Μια μέρα, εκεί που η Πίπη ήθελε να ζωγραφίσει κάτι αλλά δεν ήξερε τι, έτυχε στην τηλεόραση να παίζει ένα ντοκυμαντέρ. Το ντοκυμαντέρ, κατά σύμπτωση, έδειχνε τοπία της Βόρειας Ευρώπης, και πιο συγκεκριμένα, της Σκανδιναβίας. Βλέπει η Πίπη το ντοκυμαντέρ, κάθεται να το παρακολουθήσει, αλλά εκείνη την στιγμή το ντοκυμαντέρ τελείωνε.
- Φτου, να πάρει! είπε η Πίπη. Το πέτυχα στο τέλος.
Αλλά ακριβώς εκεί, στο τέλος, φαινόταν ένα μοναχικό σπίτι μέσα στο λευκό, χιονισμένο τοπίο. Και τότε, η Πίπη σκέφτηκε:
- Αφού δεν μου έρχεται καμιά ιδέα τι να ζωγραφίσω, γιατί δεν ζωγραφίζω κάτι σαν αυτό που μόλις είδα, ένα σπιτάκι μέσα σε ένα χιονισμένο τοπίο; Θα είναι και εύκολο.
Και μια και δυο, παίρνει τα χρωματιστά της μολύβια και ζωγραφίζει ένα σπιτάκι, μέσα σε ένα χιονισμένο τοπίο. Και για να μην είναι μόνο του το σπιτάκι, του έβαλε για συντροφιά και μερικά γυμνά δεντράκια.
- Χμ, καλό μου βγήκε, είπε η Πίπη.
Και, ικανοποιημένη, μάζεψε τα χρωματιστά της μολύβια.
Την επόμενη μέρα, της Πίπης της ήρθε μια άλλη ιδέα.
- Γιατί δεν ξαναζωγραφίζω ένα σπιτάκι στα χιόνια, αλλά αυτή τη φορά να είναι νύχτα και να φαίνεται το βόρειο σέλας;
Και, παρ'όλο που δεν το είχε δει το βόρειο σέλας, παρά μόνο σε φωτογραφίες, κατάφερε να ζωγραφίσει κάτι που θα μπορούσε να είναι κοντά σε αυτό που ήθελε.
- Δεν είναι κακό, σκέφτηκε.
Και ξαναμάζεψε τα χρωματιστά της μολύβια.
Όμως, την επόμενη μέρα που άνοιξε το μπλοκάκι της για να σκεφτεί τι θα ζωγράφιζε, άκουσε μια φωνούλα.
- Ποιος είναι; ρώτησε η Πίπη.
- Εγώ, απάντησε η φωνούλα.
- Ποιος εσύ;
- Εγώ, το σπιτάκι.
Η Πίπη αρχικά νόμιζε ότι δεν είχε ακούσει καλά, αλλά έκανε λάθος.
- Θα ήθελα να σου ζητήσω μία χάρη, είπε το σπιτάκι.
- Τι χάρη;
- Ωραία τα χιόνια, δε λέω, αλλά τα βαρέθηκα. Μήπως να με πήγαινες κάπου αλλού, χωρίς χιόνια;
- Τι λέει τούτο; σκέφτηκε η Πίπη. Δηλαδή, πάλι σπιτάκι θα ζωγραφίσω και σήμερα;
Αλλά όσο το σκεφτόταν, τόσο και άρχιζε να της αρέσει η ιδέα, ιδιαίτερα όταν θυμήθηκε τον νάνο στην ταινία "Αμελί", που τον τραβούσαν φωτογραφίες σε διάφορα μέρη του κόσμου και ύστερα έστελναν τις φωτογραφίες στον μπαμπά της, που του άρεσαν τα ταξίδια, αλλά δεν είχε ταξιδέψει πουθενά. Άσε που ένα σπιτάκι είναι εύκολο να το ζωγραφίσεις.
Πήρε, λοιπόν, τα μολύβια της η Πίπη, και έφτιαξε ένα σπιτάκι σε έναν βράχο, δίπλα στη θάλασσα, αργά το απόγευμα, που τα χρώματα αρχίζουν να γίνονται πορτοκαλί...
- Καλό τώρα; ρώτησε το σπιτάκι.
- Τέλειο! είπε εκείνο, καθώς απολάμβανε τα χρώματα του ουρανού.
