Σελίδες

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

Λαβράκι


      Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που ήταν πολύ αγαπημένοι. Η αγάπη τους μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, και επισφραγίστηκε από τη γέννηση ενός πανέμορφου μωρού. Το μωρό ήταν κοριτσάκι και τόσο όμορφο, που όποιος το έβλεπε ξεχνούσε όλα του τα προβλήματα και γέμιζε αισιοδοξία. Γι'αυτό και του έδωσαν το όνομα Αυγή.
     Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήταν πολύ ευτυχισμένοι, αλλά επειδή πίστευαν ότι η ευτυχία πολλαπλασιάζεται όταν μοιράζεται, θέλησαν να μοιραστούν το ευτυχές γεγονός με όλο τον κόσμο, και διοργάνωσαν στο παλάτι μια φαντασμαγορική γιορτή, όπου όλοι ήταν προσκεκλημένοι. Μόνο μία κακιά μάγισσα, με το όνομα Μαλέφισεντ, δεν προσκλήθηκε στη γιορτή του βασιλικού ζεύγους.  Βλέπετε, ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήταν ευτυχισμένοι, αλλά όχι τόσο αφελείς ώστε να πιστεύουν ότι η ευτυχία τους θα έφτανε για να νικήσει την κακία μιας κακιάς μάγισσας.
     Όπως είναι λογικό, ένα γεγονός όπως μία βασιλική γιορτή δεν μπορούσε να μείνει μυστικό, και η Μαλέφισεντ έμαθε πολύ γρήγορα ότι ήταν η μόνη που δεν είχε λάβει πρόσκληση. Σκύλιασε από το κακό της και, καθώς ήταν πολύ ισχυρή, βρήκε εύκολα τρόπο, όχι απλώς να τρυπώσει ανάμεσα στους καλεσμένους, αλλά να κάνει εντυπωσιακή είσοδο, εν μέσω αστραπών και βροντών. Όλοι τρόμαξαν, και με το δίκιο τους. Η Μαλέφισεντ στάθηκε αντάξια της φήμης της και καταράστηκε τη σχεδόν νεογέννητη Αυγούλα να τρυπήσει το δάχτυλό της σε ένα αδράχτι και να πεθάνει, ακριβώς την ημέρα των δεκάτων έκτων γενεθλίων της. 
     Όπως γίνεται, όμως, συνήθως, ακόμα και στα τελειότερα σχέδια συχνά κάπου υπάρχει κάποιο κενό. Το κενό στο σχέδιο της Μαλέφισεντ ήταν ο χρόνος. Με άλλα λόγια, βιάστηκε να καταραστεί την Αυγούλα, χωρίς να περιμένει να ολοκληρώσουν τις ευχές τους όλες οι Μοίρες, που είχαν προσκληθεί από το βασιλικό ζεύγος πρώτες-πρώτες, και έδωσε την ευκαιρία σε μία από αυτές να τροποποιήσει την κατάρα και να μεταμορφώσει το θάνατο σε βαθύ ύπνο. Και όχι μόνο αυτό. Η αληθινή αγάπη θα μπορούσε να λύσει εντελώς την κατάρα, απλά και μόνο με ένα φιλί.
     Τη συνέχεια την ξέρουμε όλοι. Η Αυγούλα, δυστυχώς, τρύπησε το δάχτυλό της σε ένα αδράχτι στα δέκατα έκτα γενέθλιά της και έπεσε σε βαθύ ύπνο. Μαζί με εκείνη έπεσε σε ύπνο και όλο το βασίλειο. Αλλά η κατάρα έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο, όπως γνωστή έγινε και η ομορφιά της Αυγούλας, εξαιτίας της οποίας της δόθηκε το προσωνύμιο "Ωραία Κοιμωμένη". Ένα σωρό γενναίοι ιππότες επιχείρησαν να σώσουν την Αυγούλα, αλλά και όλο το βασίλειο, από την κατάρα της Μαλέφισεντ, χωρίς αποτέλεσμα, αφού η κακιά μάγισσα εξαπέλυσε εναντίον τους τους πιο αιμοβόρους δράκους που είχε στην υπηρεσία της. Στο τέλος, ένας πρίγκηπας, ο πιο γενναίος από όλους, κατάφερε να σκοτώσει όλους τους δράκους και να ξυπνήσει, με ένα του φιλί, την Ωραία Κοιμωμένη, την οποία και παντρεύτηκε στη συνέχεια.
     Όσο για τη Μαλέφισεντ, όλοι είπαν ότι έπεσε θύμα της ίδιας της της κατάρας, αφού στην προσπάθειά της να αποτρέψει τους ιππότες από το να λύσουν τα μάγια, είχε μεταμορφωθεί και η ίδια σε άγριο, ιπτάμενο δράκο, τον οποίο ο γενναίος πρίγκηπας, έκανε κομμάτια με το σπαθί του.
     Η αλήθεια, όμως, είναι ότι μία τόσο ισχυρή μάγισσα όπως η Μαλέφισεντ δε θα μπορούσε να νικηθεί τόσο εύκολα, και παρ'όλο που ο ιππότης την τραυμάτισε θανάσιμα, στην πραγματικότητα δεν την σκότωσε. Και, ενώ η Αυγούλα περνούσε έναν υπέροχο μήνα του μέλιτος μετά του γενναίου συζύγου της, η Μαλέφισεντ γιάτρεψε τις πληγές της και άρχισε να υφαίνει την εκδίκησή της.
     Η Μαλέφισεντ μεταμορφώθηκε σε πουλί και πέταξε σε όλες τις άκρες του κόσμου, μαζεύοντας τα πιο δηλητηριώδη βότανα, που φύτρωναν στις πιο απόκρημνες πλαγιές των ψηλότερων βουνών. Ύστερα μεταμορφώθηκε σε ψάρι και κολύμπησε μέχρι τα πιο ενεργά υποθαλάσσια ηφαίστεια, όπου μάζεψε τις πιο μαγικές πέτρες, την ώρα που γεννιούνται. Τέλος, κλείστηκε στην τεράστια βιβλιοθήκη του κάστρου της, ψάχνοντας τα πιο θανατηφόρα ξόρκια. Σκουρόχρωμοι, πυκνοί καπνοί άρχισαν να βγαίνουν από τα παράθυρα του πιο ψηλού πύργου και τα δέντρα στην περιοχή γύρω από το κάστρο άρχισαν να ξεραίνονται.  
     Κανένας δεν κατάλαβε τίποτα, επειδή όλοι είχαν πιστέψει ότι είχαν ξεμπερδέψει με το κακό στη ζωή τους. Αλλά ένας γερο-μάγος που περνούσε από την περιοχή είδε τους καπνούς και τα ξεραμένα δέντρα και κατάλαβε ότι κάτι κακό συνέβαινε. Και αφού έκανε την έρευνά του, κατάλαβε ότι ο πύργος που έβγαζε καπνούς έκρυβε μία τεράστια απειλή για τους ανθρώπους. Όπως ήταν λογικό, ο γερο-μάγος δε θα μπορούσε να περιμένει κάποιον άλλον να καταπολεμήσει αυτήν την απειλή, αφού κανένας δεν ήταν τόσο καταρτισμένος, όσο αυτός ο ίδιος. Ετοιμάστηκε, λοιπόν, όσο πιο καλά μπορούσε και μια μέρα  εξαπέλυσε όλες του τις δυνάμεις εναντίον του κάστρου της Μαλέφισεντ.
     Εννοείται ότι η Μαλέφισεντ δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια, παρά επιτέθηκε με λύσσα και ορμή στο γερο-μάγο, στέλνοντάς του τις ισχυρότερες κατάρες της και τα πιο θανατηφόρα της ξόρκια. Η μάχη υπήρξε σκληρή και αμφίρροπη και έφτασε τις δυνάμεις του γερο-μάγου στα όριά τους, όμως η τύχη ήταν τελικά με το μέρος του και άρχισε να κερδίζει έδαφος. Η Μαλέφισεντ συνέχισε να πολεμάει λυσσαλέα αλλά, στο τέλος κατάλαβε ότι οι δυνάμεις της είχαν αρχίσει να εξαντλούνται. Ο γερο-μάγος είχε νικήσει.
     Ένας μάγος, και ιδιαίτερα ένας κακός μάγος, όπως η Μαλέφισεντ, δε γίνεται να εξαφανιστεί εντελώς από προσώπου γης, και αυτό ο έμπειρος γερο-μάγος το ήξερε πολύ καλά. Γι'αυτό, έκανε το καλύτερο που μπορούσε: την έκανε τόσο μικροσκοπική, που πια δε θα μπορούσε να βλάψει κανέναν. Μαζί με τη Μαλέφισεντ, μαγεύτηκε και το κάστρο της, και έγινε και εκείνο μικροσκοπικό. Ο γερο-μάγος είχε σώσει την ανθρωπότητα.
     Η Μαλέφισεντ έμεινε, λοιπόν, να βράζει στο ζουμί της, αλλά επειδή το κακό τρώγεται με τα ρούχα του και ποτέ δεν ησυχάζει, άρχισε και πάλι να ψάχνει για νέα ξόρκια. Και καθώς είχε άφθονο χρόνο μπροστά της, έτσι φυλακισμένη που ένιωθε στο μικροσκοπικό της κάστρο και στο ακόμα μικροσκοπικότερο κορμί της, δεν άφησε κανένα από τα βιβλία της μαγείας της που να μην το διαβάσει δυο και τρεις φορές. Μια μέρα, εκεί που διάβαζε ένα από τα παλιότερα βιβλία της, ανακάλυψε ότι σε μία υποσημείωση που αρχικά δεν της είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία, κρυβόταν το μεγαλύτερο κακό ξόρκι που είχε ανακαλυφθεί ποτέ, και το μόνο που ήταν ανίκητο, επειδή αποτελούσε μια μεγάλη αλήθεια. Η υποσημείωση ανέφερε ότι. σε αντίθεση με το καλό, το κακό έχει τη δύναμη να αυτοτροφοδοτείται. Άρα, η Μαλέφισεντ θα μπορούσε να ξαναγίνει δυνατή και τρομερή, εκμεταλλευόμενη την ίδια της την κακία. Είχε έρθει η ώρα να επανακάμψει οριστικά.
     Η Μαλέφισεντ σκέφτηκε ότι για να πετύχει τον σκοπό της γρηγορότερα, θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί και την κακία των άλλων, όσο μικρή κι αν ήταν. Όλοι κάνουν κακές σκέψεις και πράξεις κάποιες φορές, γιατί να πάνε χαμένες; Μετέφερε, λοιπόν, το μικροσκοπικό της κάστρο σε ένα μέρος από όπου περνούσε πολύς κόσμος έτσι ώστε να μπορεί να εκμεταλλεύεται τις κακές σκέψεις και τις κακές πράξεις των ανθρώπων πιο εύκολα. Και για να πετύχει τον σκοπό της ανενόχλητη, χωρίς να την ανακαλύψει ή να την εμποδίσει κανένας - ούτε καν ο γερο-μάγος - το καμουφλάρισε κιόλας.
     Από το μικροσκοπικό, καμουφλαρισμένο της κάστρο, η Μαλέφισεντ άρχισε να τσιγκλάει τους ανθρώπους που περνούσαν από εκεί κοντά, έτσι ώστε να κάνουν κακές σκέψεις και πράξεις πιο εύκολα και εκείνη να μαζεύει γρηγορότερα την αρνητική ενέργεια που χρειαζόταν για την επιστροφή της. Με κάθε κακιά σκέψη ή πράξη, ένιωθε να δυναμώνει. Και οι άνθρωποι άρχισαν να τσακώνονται πιο συχνά, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν το γιατί.  
     Όμως, αγαπάει ο Θεός τον κλέφτη, αγαπάει και το νοικοκύρη. Και η Πίπη, που έχει τα μάτια της πάντα ανοιχτά, κατάφερε να εντοπίσει το κάστρο της Μαλέφισεντ, κι ας είναι καμουφλαρισμένο. Το έβγαλε, λοιπόν, φωτογραφία για να το δείξει σε όλο τον κόσμο και να πει σε όλους να προσέχουν και να μην το πλησιάζουν. Αρκετά κακά έχει αυτός ο κόσμος, δεν χρειαζόμαστε και μία Μαλέφισεντ στο κατόπι μας... 

