Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Μανία καταδίωξης

     Η πόρτα αντήχησε από τα χτυπήματα. Κοίταξε το ρολόι του. Πολύ νωρίς για επισκέψεις. Άνοιξε την πόρτα. Ο άλλος όρμησε μέσα λες και τον κυνηγούσαν.
     - Κλείσε την πόρτα, είπε ξεψυχισμένα.
     Το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο, λες και είχε δει φάντασμα.
     - Τι συνέβη; τον ρώτησε.
     - Κάποιος με καταδιώκει, είπε και τινάχτηκε, καθώς ακούστηκε ένας χτύπος στο παράθυρο. Να τος, αυτός είναι, με βρήκε!
     Στάθηκε για λίγο και τον κοίταξε. Ήταν χλωμός, βέβαια, αλλά τον ήξερε χρόνια…
     - Κοφ’την πλάκα, είπε άκεφα.
     Ο άλλος τον κοίταξε σαν χαμένος.
     - Ποια πλάκα; είπε. Εγώ μιλάω σοβαρά και εσύ νομίζεις πως σου κάνω πλάκα; Με καταδιώκει, σου λέω, δεν τον ακούς που χτυπάει το παράθυρο;
     Αργά-αργά, πλησίασε στο παράθυρο. Με μια απότομη κίνηση το άνοιξε και κοίταξε έξω.
     - Είδες; είπε. Δεν είναι κανείς, τα κλαδιά της λεμονιάς χτυπάνε στο παράθυρο από τον αέρα.
     - Μα, αφού τον είδα, γιατί δε με πιστεύεις;
     - Πολλά βιβλία μυστηρίου διαβάζεις τώρα τελευταία και σε έχουν επηρεάσει.
     - Δεν είναι η ιδέα μου, σου λέω!
     Ένιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Κι άλλες φορές του είχε κάνει πλάκα, αυτή τη φορά, όμως, το παράκανε. Άνοιξε την πόρτα και κοίταξε έξω.
     - Έλα εδώ, είπε επιτακτικά, έλα να μου τον δείξεις!
     Ο άλλος πλησίασε και κοίταξε διστακτικά έξω από την πόρτα. Η ορατότητα ήταν περιορισμένη, υπήρχε πυκνή ομίχλη.
     - Να τος, είπε χαμηλόφωνα.
     - Τον οδοδείκτη μου δείχνεις, καημένε; Δεν πας καλά, μου φαίνεται!
     - Μα γιατί δε με πιστεύεις; Κάποιος προσπαθεί να με σκοτώσει!
     - Και για ποιο λόγο;
     - Πού θες να ξέρω; Μπορεί να είναι τρελλός!
     - Τρελλός είσαι εσύ, αν νομίζεις ότι θα χάψω μια τέτοια ιστορία…
     - Αφού ήδη προσπάθησε να με σκοτώσει!
     - Και πώς προσπάθησε, δηλαδή;
     - Ένα θα σου πω: δεν είναι τυχαίο που εχθές το απόγευμα το αυτοκίνητό μου δεν έπαιρνε μπρος… Κάποιος «φρόντισε» γι’αυτό…
     - Το γεγονός ότι έχεις να πας το αυτοκίνητο για έλεγχο πάνω από πέντε χρόνια δεν έχει καμία σημασία, λες;
     - Κορόιδευε εσύ, εγώ μόνο ξέρω ότι γλίτωσα από του Χάρου τα δόντια!
     - Η δημιουργία ιστοριών από το τίποτα ήταν πάντα ένα από τα ταλέντα σου…
     - Φταίω εγώ που ήρθα σε εσένα για βοήθεια…
     - Θα αρχίσεις την κλάψα;
     - Αν μου δάνειζες, τουλάχιστον, μερικά λεφτά…
     - Για δανεικά ήρθες, βρε άχρηστε;
     - Μη με αποπαίρνεις, δε θέλω πολλά, ίσα-ίσα για να μην χρειαστεί να δώσω το ρόλεξ μου για ενέχυρο, σκέψου και τον τρελλό που με καταδιώκει… Λίγα δώσε μου και, ορίστε, σου αφήνω το ρόλεξ, καλύτερα σε εσένα, παρά σε έναν άγνωστο ενεχυροδανειστή…
     - Δεν έχω λεφτά, το αφεντικό μού χρωστάει πέντε μισθούς και εγώ χρωστάω τρία ενοίκια.
     - Μα, δεν είναι αμαρτία να χάσω το ρόλεξ;
     Τον κεραυνοβόλησε με ένα βλέμμα.
     - Καλά, τότε, ας πηγαίνω, είπε, και το κρίμα στο λαιμό σου, και για εμένα και για το ρόλεξ.
     Τον ξεπροβόδισε μέχρι την πόρτα.
     - Πόσο πυκνή είναι αυτή η ομίχλη, σκέφτηκε, αν δεν έμενα εδώ δε θα ήμουν σε θέση να διακρίνω πού είναι η ανατολή και πού η δύση…
     Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ο αέρας φυσούσε ακόμα. Λίγο πιο πέρα, αργά, αλλά σταθερά, ο οδοδείκτης άρχισε να κινείται…

ΥΓ: Αυτό ήταν το δεύτερο (και βάσει ψήφων και βάσει σειράς αποστολής) από τα δύο κείμενα με τα οποία η Πίπη συμμετείχε αυτή τη φορά στο διαδικτυακό δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις", ένα διαδικτυακό δρώμενο που διοργανώνει ακούραστα η Μεμαρία στο ιστολόγιό της mytripsonblog. Για άλλη μια φορά ευχαριστώ τη Μεμαρία για την άψογη διοργάνωση και την υπέροχη φιλοξενία, που εμένα προσωπικά με κάνει να θέλω να εγκατασταθώ μόνιμα στο "σπίτι" της. Δώσε θάρρος στο χωριάτη...

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2018

Μοναδικό κειμήλιο

     Άνοιξε το παλιό παντζούρι, που έτριξε όπως πάντα, και κοίταξε έξω. Η ομίχλη ήταν τόσο πυκνή που, παρ’όλο που η ώρα της ανατολής είχε παρέλθει προ πολλού, το κυρίαρχο χρώμα παντού ήταν το γκρι. Με το ζόρι διέκρινε τη σιλουέτα του οδοδείκτη της διασταύρωσης, που βρισκόταν μόλις στα δέκα μέτρα από το σπίτι του.
     Βλαστήμησε την ώρα και την στιγμή που είχε επιλέξει αυτό το τόσο καταθλιπτικό μέρος για να εγκατασταθεί μόνιμα. Αν, τουλάχιστον, είχε παρέα… Το βλέμμα του έπεσε σε μια φωτογραφία, γκρίζα και εκείνη, όπως ο ουρανός. Στη φωτογραφία ένα χαμόγελο, ένα χαμόγελο χωρίς ανταπόκριση πια…
     Ένα κύμα από ερωτήματα εισέβαλαν στο μυαλό του, όπως κάθε μέρα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είκοσι χρόνια. Και ένα έγκλημα αρχειοθετημένο για πάντα, ένα έγκλημα γεμάτο ερωτήσεις και χωρίς καθόλου απαντήσεις.
     «Τι τα σκαλίζεις ακόμα;» τον ρωτούσαν όλοι, γνωστοί και φίλοι, όταν επέμενε ότι η αστυνομία δεν έπρεπε να εγκαταλείψει την υπόθεση, ότι έπρεπε να συνεχίσουν τις έρευνες, ότι μία «ληστεία μετά φόνου» δεν μπορεί να θεωρείται μία υπόθεση ρουτίνας και ένας φόνος κατά τη διάρκεια μιας ληστείας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν παράπλευρη απώλεια…
     Βαρέθηκε να προσπαθεί να εξηγήσει, και τι να εξηγήσει; Το γκρέμισμα της ζωής του, το κενό της ψυχής του, τι;
     Αλλά δεν υπήρχαν στοιχεία. Ο δράστης ή οι δράστες είχαν φροντίσει να σβήσουν τα ίχνη τους και δεν βρέθηκε ούτε ένα αποτύπωμα. Μοναδική τους ελπίδα ο εντοπισμός των κλοπιμαίων, αλλά ούτε αυτά εντοπίστηκαν ποτέ. Και τι να εντοπιστεί, δηλαδή; Το μεγαλύτερο μέρος των κλοπιμαίων ήταν χρήματα, οι εισπράξεις μιας ολόκληρης εβδομάδας. Κοσμήματα δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου στο σπίτι, δεν της άρεσαν τα κοσμήματα, δεν τα φορούσε. Μόνο έναν σταυρό φορούσε, και αυτός ήταν ο βαφτιστικός της. Τον είχαν αποσπάσει από το λαιμό της τραβώντας τον βίαια…
     Αποφάσισε να φύγει. «Η φυγή είναι για τους δειλούς, η δημιουργία για τους τολμηρούς», άκουσε τη φωνή του πατέρα του να αντηχεί στο μυαλό του. Δειλός. Ίσως γι’αυτό να επέλεξε και αυτό το μέρος, το μονίμως τυλιγμένο στην ομίχλη, για την εγκατάστασή του. Ένα μέρος όπου η παρουσία υπάρχει και δεν υπάρχει, τα περιγράμματα των μορφών υπονοούνται, τα χνώτα γίνονται ένα με την ομίχλη…
     Έκλεισε τα παράθυρα, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Σε λίγη ώρα έπρεπε να ανοίξει το μαγαζί. Δειλός και σε αυτό. Ενεχυροδανειστήριο, όπως αυτό που είχε και πρώτα. Πού να τολμήσει να κάνει κάτι καινούργιο…
     Έφτασε στο μαγαζί, ανέβασε τα ρολά, και άνοιξε την πόρτα. Η ομίχλη εισέβαλε μέσα μαζί του. Το ρολόι του τοίχου έδειχνε 8. Πήρε την καρέκλα, την πήγε κάτω από το ρολόι, ανέβηκε επάνω και άρχισε να το κουρδίζει.
     Ακούστηκε το καμπανάκι της πόρτας. Πελάτης.
     - Μισό λεπτό, είπε.
     Τελείωσε με το κούρδισμα και πήγε στον πάγκο. Ένας άντρας σε άθλια κατάσταση τον περίμενε, ένας άντρας στην ηλικία του, αξύριστος και με βαθουλωμένα μάτια.
     - Καλημέρα, είπε. Τι θα θέλατε;
     - Καλημέρα, είπε και ο άλλος. Έχω επείγουσα ανάγκη από χρήματα και έφερα να δώσω αυτό για ενέχυρο. Πρόκειται για μοναδικό κειμήλιο.
     Με τρεμάμενα χέρια, ξετύλιξε ένα μικρό πακετάκι. Ήταν ένας μικρός, βαφτιστικός σταυρός.