Ήταν μην πάρει φόρα η Πίπη. Την επόμενη μέρα σκέφτηκε κάτι καλύτερο. Θυμήθηκε την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, που είχε γίνει μικροσκοπική και όλα γύρω της είχαν γίνει τεράστια.
- Εκεί θα το πάω το σπιτάκι, σκέφτηκε.
Και το ζωγράφισε ανάμεσα σε τεράστια λουλούδια και πανύψηλο γρασίδι, δίπλα από ένα στρουμπουλό μανιτάρι. Και ορίστε, εκεί παραδίπλα, ένα σαλιγκάρι περνάει και κοιτάει το σπιτάκι γεμάτο περιέργεια.
- Τι περίεργο αρχιτεκτονικό σχέδιο, λέει το μανιτάρι. Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι το σπίτι πρέπει να είναι στρογγυλό και ελικοειδές. Αλλιώς, πώς χωράει κανείς εκεί μέσα;
Και το σαλιγκάρι απομακρύνεται αργά-αργά, όπως κάθε σαλιγκάρι καθώς πρέπει, και εκείνη την στιγμή της Πίπης της έρχεται μια ακόμη ιδέα. Και προτού το σαλιγκάρι εξαφανιστεί, προλαβαίνει και γεμίζει το κεφάλι του μικροσκοπικά φτερά, όπως εκείνα που φοράνε στο κεφάλι τους οι αρχηγοί των ινδιάνων.
- Νομίζω το τερμάτισα, λέει η Πίπη, καμαρώνοντας λίγο και για το σαλιγκάρι-ινδιάνο.
Αλλά στο σπιτάκι δεν πολυαρέσει αυτό το μέρος.
- Ε, όχι και να είμαι όσο μικρό είναι ένα σαλιγκάρι! λέει. Απαράδεκτο!
- Μην ανησυχείς, του λέει η Πίπη, αύριο θα σε πάω αλλού.
Είπαμε, είναι να μην πάρει φόρα...

- Εδώ πώς σου φαίνεται; ρωτάει η Πίπη το σπιτάκι, την επόμενη μέρα.
Το είχε βάλει ψηλά, σε ένα βράχο, μέσα στο Γκραν Κάνυον, με συντροφιά έναν κάκτο, ενώ δυο όρνια πετούσαν στο βάθος.
- Πολλή ξεραΐλα, λέει το σπιτάκι, θα κορακιάσω. Άσε που κάνει και ζέστη. Το σκέφτηκες πολύ να με βάλεις εδώ πέρα;
- Μα τι λες; του λέει η Πίπη. Ξέρεις πόσο δημοφιλές είναι το Γκραν Κάνυον; Χιλιάδες άνθρωποι το επισκέπτονται από όλο τον κόσμο. Είναι από τα κορυφαία αξιοθέατα παγκοσμίως.
- Σκασίλα μου! λέει το σπιτάκι. Για να μην πω ότι έχω αρχίσει να ζαλίζομαι, λόγω του ύψους. Κατέβασέ με πιο χαμηλά, ντε!
- Με τίποτα δεν ικανοποιείσαι, λέει η Πίπη. Αλλά, μην ανησυχείς, σκέφτηκα και άλλο μέρος.
- Άντε να δούμε, λέει το σπιτάκι.

Την επόμενη μέρα, η Πίπη έχει ήδη σκεφτεί τους καταρράκτες του Ιγκουαζού, στην Βραζιλία. Εννοείται πως δεν τους έχει δει και σίγουρα δεν μπορεί να τους ζωγραφίζει, οπότε αποφασίζει να φτιάξει κάτι σαν καταρράκτη και να βάλει το σπιτάκι εκεί παραδίπλα.
- Τώρα είσαι καλά; ρωτάει το σπιτάκι. Εδώ έχει δροσιά. Και σε έβαλα και χαμηλά.
- Ή του ύψους ή του βάθους είσαι, ε; ρωτάει το σπιτάκι.
- Γιατί το λες αυτό;
- Εδώ που με έβαλες θα σκουριάσουν όλοι οι μεντεσέδες στις πόρτες και τα παράθυρά μου και θα αποκτήσω ρευματισμούς. Έχει πολλή υγρασία, δεν το βλέπεις;
- Φυσικά και το βλέπω, αφού εγώ το ζωγράφισα. Αλλά νομίζω ότι έκανα αρκετά καλή δουλειά.
- Και τι θόρυβος είναι αυτός; Μου έχει πάρει τα αυτιά, δεν θα μπορώ να κοιμηθώ εδώ πέρα.
- Είναι από τον καταρράκτη...