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Θέμα διακόσμησης

 



     - Ωραία γιορτή, είπε η Δόνια Χούλια, και ανέμισε με χάρη τη βεντάλια της.
     - Λίγο υπερβολική, όμως, δε νομίζεις; είπε η Δόνια Μερθέδες, και ανέμισε και εκείνη τη δική της βεντάλια. 
     - Έτσι είναι όταν κάποιος έχει λεφτά, παρατήρησε η Δόνια Χούλια. Και οι Γκονθάλο έχουν λεφτά να φάνε και οι κότες.
      - Άκουσα ότι η μουσική είναι σύνθεση του Μοντεβέρντι, ειδική παραγγελία για τη γιορτή.
     - Ναι, και το μενού το επιμελήθηκε ο ίδιος ο Τριστάν Καζουλέ, άρτι αφιχθείς από το Παρίσι. Θα έχουν και τούρτα τριών ορόφων. 
     - Τούρτα σε εορτασμό γενεθλίων; Πού ακούστηκε; Για να μη μιλήσω για τον εορτασμό των γενεθλίων, τι κακόγουστη ιδέα! Ποια γυναίκα θα ήθελε να της θυμίζουν την ηλικία της;
     Οι δύο γυναίκες χαχάνισαν διακριτικά πίσω από τις ανοιχτές τους βεντάλιες.
     - Υπέροχο το φόρεμά σου! είπε η Δόνια Μερθέδες.
     - Σου αρέσει; Είναι η τελευταία λέξη της μόδας στην Αυλή.
     - Αναδεικνύει τη σιλουέτα σου με τον καλύτερο τρόπο.
     - Χαλάλι τα λεφτά που κόστισε! Αν και, παρά τρίχα να μην έχω τι να φορέσω...
     - Τι εννοείς;
     - Μία λέξη θα σου πω: ποντίκια!
     - Μη μου πεις!
     - Θα σου πω. Τρία τόπια από το ακριβότερο μετάξι γέμισαν τρύπες! Αναγκάστηκα να κάνω νέα παραγγελία, και μέχρι να έρθει το καινούργιο ύφασμα από τη Βενετία, έχασα τον ύπνο μου!
     - Ευτυχώς που όλα πήγαν καλά, τελικά. Τολμώ να πω ότι είσαι η πιο καλοντυμένη εδώ μέσα.
     - Ε, ας μην υπερβάλλουμε... Και το δικό σου φόρεμα είναι πολύ καλοραμμένο.
     - Έφερα Γάλλο μόδιστρο, γι'αυτό. Αυτοί οι Γάλλοι, παιδί μου, είναι μάγοι! Με το τίποτα φτιάχνουν αριστουργήματα!
     - Ναι, και η ραφή είναι πολύ καλή, αλλά και το πατρόν. Τονίζει εξαιρετικά τους γοφούς σου!
     - Ποιους γοφούς, χρυσή μου; Ξεχνάς ότι, δυστυχώς, δεν έχω καθόλου καμπύλες;
     - Καλύπτεις το πρόβλημα τόσο καλά, που μονίμως το ξεχνάω!
     - Και να πει κανείς ότι δεν προσπαθώ... Αλλά είμαι άτυχη! Πήρα από τη θεία μου την Εουλάλια. Όλοι στο σόι στρουμπουλοί και αφράτοι, εκείνη ξερακιανή, σαν αποξηραμένο σκουμπρί. Αλλά εκείνη, τουλάχιστον, κλείστηκε σε μοναστήρι, η σιλουέτα της είναι ό,τι πρέπει για τη μοναστική ζωή, εγώ, όμως, που επέλεξα τα εγκόσμια, βασανίζομαι καθημερινά. Μη νομίζεις ότι δεν ξέρω πως με σχολιάζουν όλοι!
     - Έλα τώρα, ιδέα σου είναι...
     - Δεν είναι καθόλου ιδέα μου. Τους βλέπω εγώ πώς με κοιτάζουν, κάθε φορά που με ρωτάνε για την υγεία μου, λες και είμαι φθισική! 
     - Άσ'τα τώρα αυτά και απόλαυσε τη γιορτή! Το φόρεμά σου σίγουρα θα τους κλείσει τα στόματα!
      -  Καλή μου Χούλια, πόσο χαίρομαι που ήρθες! ακούστηκε μία γνωστή φωνή και η Δόνια Αλντόνθα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά τους. 
     - Μα, ήταν ποτέ δυνατόν να μην έρθω; απάντησε η Δόνια Χούλια και χαμογέλασε.
     - Υπέροχη η γιορτή σας! είπε η Δόνια Μερθέδες, για να πάρει κι εκείνη μέρος στη συζήτηση.
     - Δόνια Μερθέδες! Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω! Πώς είναι η υγεία σας;
     - Εξαιρετικά, είπε η Δόνια Μερθέδες και κοίταξε με νόημα τη Δόνια Χούλια. Όπως εξαιρετικά είναι όλα: ο διάκοσμος, ο φωτισμός, η μουσική, όλα!
     - Πόσο χαίρομαι που σας αρέσουν, είχα τόσο άγχος να είναι όλα στην εντέλεια! Βέβαια, η βροχή μας τα χάλασε λίγο... Οι δρόμοι θα έχουν γεμίσει λάσπες, και η λάσπη είναι ό,τι χειρότερο υπάρχει, οι άμαξες κολλάνε με το παραμικρό. 
     - Έχετε δίκιο, κι εγώ τη σιχαίνομαι τη λάσπη!
     - Ελπίζω να τα καταφέρουν να έρθουν όλοι οι προσκεκλημένοι, δε θα ήθελα να λείψει κανείς...
     - Πιστεύω ότι δε θα συνεχίσει να βρέχει για πολύ, είπε η Δόνια Χούλια. Αυτές οι ανοιξιάτικες βροχούλες είναι συνήθως πολύ σύντομες.
     - Μακάρι, αλλιώς θα πρέπει να ακυρώσουμε τα πυροτεχνήματα.
     - Θα έχετε και πυροτεχνήματα;
     - Μα, φυσικά, χρυσή μου! Μια φορά γίνεται κανείς δεκαεπτά!
     - Αξιαγάπητη η κορούλα σας, είπε η Δόνια Μερθέδες.
     - Αχ, το κοριτσάκι μου έγινε ολόκληρη κοπέλα! Πώς περνάει ο καιρός! Μέχρι χθες ακόμα έπαιζε με κούκλες
     - Εύχομαι να έχει μία καλή τύχη!
     - Αμήν!... Θα με συγχωρέσετε, όμως, τώρα. Βλέπω πως ήρθε η επίσημη ερωμένη του Μαρκήσιου ντε Φουέντες, πρέπει να πάω να την υποδεχτώ.
     Η Δόνια Αλντόνθα απομακρύνθηκε βιαστικά. Οι δύο γυναίκες την ακολούθησαν με το βλέμμα τους και κοίταξαν τη νεοφερμένη από την κορυφή ως τα νύχια.
     - Σιγά την καλλονή! είπε η Δόνια Μερθέδες πίσω από τη βεντάλια της.
     - Συμφωνώ, είπε η Δόνια Χούλια. Τι της βρήκε, κοτζάμ μαρκήσιος;
     Ένας ξερακιανός ιππότης εμφανίστηκε στη σάλα. Μικρά, λασπωμένα σημάδια άρχισαν να εμφανίζονται διάσπαρτα στο μαρμάρινο πάτωμα.
     - Τι δουλειά έχει εδώ ο Δον Κιχώτης; είπε έκπληκτη η Δόνια Μερθέδες. Ώστε αληθεύουν οι φήμες ότι κορτάρει τη Δουλθινέα;
     - Μη λες ανοησίες, είπε ο Δόνια Χούλια, η Δουλθινέα απλώς διασκεδάζει μαζί του! Πώς αλλιώς να διασκεδάσει, νέα κοπέλα; Δεν βρισκόμαστε, δα, στη Μαδρίτη, όπου υπάρχουν τόσες επιλογές για διασκέδαση!
     - Ναι, αλλά δεν είναι σωστό. Θα ήταν καλύτερα να τον στείλει από εκεί που ήρθε, παρά να τον κοροϊδεύει.
     - Μην τον λυπάσαι και τόσο, εκείνος τις ξεκίνησε τις φήμες! Αλλά τώρα τα ψέματα τελειώνουν. Τα γενέθλια είναι η αφορμή. Στην πραγματικότητα, θα ανακοινώσουν τους αρραβώνες της εορτάζουσας με τον Εμίλιο Ντε Λα Κρουθ.
     - Το άκουσα κι εγώ αυτό, ώστε αληθεύει; Ο Εμίλιο Ντε Λα Κρουθ είναι εξαίρετος νέος!
     - Αν δεν ήταν και τόσο γυναικάς, θα ήταν ακόμα καλύτερος.
     - Αχ, χρυσή μου, ποιος άντρας είναι τέλειος; Ας έχει, τουλάχιστον κάτι να ασχολείται, να μην τον έχει συνεχώς μέσα στα πόδια της!
     Οι δύο γυναίκες ανέμισαν γρήγορα τις βεντάλιες τους, για να καλύψουν τα χαχανητά τους.
     - Πάντως εγώ δε θα τον ήθελα για την κόρη μου, είπε η Δόνια Χούλια. Καλύτερα να την στείλω σε μοναστήρι!
     - Δεν έχεις δίκιο, οι Ντε Λα Κρουθ έχουν τα μεγαλύτερα κοπάδια όλης της Ισπανίας, για να μη μιλήσουμε για τα κτήματα και τα ακίνητα! Μεγάλη τύχη για τη Δουλθινέα!