 ΥΓ: Αυτή ήταν η δεύτερη συμμετοχή της Πίπης στο διαδικτυακό δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις", που διοργανώνει ακούραστα η Μεμαρία στο ιστολόγιό της mytripsonblog. Η Πίπη μάλλον έχει ψιλοεθιστεί στο παιχνίδι, γι'αυτό αυτή τη φορά έπαιξε με δύο κείμενα, και ευτυχώς που υπάρχει ανώτατο όριο συμμετοχών, δηλαδή. Μία από τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσει η ανάρτηση και της δεύτερης συμμετοχής.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

Δώρο εξ ουρανού

     Πάνε σχεδόν τρία χρόνια από τότε που ο γιατρός έβγαλε από την κοιλιά της αδερφής της Πίπης ένα φασολάκι που είχε μεταμορφωθεί σε ανθρωπάκι. Αλλά πάει και πάνω από ένας μήνας που ένας πελαργός χάθηκε στον ουρανό.
     Θα μου πείτε, τι μας νοιάζει που χάθηκε ο πελαργός, κι όμως, μας νοιάζει και μας παρανοιάζει... Επειδή αυτός ο πελαργός που χάθηκε, κουβαλούσε ένα μωρό. "Σιγά την πρωτοτυπία!" θα πούνε κάποιοι και θα έχουν και δίκιο, αφού αν κοιτάξεις προσεκτικά τον ουρανό, θα δεις καθημερινά εκατοντάδες πελαργούς που κουβαλάνε μωρά να πετάνε πάνω από το κεφάλι σου, και είναι θαύμα πως ποτέ της Πίπης δεν της ήρθε κανένα μωρό ουρανοκατέβατο στο κεφάλι!
     Τέλος πάντων, ο πελαργός, που λέγαμε, ήταν καινούργιος στη δουλειά και δεν είχε προλάβει να μάθει καλά τις εκατοντάδες εκατομμυρίων διαδρομές που πρέπει να μάθει κάθε πελαργός-διανομέας προτού ξεκινήσει τις διανομές. Για να πούμε, βέβαια, τα πράγματα με το όνομά τους, αν κατά τύχη ο πελαργός δεν ήταν ανηψιός υπουργού, ούτε καν θα περνούσε τις εισαγωγικές εξετάσεις για την σχολή διανομέων, αλλά ας όψεται η αξιοκρατία!
     Ο πελαργός δεν είχε καταφέρει να περάσει ούτε το μάθημα των πρώτων βοηθειών, το οποίο θεωρείται βασικό, ιδιαίτερα για τους καινούργιους διανομείς. Έτσι, όταν συνειδητοποίησε ότι είχε χαθεί πανικοβλήθηκε. Το μωρό που κουβαλούσε χόρευε συνέχεια, με αποτέλεσμα να βαραίνει υπερβολικά και να του μουδιάζει το ράμφος. Τι μπορούσε να κάνει; Βέβαια, ο θείος του μόλις μάθαινε ότι ο ανηψιός του είχε χαθεί, θα κινούσε γη και ουρανό - κυρίως ουρανό, δηλαδή - για να τον ξαναβρεί και σίγουρα ήδη οι πελαργοί-αστυνόμοι θα είχαν ξεκινήσει τις περιπολίες.
     Όμως η νύχτα πλησίαζε, ο ουρανός έπαιρνε χρώματα μαβιά, ο ήλιος κρυβόταν σιγά-σιγά πίσω από τον ορίζοντα και τα πρώτα αστέρια είχαν αρχίσει να λαμπυρίζουν δειλά-δειλά. Ο πελαργός άρχισε να φοβάται, επειδή δεν είχε πάρει μαζί του ούτε τα γυαλιά νυχτερινής όρασης που έχουν μαζί τους οι πελαργοί για τις περιπτώσεις των νυχτερινών διανομών. Τώρα δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου.
     Και εκεί που αναρωτιόταν τι να κάνει και έκοβε βόλτες στον ουρανό, το μάτι του πήρε ένα κοριτσάκι, κάτω, χαμηλά, που έτρεχε σε μία αυλή, και του ήρθε μια ιδέα. 
     - Γεια σου, είπε ο πελαργός στο κοριτσάκι, μπουκωμένος καθώς ήταν.
     - Γεια σου, του είπε και το κοριτσάκι.
     - Πώς σε λένε; ρώτησε.
     - Ωραία Κοιμωμένη-Ραπουνζέλ-Σταχτοπούτα-Χιονάτη, αλλά τώρα τελευταία κυρίως Ραπουνζέλ, κοίτα τα μαλλιά μου, αλλά, σε παρακαλώ, μην πας να μου τα χαϊδέψεις... Τι έχεις στο στόμα σου;
     - Ένα δέμα. Θέλεις να το δεις;
     - Τι έχει μέσα;
     - Ένα δώρο για σένα. Θα ήθελες μια αδερφούλα;
     - Όχι!
     - Μα γιατί; Μια αδερφούλα είναι ένα πολύ καλό δώρο. Θα παίζετε μαζί, θα γελάτε και θα αγαπιόσαστε πολύ...
     - Δεν τη θέλω, σου λέω! Εμένα με αγαπάει η μαμά μου και ο μπαμπάς μου, δε θέλω να με αγαπάει μια αδερφούλα!
     - Μα, κάτσε πρώτα να τη δεις...
     Τίποτα, η μικρή ήταν ανένδοτη. Ο πελαργός απελπίστηκε. Ούτε ένα μικρό κοριτσάκι δεν μπορούσε να πείσει, τι θα το έκανε το μωρό που κουβαλούσε; 
     - Φύγε τώρα, και πάρε μαζί και το δώρο σου! του είπε η μικρή και μπήκε μέσα στο σπίτι της.
     Και μπορεί ο πελαργός να μην είχε περάσει τις εξετάσεις στο μάθημα του μάρκετινγκ, όμως ήταν παμπόνηρος σαν αλεπού. Το μωρό ήταν βαρύ, ασήκωτο, δεν υπήρχε περίπτωση, λοιπόν, να το πάρει μαζί του, ιδιαίτερα τώρα που είχε κουραστεί.
     Έτσι, πλησίασε στο παράθυρο του σπιτιού και ακούμπησε προσεκτικά τον μπόγο με το μωρό. Ύστερα, χτύπησε με το ράμφος του το τζάμι και μόλις είδε τη μαμά του μικρού κοριτσιού να πλησιάζει, έγινε καπνός.
     Στους πελαργούς-αστυνόμους, που τον εντόπισαν αργότερα στα κεραμίδια μιας εκκλησίας, ο πελαργός είπε ότι την είχε κάνει κανονικά τη διανομή και, παρ'όλο που κανείς δεν τον πίστεψε, αφού ο μετρητής των χιλιομέτρων που κουβαλούσε επάνω του δεν έδειχνε τα χιλιόμετρα που έπρεπε να δείχνει, κανένας δεν τον αμφισβήτησε ανοιχτά, μην τυχόν και το μάθαινε ο υπουργός. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ύστερα από μερικές μέρες, σε μία μικρή τελετή, ο πελαργός παρασημοφορήθηκε για την εξαιρετική του επίδοση και μετακινήθηκε από τις διανομές στα γραφεία διακίνησης, όπου, ως γνωστόν, πάνε όλα τα "βύσματα" και την περνάνε φίνα, με ψαροκροκέτες και γαριδάκια Α' διαλογής.
     Όσο για το δέμα που κουβαλούσε, ένα θα σας πω: η Πίπη απόκτησε και δεύτερη ανηψούλα.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Μήνυμα ελήφθη!

     Βρίσκεσαι στον δρόμο και ταξιδεύεις, αδιάφορο για πού, το ταξίδι είναι ταξίδι ανεξάρτητα από τον προορισμό...
     Κοιτάς δεξιά, αριστερά, βλέπεις τα βουνά, βλέπεις τα δέντρα, ελιές, πεύκα, συκιές, απιδιές, τα λουλούδια, μπουκανβίλιες, καμπανούλες, ηλίανθους, γεράνια, βλέπεις πουλιά, γάτες, σκύλους, πρόβατα, κότες, αγελάδες, βλέπεις σπίτια μικρά, μεγάλα, άσπρα, με παραθυρόφυλλα μπλε, πράσινα, κόκκινα...
     Απολαμβάνεις τη διαδρομή και προσπαθείς να συγκρατήσεις όσο το δυνατόν περισσότερες εικόνες στο μυαλό σου, ξέρεις όμως ότι οι περισσότερες θα σβηστούν, αφήνοντας απλώς ένα αχνό αποτύπωμα στον εγκεφαλικό σου φλοιό.
     Σηκώνεις το βλέμμα σου από τη γη και κοιτάζεις τον ουρανό. Το γαλάζιο χρώμα του είναι πιο γαλάζιο αυτή την εποχή και γι'αυτό πιο ωραίο, πιο αγαπημένο... Μερικά συννεφάκια εδώ και εκεί τονίζουν το γαλάζιο χρώμα περισσότερο και τρέχουν επάνω στον ουρανό, αλλάζοντας συνεχώς σχήματα.
     Ένα σύννεφο τραβάει την προσοχή σου. Με τι μοιάζει άραγε; Μα, βέβαια, μοιάζει με αγγλικό ερωτηματικό, η τελεία από κάτω του λείπει μόνο... Ερωτηματικό... Τι; Τι κάνεις στη ζωή σου; Ποιος είσαι; Πού πας; Πού θέλεις να πας;
     Άπειρα ερωτήματα αναβλύζουν από τον νου σου και σε βομβαρδίζουν, μόνο και μόνο επειδή διέκρινες ένα ερωτηματικό στον ουρανό... Αν ήξερες, τουλάχιστον, τις απαντήσεις... Πόσο επίμονο αυτό το ερωτηματικό στον ουρανό! Μέχρι και ο ουρανός ερωτήσεις σου κάνει! Αλλά όχι, εσύ δεν μπορείς να απαντήσεις, μόνο να βολοδέρνεις από ερωτηματικό σε ερωτηματικό...
     - Τι με ρωτάς; ρωτάς τον ουρανό. Τι θέλεις να σου πω; Πώς να σου απαντήσω σε όλα αυτά τα τόσο απλά ερωτήματα που μου θέτεις, που ακριβώς επειδή είναι τόσο απλά είναι και τόσο δύσκολο να απαντηθούν; Γιατί δε με βοηθάς, αντί να με προκαλείς με αυτόν τον τρόπο; Εμπρός, λοιπόν! Εσύ που βρίσκεσαι τόσο ψηλά και που τα βλέπεις όλα, την απάντηση την ξέρεις πολύ καλά, μη με παιδεύεις, λοιπόν!
     Το σύννεφο αλλάζει σιγά-σιγά μορφή. Εντάξει, δεν χρειαζόταν να είσαι τόσο επιθετικός...
     - Δεν μπορώ να απαντήσω στα ερωτήματά σου, συνεχίζεις πιο ήρεμα τώρα. Εσύ, όμως, που σίγουρα ξέρεις καλύτερα από εμένα, μήπως θα μπορούσες να με βοηθήσεις; Κι αν δε θέλεις να μου δώσεις την απάντηση, κάνε μου έστω έναν υπαινιγμό. Αν θέλεις...
    Κοιτάς το σύννεφο, που τώρα έχει αλλάξει μορφή, και χαμογελάς. Κοίτα που εισακούστηκες! Το μήνυμα στον ουρανό είναι ξεκάθαρο: Ποντάρισέ τα όλα στο εφτά!
     Τόσο απλό ήταν τελικά;

