Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Της Μοίρας τα γραμμένα




Ο Λέανδρος κι η Ναυσικά ήτανε δύο νέοι,
άγνωστοι μεταξύ τωνε, μέναν στη Φιλοθέη.
Η Ναυσικά ήταν ξανθή κι είχε χοντρές πλεξούδες,
ο Λέανδρος ήταν μελαμψός, με Αιγύπτιους παππούδες.

Η μοίρα τους τους έριξε τον έναν παν’στον άλλον,
τράκαραν τα καρότσια τους στο σουπερμάρκετ, μάλλον.
Μια δέσμη φως ηλεκτρικό τους έπεσε στα μάτια,
κοιτάχτηκαν και οι καρδιές γίναν ευθύς κομμάτια.

Από εκείνο το συμβάν γίναν οι δυο ζευγάρι,
και στις μπουάτ τα δειλινά χορεύανε με χάρη.
Γνωρίσανε από κοντά κάθε δέντρο και θάμνο,
κάθε παγκάκι σκοτεινό και κάθε πλαζ με άμμο.

Έφτασαν τα μαντάτα τους εις των γονιών τα ώτα,
εφρύαξαν οι μάνες τους κατά τα ειωθότα.
Φώναξαν, λιποθύμησαν, έπαθαν την καρδιά τους,
αλλά δεν συγκινήθηκαν καθόλου τα παιδιά τους.

Της Ναυσικάς ο κύρης της, που ήταν δικηγόρος,
την έξοδο της στέρησε, για να μην γίνει ντόρος.
Κι η Ναυσικά κλειδώθηκε εις το δωμάτιό της,
δεν έπινε, δεν άγγιζε μπουκιά απ’το φαγητό της.

Του θανατά ταβλιάστηκε ο Λέανδρος στην κλίνη,
κι η μάνα του του έδινε κρυφά πενικιλλίνη.
Αντί για λόγια, στεναγμούς έβγαζε με ευχέρεια,
και οι γιατροί σηκώσανε, όλοι, ψηλά τα χέρια.

Οι δύο νέοι έλιωναν, σαφώς, μέρα τη μέρα,
και οι γονείς, ανήμποροι, κάναν τα μίση πέρα.
Με ανθοδέσμη ακριβή, στης Ναυσικάς το σπίτι,
ήρθε η αποκατάσταση, που η νεαρά εζήτει.

Ο γάμος τους ορίστηκε μια Κυριακή του Απρίλη,
τη γλώσσα τους να καταπιούν οι εχθροί μα και οι φίλοι.
Η εκκλησιά στολίστηκε με άνθη και κορδέλες,
όπως την ονειρεύονταν οι ανύπαντρες κοπέλες.

Ο Λέανδρος, στο σπίτι του, λίγο προτού να φύγει,
τον κόμπο της γραβάτας του, ένιωσε να τον πνίγει.
Μα κι η ξανθή η Ναυσικά, το νυφικό κοιτούσε,
και μπροστά στον καθρέφτη της, σιγά μονολογούσε.

Μήπως βιαζότανε πολύ; την πήρανε τα χρόνια;
Ήτανε, τάχα, έτοιμη για τέκνα και για εγγόνια;
Για να μην τα πολυλογώ, επέταξε το τούλι,
Και οι γονείς στην εκπομπή τρέχαν, της Νικολούλη.

Κι ο Λέανδρος ο μελαμψός, κι αυτός εξηφανίσθη,
κι η μάνα του απ’τον καημό σε μια μονή εκλείσθη.
Και για όποιον επιμύθιο ψάχνει να βρει, του λέω,
ποτέ δεν ξέρεις στη ζωή ποιο θα’ναι το μοιραίο.

Μπορεί η ζωή να σε τραβά γοργά κατά τη δύση,
και να νομίζεις πως λεφτά  θα τρέχουν απ’τη βρύση,
αλλά απ’την βρύση μόλις δεις νερό πως τρέχει, ίσως
να καταλάβεις, φίλε μου, πως δεν θα γίνεις Κροίσος.


ΥΓ: Αυτή ήταν η δεύτερη συμμετοχή της Πίπης στο τελευταίο "Παίζοντας με τις λέξεις" που διοργανώνει με επιτυχία η Μεμαρία στο ξαναβαφτισμένο της μπλογκ "Μ'ένα χάρτινο καραβάκι", και γράφτηκε εξαρχής με σκοπό να διασκεδάσει. Καλή διασκέδαση, λοιπόν!


Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2018

Ποιος θα πλερώσει;




     Εγώ, κυρ-πρόεδρε, παντρεύτηκα το Λενάκι, που το αγάπαγα σφόδρα, παιδιόθεν, που λένε... Το παντρεύτηκα με δόξα και τιμή και το έβαλα κορώνα στο κεφάλι μου, μέχρι και τη φωτογραφία του γάμου μας έβαλα στο μαγαζί, δεν ξέρω αν ξέρεις, «Εκλεκτά κρέατα ο Νώντας», μεγάλο μαγαζί, γωνιακό, με όλα τα κομφόρ...