     - Τι να τα κάνεις τα πλούτη, χρυσή μου; Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι ο ο προ-προ-προ-προπάππους του πατρός Ντε Λα Κρουθ ήταν βασιλικός γελαδάρης στην αυλή του Φερδινάνδου του Β'!
     - Υπασπιστής του ήταν.
     - Έτσι λένε οι Ντε Λα Κρουθ. Ξεχνάς ότι η οικογένειά μου έχει στενούς δεσμούς με την υψηλή αριστοκρατία; Γνωρίζω πολύ καλά για τι μιλάω και σου λέω πως ήταν γελαδάρης!
     - Ε, και γελαδάρης να είναι, εμάς τι μας νοιάζει; Μήπως θα τον παντρευτούμε εμείς;
     Μια πολύ καλοντυμένη κοπέλα κατέβηκε με χάρη τη μαρμάρινη σκάλα της σάλας. Ήταν η Δουλθινέα.
     - Ω, αγλάισμα των οφθαλμών μου! ακούστηκε από την άλλη άκρη της αίθουσας και ο ξερακιανός ιππότης έτρεξε να την υποδεχτεί. Φεγγαροπρόσωπη Δουλθινέα, εσύ που σβήνεις τα άστρα στο πέρασμά σου! 
     - Καλώς ήρθατε στη γιορτή, Δον Κιχώτη, του απάντησε ευγενικά η Δουλθινέα.
     - Υποκλίνομαι ταπεινά στην ομορφιά σου, Δουλθινέα, εσύ, πιο όμορφη από την Ωραία Ελένη της Σπάρτης, πιο άξια από την πιστή Πηνελόπη της Ιθάκης, πιο σοφή από την ίδια τη θεά Αθηνά!
     - Ελπίζω να περάσετε όμορφα στη γιορτή...
     - Αλίμονο, η μοίρα μου το έχει να μην ησυχάζω ούτε στιγμή, ένας ιππότης του βεληνεκούς μου πάντα προκαλεί τον φθόνο και οι εχθροί μου είναι πολλοί. Απόλαυσε εσύ τη γιορτή σου, γλυκιά μου οπτασία, και άσε με εμένα να επαγρυπνώ. Κανείς δεν θα αγγίξει ούτε τρίχα από τα μαλλιά σου! Εγώ είμαι εδώ και θα σε προστατέψω με την ίδια μου τη ζωή, αν χρειαστεί!
     Η Δουλθινέα δεν απάντησε, αλλά υποκλίθηκε ελαφρά και χαμογέλασε. Ύστερα απομακρύνθηκε με χάρη και άρχισε να χαιρετάει έναν-έναν τους προσκεκλημένους. Ο Δον Κιχώτης έμεινε λίγο να τη θαυμάζει.
     - Τον καημένο! είπε η Δόνια Χούλια. Είναι για λύπηση...
     Ένα μουρμουρητό ακούστηκε. Στη σάλα εμφανίστηκε ένας όμορφος νεαρός άνδρας.
     - Ο υιός Ντε Λα Κρουζ! ψιθύρισε η Δόνια Μερθέδες. Μη μου πεις τώρα ότι δεν είναι εξαιρετική επιλογή για τη Δουλθινέα!
     - Ομολογώ ότι είναι πολύ καλοβαλμένος, για απόγονος βασιλικού γελαδάρη.
     - Έλα τώρα, μη γίνεσαι τόσο υπεροπτική, επειδή εσένα όλοι σου οι πρόγονοι κατάγονται από ευγενείς! Εφτά γενιές έχουν περάσει από το γελαδάρη που λες, το ταπεινό παρελθόν πάει πια, έχει σβηστεί!
     - Απορώ που το λες εσύ, μία τόσο πιστή Καθολική! Τόσοι αιώνες έχουν περάσει κι ακόμα το πληρώνουμε το προπατορικό αμάρτημα!
     - Πάντως, εδώ που τα λέμε, ο Ιησούς ποτέ δεν σχετίστηκε με τους ευγενείς.
     - Εννοείται, χρυσή μου, ξεχνάς πως οι ευγενείς εκείνη την εποχή δεν ήταν χριστιανοί;
     Ένας ευτραφής άντρας με αρχοντική κορμοστασιά στάθηκε στο μέσο της σάλας. Η Δόνια Αλντόνθα ήρθε και στάθηκε στο πλάι του.
     - Αξιότιμοι καλεσμένοι, καλώς ήρθατε! είπε δυνατά ο Δον Λορένθο. Ελπίζω η ταπεινή μας γιορτή προς τιμήν της θυγατέρας μας να καλύψει στο έπακρο τις προσδοκίες σας! Η αξιότιμη συζυγός μου και εγώ καταβάλαμε κάθε δυνατή προσπάθεια γι'αυτό. 
     Η Δόνια Αλντόνθα έκανε μία μικρή υπόκλιση.
     - Στο γεύμα που θα ακολουθήσει, συνέχισε ο Δον Λορένθο, θα απολαύσουμε εκλεκτά εδέσματα από τα χέρια του μάγου της γεύσης, Τριστάν Καζουλέ. 
     Ένα επιφώνημα θαυμασμού ακούστηκε σε όλη την αίθουσα.
     - Εννοείται ότι για το γεύμα χρησιμοποιήθηκαν τα καλύτερα κρέατα της χώρας, όσο για το χαμόν - του οποίου, όπως πολλοί γνωρίζετε, είμαι λάτρης -, το έχουμε φέρει ειδικά από την Εξτρεμαδούρα. 
     Όλοι χειροκρότησαν ενθουσιασμένοι.
     - Ο μεσιέ Καζουλέ επιμελήθηκε και την τριώροφη τούρτα που θα απολαύσουμε στο τέλος του γεύματος, διακοσμώντας την με μία τέλεια αναπαράσταση της ισπανικής υπαίθρου, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να εκφράσει τον απέραντο θαυμασμό του προς τον ανυπέρβλητο πολιτισμό μας. 
     Τα χειροκροτήματα δυνάμωσαν, για να ησυχάσουν και πάλι.
     - Μετά το γεύμα, ένα κουαρτέτο εγχόρδων θα μας διασκεδάσει με μουσική που συνέθεσε ειδικά για την περίσταση ο μεγάλος Κλάουντιο Μοντεβέρντι, και στη συνέχεια θα ακολουθήσει χορός μέχρι αργά. Αλλά μη νομίζετε ότι αυτό θα είναι και το τέλος της γιορτής. Μόλις σκοτεινιάσει θα περάσουμε στον κήπο, όπου θα παρακολουθήσουμε επίδειξη πυροτεχνημάτων...
     Μια διαπεραστική κραυγή ακούστηκε. Όλοι πάγωσαν. Ένας λεπτός άντρας σε έξαλλη κατάσταση εμφανίστηκε.
     - Συμφογάαααααα! Κύγιε Γκονσάλο, λε καταστγόφ! Ω, μον Ντιε!
     - Τι συνέβη, μεσιέ Καζουλέ;
     - Είναι τγομεγό, σ'ε μανιάκ, ω, μον Ντιε! Σ'ε φινί!
     - Ηρεμήστε, αγαπητέ μου, και εξηγήστε μου!
     - Λε γκατό, λε σεβαλιέ, πουμ, πουμ, πουμ!
     - Τι λεγκατό;
     - Λε, γκατό, λε γκατό, λα τουγτά! 
     - Λα τουγτά; Α, η τούρτα!
     - Ουί, λα τουγτά! Λε σεβαλιέ, πουμ, πουμ, πουμ!
     Ο μεσιέ Καζουλέ ξέσπασε σε λυγμούς. Ο Δον Κιχώτης εμφανίστηκε στην άκρη της σάλας. Το βλέμμα του έλαμπε. Η πανοπλία του ήταν πασαλειμμένη με κρέμα. Το σπαθί του γυμνό, κι αυτό λερωμένο με κρέμα.
     - Σε λουί, ιλ ε λα, λε κουπάμπλ! είπε ο Τριστάν Καζουλέ και το δάχτυλό του έτρεμε καθώς έδειχνε το Δον Κιχώτη.
     - Όλα τακτοποιήθηκαν, είπε ο Δον Κιχώτης. Μη φοβάστε, πλέον, αγαπητοί μου, το κακό έδειξε τα μυτερά δόντια του και τα γαμψά του νύχια, γρύλισε, ούρλιαξε, και επιτέθηκε με όλη του την ορμή, αλλά με τη δύναμη του Θεού, ενικήθη κατά κράτος! Ο μάγος που με εχθρεύεται εδώ και χρόνια χρησιμοποίησε όλη του την τέχνη, με απώτερο σκοπό να βλάψει ό,τι πολυτιμότερο έχω κάτω από το ζωοδότη ήλιο, αλλά το σπαθί της δικαιοσύνης έπεσε επάνω στον ίδιο σαν τη Δαμόκλειο σπάθη! Τούτο εδώ το σπαθί που βλέπετε, που είναι η προέκταση του ίδιου μου του χεριού και ο πιο πιστός μου φίλος, έπραξε στο ακέραιο το καθήκον του!
     Ο Δον Κιχώτης σήκωσε στον αέρα το λερωμένο με κρέμα σπαθί του. Λίγη κρέμα έπεσε από το σπαθί στο πάτωμα και ο ήχος ακούστηκε σε όλη τη σάλα. Ο μεσιέ Καζουλέ έβγαλε μια κραυγή και κατέρρευσε στην αγκαλιά του Δον Λορένθο.
     - Αχ, και τα'λεγα εγώ, είπε η Δόνια Αλντόνθα στο Δον Λορένθο: καλός και άγιος ο μεσιέ Καζουλέ, αλλά τι τους ήθελε τους ανεμόμυλους επάνω στην τούρτα;