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2018

Ψηφιακό απομεινάρι

     Και ύστερα έρχεται το φθινόπωρο. Και ο ουρανός αλλάζει χρώμα. Και ίσως φανούν και κάποια σύννεφα, ίσως πάλι όχι. Αλλά τα πρωινά γίνονται πολύ πιο δροσερά. Και αν τύχει και φυσάει, τότε μπορεί να νιώσεις μέχρι και ψύχρα. Και να αναζητήσεις επειγόντως μια ζακέτα.
     Και έρχονται και οι βροχές, όχι ότι σου έλειψαν κιόλας... Και αρχίζεις να μαζεύεσαι, αρχίζεις να σκέφτεσαι το ξεκίνημα του σχολείου, παρ'όλο που εσένα δε σε αφορά πλέον, αρχίζεις να σκέφτεσαι λιγότερο καλοκαιρινά ρούχα, αρχίζεις να σκέφτεσαι κιτρινοκόκκινα ξερά φύλλα, γκρίζους ουρανούς, άδειους από χελιδόνια, καπνούς που βγαίνουν από καμινάδες, συνοδευόμενους ενδεχομένως από έναν Άγιο Βασίλη ντυμένο στα μάλλινα, και ευωδιαστά, φρεσκοψημένα κάστανα.
     Αλλά το ημερολόγιο σού λέει ότι είναι ακόμα νωρίς για όλα αυτά, ακόμα είναι καλοκαίρι, δες, ο ουρανός καθάρισε, όμως εσύ το ξέρεις ότι τίποτα δε θα είναι το ίδιο, αφού η μέρα έχει ήδη μικρύνει αρκετά και η νύχτα έρχεται κάθε μέρα και νωρίτερα...
     Πάει άλλο ένα καλοκαίρι, σκέφτεσαι, πάει και πίσω δε γυρνάει, ό,τι χάθηκε, χάθηκε, όσες βόλτες δεν έκανες δε θα τις κάνεις ποτέ, όσες συναντήσεις με φίλους δεν έκανες δε θα τις κάνεις ποτέ, ένα σωρό χαμένες ευκαιρίες και τις άφησες να χαθούν, πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό, πολύ περισσότερο που υποσχέθηκες στον εαυτό σου ότι δε θα επαναλάμβανες τα λάθη του παρελθόντος;
     Αλλά ο ουρανός, τα σύννεφα, τα δέντρα, ο ήλιος, το φεγγάρι, μένουν παγερά αδιάφορα στους προβληματισμούς σου, θεωρώντας τους, ίσως, παιδιάστικους.  Επειδή, ίσως, ξέρουν καλύτερα...
     Και ύστερα έρχεται η αναπόληση των όμορφων στιγμών του καλοκαιριού, των συναντήσεων, των ταξιδιών, των γνωριμιών, των εικόνων, των ήχων, των αρωμάτων, των συναισθημάτων. Και μαζί με την αναπόληση έρχεται και η συνειδητοποίηση ότι όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν, το οποίο μεγαλώνει όλο και απειλητικότερα, ενώ το μέλλον γίνεται όλο και πιο φτενό... 
     Κόβονται σιγά-σιγά οι δεσμοί, το τραγούδι των τζιτζικιών έγινε θόρυβος διερχόμενων οχημάτων, η ζέστη του ήλιου έγινε πρωινή ψυχρούλα, τα πανιά των ιστιοφόρων που κυματίζουν στην καλοκαιρινή αύρα έγιναν απλωμένες μπουγάδες, οι χαλαροί περίπατοι έγιναν βήματα βιαστικά, τρεχάτα, η μυρωδιά του αντηλιακού έγινε λιπαρή οσμή καυσαερίου.
     Μοιάζεις να βρίσκεσαι στο κέντρο ενός κυκλώνα, μια Σταχτοπούτα που η άμαξά της έγινε κολοκύθα, πάει και η διαμαντοστολισμένη τουαλέτα, πάνε και τα γοβάκια... Αλλά όχι, τα γοβάκια δε χάθηκαν, ένα γοβάκι υπάρχει, είναι γνωστό το παραμύθι, το ένα γοβάκι το βρήκε ο πρίγκηπας, και τώρα ψάχνει σε όλο το βασίλειο να βρει την αγαπημένη του.
     Και το βλέμμα σου πέφτει στη φωτογραφία που υπάρχει στην οθόνη του κινητού σου. Και, σαν το γοβάκι που κρατάει ο πρίγκηπας, η φωτογραφία αυτή αποτελεί την αδιάψευστη απόδειξη των λαμπρών στιγμών που υπήρξαν μέσα στο καλοκαίρι που πέρασε. Και, όπως το γοβάκι που κρατάει ο πρίγκηπας συνδέει τη ρακένδυτη Σταχτοπούτα με την λαμπροστολισμένη πριγκήπισσα, έτσι και αυτή η φωτογραφία συνδέει τον λυπημένο, φθινοπωρινό σου εαυτό με τον χαρούμενο, καλοκαιρινό του δίδυμο.    

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Καλοκαίρι

     Ησυχία. Πνοή ανέμου. Τζιτζίκια στο βάθος, τζιτζίκια εκεί γύρω, τζιτζίκια παντού. Μερικά πουλιά στο βάθος, θρόισμα φύλλων. Φλοίσβος, κύματα που σκάνε, γλάροι που φωνάζουν. Βήματα σε χαλίκια. Βήματα σε βότσαλα. Βήματα σε άμμο. Παγάκια σε ποτήρι. Νερό που τρέχει.
     Γαλάζιο ανοιχτό, γαλάζιο πιο σκούρο, γαλάζιο με άσπρο, άσπρο με κίτρινο, πράσινο ανοιχτό, πράσινο σκούρο, πράσινο με καφέ, τυρκουάζ, μπλε βαθύ. Γαλάζιος ουρανός, άσπρα συννεφάκια, ήλιος, φωτεινές κηλίδες στο πρόσωπο, στα ρούχα, παντού. Θάλασσα απέραντη, κυματιστή, δροσερή.
     Απαλό χάδι στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Ζέστη στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Δροσιά στο σώμα. Ο αέρας στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Το φως στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Η θάλασσα στο σώμα.
     Το αλμυρό, το γλυκό. Η θάλασσα, το καρπούζι, το σύκο, το σταφύλι. Το παγωτό. Η θαλασσινή αύρα, τα θερισμένα στάχυα, το θυμάρι, ο βασιλικός, το αγιόκλημα, το γιασεμί. Τα αστέρια, η πανσέληνος, τα τριζόνια.
     Ένα βιβλίο. Ένα τετράδιο. Ένα μολύβι. Μπογιές. Απαλή μουσική. Καθόλου μουσική. Μάτια ανοιχτά. Μάτια κλειστά. Ρουθούνια ανοιχτά. Αυτιά ανοιχτά. Μυαλό ανοιχτό. Σύνορα ανοιχτά. Ακινησία.
     Ήχοι, εικόνες, γεύσεις, μυρωδιές... Και μέσα σε όλον αυτό το χορό, το σώμα ακίνητο, το μυαλό φευγάτο. Το σώμα ξαπλωμένο σε αυτό το μαγικό θεραπευτήριο που λέγεται καλοκαίρι. Αφού, τι άλλο είναι το καλοκαίρι, εκτός από ένα απέραντο θεραπευτήριο σωμάτων και ψυχών; Τι άλλο, εκτός από μια μυρωδάτη γομολάστιχα, που σβήνει τις κρύες αναμνήσεις του χειμώνα, σβήνει το σήμερα, το αύριο, το χθες, και που ενώνει τα πάντα σε ένα διαρκές, αέναο παρόν; Και αν η Πρωτοχρονιά έχει στραμμένα επάνω της όλα τα φώτα της δημοσιότητας και αν θεωρείται το σημείο έναρξης του πρώτου βήματος, το καλοκαίρι είναι ξεκάθαρα αυτό που μηδενίζει το κοντέρ, αυτό που γεμίζει τις αδειασμένες φιάλες οξυγόνου, που επουλώνει τις πληγές και που, πραγματικά εμπνέει τα νέα ξεκινήματα.
     Να το τιμούμε, λοιπόν, το καλοκαίρι, να το τιμούμε με όλα τα μέσα που διαθέτουμε. Να το τιμούμε με όλες τις αισθήσεις μας και να αφηνόμαστε, όπου εκείνο θέλει να μας πάει. Να το αφήνουμε να μας χαϊδεύει, να το αφήνουμε να μας τυφλώνει, αλλά, κυρίως, να το αφήνουμε να μας ψιθυρίζει. Και να ακούμε πάντα αυτά που μας λέει, ακόμα κι αν, όταν τα λέει, γελάει παιχνιδιάρικα.
     Επειδή το καλοκαίρι δεν είναι μόνο γενναιόδωρο, είναι και σοφό.

