έτοιμοι για την εκδρομή; 

     - Ναι! φώναξαν όλα τα φυτά μαζί. 

     - Όρτσα τα πανιά! φώναξε το γιασεμί. 

     - Όρτσα! φώναξε δυνατά ο άνεμος και μεμιάς η τέντα χωρίστηκε σε τρία μεγάλα, φουσκωμένα πανιά. 

     - Παιδιά, κρατηθείτε, φώναξε δυνατά το γιασεμί, σαλπάρουμε! 

     - Ζήτω! φώναξαν τα φυτά. 

     Αλλά η Χώρα της Μπροστινής Βεράντας παρέμενε πεισματικά στη θέση της. 

     - Δε γίνεται τίποτα, είπε ο άνεμος, ύστερα από λίγο. Θα πρέπει να ξεκολλήσετε από τη Χώρα του Διαμερίσματος. 

     - Να ξεκολλήσουμε, ναι, είπε το γιασεμί. Παιδιά, κόψτε τους δεσμούς με τη Χώρα του Διαμερίσματος! 

     - Ε, πού πάτε; είπε η Πίπη που είχε ακούσει τη φασαρία και είχε τρέξει στη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας. 

     - Πάμε εκδρομή! φώναξε η μπουκαμβίλια. 

     - Τι κάνατε στην τέντα;  

     - Δεν είναι τέντα, είναι πανιά! είπε ο άνεμος. 

     - Αυτό βλέπω, είπε η Πίπη 

     - Αν θέλεις να πας εκδρομή μαζί μας, μείνε, φώναξε το γιασεμί, αλλιώς γύρνα πίσω στη Χώρα του Διαμερίσματος! 

     - Δε θα πάτε πουθενά, είπε η Πίπη και όρμησε στα πανιά.  

     - Όρτσα τα πανιά! φώναξε ο άνεμος και φύσηξε με μανία. 

     - Βρε, άσε τα πανιά κάτω, φώναξε η Πίπη και έτρεξε να τα μαζέψει. 

     - Μηηηηηη! φώναξε το αγιόκλημα. Θα πάμε εκδρομή! 

     - Δεν θα πάτε πουθενά, είπε η Πίπη. Δε θα αφήσω εγώ τη Χώρα του Διαμερίσματος να συνορεύει με τον δρόμο! 

     Ο δρόμος εκείνη την ώρα ήταν γεμάτος αυτοκίνητα, αλλά κανένας δεν σταμάτησε να βοηθήσει την Πίπη στο δύσκολο αγώνα της με τον άνεμο. 

     - Τι επιμονή! θαύμασε ο άνεμος. 

     - Άσε τα πανιά είπα! φώναξε η Πίπη και άρχισε να μαζεύει σιγά-σιγά τα πανιά. 

     - Εσύ να τα αφήσεις!

     - Ποτέ! είπε η Πίπη και συνέχισε με επιμονή.

     Τα πανιά είχαν ήδη μαζευτεί κατά το ήμισυ.

     - Λυπάμαι, παιδιά, είπε ο άνεμος, χωρίς τα πανιά δεν μπορώ να σας μεταφέρω πουθενά.

     Και ο άνεμος, με ένα του φύσημα, εξαφανίστηκε. 

     - Όχι! φώναξαν τα φυτά. Πάει η εκδρομή! 

     Έτσι έγινε προχθές, και η Χώρα της Μπροστινής Βεράντας έμεινε τελικά στη θέση της, αγκυροβολημένη δίπλα στη Χώρα του Διαμερίσματος. Τα φυτά, εντωμεταξύ, κατέβασαν κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα και τώρα δεν της μιλάνε της Πίπης. 

     Αλλά εκείνη δεν δίνει και μεγάλη σημασία, έχει μία σκισμένη τέντα να την απασχολεί...