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2022

Μπούμερανγκ

 


     - Έχετε επισκέψεις, είπε η νοσοκόμα από τη μισάνοιχτη πόρτα και έφυγε βιαστικά.
     Η κυρα-αλεπού μπήκε φουριόζα.
     - Καλημέρα, λύκε! είπε η κυρα-αλεπού. Πώς τα πας;
     - Πώς να τα πάω; είπε ο λύκος και προσπάθησε να ανασηκωθεί στο κρεβάτι του. Ωχ! είπε και αφέθηκε να ξαναξαπλώσει.
     - Πονάς ακόμα;
     - Με δουλεύεις; Πώς να μην πονάω; Τρία σπασμένα πλευρά, ένα πόδι στο γύψο... Για να μην πω για την στραμπουληγμένη μου ουρά...
     - Όταν το άκουσα τις προάλλες, που το έλεγε ο βαρώνος Μυγχάουζεν σε μία παρέα, δεν το πίστεψα, φυσικά. Αλλά όταν αργότερα, που πήγα για τη μηνιαία περιποίηση της ουράς μου, το άκουσα και από τον κουρέα της Σεβίλλης, που το έλεγε στον κόμη Μοντεχρίστο, λέω "δεν μπορεί, μάλλον είναι αλήθεια. Ο κουρέας της Σεβίλλης μπορεί να είναι μεγάλος κουτσομπόλης, αλλά οι πληροφορίες του συνήθως είναι σωστές".
     - Ναι, έτσι είναι...
     - Αλλά, πες μου, βρε παιδί μου, πώς το έπαθες;
     - Μη μου πεις ότι ο κουρέας δεν το ήξερε αυτό!
     - Η αλήθεια είναι ότι αυτό που άκουσα δεν το πολυπίστεψα... έλεγε ότι η Κοκκινοσκουφίτσα σε έστειλε στο νοσοκομείο... Εντάξει, μερικές φορές έχει την τάση να τα παραφουσκώνει...
     - Μμμμ...
     - Λέω, δεν μπορεί η Κοκκινοσκουφίτσα να τον έκανε τόπι, ένα χραπ! να κάνει εκείνος και την έκανε κομματάκια!... 
     - Μμμμ...
     - Μα γιατί δε λες τίποτα;... Αλήθεια είναι;... Η Κοκκινοσκουφίτσα;... Όχι δα! Μα πώς;
     - Σας έφερα το μεσημεριανό σας, είπε ο τραπεζοκόμος που μόλις είχε μπει στο θάλαμο με έναν τρόλεϊ γεμάτο δίσκους.
     Άφησε ένα δίσκο στο τραπέζι που βρισκόταν στο πλάι του λύκου. 
     - Κοτόπουλο με φιδέ, ψητά λαχανικά, και για το τέλος, ρυζόγαλο και μήλο, είπε.
     - Μπλιαχ! είπε ο λύκος.
     - Καλή όρεξη, είπε ο τραπεζοκόμος και βγήκε από το θάλαμο.
     - Θέλεις να σε βοηθήσω να φας; είπε η αλεπού.
     - Δε θέλω, μπλιαχ!
     - Ε, εντάξει, για τα λαχανικά, το ρυζόγαλο και το μήλο το καταλαβαίνω, αλλά έχει και κοτοπουλάκι, μμμ..., καλέ αυτό είναι ανάλατο, σκέτη αηδία!
     - Αν ξανάρθεις, φέρε μου, σε παρακαλώ, κανένα σουβλάκι ή κανένα χάμπουργκερ απ'έξω, αυτοί εδώ θέλουν να με ξεκάνουν!
     - Θα σου φέρω αρνάκι ψητό στο φούρνο. Εδώ πιο κάτω υπάρχει μια ταβέρνα, "Η Ρίγανη". Ουρές κάνουν τα Σαββατοκύριακα για το ψητό της αρνάκι, και όχι άδικα. Χρησιμοποιεί μόνο κρέας από ντόπιες, βιολογικές φάρμες.
     - Ήδη μου τρέχουν τα σάλια!
     - Θα ξανάρθω το απόγευμα, στο επόμενο επισκεπτήριο, και θα σου φέρω, μην ανησυχείς... Αλλά, δε μου είπες πώς σε κατάντησε έτσι η Κοκκινοσκουφίτσα...
     - Για να είμαστε ακριβείς, υπεύθυνη γι'αυτό που έπαθα δεν είναι η Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά η Άννα.
     - Ποια Άννα;
     - Αυτή, που της αρέσει να ατενίζει... Βρήκε, λέει, στο σπίτι της έναν καλικάντζαρο και του ανάθεσε να πει στην Πίπη ότι εγώ έφαγα την Κοκκινοσκουφίτσα. Και, ναι μεν η Πίπη δεν το πίστεψε, έλα όμως που το πίστεψε η Κοκκινοσκουφίτσα!
     - Δηλαδή;
     - Τη συναντάω τις προάλλες στον δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς της, ξέρεις...
     - Και ποιος δεν ξέρει;
     - Φαινόταν φουρκισμένη. "Δε μου λες", μου λέει, "τι είναι όλα αυτά που ακούω, θα με φας, λέει;". "Ποιος τα λέει αυτά;" ρωτάω. "Βρε, ασ'τα αυτά", μου λέει, "πιστεύεις στ'αλήθεια ότι μπορείς να με φας;". Και, προτού προλάβω να απαντήσω, με αρχίζει στις λαβές!
     - Ποιες λαβές;
     - Του καράτε! Το ήξερες εσύ ότι ξέρει καράτε;
     - Τι μου λες;
     - Ασ'τα, μαύρη ζώνη!
     - Πω-πω, καψερέ μου, τι σου έμελλε να πάθεις! Κι όλα αυτά εξαιτίας ενός καλικάντζαρου...
     - Όλα αυτά εξαιτίας της Άννας! Αλλά αυτό δε θα μείνει έτσι! Να ψάξει τρύπα να κρυφτεί! Την βλέπω πρώτη μούρη στη Ρίγανη, να φιγουράρει στον κατάλογο με τα ψητά της ώρας!
     - Έλα τώρα, μη συγχίζεσαι, δεν κερδίζεις τίποτα... 
     - Θα την τακτοποιήσω εγώ! Ο ξάδερφός μου, ο Μαύρος Πητ, έχει ήδη γίνει η σκιά της, κοντοζυγώνει η ώρα της...
     - Ο Μαύρος Πητ; Δεν ήταν στη φυλακή αυτός, για ληστείες και για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση;
     - Σωστά το είπες, ήταν. Δραπέτευσε τον περασμένο μήνα, μαζί με άλλους τρεις κολλητούς του, βαρυποινίτες και οι τρεις... Να διαβάζω τα πρωτοσέλιδα, μου είπε ο Μαύρος Πητ.
     - Γιατί;
     - Εκεί θα διαβάσω αυτά που θα κάνει στην Άννα.
     - Έλα, σταμάτα, αγριεύομαι!... Ας αλλάξουμε θέμα. Ωραία είσαι εδώ, έχεις την ησυχία σου... Οι περισσότεροι θάλαμοι σε αυτό το νοσοκομείο είναι τουλάχιστον τρίκλινοι, αλλά εσύ, μονόκλινο, ούτε του παπά να μην το πεις!
     - Είχα δόντι, γι'αυτό. Ο διευθυντής του νοσοκομείου είναι πρώτος ξάδερφος της πεθεράς της σπιτονοικοκυράς μου.
     - Α, έτσι εξηγείται... Ακόμα κι έτσι, πάντως, τυχερός είσαι. 
     - Δεν έχω παράπονο... Αν ήταν και το φαγητό της προκοπής, μέχρι που θα ήμουν και χαρούμενος...
     - Πάντως, ακόμα να το χωνέψω ότι η Κοκκινοσκουφίτσα σε κατάντησε έτσι... Τη θυμάμαι μικρούλα, σκέτη κούκλα ήτανε, με τα φουστανάκια της, με τα σοσονάκια της, με τα κόκκινα σκουφάκια της, με τα μπουκλάκια της... είναι δυνατόν αυτή η κουκλίτσα να παλεύει σαν τον Μπρους Λι;
     - Κι όμως...
     Μία στρουμπουλή νοσοκόμα κοντοστάθηκε στην πόρτα.
     - Σε πέντε λεπτά τελειώνει το επισκεπτήριο, είπε αυστηρά και εξαφανίστηκε εν ριπή οφθαλμού.
     Ο θάλαμος φωτίστηκε στιγμιαία. Μια βροντή ακούστηκε ύστερα από ελάχιστα δευτερόλεπτα.
     - Πρέπει να βιαστώ, είπε η αλεπού και κινήθηκε προς την πόρτα, έρχεται βροχή και δεν έχω πάρει ομπρέλα.
     - Θα ξανάρθεις όμως είπες, ε;
     - Ναι, το απόγευμα.
     - Το αρνάκι μην ξεχάσεις, θα περιμένω!
     - Μην ανησυχείς!
     Η αλεπού τάχυνε το βήμα της στο διάδρομο.
     - Βρε τον κακομοίρη το λύκο, σκέφτηκε, και σακατεμένος και ξενηστικωμένος!... Να το ξέρει, άραγε, η Άννα πως ο Μαύρος Πητ βρίσκεται στο κατόπι της;