- Και έπρεπε να με βάλεις τόσο κοντά; Να με ξεκουφάνεις θέλεις;
- Πω-πω, γκρίνια!
- Να με πάρεις από εδώ, ακούς;
- Καλά...
Την επόμενη μέρα, η Πίπη έχει αρχίσει να βαριέται όλες αυτές τις μετακομίσεις, και πολύ περισσότερο έχει βαρεθεί να ακούει την γκρίνια του μικρού σπιτιού. Πού να το πάει, να βρει την ησυχία της;
- Το βρήκα! λέει. Θα το βάλω σε μια χώρα γεμάτη ζαχαρωτά. Θα του αρέσει σίγουρα.
Και ζωγραφίζει ένα ροζουλοπορτοκαλί τοπίο, και δέντρα-γλειφιτζούρια, δέντρα από μαλλί της γριάς, και πεταλούδες-καραμέλες.
- Εντάξει, τώρα; το ρωτάει.
- Τι είναι αυτό εδώ το μέρος όπου με έφερες;
- Είναι μία μυθική χώρα, η ζαχαροχώρα, όπου όλα είναι φτιαγμένα από ζάχαρη...
- Ε, όχι! Μόλις την προηγούμενη βδομάδα έκανα καθαρισμό δοντιών. Θέλεις να χαλάσουν τα δόντια μου, και να αρχίσω να γεμίζω κουφάλες;
- Μα είναι πολύ όμορφη, δες τι όμορφα δέντρα, ορίστε και μια ωραία πεταλούδα...
- Να με πάρεις από εδώ, δε μου αρέσει καθόλου, να, άρχισα κιόλας να κολλάω από την πολλή ζάχαρη...
- Είσαι αχάριστο, σε τόσα μέρη σε έχω πάει και τίποτα δε σου αρέσει! Γιατί δεν γυρνάς πίσω στο χιονισμένο τοπίο;
- Είναι βαρετό. Τι συμβαίνει; Δυσκολεύεσαι να ζωγραφίσεις καινούργια μέρη; Καλά το είχα καταλάβει! Δεν είσαι άξια να βρεις το κατάλληλο μέρος για εμένα, ομολόγησέ το!
- Δεν ομολογώ τίποτα, και να με αφήσεις ήσυχη!
- Εγώ, πάντως, δεν μένω άλλο εδώ. Να με πας αλλού.
- Καλά.
- Και κοίτα να μου αρέσει το μέρος. Να μην είναι σαν τις βλακείες που ζωγραφίζεις τώρα τελευταία...
- Είπα, καλά!

Έρχεται η επόμενη μέρα, και το σπιτάκι ξυπνάει σε ένα πολύ περίεργο μέρος. Νερά δεν έχει, δέντρα δεν έχει, μόνο του είναι, μόνο κάτι στρογγυλά πράγματα φαίνονται να πετάνε στον ουρανό...
- Πού με έφερες; ρωτάει την Πίπη.
- Πες μια καλημέρα πρώτα, λέει η Πίπη.
- Καλημέρα. Πού με έφερες;
- Το σκέφτηκα πολύ. Είδα, λοιπόν, ότι κανένα τοπίο που σου έφτιαξα ως τώρα δε σου άρεσε, ούτε πραγματικό, ούτε φανταστικό. Και αποφάσισα να σε βάλω στον Άρη!
- Σε ποιον Άρη;
- Στον πλανήτη Άρη.
- Αυτά τα στρογγυλά εκεί πάνω τι είναι;
- Α, αυτά είναι ιπτάμενοι δίσκοι.
- Υπάρχουν Αρειανοί;
- Φυσικά και υπάρχουν! Κάτσε, λοιπόν, εδώ, να γκρινιάζεις, επειδή - δεν ξέρω αν σου το είπα - ο Άρης δεν έχει ατμόσφαιρα και, λογικά, ο ήχος δε μεταδίδεται, οπότε όσο και να γκρινιάζεις δε θα σε ακούω!
- Θα γυρίσω πίσω!
- Πώς θα γυρίσεις;
- Θα ζητήσω βοήθεια από τους Αρειανούς...
- Μάθε πρώτα την γλώσσα τους και το συζητάμε, λέει η Πίπη. Α, μα πια! Σε βαρέθηκα!
Και κλείνει το μπλοκάκι της. Και πάει να πιει λίγο νερό, όλες αυτές οι συζητήσεις την έκαναν να διψάσει...