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018

Βουβός και εκστασιασμένος

     Είναι γνωστό ότι τα τζιτζίκια είναι εξαιρετικοί κανταδόροι. Από πολύ μικρά, οι γονείς τους τα στέλνουν στα Ωδεία, για να μάθουν να διαβάζουν τις νότες και να τραγουδάνε σωστά και, προτού ολοκληρώσουν τη βασική τους εκπαίδευση, όλα τα τζιτζίκια υποχρεώνονται από το σχολείο να μάθουν και ένα μουσικό όργανο.
     Τα περισσότερα διαλέγουν κάποιο έγχορδο. Πρώτη στις προτιμήσεις τους είναι η κιθάρα, με μικρή διαφορά από το μπουζούκι, καθώς αυτά τα δύο μουσικά όργανα τους επιτρέπουν να μάθουν αρκετά σύντομα να παίζουν τα σουξεδάκια της εποχής. Η λύρα επίσης, χαίρει μεγάλης εκτίμησης, ιδιαίτερα από τα τζιτζίκια των λαϊκών στρωμάτων. Τα πιο προικισμένα τζιτζίκια επιλέγουν την άρπα, και είναι τα μόνα που πραγματικά κάνουν μουσική καριέρα και είναι σχεδόν πάντα σε περιοδεία.
     Θα αναρωτηθεί κανείς: μα γιατί τέτοια επιμονή; Γιατί δεν διαλέγουν να μάθουν κάτι άλλο, όπως π.χ. να ζωγραφίζουν, να κεντάνε ή να χορεύουν κλακέτες; Ο λόγος είναι απλός: χωρίς να ξέρουν να παίζουν κάποιο μουσικό όργανο και να τραγουδάνε, οι πιθανότητές τους να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια είναι μηδαμινές.
     Όλες οι τζιτζικίνες, βλέπετε, μεγαλώνουν με το παραμύθι του τζιτζικοπρίγκηπα, που έρχεται κάτω από το παράθυρό τους και τους κάνει καντάδα παίζοντας ταυτόχρονα κάποιο μουσικό όργανο. Όλες οι τζιτζικίνες κοιμούνται και ονειρεύονται τζιτζικοπρίγκηπες. Γι'αυτό και όλοι οι επίδοξοι γαμπροί προσπαθούν να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερες ομοιότητες με τον τζιτζικοπρίγκηπα του παραμυθιού.
     Βέβαια, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, και ο μικρός Λουίτζι, που όλοι τον φώναζαν Τζίτζι, ήταν μία τέτοια εξαίρεση. Οι γονείς του τον πήγαν στο Ωδείο, αλλά ο Τζίτζι έδειξε από την πρώτη κιόλας μέρα ότι θα δυσκολευόταν πολύ με τις νότες. Και η αλήθεια ήταν ότι ποτέ δεν μπόρεσε να τις καταλάβει. Ίσως να έφταιγε και που οι νότες ήταν πολύ ζωηρές και δεν έμεναν στη θέση τους στο πεντάγραμμο, παρά χόρευαν και πηδούσαν σχοινάκι και έκαναν ποδήλατο, το γεγονός, πάντως, παρέμενε ότι ο Τζίτζι κόντευε να τελειώσει το σχολείο και δεν μπορούσε με τίποτα να αναγνωρίσει τις νότες.
     Πήγαινε η μητέρα του στο γυμναστήριο, συναντούσε τις φίλες της, μιλούσαν εκείνες για τις μουσικές επιδόσεις των παιδιών τους, πού να ανοίξει το στόμα της εκείνη! Πήγαινε ο πατέρας του στο καφενείο, συναντούσε τους φίλους του, μιλούσαν εκείνοι για τις μουσικές διακρίσεις των κανακάρηδών τους στα διάφορα ρεσιτάλ, πού να τολμήσει εκείνος να συγκρίνει τον Τζίτζι με κάποιο από τα άλλα παιδιά;
     Οι δύο γονείς, μέσα στην απελπισία τους, προσέλαβαν έναν δάσκαλο για να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα στο παιδί τους, θεωρώντας ότι για τις κακές του επιδόσεις ευθυνόταν το Ωδείο. Του ζήτησαν να διαλέξει ποιο μουσικό όργανο θα ήθελε να μάθει και ο Τζίτζι, βαριαστενάζοντας, διάλεξε το τρίγωνο! Του πρότειναν να διαλέξει κάτι λίγο πιο συνηθισμένο, και με τα πολλά κατέληξαν στον μπαγλαμά, που μπορεί να μη χαίρει και ιδιαίτερης εκτίμησης από τους τζίτζικες, αλλά τουλάχιστον είναι έγχορδο.
     Ο δάσκαλος ύστερα από δυο βδομάδες μαθημάτων φώναξε τους γονείς και τους είπε κάτι που ποτέ πριν δεν είχε ξαναπεί σε κανέναν γονιό: το παιδί τους, είπε, ήταν ανεπίδεκτο μαθήσεως και το μόνο που το ενδιέφερε, αν είχε καταλάβει καλά, ήταν να γράφει στίχους.
     Οι γονείς έμειναν άφωνοι από το σοκ, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τη μητέρα του Τζίτζι να κάνει μία μίνι έρευνα στο δωμάτιό του, όπου κάτω από το κρεβάτι του και μέσα στην ντουλάπα του, κρυμμένα επιμελώς ανάμεσα στα ρούχα του, βρήκε ουκ ολίγα λογοτεχνικά βιβλία. Οι δύο γονείς ένιωσαν αποτυχημένοι. Τι είχαν κάνει λάθος, άραγε; Με τι μούτρα θα έβγαιναν στον δρόμο, αν μαθαινόταν ότι ο γιος τους αντί να μαθαίνει μουσική διάβαζε λογοτεχνία;
     Πήραν, λοιπόν, το σοβαρό τους ύφος και του μίλησαν. Του εξήγησαν ότι με αυτές του τις επιλογές διακινδύνευε το μέλλον του και ότι θα έπρεπε να ενσωματωθεί στην κοινωνία, όπως όλα τα άλλα τζιτζίκια της ηλικίας του. Του είπαν επίσης ότι αν δε συμμορφωνόταν, όχι μόνο δε θα του ξαναέδιναν λεφτά, αλλά θα του έκαιγαν και τα βιβλία του. Ο Τζίτζι ταράχτηκε στην ιδέα ότι θα έχανε τα αγαπημένα του βιβλία και στρώθηκε στη μελέτη. Και σιγά-σιγά, από το σπίτι του άρχισαν να ακούγονται οι πρώτες του μελωδίες.
     Πέρασε καιρός και ήρθε η ώρα της αποφοίτησης για τα τζιτζίκια. Έγινε, λοιπόν, μια ωραία τελετή στο σχολείο, και τα τζιτζίκια πήραν τα ενδεικτικά τους και έπαιξαν και πέντε τραγούδια με την ορχήστρα του σχολείου. Οι γονείς ήταν ιδιαίτερα συγκινημένοι και όλοι κρατούσαν μαντήλια για να σκουπίζουν τα δάκρυα της συγκίνησης που γέμιζαν τα μάτια τους.
     Και τελείωσε και η αποφοίτηση και όλοι οι απόφοιτοι βγήκαν για την πρώτη "ενήλικη" βόλτα τους. Πήραν τις κιθάρες τους, τα μπουζούκια και ό,τι άλλο μουσικό όργανο έπαιζαν, και βγήκαν βόλτα για να κάνουν τις πρώτες επίσημες καντάδες τους. Μαζί τους πήγε και ο Τζίτζι, κρατώντας τον μπαγλαμά του.
     Η παρέα των αποφοίτων ξεσήκωσε τον κόσμο με τα τραγούδια της και από όπου περνούσε όλοι έβγαιναν στα παράθυρα για να τους δουν. Οι τζιτζικίνες τούς πετούσαν λουλούδια και οι μεγαλύτεροι τζίτζικες τους χειροκροτούσαν ενθουσιασμένοι. Και οι απόφοιτοι συνέχισαν τον δρόμο τους, και κάποια στιγμή πέρασαν και από τη γειτονιά της Χώρας της πίσω βεράντας.
     Και η Πίπη άκουσε το τραγούδι των αποφοίτων και βγήκε έξω για να τους δει. Αλλά το μόνο που είδε ήταν τον Τζίτζι, ο οποίος είχε παρατήσει τον μπαγλαμά του κάπου, σε κάποια άκρη, και κοίταζε εκστασιασμένος την τέντα της πίσω βεράντας. Η Πίπη τον χαιρέτησε, αλλά εκείνος δεν απάντησε, απορροφημένος καθώς ήταν από τις σκέψεις του, ίσως να συνέθετε και κάποιο ποίημα...
     Και η Πίπη τον άφησε στην ησυχία του και το μόνο που έκανε ήταν να τον βγάλει μια φωτογραφία εκεί, ανάμεσα στα σύννεφα της τέντας. Έτσι, για την ανάμνηση της συνάντησης...

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Να'τανε η ζήλεια ψώρα...


     Έκανε η μάνα του Ιούνη το λάθος να του αγοράσει αυτοκίνητο για τα γενέθλιά του. Έκανε και ο Ιούνης το λάθος να το δείξει στον Ιούλη. Ε, θα μου πείτε, αδέρφια είναι, παρέα κάνουν, υπήρχε περίπτωση να μην το δει ο Ιούλης το καινούργιο αυτοκίνητο του Ιούνη;
     - Πώς σου φαίνεται; ρώτησε ο Ιούνης.
     - Καλό είναι, είπε ο Ιούλης μέσα από τα δόντια του.
     - Μόνο καλό; Κοίτα γραμμές, κοίτα δερμάτινα καθίσματα, κοίτα σαλόνι, κοίτα μηχανή...
     - Καλό είναι, είπα, υπάρχουν και καλύτερα.
     - Είδες που φεύγει και η οροφή;
     - Ε, ναι, καλά...
     - Α, δε σου είπα, και τα καθίσματα κάνουν και μασάζ...
     - Ναι, μπράβο...
     - Δεν μπορούσε να μου κάνει καλύτερο δώρο η μανούλα...
     - Ναι...
     - Θες να πάμε καμιά βόλτα;
     - Μπα, άσε, έχω κανονίσει...
     - Να σε πάω να μην περπατάς;
     - Όχι, άσε, θα πάρω ταξί...
     Δεν επέμεινε άλλο ο Ιούνης, αλλά ένιωσε μια ψυχρότητα στα λόγια του αδερφού του. Μήπως ζήλευε; Α, μπα...
     Αλλά ο Ιούλης δεν είναι τύπος που αφήνει τα πράγματα να κυλάνε μόνα τους. Μόλις χωριστήκανε με τον αδερφό του, πήγε γραμμή στο σπίτι της μητέρας του.
     - Καλώς τον, είπε εκείνη χαμογελαστά, αλλά το χαμόγελο της κόπηκε αμέσως. Τι συμβαίνει;
     - Δε μου λες, είπε ο Ιούλης φουριόζος, πώς σου ήρθε να αγοράσεις αυτοκίνητο στον Ιούνη;
     - Ε, σκέφτηκα να του κάνω ένα καλό δώρο για τα γενέθλιά του αυτή τη φορά, τόσα κάνει κι αυτός για εμένα...
     - Καλό δώρο είναι και ένα ποδήλατο, γιατί δεν του πήρες ποδήλατο;
     - Έχει ποδήλατο.
     - Και αυτοκίνητο έχει.
     - Αυτό που έχει είναι σαράβαλο, του το πήρα μεταχειρισμένο και όλο στο συνεργείο το πηγαίνει.
     - Δε σε καταλαβαίνω... Αλλά πάντα έτσι ήσουν, όλο διακρίσεις έκανες!
     - Εγώ;
     - Να σου θυμίσω ότι είμαι πιο μεγάλος κι όμως εγώ πάντα φορούσα τα αποφόρια του!
     - Φταίω εγώ που ήταν πιο ανεπτυγμένος από εσένα; Σου έριχνε μονίμως ένα κεφάλι!
     - Δικαιολογίες... Ό,τι ήθελε του το έπαιρνες, ενώ εγώ έπρεπε να παρακαλέσω πολύ για να μου πάρεις το ο,τιδήποτε!
     - Δεν έχεις δίκιο...
     - Ναι, καλά, πάντα εκείνον προτιμούσες από εμένα, αλλά τι παραπάνω έχει, εκτός που είναι πιο ψηλός;
     - Και οι δυο είστε παιδιά μου, αλλά αφού θέλεις να το ακούσεις, εκείνος πάντα με φρόντιζε, ενώ εσύ αδιαφορούσες...
     - Εγώ αδιαφορούσα; Ποιος πήγαινε στο περίπτερο και σου αγόραζε όλα τα τηλεοπτικά περιοδικά, για να ενημερώνεσαι για τις σειρές στην τηλεόραση; Ποιος σου κρατούσε την καρέκλα για να κρεμάς τις κουρτίνες; Ποιος σου αγόρασε παντόφλες πέρυσι;
     - Ο Ιούνης μέχρι και με τη γυναίκα του τσακώνεται για χάρη μου.
     - Και τι φταίω εγώ που είμαι εργένης και δεν έχω γυναίκα για να τσακωθώ;
     - Δεν είπα ότι φταις, αλλά σου έφερα ένα παράδειγμα για να δεις μέχρι πού μπορεί να φτάσει από την αγάπη του προς εμένα...
     - Θέλεις να πεις ότι εγώ δε σε αγαπάω;
     - Δεν είπα αυτό, αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι περνάω μια δύσκολη φάση...
     - Τι φάση;
     - Κλιμακτήριο, δεν περνάω κλιμακτήριο;
     - Ε, ναι, και;
     - Τι και; Ο Ιούνης όλο δροσιές έκανε κάθε τρεις και λίγο για να μη ζεσταίνομαι. Ενώ εσύ, με το που μπήκες, άρχισες τις ζέστες. Να με ξεκάνεις θέλεις;
     - Δηλαδή, αν σου κάνω κι εγώ δροσιές θα μου πάρεις αυτοκίνητο;
     - Τώρα θέλεις να με πείσεις ότι με αγαπάς περισσότερο από τον αδερφό σου;
     - Έλα, ρε μάνα, πες μου, θα μου πάρεις;
     - Δεν ξέρω, θα το σκεφτώ...
     - ...Άκου εκεί, δεν αγαπάω τη μάνα μου... Εγώ δε σε αγαπάω; Τώρα θα δεις!
     Και αμέσως άρχισαν να μαζεύονται γκρίζα σύννεφα στον ουρανό. Και τα σύννεφα άρχισαν να πυκνώνουν, και να σκουραίνουν, όλο να σκουραίνουν... Και ύστερα φάνηκαν οι πρώτες αστραπές και ακούστηκαν οι πρώτες βροντές. Και, τέλος, έπεσαν οι πρώτες σταγόνες της βροχής.
     Τώρα ο Ιούλης κοιτάζει την βροχή και χαμογελάει. Χαμογελάει επειδή το γκαράζ του Ιούνη είναι ανοιχτό και θα του βραχεί το καινούργιο αυτοκίνητο, χαμογελάει και επειδή πιστεύει ότι απόδειξε στη μάνα του πόσο πολύ τη νοιάζεται και πόσο καλά μπορεί να την φροντίσει, που περνάει κλιμακτήριο. Μόνο πως ξέχασε να γυρίσει το θερμοστάτη. 
     Και κάνει μία κουφόβραση...