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021

Απρόσμενη έκπληξη

 


     
          Τα ξωτικά στο εργαστήριο του Άη-Βασίλη δούλευαν υπερωρίες. Τόσα πολλά παιδιά, τόσες πολλές παραγγελίες να προλάβουν, τόσος λίγος χρόνος μέχρι να παραδοθούν οι παραγγελίες... Και αυτό δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο, μόνο που φέτος τα ξωτικά είχαν μία καταπληκτική ιδέα: να κάνουν έκπληξη στον Άη-Βασίλη και να φτιάξουν ένα δώρο και για εκείνον!
Την ιδέα - για να είμαστε ειλικρινείς - την είχε ο Τρίτσι-τρατς, το μεγαλύτερο αρχιξωτικό.
     - Πώς θα σας φαινόταν, ρώτησε τα υπόλοιπα ξωτικά, να φτιάχναμε φέτος και ένα δώρο για τον Άη-Βασίλη;
     - Ωραία ιδέα! είπαν όλα.
     Αλλά, τι δώρο θα του έφτιαχναν;
     - Μια όμορφη κούπα, για να πίνει την αγαπημένη σοκολάτα του! είπε ο Κρίτσι-κρατς, ένα κουτσοδόντικο ξωτικό.
     - Τέλεια ιδέα! είπαν όλα.
     Και ανάθεσαν το δώρο στον Σβιν-σβιν, που ήταν άσος στον πηλό. Και ο Σβιν-σβιν σχεδίασε μία υπέροχη κούπα, με ανάγλυφες χιονονιφάδες, που έπαιζε εορταστική μουσική, όταν την έπαιρνες στα χέρια σου. Αλλά, εκεί που έφτιαχνε την κούπα, να'σου ο Άη-Βασίλης στο εργαστήριο!
     - Τι φτιάχνεις εκεί; ρώτησε ο Άη-Βασίλης τον Σβιν-σβιν.
     - Μία κούπα.
     - Για ποιον την φτιάχνεις;
     - Ε..., μα..., για την Βασούλα, φυσικά...
     - Ποια Βασούλα;
     - Εκείνη τη Βασούλα... που είχε γράψει εκείνο το ωραίο γράμμα...
     - Α, ναι, ναι, θυμάμαι... πολύ καλό παιδί... μα, η Βασούλα δεν ζητούσε κούπα, μια κούκλα ζητούσε!
     - Α, ναι;
     - Α, Σβιν-σβιν, μου φαίνεται πως άρχισες να ξεκουτιαίνεις... Δεν πειράζει, φερ'την εδώ την κούπα, θα τη δώσω στη γυναίκα μου, που χρειάζεται δοσομετρητή για τα γλυκά της. Και εσύ να φτιάξεις μια κούκλα για τη Βασούλα.
     Και ο Άη-Βασίλης έφυγε με την κούπα.
     - Και τώρα; είπαν τα ξωτικά.
     - Έφτιαξα μία κούκλα με μπούκλες για τη Βασούλα, είπε ο Σβιν-σβιν. Ανοιγοκλείνει και τα μάτια της, ελπίζω να της αρέσει.
     - Γιατί δεν του φτιάχνουμε μια όμορφη κουνιστή πολυθρόνα; Αυτή που έχει τώρα, έχει παλιώσει πολύ και τρίζει, όπου να'ναι θα σπάσει, είπε ο Χρίτσι-χριτς, ένα ξωτικό με φακίδες στη μύτη.
     - Ωραία ιδέα! είπαν όλα.
     Και την κατασκευή της πολυθρόνας την ανέλαβε ο ίδιος ο Χρίτσι-χριτς, που κατά σύμπτωση ήταν μάστορας στις κατασκευές από ξύλο. Και ο Χρίτσι-χριτς πήρε αρωματικό ξύλο πεύκου και άρχισε να κατασκευάζει την κουνιστή πολυθρόνα του Άη-Βασίλη. Αλλά, εκεί που έφτιαχνε την πολυθρόνα, να'σου ο Άη-Βασίλης!
     - Τι φτιάχνεις εκεί; ρώτησε ο Άη-Βασίλης τον Χρίτσι-χριτς.
     - Ε..., δεν... έχω... αποφασίσει ακόμα...
     - Τι δεν έχεις αποφασίσει; Αφού φτιάχνεις μια πολυθρόνα, έτοιμη την έχεις!
     - Τι; Α, ναι, για φαντάσου! Ναι, πολυθρόνα φτιάχνω...
     - Σαν να μη μου τα λες καλά, Χρίτσι-χριτς, μήπως με κοροϊδεύεις;
     - Εγώ; Όχι, καθόλου, ποιος είμαι εγώ για να σε κοροϊδέψω, Άη-Βασίλη μου, όχι, καθόλου δε σε κοροϊδεύω, απλώς, να,... ήμουν λίγο... αφηρημένος, ναι, φτιάχνω μια πολυθρόνα...
     - Και για ποιον είναι αυτή η πολυθρόνα;
     - Για ποιον είναι; Α, ναι, να δεις πώς τον λένε,... είναι για τον... για το Γιαννάκη είναι!
     - Για ποιον Γιαννάκη;
     - Για εκείνον, καλέ, που... γράφει τα ωραία τα γράμματα... και έχει και τόσο ωραίο γραφικό χαρακτήρα...
     - Εκείνος ο Γιαννάκης δε ζητούσε πολυθρόνα, ζητούσε ποδήλατο, και μάλιστα το ήθελε και κόκκινο!
     - Να, εδώ έχω μπογιές από όλα τα χρώματα... σίγουρα έχω και κόκκινο...
     - Ναι, αλλά όχι για πολυθρόνα, για ποδήλατο!
     - Πώς; Μα, ναι... φυσικά... για... ποδήλατο...
     - Δεν μπορώ να καταλάβω τι έχετε πάθει τώρα τελευταία... προχθές ο Σβιν-σβιν, σήμερα εσύ...
     - Πάω να φέρω τα υλικά για το ποδήλατο.
     - Ναι, να πας... Και εγώ θα την πάρω την πολυθρόνα... Μια που την έφτιαξες, αμαρτία είναι να πάει χαμένη... Θα τη δώσω στον Κρίτσι-κρατς, ο καημενούλης έχει γεράσει πολύ και έχει σκεβρώσει... Μία κουνιστή πολυθρόνα είναι ό,τι πρέπει για τους ρευματισμούς του!
     - Και τώρα τι κάνουμε; είπε ο Σβιν-σβιν στα υπόλοιπα ξωτικά, αφού τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί.
     - Να του φτιάξουμε ένα ρολόι! είπε ο Τίκι-τακ. Ένα ρολόι είναι μικρό και μπορούμε να το κρύψουμε να μην το δει.
     - Ωραία ιδέα! είπαν τα ξωτικά.
     Και ο Τίκι-τακ ανέλαβε να φτιάξει το ρολόι. Και το ρολόι είχε ταράνδους που πετούσαν, και χιόνι που έπεφτε σαν αληθινό... Αλλά, πάνω που το τελείωνε, να'σου ο Άη-Βασίλης! Ο Τίκι-τακ ήταν τόσο απορροφημένος στη δουλειά του, που αιφνιδιάστηκε και δεν πρόλαβε να κρύψει το ρολόι.
     - Τι φτιάχνεις, Τίκι-τακ; ρώτησε ο Άη-Βασίλης.
     - Αη-Βασίλη, με τρόμαξες!
     - Τι φτιάχνεις;
     - Ε, τίποτα... δηλαδή... δοκίμαζα κάτι...
     - Α, μα εσύ φτιάχνεις ένα ρολόι!
     - Ναι, ένα ρολόι δοκίμαζα να φτιάξω, το βρήκες, Άη-Βασίλη μου!
     - Καλά, δεν ήταν και τόσο δύσκολο να το βρω... Αλλά, Τίκι-τακ, θα σε μαλώσω! Αφήνεις τη δουλειά σου τέτοια εποχή, με τόσες παραγγελίες παιδιών που περιμένουν, για να κάνεις δοκιμές; Δεν το περίμενα αυτό από εσένα, πάντα ήσουν τόσο τυπικός με τις υποχρεώσεις σου...
     - Όχι, Άη-Βασίλη, δεν αφήνω τη δουλειά μου, μην ανησυχείς...
     - Και τότε γιατί φτιάχνεις αυτό το ρολόι, ενώ ξέρεις ότι αυτή την εποχή φτιάχνουμε μόνο δώρα;
     - Μα,... δώρο είναι και αυτό!
     - Δώρο; Για ποιον;
     - Για ένα αγοράκι...
     - Για ποιο αγοράκι;
     - Μα, για τον... ε, για τον..., α, ναι, για τον Βασιλάκη είναι.
     - Για ποιον Βασιλάκη;
     - Για εκείνον, καλέ, δε θυμάσαι; Εκείνον το μικρό, που... αλήθεια δε θυμάσαι;
     - Για εκείνον που απόκτησε πρόσφατα μια αδερφούλα λες;
     - Ναι, γεια σου!
     - Και ζήτησε ο Βασιλάκης ρολόι;
     - Και πώς δε ζήτησε, το θυμάμαι πολύ καλά, θέλει να έχει ένα χαρούμενο ρολόι...
     - Δηλαδή, αν βρούμε το γράμμα του και το ξαναδιαβάσουμε, θα διαβάσουμε ότι ο Βασιλάκης θέλει ρολόι;
     - Ε... ναι... τι άλλο θα διαβάσουμε;
     - Μήπως νομίζεις ότι γέρασα και ξεκούτιανα; είπε ο Άη-Βασίλης. Τα θυμάμαι απ'έξω όλα τα γράμματα των παιδιών. Και ο Βασιλάκης που λες, δε ζητάει ρολόι, ζητάει ένα ρομπότ!
     - Ρομπότ ζητάει;
     - Φυσικά.
     - Α, θα μπερδεύτηκα, μάλλον... Είναι που ξεκινάνε και τα δύο από ρο.
     - Περίεργα πράγματα συμβαίνουν, είπε ο Άη-Βασίλης. Τη μια ο Σβιν-σβιν, την άλλη ο Χρίτσι-χριτς, τώρα εσύ...
     - Τι έπαθε ο Χρίτσι-χριτς;
     - ... Πάλι καλά που σας επιθεωρώ και προλαβαίνω τα χειρότερα! Να φτιάξεις ένα ρομπότ για το Βασιλάκη... και δώσε μου εδώ το ρολόι που έφτιαξες. Θα το δώσω στον Φλίπι-φλοπ, που είναι πολύ ξεχασιάρης και όλο καθυστερεί στη δουλειά του. Με αυτό το ρολόι θα είναι πάντα στην ώρα του.
     Και ο Άη-Βασίλης πήρε το ρολόι με τους ταράνδους και το χιόνι και έφυγε.
     - Τι θα κάνουμε τώρα; είπαν τα ξωτικά μόλις έμαθαν τα καθέκαστα.
     - Έχω μια ιδέα, είπε ο Φρουτ-φρουτ. Να του φτιάξουμε ένα ζευγάρι όμορφες, ζεστές παντόφλες, όλο και κάποιο παιδί θα ζητάει ένα ζευγάρι παντόφλες... Έτσι, αν μας πιάσει να τις φτιάχνουμε, δεν θα καταλάβει ότι τις φτιάχνουμε για εκείνον...
     - Κανένα παιδί δεν ζήτησε παντόφλες, όλα ζήτησαν παιχνίδια, είπε ο Φλίπι-φλοπ, που στο χέρι του φορούσε το ρολόι με τους ταράνδους και το χιόνι.
     - Κι όμως, είπε ο Φρουτ-φρουτ, η Ελενίτσα, που λατρεύει το μπαλέτο, ζήτησε ένα ζευγάρι πουέντ.
     - Θα φτιάξουμε πουέντ για τον Άη-Βασίλη, τελικά; ρώτησε ο Τρίκι-τρακ, που μερικές φορές ήταν λίγο αργόστροφος.
     - Φυσικά και όχι, είναι δυνατόν να τον υποβάλουμε σε ασκήσεις ισορροπίας στην ηλικία του; Παντόφλες θα φτιάξουμε, αλλά αν μας τσακώσει να τις φτιάχνουμε, θα πούμε ότι φτιάχνουμε πουέντ για την Ελενίτσα, κατάλαβες;
     - Α... τώρα το κατάλαβα! είπε ο Τρίκι-τρακ.
     - Θέλεις να τις φτιάξεις εσύ τις παντόφλες του Άη-Βασίλη; ρώτησε ο Φρουτ-φρουτ τον Τρίκι-τρακ.
     - Με μεγάλη μου χαρά! είπε ο Τρίκι-τρακ και στρώθηκε στη δουλειά.
     Μα, εκεί που ο Τρίκι-τρακ έφτιαχνε ένα ζευγάρι παντόφλες, που όταν περπατούσαν ακούγονταν κουδουνάκια, να'σου ο Άη-Βασίλης!
     - Τι φτιάχνεις εδώ, Τρίκι-τρακ; ρώτησε ο Άη-Βασίλης.
     - Τι φτιάχνω; Μα, ένα ζευγάρι παντοφ...ουέντ, φυσικά!
     - Παντοφουέντ;
     - Ναι,... δηλαδή... όχι... στάσου, μια στιγμή, πώς τις λένε, φ...ουέντ,... φλ...ουέντ, μπ...ουέ..., α, ναι, πουέντ!
     - Α, πουέντ... Και γιατί μοιάζουν τόσο πολύ με παντόφλες;
     - Έτσι λες;
     - Δε λέω έτσι, έτσι είναι!
     - Μα, όχι, αυτή είναι η τελευταία λέξη της μόδας στις φλ... π...ουέντ...
     - Περίεργο είναι αυτό που μου λες...
     - Καθόλου περίεργο, είναι η τελευταία λέξη της μόδας, σου λέω!