     Και το Λενάκι, θρονιάστηκε στον θρόνο του και κυβερνούσε το σπιτικό μας ωσάν την πώς τη λένε, τη Μαρία Αντουανέτα, εκείνη με το παντεσπάνι, και τίποτα δεν της έλειπε. Και στο κρεβάτι άρχοντας, εννοείται, κυρ-πρόεδρε, ο Νώντας όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει, με νοείς, φαντάζομαι, πανηγύρι κάθε βράδυ, μας άκουγαν μέχρι τα Πετράλωνα… Και να οι γούνες, και να τα φιλέτα, και να οι ψαροταβέρνες τα Σαββατόβραδα, και να τα μπουζούκια, πρώτο τραπέζι, εννοείται, και να τα Σούνια, που ήταν και κάργα ρομαντικό το Λενάκι και του άρεσαν οι φεγγαράδες…
     Και της πήρα και πλυντήριο, και ψυγείο, και ηλεκτρική κουζίνα, και υπηρέτρια, μέχρι και τηλεόραση της πήρα. Και τότε ήταν που άρχισε να μου μιλάει για μια εκπομπή που παρακολουθούσε, όχι από εκείνες με τους δημοσιογράφους, που όλο ανακοινώνουν δέσμες μέτρων, από τις άλλες, τις φεμινιστικές, εγώ αυτά τα ξένα δεν τα ξέρω… Και ύστερα από λίγο άρχισε να μου ζητάει να πιάσει δουλειά, επειδή, λέει, έτσι είπαν στην εκπομπή, και την έβαλα στο μαγαζί, και της έκοψα και μισθό.
     Και όλα ηρέμησαν για λίγο, αλλά μετά άρχισε να μου ζητάει να της πάρω αμάξι! Βρε, καλή μου, βρε χρυσή μου, όχι, το είπαν στην εκπομπή, όλες οι γυναίκες σοφάρουν, θέλω κι εγώ, και το βράδυ μου άρχισε την κρεβατομουρμούρα, ξέρεις, κυρ-πρόεδρε, γλώσσα δεν έβαζε μέσα, μέχρι σεξουαλική απεργία μου έκανε, και είδα κι απόειδα και της πήρα και αμάξι, και δάσκαλο να μάθει να σοφάρει της πήρα. Και τότε ήταν που σταμάτησε να έρχεται στο μαγαζί και άρχισε τα σούρτα-φέρτα.
     Στην αρχή δεν το’πιασα το υπονοούμενο, αλλά το πράγμα συνεχιζόταν, και όταν τη ρωτούσα πού ήταν, μου έλεγε ότι είχε πάει βόλτα με τις φίλες της, πού να φανταστώ... Μια μέρα γυρνάει σα βρεγμένη γάτα, κοιτάω, τι να δω, το αμάξι σαν το ακορντεόν του ζητιάνου στη γωνία. Πού το χτύπησες το αμάξι, ρε, Λενάκι; με τράκαρε ένας στην Καλλιθέα, μου λέει, εκεί που πήγαινα στη μοδίστρα μου… Και την επόμενη μου έρχεται το ραβασάκι από το δικαστήριο, επειδή, λέει, έπεσε με το αμάξι και γκρέμισε μια μάντρα στη Βάρη…
     Και έρχομαι εδώ και μαθαίνω, ότι το Λενάκι, λέει, συνοδευόταν από αρρένα αψηλό. Γιατί με αψηλό, ρε, Λενάκι; Τι φταίω εγώ που είμαι 1,60; Ε, αν με αυτό δεν έφτασε ο κόμπος στο χτένι, δεν ξέρω με τι άλλο μπορεί να φτάσει! Να πλερώσω, κυρ-πρόεδρε, τη μάντρα, να πλερώσω, λεφτά υπάρχουν, αλλά με τη δική μου αποκατάσταση τι θα γίνει; Το δικό μου το κέρατο ποιος θα το πλερώσει;


     ΥΓ: Αυτή ήταν η μία από τις δύο συμμετοχές της Πίπης στο τελευταίο "Παίζοντας με τις λέξεις", που διοργανώνει ακούραστα η αγαπημένη μας Μεμαρία, στο ξαναβαφτισμένο της μπλογκ "Μ'ένα χάρτινο καραβάκι". Η Πίπη αυτή τη φορά του έδωσε και κατάλαβε, και νιώθει την ανάγκη να ζητήσει δημόσια συγγνώμη από τη Μαρία την Κανελλάκη και από το Αννετά...κι, για τα όσα τους έσουρε όταν πρωτοείδε τις λέξεις. Τελικά, αυτές ξέρουν.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Θεραπείας παρενέργειες