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Χαμένη υπόθεση


     Ο δόκτωρ Τζιοβάνι Ντιβάνι έβαλε μία τελεία στην πρόταση που είχε γράψει και πήρε μια βαθειά ανάσα. Έβγαλε τα γυαλιά που φορούσε και κοίταξε τον ασθενή του.
     - Λοιπόν, είπε. Από όσα μου είπατε φαίνεται καταρά ότι υπάρκουν κάποια τέματα που ακόμα ντεν έκετε λύσει και αυτά είναι που ντημιουργκούν όλα σας τα προβλήματα. Βλέπουμε έντονη ανασφάλεια, που συνντυάζεται με ένα εμφανώς Οιντιπόντειο σύμπλεγκμα, και η οποία ανασφάλεια έκει τις ρίζες της στην παιντική σας ηλικία.
     - Μπορείτε να με βοηθήσετε; ρώτησε ο Ιούνιος.
     - Είναι ντύσκολο, αλλά όκι ακατόρτωτο. Μα, να κσέρετε, τη σημαντικότερη ντουλειά πρέπει να την κάνετε εσείς.
     - Τι θα πρέπει να κάνω;
     - Πρώτα-πρώτα, τα πρέπει να πιστέπσετε ότι η μητέρα σας σας αγκαπά...
     - Μα το ξέρω ότι με αγαπάει η μητέρα μου.
     - ... και τα πρέπει να τα βρείτε με τον αντερφό σας.
     - Μόνο όταν πάψει να είναι το αγαπημένο της παιδί.
     - Μα αυτό που λέτε ντεν είναι λογκικό. Μία μητέρα ντεν κσεκωρίζει τα παιντιά της.
     - Κι όμως, η δικιά μου κάνει διακρίσεις!
     - Μα σκεφτείτε λογκικά, γκιατί να το κάνει αυτό;
     - Λόγω της κλιμακτηρίου!
     - Ίσως ντεν είναι σωστό να το πω αυτό, αλλά νομίζω ότι παραλογκίζεστε...
     - Δεν ξέρετε εσείς, από όταν μπήκε στην κλιμακτήριο, που κάθε τρεις και λίγο ζεσταίνεται, όλο μου χτυπάει ότι δεν είμαι σαν εκείνον! Δεν φτάνει που τον Οκτώβριο τον έκανε πιο ψηλό, τώρα μου λέει ότι θα έπρεπε να του μοιάσω κιόλας!
     - Τα μπορούσατε, ίσως, να βάλετε λίγκο νερό στο κρασί σας...
     - Τον έχετε δει τον Οκτώβριο; Δεν βλέπεται!
     - Τώρα νομίζω ότι υπερβάλλετε. Μήπως κατά βάτος τον ζηλεύετε λίγκο;
     - Τι λέτε, δόκτωρ Ντιβάνι; Το πρόσωπό του είναι σκαμμένο από την ακμή, είναι στραβούλιακας και χωρίς γυαλιά δεν μπορεί να δει ούτε τη μύτη του, και είναι και στραβοκάνης! Ενώ εγώ...
     Ένας ήχος από τριζόνι ακούστηκε.
     - Με συγχωρείτε, είπε ο Ιούνιος, το κινητό μου είναι.
     - Ντεν είπαμε ότι το κινητό τα πρέπει να είναι σβηστό σε όλη τη ντιάρκεια της συνεντρίας; είπε ο δόκτωρ Ντιβάνι και τον κοίταξε αυστηρά.
     - Μα είναι η γυναίκα μου, είπε αυτός και το πήρε στο χέρι του. Έλα, μωρό μου, τι συμβαίνει; είπε στο τηλέφωνο.
     Μία πολύ λεπτή φωνή ακούστηκε μέχρι το δόκτωρα Ντιβάνι.
     - Ναι, βεβαίως, έχεις δίκιο, θα το διορθώσω τώρα αμέσως, τίποτα άλλο χρειάζεσαι, μωράκι μου;
     Η φωνή δεν ακούστηκε. Ο Ιούνιος πλησίασε το παράθυρο, το άνοιξε και φύσηξε προς τα έξω. Τα σύννεφα, που είχαν καλύψει τον ουρανό, έφυγαν άρον-άρον και ο ήλιος, που κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα, χαμογέλασε πλατιά.
     - Έβαλε πλυντήριο και θέλει να απλώσει, είπε ο Ιούνιος στο δόκτορα Ντιβάνι και γύρισε στη θέση του.
     Ο δόκτωρ Ντιβάνι πήρε μια βαθειά ανάσα και ξανάρχισε να μιλάει.
     - Λέγκαμε ότι τα πρέπει να τα βρείτε με τον αντερφό σας.
     - Αυτό δε γίνεται. Βρείτε κάτι άλλο να μου προτείνετε.
     Ο δόκτωρ Ντιβάνι έριξε μια ματιά στις σημειώσεις του.
     - Έκουν καλή σκέση, η μητέρα σας και η σύζυγκός σας; ρώτησε.
     - Μα το πρόβλημα το έχω εγώ, δεν το έχουν εκείνες!
     - Ναι, αλλά ντεν παύουν να είναι οι πιο σημαντικές γκυναίκες στη ζωή σας...
     Το τριζόνι ακούστηκε και πάλι. Ο Ιούνιος έπιασε το κινητό.
     - Είναι η μαμά, είπε και το έβαλε στο αυτί του. Έλα, μαμά, όλα καλά;... Α, ναι; Το ξέρω, έχεις δίκιο, αλλά έβαλε πλυντήριο... Ζεσταίνεσαι, ε;... Δεν μπορείς να περιμένεις λίγ... ναι, εντάξει,... όχι, καταλαβαίνω,... ναι, εντάξει, μην ανησυχείς.
     Ο Ιούνιος άνοιξε το παράθυρο και έσκυψε προς τα έξω. Έφερε τα δάχτυλα στο στόμα και σφύριξε δυνατά. Αμέσως ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να επιστρέφουν. Ο ουρανός σκοτείνιασε τελείως. Ο δόκτωρ Ντιβάνι άναψε ένα μικρό λαμπατέρ που είχε δίπλα του.
     - Κλιμακτήριος, είπε ο Ιούνιος και κάθησε στη θέση του. Ζεσταίνεται η καημένη.
     Ο δόκτωρ ήπιε μια γουλιά νερό. Το διάφανο χρώμα του έκρυβε επιμελώς ένα διαλυμένο ηρεμιστικό.
     - Συνεχίστε, είπε ο Ιούνιος.
     Το τριζόνι ακούστηκε και πάλι.
     - Έλα, μωρό μου, τι συμβ... ναι, το ξέρω... η μαμά... ξέρεις τώρα, η κλιμακτήριος, ζεσταίν..., ναι, μωρό μου, το ξέρω, πρέπει να στεγνώσουν τα ρούχα, κάνε λίγο υπομονή και θα το ρυθμίσω... ε, μάνα μου είναι, τι θέλεις να κάνω;... καλά, εντάξει...
     Το παράθυρο ξανάνοιξε και ο Ιούνιος ξανάρχισε να φυσάει. Το δωμάτιο φωτίστηκε και ο δόκτωρ έσβησε το λαμπατέρ. Αλλά το τριζόνι ξανακούστηκε.
     - Ναι, μαμά, ναι, το ξέρω, αλλά η Βαλεντίνα... τι ποια Βαλεντίνα, η γυναίκα μου, βρε μαμά,... δεν μπορώ τώρα αμέσως, έχει απλώσει..., εννοείται ότι με νοιάζει, τι λόγια είναι αυτά,... ναι, θα το φροντίσω, κάνε μόνο λίγη υπομονή... ναι, το ξέρω ότι προτιμούσες τη Βερόνικα, αλλά εμένα μου άρεσε η Βαλεντίνα, τι να κάνουμε τώρα;... τέλος πάντων,... ναι, θα το φροντίσω είπα... τι δουλειά έχει ο Οκτώβριος, και εγώ μπορώ!... θα το φροντίσω είπα!
     Το παράθυρο ξανάνοιξε και ο δόκτωρ Ντιβάνι ήπιε άλλη μια γουλιά νερό και ξανάναψε το λαμπατέρ.
     - Καταλαβαίνετε, είπε ο δόκτωρ, ότι η λύση στο πρόβλημά σας ντεν βρίσκεται και τόσο κοντά τελικά...
     - Γιατί το λέτε αυτό; ρώτησε ο Ιούνιος. Επειδή φροντίζω τη μητέρα μου; Τι άνθρωπος είστε, επιτέλους; Δεν τη λυπάστε καθόλου; Περνάει κλιμακτήριο λέμε!

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Πηνελοπιάδας απαύγασμα

Η Πηνελόπη η όμορφη, η καλομαθημένη,
μεγαλωμένη άψογα με άριστες τροφούς,
σε ηλικία έφτασε για να συνάψει γάμο
και να ελκύει, άρχισε, μνηστήρες εκλεκτούς.

Ήταν όλοι τους δυνατοί, είχαν όλοι παλάτια,
κτήματα εύφορα, άλογα, πολλούς υποτελείς,
είχαν σεντούκια με φλουριά, πολύτιμα πετράδια,
δαμασκηνά είχαν σπαθιά, έξεις πολυτελείς.

Γνώριζαν πώς να ρίχνουνε το τόξο και το δόρυ,
γνώριζαν πώς να μάχονται με ανδρεία περισσή,
ήξεραν να καλπάζουνε περήφανα, με χάρη,
και να απαγγέλλουν ποίηση, απ'τη ρομαντική.

Η Πηνελόπη τα'χασε, τόσοι πολλοί μνηστήρες,
ποιον να διαλέξει, άραγε, που ήταν όλοι καλοί;
Διακριτικά την πίεζαν απόφαση να πάρει,
μα ήταν αυτό δύσκολο, κι η θέση της δεινή.