     - Και κουδουνίζουν κιόλας, είπε ο Άη-Βασίλης, καθώς περιεργαζόταν τη μία από τις παντόφλες.
     - Ναι,... κουδουνίζουν, επειδή... ναι,... επειδή... είναι για... να δεις πώς το λένε... μισό λεπτό, να θυμηθώ... α, ναι, θυμήθηκα, είναι για μια ειδική παράσταση, χριστουγεννιάτικη!
     - Για ποια χριστουγεννιάτικη παράσταση;
     - Ναι, είναι μία παράσταση με... Χριστούγεννα... και δώρα... α, ναι, καλέ, θυμάσαι εκείνη την παράσταση με εκείνο το κοριτσάκι που γνώρισε εκείνον τον... πώς τον έλεγαν... κυματοθραύστη; Γι'αυτήν την παράσταση είναι, είναι ένα ζευγάρι π...πουέντ για την παράσταση του κυματοθραύστη!
     - Μήπως, κατά σύμπτωση, εννοείς τον Καρυοθραύστη;
     - Ε, ναι, αυτό δεν είπα;
     - Είπες κυματοθραύστη.
     - Ε, δεν πειράζει, καρυοθραύστη εννοούσα.
     - Ώστε φτιάχνεις ένα ζευγάρι πουέντ για την παράσταση του Καρυοθραύστη...
     - Ακριβώς! είπε ο Τρίκι-τρακ και κορδώθηκε.
     - Μάλιστα... και ποιος τις ζήτησε αυτές τις πουέντ;
     - Ένα κοριτσάκι ήταν, πώς το έλεγαν... Ε...λβίρα... Ε...λίνα... Ελ...εάννα... α, ναι, η Ελενίτσα! Η Ελενίτσα που λατρεύει το μπαλέτο τις ζήτησε!
     - Αλήθεια είναι, η Ελενίτσα ζήτησε ένα ζευγάρι πουέντ... Αλλά, βρε παιδί μου, μήπως τις φτιάχνεις κομματάκι μεγάλες;
     - Μα όχι... καλές είναι... νομίζω...
     - Αυτές είναι μεγάλες, μέχρι και σε εμένα θα έκαναν!
     - Η Ελενίτσα έχει μεγάλα πόδια...
     - Σαν να μη μου τα λες καλά... Σαράντα τρία νούμερο φοράει η Ελενίτσα;
     - Σαράντα τρία είναι αυτές; Α, θα μπερδεύτηκα, τριάντα τέσσερα τις ήθελα... Θα φτιάξω άλλες...
     - Να φτιάξεις άλλες, αλλά αυτές που έφτιαξες φερ'τις εδώ, μην τις κρύβεις... Θα τις γεμίσω με ξερά φύλλα και βαμβάκι και θα τις δέσω στα κλαδιά του έλατου που βρίσκεται έξω από το εργαστήριο... Θα γίνουν δύο πρώτης τάξεως φωλιές για άστεγα πουλάκια...
     - Ωραίες φωλιές! θαύμασαν τα ξωτικά, όταν είδαν τις κρεμασμένες στο έλατο παντόφλες, αφού είχαν ακούσει την ιστορία του Τρίκι-τρακ.
     - Δε θα τα καταφέρουμε ποτέ, είπε ο Φλίπι-φλοπ, ο Άη-Βασίλης βρίσκεται παντού, δεν μπορούμε να του κρυφτούμε!
     - Τι άλλο θα μπορούσαμε να του φτιάξουμε; είπε ο Τσούκου-τσουκ, ένα ξωτικό με πεταχτά αυτιά.
     - Ο Φλίπι-φλοπ έχει δίκιο, είπε ο Χρίτσι-χριτς, μάλλον θα πρέπει να τα παρατήσουμε...
     - Όχι, είπε ο Τσούκου-τσουκ, που ήταν πολύ μικρός και πάντα ήθελε να γίνεται το δικό του, δεν πρέπει να τα παρατήσουμε, έχουμε χρόνο ακόμα!
     - Δε θα τα καταφέρουμε, σας λέω! είπε ο Φλίπι-φλοπ, που δεν του άρεσε να του φέρνουν αντίρρηση.
     - Έχουμε χρόνο! ανέβασε τον τόνο της φωνής του ο Τσούκου-τσουκ.
     - Γιατί τσακώνεστε; ακούστηκε η φωνή του Άη-Βασίλη. Γιατί δεν είστε στο εργαστήριο; Δεν θα προλάβουμε τις παραγγελίες!
     Τα ξωτικά πάγωσαν λίγο, αλλά, ευτυχώς, ο Χρίτσι-χριτς κράτησε την ψυχραιμία του.
     - Δεν τσακωνόμαστε, Άη-Βασίλη, είπε, απλώς συζητούσαμε για τις παραγγελίες...
     - Και γιατί φωνάζατε;
     - Ε, να,... απλώς, μας είχε συνεπάρει η συζήτηση...
     - Α, καλά, αφήστε όμως τις συζητήσεις, ο χρόνος τρέχει, στις θέσεις σας όλοι!
     Τα ξωτικά πήγαν στις θέσεις τους, όπως τους είπε ο Άη-Βασίλης. Και εκείνη τη μέρα δεν κατάφεραν να ξαναβρεθούν μόνα τους.
     Αλλά ούτε και τις επόμενες το κατάφεραν, αφού ο Άη-Βασίλης δεν έφευγε πια ούτε στιγμή από το εργαστήριο. Τα ξωτικά έβλεπαν τα σχέδιά τους να γκρεμίζονται. Είχε φτάσει η παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
     Οι βοηθοί του Άη-Βασίλη γυάλισαν το έλκηθρο και έζεψαν τους ταράνδους. Τα ξωτικά έφεραν τα σακιά με τα δώρα, σέρνοντάς τα με κόπο, επειδή ήταν πολύ βαριά, και οι βοηθοί τα φόρτωσαν στο έλκηθρο. Ήταν όλα έτοιμα! 
     - Έτοιμο το έλκηθρο, Άη-Βασίλη! είπε ο Τρίτσι-τρατς στον Άη-Βασίλη.
     - Ωραία, είπε ο Άη-Βασίλης, πάω να βάλω την στολή μου και ξεκινάμε.
     Αλλά όπως έκανε να σηκωθεί ο Άη-Βασίλης, τον έπιασε λουμπάγκο.
     - Ωχ! έκανε και ξανακάθησε.
     - Τι έπαθες; τον ρώτησε η γυναίκα του, που άκουσε τις φωνές του.
     - Πονάω, δεν μπορώ να κουνηθώ!
     - Η μέση σου πάλι;
     - Ναι, αχ, τι πόνος!
     - Να σου βάλω ένα έμπλαστρο;
     - Τι να μου κάνει το έμπλαστρο; Πονάω, σου λέω!
     - Να σου φέρω ένα παυσίπονο;
     - Πω-πω, τι έπαθα, πώς θα μπω στις καμινάδες για να μοιράσω τα δώρα των παιδιών τώρα;
     - Ποιες καμινάδες; Ποια δώρα; Θυμάσαι τι είπε ο γιατρός την τελευταία φορά; Θα πρέπει να μείνεις στο κρεβάτι, να ξεκουράσεις τη μέση σου...
     - Στο κρεβάτι; Τρελλάθηκες; Παραμονή Πρωτοχρονιάς σήμερα! Πώς γίνεται να την περάσω ξαπλωμένος στο κρεβάτι;
     - Μα αφού δεν μπορείς να κουνηθείς!
     - Θα μπορέσω, να, αν προσπαθήσω, να, δες, μπορ... αχ, αχ, αχ!
     - Πάω να φέρω το παυσίπονο...
     Ο Άη-Βασίλης αφέθηκε στην πολυθρόνα του.
     - Ωχ! είπε ο Άη-Βασίλης.
     - Κριτς! έτριξε η πολυθρόνα.
     - Πω-πω, τι έπαθα, πώς θα μοιράσω τα δώρα των παιδιών; Πώς θα μπαίνω στις καμινάδες;
     Ο Τρίτσι-τρατς έτρεξε να ενημερώσει τα άλλα ξωτικά για το λουμπάγκο του Άη-Βασίλη.
     - Τον καημένο τον Άη-Βασίλη, είπαν τα ξωτικά, πόσο πολύ θα πονάει!
     - Και πόσο θα στενοχωρηθούν τα παιδιά που δε θα πάρουν δώρα! είπε ο Φρουτ-φρουτ.
     - Θα πρέπει να βρούμε χώρο να αποθηκεύσουμε τα παιχνίδια, είπε ο Φλίπι-φλοπ.
     - Και γιατί να τα αποθηκεύσουμε; είπε ο Τσούκου-τσουκ. Μας είναι άχρηστα πλέον, αφού δεν γίνεται να τα δώσουμε άλλη μέρα... 
     - Ούτε το χρόνου γίνεται να τα δώσουμε, συμφώνησε ο Φρουτ-φρουτ, τα παιδιά του χρόνου θα δώσουν καινούργιες παραγγελίες!
     - Και τι θα τα κάνουμε; Θα τα πετάξουμε; ρώτησε ο Τρίκι-τρακ.
     - Και γιατί να μην τα μοιράσουμε εμείς; είπε ο Τρίτσι-τρατς.
     - Μα, μπορούμε;
     - Και γιατί να μην μπορούμε; Αφού το δρομολόγιο το ξέρουμε!
     - Θα μπορούσαμε να βάψουμε και τις φορεσιές μας κόκκινες, είπε ο Χρίτσι-χριτς, έχω πολλή κόκκινη μπογιά στο εργαστήριο.
     - Ναι, είπε ο Σβιν-σβιν, θα φτιάξουμε και μούσια από βαμβάκι... θα φουσκώσουμε και τις κοιλιές μας με βαμβάκι και θα μοιάζουμε με τον Άη-Βασίλη. Έτσι, αν τύχει και μας δει κάποιο παιδί, θα νομίζει ότι είδε τον Άη-Βασίλη.
     - Τέλεια ιδέα! φώναξαν τα ξωτικά, και έτρεξαν να μεταμφιεστούν.
     Σε λίγη ώρα, ο χώρος είχε γεμίσει από πολλούς μικρούς αγιοβασίληδες. Και λίγο αργότερα, το φορτωμένο με δώρα έλκηθρο πετούσε ψηλά στον ουρανό.
          Το παυσίπονο που έδωσε η κυρα-Βασίλαινα στον Άη-Βασίλη άρχισε να ενεργεί σιγά-σιγά και ο πόνος άρχισε να μαλακώνει, αλλά ο Άη-Βασίλης δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Η κυρα-Βασίλαινα, βλέπετε, είχε τη φαεινή ιδέα να του φτιάξει και μία βαλεριάνα, οπότε η χαλάρωση ήταν μονόδρομος. Ιπτάμενοι τάρανδοι άρχισαν να περνάνε ένας-ένας μπροστά από τα μάτια του, πηδώντας με χάρη πάνω από σωρούς από γκι, και τα βλέφαρά του άρχισαν να βαραίνουν. Ύστερα από λίγο, στο σπίτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Μόνο το ροχαλητό του Άη-Βασίλη ακουγόταν.
     Ξύπνησε με το πρώτο φως του ήλιου. Η μέση του τον πονούσε ακόμα πάρα πολύ, αλλά πολύ περισσότερο τον πονούσε που τα παιδιά είχαν μείνει χωρίς δώρα. Πώς θα περνούσε τώρα ο νέος χρόνος; Κι αν τα παιδιά έπαυαν να πιστεύουν στην ύπαρξή του; Κι αν σταματούσαν να του στέλνουν γράμματα; Κι αν σταματούσαν να ονειρεύονται;
     Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα. Ήταν ο Τρίτσι-τρατς, μαζί με μία επιτροπή από πέντε ξωτικά.
     - Καλημέρα, Άη-Βασίλη, και καλή χρονιά! είπαν όλοι με μια φωνή.
     - Καλημέρα, καλά μου ξωτικά, είπε κακόκεφα ο Άη-Βασίλης, όσο για την χρονιά, δεν μπορώ να πω... μα σαν κάπως διαφορετικά μου φαίνεστε σήμερα... μήπως κουρευτήκατε;
     - Όχι.
     - Τέλος πάντων, θα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με τα δώρα των παιδιών...
     - Ποια δώρα;
     - ... Θα πρέπει να φτιάξουμε μια τεράστια αποθήκη για να τα φυλάξουμε εκεί.
     - Δεν χρειάζεται.
     - Φυσικά και χρειάζεται, αν μείνουν έξω θα χαλάσουν από το χιόνι και το κρύο.
     - Δεν χρειάζεται, Άη-Βασίλη.
     - Μα πώς δεν χρειάζεται, έτσι θα τα αφήσουμε; Μα, για σταθείτε, αλλάξατε τα ρούχα σας; Φοράτε κόκκινα ή μου φαίνεται;
     Και τότε τα ξωτικά του τα είπαν όλα. Και του εξήγησαν ότι τα δώρα είχαν παραδοθεί στα παιδιά κανονικά. Και του έδειξαν και τα μούσια από βαμβάκι, και τις ψεύτικες κοιλιές τις γεμισμένες με βαμβάκι. Και τα μάτια του Άη-Βασίλη δάκρυσαν, αλλά τα δάκρυα δεν ήταν από το λουμπάγκο. Ήταν από τη χαρά του. Επειδή τα ξωτικά είχαν πετύχει τον στόχο τους και, τελικά, είχαν καταφέρει να του κάνουν το καλύτερο πρωτοχρονιάτικο δώρο.