     Η Βρισηίδα η ακρίδα έπαιζε με τις φιλενάδες της "Δεν πηδάς, κυρα-Μαρία", όταν παρατήρησε ότι δύο ακρίδες από τη παρέα μιλούσαν χαμηλόφωνα και την κοιτούσαν, φως φανάρι ότι την σχολίαζαν χωρίς καν να κρατούν τα προσχήματα. Η Βρισηίδα πολύ ενοχλήθηκε και έχασε τη συγκέντρωσή της εντελώς, και όταν αργότερα άρχισαν το κρυφτό, δεν μπορούσε να σκεφτεί καμία καλή κρυψώνα και οι υπόλοιπες την έβρισκαν σχεδόν αμέσως.
     Τι να έλεγαν, άραγε, οι δυο τους; αναρωτιόταν η καημένη η Βρισηίδα, και αν δεν ήταν η κολλητή της φίλη, η Μακριλένα, ποτέ της δεν θα το μάθαινε:
     - Καλέ Βρισηίδα, της είπε η Μακριλένα εμπιστευτικά, το ξέρεις ότι μυρίζει η αναπνοή σου;
     Να κάτι που δεν είχε φανταστεί ποτέ η Βρισηίδα. Ώστε μύριζε η αναπνοή της;
     - Μήπως έχεις κανένα χαλασμένο δόντι; έριξε την ιδέα η Μακριλένα.
     Να, λοιπόν, που έπρεπε να πάει στον οδοντογιατρό, και η Βρισηίδα δεν τους συμπαθούσε καθόλου τους οδοντογιατρούς.
     - Μάλλον θα πρέπει να σε δει κάποιος οδοντίατρος, είπε η Μακριλένα και η Βρισηίδα κατάλαβε ότι δεν είχε και πολλές επιλογές.
     - Θα πάω στον οδοντίατρο, είπε με μισή καρδιά η Βρισηίδα και την επόμενη μέρα κιόλας βρισκόταν στο οδοντιατρείο του κυρίου Αδαμάντιου Κορώνα, οδοντίατρου με ειδίκευση στην εντομοδοντολογία.
     Ο κύριος Κορώνας έβαλε την Βρισηίδα να καθήσει στην οδοντιατρική του καρέκλα και να ανοίξει καλά-καλά το στόμα της. Ύστερα άναψε ένα δυνατό φως από πάνω της και άρχισε την εξέταση.
     Αφού, λοιπόν, την εξέτασε με κάθε λεπτομέρεια, και αφού της έβγαλε και ακτινογραφίες, τις οποίες τις κοίταξε πολύ προσεκτικά, ο κύριος Κορώνας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δόντια της Βρισηίδας ήταν εντελώς γερά.
     - Δεν βλέπω να υπάρχει κανένα πρόβλημα με τα δόντια σας, είπε ο κύριος Κορώνας.
     - Ναι, είπε η Βρισηίδα, αλλά μυρίζει η αναπνοή μου, έτσι λένε όλοι, μέχρι και η κολλητή μου, η Μακριλένα.
     - Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι'αυτό, λυπάμαι πολύ, είπε ο κύριος Κορώνας.
     - Και τι θα κάνω; Θα συνεχίσουν να με σχολιάζουν οι άλλες ακρίδες;
     - Το μόνο που θα μπορούσα να προτείνω είναι οι μέντες, ή τουλάχιστον, να μασάτε τσίχλα με άρωμα μέντας ή δυόσμου.
     - Δε μου αρέσουν οι τσίχλες.
     - Τότε, αν δεν σας πειράζει, μπορείτε να μασάτε φύλλα δυόσμου, κάνουν την ίδια δουλειά με τις τσίχλες.
     Αυτά είπε ο κύριος Κορώνας και η Βρισηίδα έφυγε από το ιατρείο του σκεφτική. Πού θα έβρισκε φύλλα δυόσμου; Και τι γεύση θα είχαν; Μήπως δεν ήταν νόστιμα;
     Και εκεί που περπατούσε, η Βρισηίδα σκόνταψε επάνω σε έναν δυόσμο. Και αμέσως άρχισε τις δοκιμές. Και πολύ της άρεσε ο δυόσμος. Τόσο, που δεν χόρταινε να μασάει τα φύλλα του. Και από τότε το πρόβλημά της λύθηκε δια παντός.
     Αλλά με το που λύθηκε το πρόβλημα της Βρισηίδας, ξεκίνησαν τα προβλήματα της Πίπης. Κι αυτό, διότι ο δυόσμος που έλυσε το πρόβλημα της Βρισηίδας βρίσκεται στη Χώρα της πίσω βεράντας και, όπως όλοι ξέρουμε, η Χώρα της πίσω βεράντας συνορεύει με τη Χώρα του διαμερίσματος, όπου ζει η Πίπη.
     Όχι, πείτε μου κι εσείς, που είστε αμερόληπτοι: χάθηκαν οι δυόσμοι; Τον δυόσμο της Πίπης έπρεπε να διαλέξει η Βρισηίδα;