Κι εκεί που η κόρη έβλεπε αδιέξοδο μεγάλο,
και πιεζόταν έντονα σε κάποιον ναι να πει,
ο νους της εφωτίστηκε από λαμπρή ιδέα,
και αμέσως την εφάρμοσε, μη χάνοντας στιγμή.

Δήλωσε πως της έμενε προίκα για να υφάνει
και παρευθύς παρήγγειλε να στήσουν αργαλειό,
και ύφαινε ολημερίς, ώρες πολλές, με τέχνη,
αλλά τη νύχτα ξήλωνε, το όμορφο υφαντό.

Όποιος περνούσε έβλεπε καράβια και γοργόνες,
πουλιά, λουλούδια, άλογα και σχέδια θαυμαστά,
και διόλου δεν του πέρναγε απ'το φτωχό μυαλό του,
τι θα'κανε η πονηρή σαν έπεφτε η νυχτιά.

Και έτσι περνούσε ο καιρός, χωρίς να αποφασίζει,
και ύφαινε και ξήλωνε, χωρίς σταματημό,
και οι μνηστήρες πρόσμεναν, χωρίς καχυποψία,
την τέλεση των γάμων τους σε υπέρλαμπρο ναό.

Μα μια μικρή υπηρέτρια, που είδε την Πηνελόπη,
πήγε και τη μαρτύρησε σ'έναν ομορφονιό,
κι από το στόμα του νεαρού το νέο εδιαδόθη,
και οι μνηστήρες ζήτησαν εξήγηση εν χορώ.

Η Πηνελόπη το'νιωσε, τα ψέματα τελειώσαν,
να υφαίνει, αναγκάστηκε, με επιτηρητή,
και αν θα ξήλωνε ξανά, χωρίς να υπάρχει λόγος,
θα της επέβαλλαν ευθύς βαρύτατη ποινή.

Τα περιθώρια στένευαν, το υφαντό υφαινόταν,
η σωτηρία ήτανε όνειρο μακρινό,
κι η Πηνελόπη σήκωσε τα δακρυσμένα μάτια
και προσευχή απηύθυνε ψηλά, στον ουρανό.

Κι ο ουρανός την άκουσε και σφόδρα ελυπήθη,
και να τη σώσει θέλησε χωρίς χρονοτριβή,
και τέρας αιμοβόρικο, που το ελέγαν Πίπη,
κομμάτιασε το υφαντό, γοργά, στο πι και φι.

Τώρα οι μνηστήρες μέμφονται την άπονή τους τύχη,
το τέρας που τους γκρέμισε τα σχέδια μονομιάς,
μα είναι πεισματάρηδες, και δεν το βάζουν κάτω,
όπως αρμόζει σε άρχοντες, γιους ξακουστής γενιάς.

Ξανάστησαν τον αργαλειό, περάσαν το υφάδι,
την Πηνελόπη έβαλαν να υφαίνει απ'την αρχή,
όμως το μόνο σίγουρο είναι ότι η Πίπη,
θα ξανασκίσει το υφαντό, μόλις το ξαναδεί.

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Επαγγελματική διαστροφή



     Μία κραυγή. Αυτό ήταν. Μία κραυγή που συντάραξε όλη την πολυκατοικία. Ξύπνησε το μωρό στον τέταρτο, που μόλις είχε καταφέρει η μητέρα του να το κοιμίσει, τρόμαξε τον παππού στον τρίτο, που μόλις είχε βάλει μπαταρία στο ακουστικό του, και έκανε την κουτσομπόλα του πέμπτου να βγει στο μπαλκόνι της και έντρομη να κοιτάζει δεξιά και αριστερά.
     Ο υπαστυνόμος Θεοχάρης μπήκε στην κουζίνα φορώντας την φρεσκοσιδερωμένη στολή του. Σήμερα θα ανακοινώνονταν οι προαγωγές. Πήρε το πιο σοβαρό, επαγγελματικό του ύφος και έριξε μια ματιά τριγύρω.
     - Πού βρίσκεται το πτώμα; ρώτησε τη νεαρή που ήταν καθισμένη στο τραπέζι και, προφανώς, ήταν η μόνη μάρτυρας
     Η κοπέλα - που έτρεμε - δε μίλησε, αλλά κοίταξε προς το παράθυρο. Ο υπαστυνόμος πλησίασε, άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε. Όπως το φανταζόταν.
     - Χρειάζομαι έναν φακό, είπε.
     Η κοπέλα σηκώθηκε, πήγε σε ένα συρτάρι, το άνοιξε και έβγαλε έναν φακό. Ο υπαστυνόμος πήρε το φακό και με τη βοήθειά του ξανακοίταξε μέσα από το παράθυρο. Δε φαίνονταν ίχνη πάλης.
     - Θα πρέπει να βγω στο φωταγωγό, είπε ο υπαστυνόμος και μετά λύπης σκέφτηκε ότι θα τσαλακωνόταν η στολή του.
     Η κοπέλα δεν είπε τίποτα, μόνο τον βοήθησε να βγάλει το σακάκι του και στη συνέχεια του κράτησε ανοιχτό το παράθυρο, για να βγει στο φωταγωγό. Ο υπαστυνόμος πήδηξε στο πάτωμα και κοίταξε προς τα επάνω. Πόσα μέτρα να ήταν; Κοίταξε το θύμα.
     - Αυτοκτονία; σκέφτηκε. Πώς αλλιώς πηδάει κάποιος, από την ταράτσα ενδεχομένως, στην άβυσσο ενός φωταγωγού;
     Πλησίασε το πτώμα. Η ύπτια στάση του δεν είχε κάτι το περίεργο. Πρέπει να ήταν αρκετή ώρα πεθαμένο. Η ακαμψία είχε επεκταθεί ήδη στα πόδια του. Η καθόλου αφύσικη στάση του σώματός του, όμως, έλεγε στον υπαστυνόμο ότι ο θάνατος δεν είχε επέλθει κατά την πτώση. Θα πρέπει το θύμα να ήταν ακόμα ζωντανό, όταν βρέθηκε στον πάτο του φωταγωγού. Ίσως να ήταν στα τελευταία του, και απλώς να είχε αφήσει την τελευταία του πνοή εκεί.
     Ο υπαστυνόμος κοίταξε το πρόσωπο του θύματος. Ό,τι δεν υπήρχε στο σώμα, βρισκόταν ξεκάθαρα στο πρόσωπό του. Δεν ήταν το πρόσωπου κάποιου που είχε πεθάνει στον ύπνο του, ήταν το πρόσωπο κάποιου που είχε δώσει μάχη για να κρατηθεί στη ζωή.
     - Δολοφονία; σκέφτηκε ο υπαστυνόμος.
     Το χρώμα του θύματος  ήταν λίγο περίεργο.
     - Πιθανώς δηλητηρίαση, έκανε μια δεύτερη σκέψη ο υπαστυνόμος, αλλά αυτό θα το πει σίγουρα ένας ιατροδικαστής.
     Μια φωνή τον έβγαλε από τις σκέψεις του.
     - Κύριε Θεοχάρη, τι κάνετε στο φωταγωγό; Έγινε τίποτα;
     Ο υπαστυνόμος σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε. Ένα γυναικείο κεφάλι πρόβαλλε από το παράθυρο του πέμπτου.
     - Τίποτα, κυρία Βίρνα, μία απλή αυτοψία.
     - Άκουσα μία κραυγή και τρόμαξα, συνέχισε η κουτσομπόλα του πέμπτου.
     - Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Η κόρη μου ήταν.
     - Έπαθε τίποτα;
     - Όχι, όχι, τίποτα. Μια κατσαρίδα είναι στο φωταγωγό, αλλά είναι ψόφια, μην ανησυχείτε…
     - Α, μια κατσαρίδα… Ε, εντάξει, για κατσαρίδες δεν ανησυχώ, οι αποπάνω του έκτου κάνουν τόσο συχνά απολύμανση, που δεν υπάρχει κίνδυνος, να, και εχθές απολύμανση έκαναν…
     - Αχά, σκέφτηκε ο υπαστυνόμος, ώστε από τον έκτο έπεσε το θύμα στο φωταγωγό!

     ΥΓ: Αυτή ήταν η πρώτη συμμετοχή της Πίπης στο διαδικτυακό δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις", που διοργανώνει ακούραστα η Μεμαρία στο ιστολόγιό της mytripsonblog. Ήταν μια πολύ ευχάριστη εμπειρία και η Πίπη ελπίζει να μπορέσει να την επαναλάβει.

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Πέντε χρόνια και πέντε μέρες