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

Αποτελεσματική θεραπεία

 


     Ε, λοιπόν, ναι, συνέβη και αυτό: τα Χριστούγεννα αρρώστησαν! Ξύπνησαν μια μέρα και δεν είχαν κουράγιο να σηκωθούν από το κρεβάτι τους. Οι καμπάνες στο νησί (των Χριστουγέννων, εννοείται) χτυπούσαν χαρμόσυνα, όπως κάθε μέρα, ο ήλιος έλαμπε, τα πουλάκια κελαηδούσαν, όμως τα Χριστούγεννα ένιωθαν χάλια!
     Η μαμά τους, τους έβαλε θερμόμετρο, τους κοίταξε το λαιμό, μήπως ήταν κόκκινος, όλα καλά. Τους έφερε το πρωινό τους στο κρεβάτι - σοκολατούχο γάλα και κάτασπροι, μυρωδάτοι κουραμπιέδες.
     - Μπλιαχ! είπαν τα Χριστούγεννα.
     Τους έφερε μελομακάρονα και δίπλες.
     - Σκέτη αηδία! είπαν τα Χριστούγεννα.
     Τους έβαλε να ακούσουν τα αγαπημένα τους κάλαντα.
     - Πω-πω, τι θόρυβος! είπαν τα Χριστούγεννα.
     Η μαμά, θορυβημένη από αυτή την ασυνήθιστη συμπεριφορά, έφερε άρον-άρον το γιατρό. Ο γιατρός, που πρώτη φορά ερχόταν στο σπίτι των Χριστουγέννων, τα εξέτασε προσεκτικά, τα έβαλε να ανασάνουν βαθιά, να βήξουν, να ξεροκαταπιούν, άκουσε την καρδιά και τα πνευμόνια τους, τους πήρε την πίεση, κοίταξε το λαιμό τους, τα αυτιά τους, τη μύτη τους, και τα βρήκε υγιέστατα.
     - Δεν φαίνεται να έχουν κάτι παθολογικό, είπε. 
     - Ναι, αλλά γιατί φέρονται έτσι; ρώτησε η μαμά τους. Μοιάζουν σαν να τους έχει φύγει όλη η χαρά της ηλικίας τους.
     - Θα πρότεινα να τα δει ένας ψυχολόγος, είπε ο γιατρός.
     Και η μαμά, πιο ανήσυχη πλέον, κάλεσε έναν ψυχολόγο.
     Ο ψυχολόγος τα ρώτησε διάφορα πράγματα για την καθημερινότητά τους, τους έδειξε περίεργες φωτογραφίες που ανάλογα με το πώς τις κοιτούσες έβλεπες και διαφορετικά πράγματα, τα έβαλε να του ζωγραφίσουν ό,τι ήθελαν, και αφού μελέτησε τις ζωγραφιές και ό,τι του είχαν πει, έβγαλε την ετυμηγορία του:
     - Δυστυχώς, κυρία μου, είπε, τα παιδιά σας πάσχουν από αγοραφοβία, με ενδείξεις υφέρπουσας καλαντοφοβίας και καλπάζουσας κουραμπιεδοφοβίας.
     - Υπάρχει θεραπεία; ρώτησε η μαμά, έτοιμη να βάλει τα κλάματα από τα δυσοίωνα νέα.
     - Η ίαση των ψυχικών διαταραχών και νόσων είναι μία επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία, στην περίπτωση των διδύμων σας, όμως, είμαι αρκετά αισιόδοξος.
     - Τι θα πρέπει να γίνει, κατά την γνώμη σας;
     - Συστήνω ανεπιφύλακτα την απομάκρυνση από τις καθημερινές συνήθειες. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να ξεφύγουν από τη ρουτίνα τους. Κομμένοι οι κουραμπιέδες - για καλό και για κακό, ας κόψουν και τα μελομακάρονα -, κομμένα τα κάλαντα και τα εορταστικά άσματα εν γένει. Και, εννοείται, απαγορεύονται δια ροπάλου τα πάρτυ και τα πάσης φύσεως ρεβεγιόν. Η αγοραφοβία δεν αστειεύεται.
      - Εντάξει, θα τους τα κόψω τα γλυκά, θα κόψω και την εορταστική μουσική. Μα πώς μπορώ να τους κόψω τα πάρτυ; Οι προσκλήσεις κάθε μέρα έρχονται σωρό, δεν μπορούν να τις αρνούνται όλες!
     - Σε αυτήν την περίπτωση θα πρότεινα ένα ταξιδάκι, κατά προτίμηση εξωτικό, μακριά από όλους τους πειρασμούς. Αλλιώς, ακόμα κι αν υπάρξει βελτίωση, θα είναι πρόσκαιρη.
     - Και πού να τα στείλω;
     - Αυτό δεν μπορώ να σας το πω εγώ. Όμως, αν δεν τα κρατήσετε μακριά από όσα σας είπα, η κατάστασή τους θα χειροτερέψει. 
     - Θεός φυλάξοι! είπε τρομαγμένη η μαμά. Θα κάνω ό,τι μου είπατε, θα τα στείλω ταξίδι. Θα τα στείλω στην ξαδέρφη μου, που μεγαλώσαμε μαζί. Έχω χρόνια να τη δω, ζει μακριά, σε άλλο νησί. Αλλά, σίγουρα θα χαρεί να γνωρίσει τα ανήψια της. Όταν τα γέννησα, εκείνη είχε ήδη μετακομίσει.
     - Πολύ καλή ιδέα, είπε ο ψυχολόγος.
     Και έτσι η μαμά ανακοίνωσε στα Χριστούγεννα ότι θα τα έστελνε για μερικές μέρες να γνωρίσουν τη θεία τους και τα ξαδέρφια τους, να ξεδώσουν και λίγο. Και τους έφτιαξε τις βαλίτσες τους, και τους έβαλε και σάντουιτς για τον δρόμο, και τους έβαλε στις βαλίτσες και δυο-τρεις ζακέτες, να έχουν να πορεύονται. Και τα Χριστούγεννα βρέθηκαν, από τη μια μέρα στην άλλη, στο νησί του Πάσχα.
     Στο μεταξύ, σε όλο τον κόσμο, οι δείκτες των ρολογιών πάγωσαν. Οι άνθρωποι παρατήρησαν ότι οι μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα έπαψαν να λιγοστεύουν και άρχισαν να φοβούνται ότι φέτος δεν θα γιόρταζαν Χριστούγεννα. Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές θα έπρεπε να ξεχάσουν τις χριστουγεννιάτικες διακοπές - το ίδιο θα έπρεπε να κάνουν και τα παιδιά, τα οποία έπεσαν σε μελαγχολία -, όλοι οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να ξεχάσουν το δώρο, πάει η εορταστική ατμόσφαιρα, εξαφανίστηκε! Αλλά τα Χριστούγεννα, εκεί που βρίσκονταν, τίποτα από όλα αυτά δεν είχαν καταλάβει. 
     Όλα στο νησί του Πάσχα ήταν καινούργια για εκείνα, και τόσο διαφορετικά... Η θεία τους ήταν πολύ γλυκιά και περιποιητική και τα ξαδέρφια τους αξιαγάπητα. Αφήστε που είχαν και την ίδια ηλικία... Τα Χριστούγεννα ήταν ενθουσιασμένα. Ούτε κουραμπιέδες, ούτε κάλαντα, ούτε φασαρία... Καθόλου δεν τους έλειπε το σπίτι τους. Μόνο η μαμά τους τους έλειπε λίγο, αλλά μιλούσαν στο τηλέφωνο. Και τόσο καλά περνούσαν τα Χριστούγεννα στο νησί του Πάσχα, που άρχισαν να σκέφτονται να μείνουν για πάντα εκεί.
     Όπως είχε προβλέψει ο ψυχολόγος, σύντομα η αγοραφοβία, η καλαντοφοβία και η κουραμπιεδοφοβία πήγαν περίπατο. Τα Χριστούγεννα ξαναβρήκαν τη χαρά της ζωής.
     - Να'χαμε τώρα έναν κουραμπιέ! είπαν μια μέρα.
     - Κουραμπιέ; είπαν τα ξαδέρφια τους έκπληκτα. Είναι δυνατόν; Κουραμπιέ σε περίοδο νηστείας; Ο κουραμπιές γίνεται με βούτυρο και αυγά!
     - Ε, καλά, ας μη φάμε κουραμπιέ, μελομακάρονο μπορούμε; 
     - Το μελομακάρονο είναι νηστίσιμο, αλλά δεν ταιριάζει με το Πάσχα...
     - Ε, δεν έγινε και τίποτα, ας μη φάμε γλυκό. Πάμε μια βόλτα μέχρι την παραλία; Θα πάρουμε τα ποδήλατα, και όπως θα τρέχουμε και το αεράκι θα χαϊδεύει τα μάγουλά μας, θα τραγουδάμε κιόλας! Θα είναι τέλεια!
     - Είστε σοβαροί; Τραγούδια Μεγαλοβδομαδιάτικα; Ίσως θα μπορούσαμε, βέβαια, να ψάλλουμε κάποιον ύμνο...
     - Ε, όχι και να ψάλλουμε! Όταν μιλάμε για τραγούδια, εννοούμε τραγούδια! Ξέρουμε κάτι κάλαντα...
     - Κάλαντα; Πασχαλινά κάλαντα;
     - Όχι, χριστουγεννιάτικα.
     - Τρελλαθήκατε; Χριστουγεννιάτικα κάλαντα στο νησί του Πάσχα;
     - Δεν ταιριάζουν, ε; Μήπως, τότε, να κάναμε ένα πάρτυ;
     - Πάρτυ; Τι εννοείτε;
     - Δεν ξέρετε τι είναι το πάρτυ;
     - Γλυκό είναι;
     - Μα, καλά, πού ζείτε; 
     - Α, θα είναι φαγητό!
     - Δεν έχετε πάρτυ εδώ; Δεν γιορτάζετε ποτέ;
     - Έχουμε ψαλμούς, και περιφορές επιταφίων, βάφουμε και αυγά...
     - ... αλλά δεν τα τρώτε...
     - Αφού έχουμε νηστεία! Α, έχουμε και βραδιά πυροτεχνημάτων, μία στο τόσο, είναι πολύ εντυπωσιακή...
     - Καλά, καλά, αφήστε το καλύτερα!
     Και τα Χριστούγεννα δεν ξαναμίλησαν σχεδόν καθόλου εκείνη τη μέρα.
     - Θέλετε να πάμε να στολίσουμε τον επιτάφιο; ρώτησαν τα ξαδέρφια τους μερικές μέρες μετά.
     - Τι εννοείτε;
     - Θα του βάλουμε πολλά λουλούδια και θα γίνει όμορφος.
     - Καταπληκτική ιδέα! Μπορούμε να του βάλουμε και κορδέλες, να γίνει πιο εντυπωσιακός.
     - Μπα, όχι καλύτερα...
     - Ή μήπως να του βάλουμε λαμπιόνια;
     - Τρελλαθήκατε; Τι τον περάσατε τον επιτάφιο, χριστουγεννιάτικο δέντρο; Μόνο λουλούδια θα του βάλουμε...
     - Α, καλά, δεν πειράζει, πηγαίνετε εσείς να στολίσετε τον επιτάφιο και εμείς θα πάμε μια βόλτα μέχρι την παραλία, να διασκεδάσουμε λίγο. Θα πάρουμε μαζί μας και μια κιθάρα, θα τραγουδήσουμε, θα χορέψουμε...
     - Διασκέδαση, μουσική, τέτοια μέρα; Είστε σοβαροί; Απαγορεύεται, θα σας συλλάβουν!
     Τότε ήταν που τα Χριστούγεννα άρχισαν να πιστεύουν ότι δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα να μείνουν για πάντα στο νησί του Πάσχα. Και συνειδητοποίησαν ότι τους έλειπε πάρα πολύ το σπίτι τους. Επιθυμούσαν διακαώς να φάνε κουραμπιέδες, να τραγουδήσουν κάλαντα, να πάνε σε πάρτυ... Όλοι οι φίλοι τους θα διασκέδαζαν τώρα, ενώ αυτοί...
     Χωρίς δεύτερη σκέψη, τα Χριστούγεννα έβγαλαν εισιτήρια με το πρώτο αεροπλάνο, έφτιαξαν τις βαλίτσες τους και αποχαιρέτησαν την γλυκιά τους θεία και τα αξιαγάπητα ξαδέρφια τους. Και σε όλο τον κόσμο, οι δείκτες των ρολογιών ξανάρχισαν να κουνιούνται και οι μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα ξανάρχισαν να λιγοστεύουν. 
     Η έκπληξη της μαμάς τους όταν τα είδε στην πόρτα της ήταν μεγάλη, αφού δεν της είχαν πει το παραμικρό και εκείνη συνέχιζε να νομίζει ότι περνούσαν υπέροχα.
     - Καλώς τα τα παιδιά μου! είπε γεμάτη χαρά. Τι ωραία έκπληξη είναι αυτή που μου κάνατε! Μα εσείς δεν λέγατε ότι περνούσατε τόσο ωραία, που σκεφτόσασταν να μείνετε για πάντα με τη θεία και τα ξαδέρφια σας;
     - Μα, αφού το ξέρεις, καλέ μαμά, είπαν τα Χριστούγεννα και χαμογέλασαν γλυκά. Σαν το σπίτι δεν υπάρχει πουθενά.
     