     Πέντε χρόνια και πέντε μέρες. Τόσος χρόνος χρειάστηκε μέχρι να φτάσει το μπλογκοσπιτάκι που λέγεται Οξεία Γλωσσοπάθεια ως εδώ. Πέντε χρόνια και πέντε μέρες δεν είναι λίγος χρόνος, και σίγουρα - ειδικά με τα κριτήρια της γεωλογίας - δεν είναι και πολύς.
     Και πόσα πράγματα δεν γνώρισε το σπιτάκι αυτό! Πρώτα-πρώτα, γνώρισε την Πίπη και έζησε μαζί της πολλά παθήματα και μαθήματα. Γνώρισε τις Χώρες του διαμερίσματος και των δύο βεραντών, με τα άγρια και αιμοβόρικα φυτά τους. Γνώρισε κουτσομπόλες λεύκες, μαγεμένες πριγκήπισσες, άφησε να της μιλήσουν γάτες, σκυλιά, χελιδόνια, περιστέρια, λουλούδια, φωτογραφίες, ακόμα και σκισμένες τέντες. Και, το κυριότερο, γνώρισε κι άλλα σπιτάκια που ταξιδεύουν στην ίδια γειτονιά.
     Το σπιτάκι της Γλωσσοπάθειας δεν είναι ένα συνηθισμένο σπιτάκι, παρ'όλο που μοιάζει έτσι. Έχει, βέβαια, πόρτα και παράθυρα, και στέγη με κεραμίδια, και καμινάδα έχει, αλλά οι ομοιότητες με ένα συνηθισμένο σπιτάκι σταματούν εκεί. Επειδή από την καμινάδα του σπιτιού δεν βγαίνει καπνός, αλλά μπαλόνια! Θα καταλάβατε, φυσικά, ότι μιλάω μεταφορικά, επειδή κάθε μία από τις ιστορίες της Γλωσσοπάθειας μοιάζει με ένα μικρό μπαλόνι, που γεμίζει με ήλιο και αρχίζει να ανεβαίνει στον αέρα, τραβώντας μαζί της και το σπιτάκι της Γλωσσοπάθειας, με το οποίο είναι δεμένη με ένα λεπτό σχοινάκι.
     Στην αρχή, τα μπαλόνια ήταν λίγα και έτσι το σπιτάκι, με το βάρος του, τα κρατούσε χαμηλά. Σιγά-σιγά, όμως, τα μπαλόνια πλήθυναν και άρχισαν να δυναμώνουν, και το σπιτάκι άρχισε να τρεμουλιάζει. Και τα μπαλόνια έφτασαν τον αριθμό 224. Και θαρρώ πως το σπιτάκι άρχισε πια να ξεκολλάει για τα καλά από τα θεμέλιά του.
     Είναι σχεδόν σίγουρο, λοιπόν, ότι το σπιτάκι θα αρχίσει να πετάει, παρασυρμένο από τα μπαλόνια. Τι να το περιμένει, άραγε, εκεί ψηλά; Σίγουρα θα έχει πολύ καλύτερη θέα. Θα βλέπει πιο μακριά, ανεμπόδιστα, μέχρι εκεί που φτάνει ο ορίζοντας. Θα είναι πιο κοντά στα πουλιά, που επειδή ταξιδεύουν πολύ, έχουν πάντα πολλές και ενδιαφέρουσες ιστορίες να διηγηθούν, ίσως μερικές φορές μπορέσει να τα ακολουθήσει και στα ταξίδια τους, αν ο άνεμος είναι ευνοϊκός. Θα μπορεί να βρίσκεται πιο ψηλά από τα σύννεφα, που όλο γκρινιάζουν και παραπονιούνται, και να μην επηρεάζεται από αυτά.
     Βέβαια, τα πράγματα δεν μπορεί να είναι μόνο ρόδινα. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι, επειδή εκεί ψηλά το σπιτάκι θα είναι έρμαιο του ανέμου, θα έχει πάντα την αγωνία μήπως τρακάρει με κάποιο άλλο σπιτάκι, καθώς ο ουρανός είναι γεμάτος από μπλογκοσπιτάκια που πετάνε. Θα πρέπει επίσης να μην παίρνει πολύ αέρα, επειδή όσο πιο ψηλά ανεβαίνει, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να ξεφύγει. Και, εντάξει, θα πει κανείς ότι αυτό δεν είναι και τόσο κακό, αφού αν ξεφύγει μπορεί να φτάσει μέχρι το φεγγάρι, αν όμως ξεφύγει περισσότερο και φτάσει στον Άρη; Και αν οι Αρειανοί δεν το υποδεχτούν με τις καλύτερες διαθέσεις τι γίνεται;
     Αλλά ας μη βιαζόμαστε. Υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος μπροστά, μέχρι να αρχίσει να πετάει το σπιτάκι ψηλά. Κατ'αρχάς, τα 224 μπαλόνια της Γλωσσοπάθειας δεν είναι αρκετά για να πετάξει το σπιτάκι, χρειάζονται πολύ περισσότερα. Αλλά το να φουσκώσεις τόσα πολλά μπαλόνια δεν είναι τόσο εύκολο, όσο ακούγεται, επειδή το ήλιο, με το οποίο γεμίζουν τα συγκεκριμένα μπαλόνια, προέρχεται από ένα πολύ συγκεκριμένο πρατήριο, που βρίσκεται μέσα στο κεφάλι της Πίπης!
     Και το πρόβλημα με το συγκεκριμένο πρατήριο είναι ότι δεν έχει σταθερή παροχή αερίου. Μερικές φορές φράζει η αντλία και χρειάζεται επισκευή από εξειδικευμένο τεχνίτη, άλλες φορές απεργούν οι πρατηριούχοι και δεν υπάρχει κανείς για να λειτουργήσει το πρατήριο... Και υπάρχουν και φορές που το αέριο είναι πολύ κακής ποιότητας, σαν βενζίνη λίγων οκτανίων, οπότε δεν αξίζει να κάνει κανείς καν τον κόπο να προσπαθήσει να φουσκώσει μπαλόνια με αυτό.
     Το μόνο καλό με τα μπαλόνια, βέβαια, είναι ότι άπαξ και καταφέρεις να τα φουσκώσεις, παραμένουν φουσκωμένα και δεν σπάνε. Έτσι, υπάρχει ελπίδα να πετάξει κάποια στιγμή η Γλωσσοπάθεια, και τότε θα έρθει και το πλήρωμα του χρόνου για να σκεφτούμε και τον αντίθετο άνεμο, και το φεγγάρι, και τους άγριους Αρειανούς...
     Μέχρι τότε, όμως, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ευχηθούμε να συνεχίσει η Πίπη να φουσκώνει μπαλόνια, και του χρόνου, σε έναν χρόνο και μία μέρα από σήμερα, να ξαναβρεθούμε για να δούμε σε τι ύψος θα έχει φτάσει το σπιτάκι, και πόσα θα έχουν γίνει τα μπαλόνια.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Μυρωδάτη εκδίκηση

     Όλοι πιστεύουν ότι τα άνθη είναι αγνά και άκακα, αλλά η Πίπη ξέρει καλύτερα. Στη Χώρα της μπροστινής και στη Χώρα της πίσω βεράντας έχουν διαδραματιστεί ουκ ολίγα δράματα...
     Θα ξεχάσει η Πίπη τις τόσες απώλειες στη Χώρα της πίσω βεράντας; Και, εντάξει, η λουίζα πήγε από το χέρι του κλαδευτηροχέρη, από τι πήγε όμως ο δυόσμος, που ζούσε εκεί τόσα χρόνια και, παρ'όλες τις ιώσεις του, ζούσε και βασίλευε; Από τί πήγε η αρμπαρόριζα, που όλο ανέκδοτα έλεγε με το δυόσμο και γελούσε, και με κάθε γέλιο έβγαζε καινούργιο κλαδί και καινούργια φύλλα και καινούργια λουλούδια; Και η λεβάντα; Από τι πήγε η λεβάντα; Κανέναν δεν πείραζε, η δόλια... Και όταν η Πίπη έφερε νέα λεβάντα στη Χώρα, από τι πήγε η νέα λεβάντα, που δεν πρόλαβε καλά-καλά να συστηθεί στους υπόλοιπους; Και ας μη μιλήσουμε για τον ύποπτο θάνατο του δεντρολίβανου, που επίσης περίμενε και το διάδοχό του, λίγο μετά την άφιξή του...
     Στη Χώρα της μπροστινής βεράντας, ευτυχώς, οι απώλειες ήταν κατά πολύ λιγότερες. Μόνο η πασχαλιά μας άφησε χρόνους, και κάτι άλλα φυτά, μονοετή. Θα έλεγε κανείς ότι οι κάτοικοι της Χώρας της πίσω βεράντας είναι πιο αιμοδιψείς από αυτούς της Χώρας της μπροστινής βεράντας, πιο άγριοι, πιο απολίτιστοι... Κι όμως... Και στη Χώρα της μπροστινής βεράντας, ο ανταγωνισμός καλά κρατεί. Και δεν αναφέρομαι στα ζιζάνια, που έχουν ρημάξει το έρμο το αγιόκλημα, και κανείς δεν ξέρει από πού ήρθαν...
     Από όλους τους κατοίκους της Χώρας της μπροστινής βεράντας, οι τριανταφυλλιές είναι μακράν οι πιο ανταγωνιστικές. Ίσως αυτό να οφείλεται και στην ανατροφή τους: μεγαλώνουν, βλέπετε, με παραμύθια για βασιλιάδες και πρίγκηπες και πιστεύουν ότι είναι και εκείνες από βασιλική γενιά. Και άντε να τις μαζέψεις μετά...
     Από τις τρεις τριανταφυλλιές που υπάρχουν στη Χώρα της μπροστινής βεράντας, δύο είναι οι πιο ανταγωνιστικές: μία λευκή και μία ροδοπορτοκαλί εκατόφυλλη. Η Πίπη από την αρχή κατάλαβε ότι θα υπήρχε θέμα με αυτές τις δύο και τις χώρισε εγκαίρως. Παρ'όλ'αυτά, όποτε βρίσκουν ευκαιρία, εκτοξεύουν προσβολές η μία προς την άλλη, προς τέρψιν των υπόλοιπων κατοίκων της χώρας. Ίσως γι'αυτό την έχουν γλιτώσει τόσοι πολλοί εκεί, εκτονώνονται με τους καυγάδες των δυο τους...
     Η εκατόφυλλη, που είναι η νεότερη από όλες τις τριανταφυλλιές, φωνάζει τη λευκή αρρωστιάρα, επειδή κάθε τρεις και λίγο παθαίνει ψωρίαση, αλλά η λευκή φροντίζει να ανθίζει δύο φορές τον χρόνο και, το σημαντικότερο, καταφέρνει πάντα να κάνει εκείνη τα πρώτα τριαντάφυλλα της Άνοιξης, αφήνοντας την εκατόφυλλη να βράζει στο ζουμί της.
     Η αλήθεια είναι ότι η Πίπη έχει μια μικρή αδυναμία στην εκατόφυλλη, επειδή τα δικά της λουλούδια είναι πάρα πολύ αρωματικά, αλλά δεν επικροτεί και αυτόν τον ανταγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα στις δύο τριανταφυλλιές. Φροντίζει πάντα να τους λέει γλυκόλογα και να τις επαινεί για την ομορφιά τους, αλλά όταν τύχει και ακούσει κάποια προσβολή, τους κάνει παρατήρηση.
     Πέρυσι, πάντως, η λευκή το παράκανε. Η εκατόφυλλη είχε την ατυχία να κάνει μόνο ένα τριαντάφυλλο, άγνωστο γιατί. Η λευκή δεν έχασε την ευκαιρία και άρχισε να της φωνάζει ότι είχε πρόβλημα υπογονιμότητας και ότι θα έπρεπε να πάει να κοιταχτεί. Η εκατόφυλλη πήρε την προσβολή πολύ βαριά, αρρώστησε και έπαθε δερματοπάθεια, όπως η ροζ. Όλο το καλοκαίρι δε μιλούσε, παρά μόνο αναστέναζε. Το κλήμα, που βρίσκεται δίπλα της, έπαθε κι αυτό κατάθλιψη και του έπεσαν και ένα σωρό φύλλα, τόσους αναστεναγμούς που άκουγε κάθε μέρα...
     Φαίνεται, όμως, πως από τη Χώρα της μπροστινής βεράντας πέρασε κάποια μέλισσα που ήταν επισκέπτρια αδελφή νοσοκόμα, και η οποία ανησύχησε από την όψη της τριανταφυλλιάς και θέλησε να τη βοηθήσει. Η μέλισσα εκείνη είχε ταξιδέψει πολύ και γνώριζε σχεδόν τα πάντα για τα βότανα. Έπεισε, λοιπόν, την τριανταφυλλιά να ακολουθήσει μία ήπιας μορφής θεραπεία με ανθοϊάματα, υποσχόμενη κατακόρυφη αύξηση της γονιμότητας.
     Και - ω, του θαύματος! - η τριανταφυλλιά συνήλθε και, όχι μόνο αυτό: φέτος ετοιμάζει εννέα τριαντάφυλλα! Όπως καταλαβαίνετε, η ψυχολογία της είναι κατά πολύ ανεβασμένη. Ποιος θα της πει τώρα ότι έχει πρόβλημα γονιμότητας, με εννέα παιδιά; Και σαν να μην έφτανε αυτό, φέτος η εκατόφυλλη τριανταφυλλιά πρόλαβε τη λευκή και έκανε εκείνη το πρώτο τριαντάφυλλο της Άνοιξης! Να δείτε νεύρα που έχει η λευκή, που φέτος ήρθε δεύτερη!
     Αλλά η εκατόφυλλη δεν ασχολείται πια με τη λευκή. Είναι η πρώτη φορά που νιώθει τόσο χαρούμενη και περιμένει πώς και πώς να ξαναπεράσει η επισκέπτρια αδελφή μέλισσα για να την ευχαριστήσει και να της συστήσει τα παιδιά της.
     Και όλοι στη Χώρα της μπροστινής βεράντας απολαμβάνουν τον ανοιξιάτικο ήλιο με ηρεμία. Και αν δεν ήταν και η φασαρία από τον δρόμο, μέχρι που θα έπαιρναν και έναν υπνάκο...

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Άλλος για το ράφι!

     Σηκώθηκε, που λέτε, σήμερα το πρωί η Πίπη, και εκεί που χασμουριόταν, καθώς δεν είχε καλοξυπνήσει, άκουσε ένα χτύπημα στο τζάμι του παραθύρου.
     - Ποιος να είναι; αναρωτήθηκε και επειδή δεν της αρέσει να αφήνει τέτοια ερωτήματα αναπάντητα πήγε στο παράθυρο.
     Απ’έξω από το παράθυρο βρισκόταν ένα περιστέρι, που κρατούσε στο ράμφος του ένα φακελάκι. Το περιστέρι δεν μπορούσε να μιλήσει, επειδή είχε το φακελάκι στο ράμφος του, οπότε με νοήματα της έδωσε να καταλάβει ότι το φακελάκι προοριζόταν για εκείνη.
  Πήρε το φακελάκι στα χέρια της η Πίπη και το άνοιξε. Ήταν από τον Γιάννη τον Πιτ, γνωστό αλάνι της μπλογκόσφαιρας, ο οποίος παρακολουθεί την Πίπη από το Νοέμβριο του 2015. Η καρτούλα που είχε μέσα το φακελάκι ήταν λευκή σαν το περιστέρι και έγραφε ότι ο Γιάννης, που εδώ και αρκετό καιρό της φουσκώνει τα μυαλά με τα πολλά του κομπλιμέντα, της απένειμε και βραβείο, για να το πάρει επάνω της ακόμα περισσότερο.
Η Πίπη, παρ’όλο που είναι μια διασημότητα, αποφεύγει τους παπαράτσι όπως ο διάβολος το λιβάνι και, ως εκ τούτου, αποφεύγει και τις βραβεύσεις. Αλλά ήταν τόσο ευγενική η πρόσκληση του Γιάννη, που δεν μπορούσε να αρνηθεί. Επιπλέον, το περιστέρι είχε κάνει φτερά και δεν είχε τρόπο να στείλει απάντηση.
Η Πίπη αναστέναξε και έψαξε την πρόσκληση για να δει μήπως για την παραλαβή του βραβείου ήταν απαραίτητο το βραδυνό ένδυμα. Ευτυχώς, μάλλον δεν ήταν. Η Πίπη έχει μία τάση να πέφτει  και πιθανώς θα ήταν ολέθριο για εκείνη να φορέσει μία μακριά τουαλέτα. Άσε που θα έπρεπε να φορέσει και γόβα, και θα παραπονιούνταν τα δαχτυλάκια της…
Άνοιξε την ντουλάπα της και διάλεξε ένα απλό σύνολο, μπλούζα-παντελόνι, που γενικά συνηθίζει να φοράει. Ύστερα κάθησε και άρχισε να σκέφτεται τους όρους του βραβείου, μέχρι που άρχισε να την πιάνει πονοκέφαλος (όχι, αυτό ήταν ψέμα, η Πίπη δεν έχει πονοκεφάλους).
Θα έπρεπε να γράψει έναν λόγο, δεν θα έπρεπε; Τι κουραστικό που ήταν όλο αυτό! Και τότε της ήρθε η ιδέα!
Αυτό δεν ήταν πολύ καλό για εμένα, αφού η ιδέα της Πίπης ήταν να καλέσει εμένα για να της γράψω το λόγο. Και επειδή ήταν και πρωί, με έπιασε στον ύπνο και δεν πρόλαβα να βρω μια καλή δικαιολογία για να το αποφύγω.
Και έτσι τώρα κάθομαι εγώ και σπάω το κεφάλι μου τι να γράψω… Εντάξει, λογικό, θα είναι να ευχαριστήσει το Γιάννη για την τιμή που της έκανε και να του ανταποδώσει και κάποια φιλοφρόνηση, ίσως θα πρέπει να του κάνει και κάποια επίσκεψη σε ένα από τα τέσσερα σπίτια του, ντυμένη απλά, αλλά κρατώντας τα απαραίτητα φοντάν.
Μετά, όμως, θα πρέπει να δώσει 7 πληροφορίες για τον εαυτό της. Τι θα πρέπει να γράψω, άραγε;
Θα μπορούσα να γράψω ότι της αρέσει το τυρί, η σοκολάτα, οι φακές, το παστίτσιο, το στιφάδο, το τζατζίκι, η σκορδαλιά και η ταραμοσαλάτα, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια, επειδή της αρέσουν και άλλα πολλά φαγητά. Θα μπορούσα να γράψω ότι φοβάται τις κατσαρίδες, τις ακρίδες, τα σαμιαμίδια και ότι λατρεύει τα χελιδόνια και τα δελφίνια. Θα μπορούσα επίσης να γράψω ότι έχει δει δελφίνια τρεις φορές στη ζωή της και κατσαρίδες πολύ περισσότερες.  Αλλά όχι, προτιμώ να κινηθώ διαφορετικά…
Ας ξεκινήσουμε από το όνομά της: το όνομά της είναι ουσιαστικά το παρατσούκλι που της είχαν δώσει όταν ήταν μικρή: Πίπη η φακιδομύτη. Όπως μπορείτε να φανταστείτε, η Πίπη ήταν γεμάτη φακίδες. Τώρα πια οι φακίδες δε φαίνονται, αλλά και αν φανούν λέγονται πανάδες. Η Πίπη, πάντως, προτιμάει τις φακίδες από τις πανάδες.
Όταν ήταν μικρή το πρώτο πράγμα που ήθελε να γίνει ήταν ζωγράφος, μέχρι που ο μπαμπάς της της είπε ότι οι ζωγράφοι πεθαίνουν στην ψάθα. Το επόμενο πράγμα που ήθελε να κάνει η Πίπη μεγαλώνοντας ήταν να γίνει δασκάλα, αλλά τελικά δεν έγινε. Ήθελε επίσης να γίνει συγγραφέας και έχει γράψει πολλά κειμενάκια στην προσπάθειά της αυτήν. Φτάνοντας στις εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο, και ενώ είχε αποφασίσει να γίνει μαθηματικός, αποφάσισε ότι ήθελε οριστικά να γίνει δασκάλα. Τελικά σπούδασε Γεωλογία, που της άρεσε πολύ, και δεν έγινε τίποτα από αυτά που ήθελε (ούτε γεωλόγος, εννοείται).
Πριν από πολλά χρόνια ασχολήθηκε με την τοξοβολία για 4-5 μήνες και αυτό ήταν η κοντινότερη προσπάθειά της να έρθει σε επαφή με την αθλήτρια που έκρυβε μέσα της. Ήταν αρκετά καλή, αλλά τελικά την αθλήτρια την ξανάκρυψε και ησύχασε.
Παλιά δεν της άρεσε να βγάζει φωτογραφίες, αλλά από όταν απόκτησε ψηφιακή φωτογραφική μηχανή ποιος την πιάνει! Όσο για τη ζωγραφική, την ξαναέπιασε πριν από χρόνια και μάλιστα έκανε και μαθήματα, αλλά τα τελευταία χρόνια ένα λευκό τελάρο στην αποθήκη της μαραζώνει περιμένοντας την έμπνευσή της… Παρεμπιπτόντως, το τωρινό φόντο της Οξείας Γλωσσοπάθειας είναι έργο δικό της, όπως επίσης και ο πίνακας που εμφανίζεται σε μία ανάρτησή της, καθώς και ο πίνακας που στολίζει ένα μπλογκ που δημιούργησε πριν από μερικά χρόνια για να το δωρίσει σε μία φίλη της.
Μιλώντας για φίλους, θα πρέπει να πούμε ότι οι πιο καλοί της φίλοι έγιναν μέρος της ζωής της τα τελευταία χρόνια, κάτι που δείχνει πόσο τυχερή είναι η Πίπη στη ζωή της. Να πούμε, επίσης, ότι η πείρα της την έχει διδάξει ότι η θετική ενέργεια αλλάζει πραγματικά τη ζωή του ανθρώπου, όσο κι αν αυτό δεν εξηγείται επιστημονικά.
Η παραβολή που απεχθάνεται είναι η παραβολή του άσωτου υιού, επειδή η Πίπη ταυτίζεται πάντα με τον υπάκουο γιο. Στον αντίποδα βρίσκεται η παραβολή με τα τάλαντα, που είναι η αγαπημένη της παραβολή. Η Πίπη πιστεύει ότι πρέπει να διερευνούμε τα ταλέντα μας και αυτό κάνει και η ίδια, δηλαδή. Μέχρι στιγμής έχει διαπιστώσει ότι όσο ψάχνεις, βρίσκεις.
Η Πίπη είναι πολύ ρομαντική και ονειροπόλα, αλλά ταυτόχρονα πολύ πρακτική και χρησιμοποιεί συνεχώς την απλή, κοινή λογική, που τα τελευταία χρόνια δε φαίνεται να είναι και τόσο κοινή… Πολλές φορές οι άλλοι, βλέποντας πόσο οργανωτική και ρεαλίστρια φαίνεται η Πίπη, νομίζουν ότι είναι και αναίσθητη. Αλλά αυτό το κάνουν μόνο όσοι δεν βλέπουν πέρα από την επιφάνεια…
Πριν από λίγα χρόνια, η Πίπη απόκτησε μυωπία στο δεξί μάτι και πρεσβυωπία στο αριστερό. Έτσι, το αριστερό μάτι το έχει για να κοιτάει τα αστέρια και το δεξί για να παρατηρεί τη γύρη. Αλίμονό της αν καμιά φορά χρησιμοποιήσει τα μάτια της ανάποδα…
Ωχ, μου φαίνεται ότι πήρα φόρα, αρκετά έχω γράψει. Εξάλλου, θα πρέπει να τα εγκρίνει και η ίδια.
Ποιος είναι ο άλλος όρος της βράβευσης; Να προτείνει η ίδια η Πίπη 15 μπλογκ. Τώρα μάλιστα! Σιγά μην προτείνει! Το πιθανότερο είναι να κλειστεί περισσότερο στο καβούκι της. Ας αναλάβω, λοιπόν, και εδώ την δράση, και ας επιλέξω 15 μπλογκ από αυτά που η Πίπη παρακολουθεί, όπως την παρακολουθεί ο Γιάννης ο αλάνης… Έχουμε και λέμε:
Τώρα, βέβαια, αν της πω να στείλει προσκλήσεις σε όλους αυτούς για να παραλάβουν το βραβείο, στην καλύτερη περίπτωση θα γελάσει και θα με βάλει να γράψω εγώ και τις προσκλήσεις… Οπότε δεν θα στείλω προσκλήσεις, απλώς θα της πω να τα προτείνει στο κοινό για επίσκεψη. Αξίζουν τον κόπο, έτσι κι αλλιώς…
Νομίζω ότι ολοκλήρωσα την αποστολή μου. Ο λόγος της είναι έτοιμος. Θα της τον αφήσω έξω από την πόρτα της, για να τον βρει το πρωί. Ίσως με αυτόν τον τρόπο να γλιτώσω και τις διορθώσεις. Ας κάνει και κάτι μόνη της, σε τελευταία ανάλυση!