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021

Στρίβειν αποτόμως


     Η Κοκκινοσκουφίτσα άπλωσε το κονσίλερ προσεκτικά. Αυτό ήταν! Τα ίχνη του χθεσινοβραδινού ξενυχτιού εξαφανίστηκαν, ως δια μαγείας. Μόνο η κάπα της ήταν ακόμα μουσκεμένη από την ξαφνική βροχή που έπιασε λίγο προτού επιστρέψει στο σπίτι της, αλλά η σημερινή καλοκαιρία θα βοηθούσε να στεγνώσει χωρίς να το αντιληφθεί κανείς.
     - Κοκκινοσκουφίτσα, ακούστηκε η φωνή της μητέρας της.
    Ωχ! σκέφτηκε η Κοκκινοσκουφίτσα.
     - Ορίστε, μαμά! είπε.
     Η πόρτα άνοιξε.
     - Καλημέρα, είπε η μητέρα της και άρχισε να οσφρίζεται την ατμόσφαιρα, μα τι μυρίζει εδώ μέσα, καπνός;
     Η Κοκκινοσκουφίτσα θυμήθηκε την αποπνικτική ατμόσφαιρα στο πάρτυ. Έπρεπε να έχει αερίσει τα ρούχα της.
     - Δεν πιστεύω να καπνίζεις, είπε αυστηρά η μητέρα της.
     - Μα όχι, καλέ μαμά, εννοείται πως όχι!
     Η μητέρα της την κοίταξε διερευνητικά. Ευτυχώς που είχε προλάβει να βάλει το κονσίλερ.
     - Τέλος πάντων, είπε η μητέρα. Με πήρε η γιαγιά σου τηλέφωνο, είναι χάλια. Έχει πυρετό, μου είπε, και την πονάνε τα κομμάτια της.
     - Πάλι;
     - Τι εννοείς, "πάλι"; 
     - Μα και πριν από δυο βδομάδες, πάλι άρρωστη ήταν!
     - Ντροπή σου να μιλάς έτσι για την αγαπημένη σου γιαγιά, ξεχνάς τα τυροπιτάκια και τους μπακλαβάδες που έφτιαχνε ειδικά για εσένα, όταν ήσουνα μικρή;
     - Η άλλη γιαγιά δεν αρρωσταίνει σχεδόν ποτέ...
     - Η άλλη γιαγιά δεν έχει ανάγκη, είναι σαν τον πατέρα σου...
     - Εννοείς το μουστάκι;
     - Μη με κοροϊδεύεις εμένα! Μα, είμαι σίγουρη ότι εδώ μέσα κάποιος έχει καπνίσει!
     - Ιδέα σου είναι... Τέλος πάντων, μου έλεγες για τη γιαγιά που αρρώστησε.
     - Ναι. Είναι χάλια η καημένη και δεν μπορεί ούτε να μαγειρέψει. Της έφτιαξα, λοιπόν, λίγη σούπα και θέλω να της την πας.
     - Γιατί δεν της την πας εσύ; Δικιά σου μάνα είναι!
     - Και εσένα είναι γιαγιά σου!
     - Ναι, αλλά όλο εμένα στέλνεις!
     - Δεν μπορώ να πάω εγώ, σε μία ώρα έχω ραντεβού στο κομμωτήριο, δεν προλαβαίνω να πάω και να γυρίσω σε μια ώρα.
     - Να μην πας στο κομμωτήριο!
     - Τρελλάθηκες; Πρέπει οπωσδήποτε να βάψω τη ρίζα! Και αν ακυρώσω τώρα το ραντεβού, ποιος ξέρει πότε θα ξαναβρώ, τέτοιες μέρες... Θέλεις να έχω άσπρα μαλλιά στο ρεβεγιόν;
     Η Κοκκινοσκουφίτσα αναστέναξε και έπιασε την κάπα της. Θα στέγνωνε στον δρόμο.
     - Μια και θα πας, κάνε της και καμιά δουλειά, αν χρειάζεται... Βάλ'της και θερμόμετρο, και αν δεις ο πυρετός να επιμένει, δώσ'της και αντιπυρετικό, φτιάξ'της και ένα τσαγάκι...
     - Να της βάλω και βεντούζες; είπε η Κοκκινοσκουφίτσα.
     - Να προσέχεις τους τρόπους σου, δεσποινίς! Και μη νομίζεις ότι επειδή μεγάλωσες θα ντραπώ να σου τις βρέξω!
       Η Κοκκινοσκουφίτσα πήγε στην κουζίνα, όπου την περίμενε ένα καλαθάκι με δύο φαγητοδοχεία.
     - Το ένα φαγητοδοχείο έχει σουπίτσα, είπε η μητέρα της. Αλλά της έβαλα και λίγο κρεατάκι ξεχωριστά, μήπως το προτιμάει έτσι.
     Η Κοκκινοσκουφίτσα φόρεσε την κάπα της.
     - Τις γαλότσες σου να βάλεις, είπε η μητέρα της. Μετά την πρωινή βροχή, ο δρόμος για το σπίτι της γιαγιάς θα είναι γεμάτος λάσπες. Και να σκουπίσεις καλά τα πόδια σου πριν μπεις στο σπίτι της, μην της το κάνεις χάλια!
     Η Κοκκινοσκουφίτσα έβαλε τις γαλότσες της.
     - Να προσέχεις στον δρόμο και να μη μιλάς σε αγνώστους... Ούτε να χαζεύεις και να καθυστερήσεις. Τα φαγητοδοχεία δε θα μπορέσουν να διατηρήσουν το φαγητό ζεστό για πάντα!
     Η Κοκκινοσκουφίτσα πήρε το καλαθάκι και βγήκε στον δρόμο.
     Η πρωινή δροσιά, σε συνδυασμό με τη νοτισμένη κάπα, της έφερε ανατριχίλα. Μπρρρ! Άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα.
     Αν εξαιρέσουμε το ότι βαριόταν να πηγαίνει σούπα στην άρρωστη γιαγιά της για πολλοστή φορά, οι βόλτες στο δάσος της άρεσαν πολύ. Τα τραγούδια των πουλιών και τα αρώματα των αγριολούλουδων και των βοτάνων την ηρεμούσαν όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.
     Δεν είχε περπατήσει πολλή ώρα, όταν συνειδητοποίησε ότι μάλλον δεν ήταν μόνη. Τα κελαηδήματα των πουλιών είχαν σταματήσει, και κάτι φτέρες εκεί πιο πέρα κουνιούνταν σαν τρελλές.
     - Ποιος είναι εκεί; ρώτησε η Κοκκινοσκουφίτσα.
     - Με τσάκωσες, ακούστηκε μια βραχνή φωνή και ένας λύκος εμφανίστηκε μπροστά της.
     Ο λύκος χαμογέλασε. Τα δόντια του ήταν μυτερά και καλογυαλισμένα.
     - Γεια σου, κούκλα, είπε ο λύκος, πώς από τα μέρη μας;
     - Καλά, είπε η Κοκκινοσκουφίτσα, δε βαρέθηκες ακόμα;
     - Γιατί να βαρεθώ; 
     - Νομίζεις ότι αν αλλάξεις τρόπο προσέγγισης θα με ρίξεις;
     - Στις ομορφιές σου είσαι σήμερα... Άλλαξες χτένισμα;
     - Άσε με, δεν έχω χρόνο!
     - Εγώ σου κάνω κομπλιμέντα και εσύ με γράφεις...
     - Παρ'όλ'αυτά, δεν βλέπω να πτοείσαι...
     - Μα, πού πας; Κάτσε να συζητήσουμε λίγο!
     - Δεν έχω χρόνο...
     - Αχ, οι γυναίκες τη σήμερον ημέρα είναι όλες βιαστικές... Δε λέω, έχει και η μπίζνες γούμαν τη γοητεία της, αλλά εμένα μου αρέσουν οι πιο παραδοσιακές...
     - Ε, τότε άσε με στην ησυχία μου, εγώ δεν είμαι καθόλου παραδοσιακή.
     - Δεν κάθεσαι, λοιπόν, στο παραθύρι σου με τις ώρες, να κεντάς;
     - Δεν είμαστε καλά!
     - Ούτε μαγειρεύεις;
     - Αστειεύεσαι;
     - Και πώς θα ζήσεις, αν δεν μαγειρεύεις;
     - Και τα ντελίβερι γιατί υπάρχουν;
     - Δωρεάν είναι τα ντελίβερι;
     - Όχι.
     - Αλλά;
     - Θα παντρευτώ έναν πλούσιο και δεν θα έχω ανάγκη!
     - Αυτό δεν μου ακούγεται και πολύ επαναστατικό...
     Η Κοκκινοσκουφίτσα τον αγριοκοίταξε.
     - Δε με ενδιαφέρει η γνώμη σου, είπε.
     - Δεν είσαι και πολύ ευγενική, αλλά μου αρέσεις.
     - Κι είχα μια σκασίλα!
     - Αφού, λοιπόν, δεν είσαι παραδοσιακή γυναίκα, τι θα έλεγες να πάμε για ένα ποτάκι την Παρασκευή το βράδυ; Ξέρω ένα όμορφο μπαράκι, όπου τα ποτά δεν είναι ποτέ μπόμπες.
     - Δεν πάω σε μπαρ...
     - Έτσι λένε όλες... και μετά ανεβαίνουν στην μπάρα και ξεγοφιάζονται στο χορό...
     - Εγώ δεν ξεγοφιάζομαι!
     - Πάντως, έτσι όπως τρέχεις με τις γαλότσες, μάλλον θα ξεγοφιαστείς...
     - Δεν έχεις τίποτα άλλο καλύτερο να κάνεις;
     - Α, μπα... Κυνήγησα κάτι λαγούς πρωί-πρωί, ύστερα κάτι ασβούς, τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα... Τι έχεις στο καλαθάκι;
     - Φαγητό.
     - Μου έχει σπάσει τη μύτη... κρέας, ε;
     - Ναι... αλλά μην γλείφεσαι!
     - Πας για πικ-νικ;
     - Αφού το ξέρεις, στη γιαγιά μου πάω!
     - Είναι άρρωστη η γιαγιά σου;
     - Ναι, είναι άρρωστη, και σταμάτα να με ακολουθείς!
     - Ε, όχι και σε ακολουθώ! Απλώς σε συνοδεύω... Μια κοπέλα μόνη στο δάσος... πολλά μπορεί να της συμβούν...
     - Ξέρω καράτε.
     - ... όλο και κάποιος κίνδυνος θα παραμονεύ... αλήθεια; Ξέρεις καράτε;
     - Ναι.
     - Ενδιαφέρον, πάντα ήθελα να μάθω... Είναι δύσκολο;
     - Πω-πω, πολυλογάς που είσαι, αδερφάκι μου! Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις;
     - Καλύτερο από εσένα; Δε νομίζω! Έλα, μίλα μου κι εσύ λίγο! Αν δε σε ενδιαφέρουν αυτά που λέω, διάλεξε εσύ το θέμα... Θέλεις να μιλήσουμε πιο επιστημονικά; Τι πιστεύεις για την τρύπα του όζοντος;
     Είχαν φτάσει σε ένα ξέφωτο. Επάνω από το κεφάλι τους φαινόταν ο καταγάλανος ουρανός.
     - Είναι εφικτή η αειφόρος ανάπτυξη; συνέχισε ο λύκος. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η τεχνητή νοημοσύνη;
     - Τι γνώμη έχεις για το κυνήγι; είπε η Κοκκινοσκουφίτσα.
     - Για το κυνήγι; Τι να πω, κάποιοι το θεωρούν σπορ, για εμένα είναι κάτι παραπάνω, θα έλεγα... Αλλά γιατί ρωτάς;
     Μια ντουφεκιά αντήχησε στο ξέφωτο. Ο κυνηγός, που η Κοκκινοσκουφίτσα είχε διακρίνει ανάμεσα από τους κορμούς των δέντρων, κατέβασε το όπλο του.
     - Φτου, να πάρει, πάλι αστόχησα! είπε. Μα, τι στο καλό, το κοκαλάκι της νυχτερίδας έχει αυτός ο λύκος;

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Ολέθριος συνδυασμός

 


     Η μέρα είχε προχωρήσει για τα καλά. Ο Παπουτσωμένος γάτος άνοιξε τα μάτια του. Το κεφάλι του ήταν βαρύ. Ίσως να έφταιγε το χθεσινό ξενύχτι, ίσως πάλι και η πολλή μπατίντα ντι κόκο. Ξανάκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, αλλά μια παιχνιδιάρα ηλιαχτίδα είχε βάλει σημάδι τα βλέφαρά του. Μα, ακριβώς σήμερα έπρεπε να έχει λιακάδα
     Σηκώθηκε βαριεστημένα από το κρεβάτι του και πήγε στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έτσι ξεμαλλιασμένος και αξύριστος, όπως ήταν, είχε τα χάλια του.
     - Τα χάλια μου έχω, είπε στο είδωλό του. Τι τα'θελα εγώ τα ξενύχτια;
     Σέρνοντας τα πόδια του πήγε στην κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο. Ήταν σχεδόν άδειο. Μόνο ένα τάπερ με ψητές σαρδέλλες που είχαν μείνει από προχθές, μισό μπουκάλι γάλα και ένα γιαούρτι υπήρχαν μέσα. Το γιαούρτι είχε λήξει.
     - Πρέπει επειγόντως να πάω στο σουπερμάρκετ, είπε και άνοιξε το ντουλάπι.
     Δύο κονσέρβες τόννου, ένα πακέτο μακαρόνια και μία μύγα, που πετάχτηκε βιαστικά έξω από το ντουλάπι.
     - Τίποτα κι εδώ, είπε ο Παπουτσωμένος γάτος.
     Εκείνη την στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.
     Ο Παπουτσωμένος γάτος σήκωσε το ακουστικό και έπνιξε ένα χασμουρητό που ήρθε απρόσκλητο.
     - Εμπρός, είπε νυσταγμένα.
     - Ακόμα να ξυπνήσεις; ακούστηκε μια γνωστή φωνή.
     - Ξύπνησα, απάντησε.
     - Και γιατί ακούγεσαι έτσι... κοιμισμένος;
     - Νυστάζω.
     - Α, δεν είσαι εσύ για διασκέδαση, καλά μου το έλεγαν τα αδέρφια μου!
     - Μάλλον με πείραξε το ποτό.
     - Κι εσύ με αυτό το κόλλημά σου με όποιο ποτό θυμίζει γάλα!
     - Η μπατίντα ντι κόκο μου αρέσει, γιατί να πιώ κάτι άλλο;
     - Μα, έτσι, για δοκιμή, βρε αδερφέ!
     - Και τι να πιώ, σκαθαροζούμι;
     - Πιες ένα ρούμι, μια πίνα κολάντα έστω!
     - Δεν αντέχω τα ποτά που θυμίζουν Καραϊβική...
     - Αυτό, πάλι, τι είναι, καινούργιο;
     - Όχι, αλλά μου θυμίζει ένα ταξίδι που έκανα στην Κούβα, όταν ήμουν νέος...
     - Δε μου το είχες πει... Μη μου πεις ότι είχες πάει για να γνωρίσεις τον Τσε!
     - Ποιον Τσε;
     - Τον αγωνιστή, τον Τσε Γκεβάρα, μη μου πεις πως δεν τον ξέρεις!
     - Α, ναι, μωρέ, τον ξέρω, τα είχα κάποτε με μια φοιτήτρια, που τον είχε σε αφίσα στο δωμάτιό της. Θα προτιμούσα κάποια άλλη αφίσα, πιο ξεσηκωτική, για να είμαι ειλικρινής...
     - Τι άξεστος που είσαι ώρες-ώρες... Τέλος πάντων, και τι έκανες στην Κούβα; 
     - Ξερνούσα σε όλη τη διαδρομή, ούτε που θυμάμαι κάτι άλλο. Τι το ήθελα εγώ το πλοίο; Αλλά, βλέπεις, τότε έκανα παρέα με ένα καραβόσκυλο και με τις ιστορίες του για τα τυρκουάζ νερά και τις πυκνές, καταπράσινες ζούγκλες, παρασύρθηκα. Τέλος πάντων, έκτοτε, ούτε να ακούσω δε θέλω για εξωτικά ποτά.
     - Και η μπατίντα ντι κόκο τι είναι; Δεν είναι εξωτικό ποτό;
     - Η καρύδα μου θυμίζει εξωτικές χορεύτριες, οπότε κάνω μία εξαίρεση.
     - Α, μάλιστα... Πάντως, καλά τα περάσαμε εχθές, έτσι;
     - Ναι, καλά, αλλά θύμισέ μου...
     - Μη μου πεις ότι δε θυμάσαι τίποτα!
     - Πώς, ναι, θυμάμαι, για επιβεβαίωση σε ρωτάω...
     - Δε θυμάσαι το καμπαρέ; Εκείνη τη γατούλα με το προκλητικό ντεκολτέ; Όλο το βράδυ μαζί χορεύατε!
     - Τη γατούλα; Το ντεκολτέ; Το χορό; Α, ναι, θυμήθηκα!
     - Την πήγες στο σπίτι της, τελικά;
     - Να σου πω, αν και δε θα ήθελα, το ξέρεις, δα, πόσο διακριτικός είμαι...
     - Ναι, αλλά κι εγώ είμαι τάφος! Έλα, και θα σου πω κι εγώ για εκείνη τη ζουμερή γκόμενα που συνοδευόταν από εκείνο το χοντρό γουρούνι με το πούρο...
     - Α, ναι, θυμάμαι που μου είπες ότι θα τη ζητούσες σε χορό, αλλά μετά έμπλεξα με τη γατούλα και σε ξέχασα. Τη ζήτησες σε χορό, τελικά;
     - Τη ζήτησα, που να μην τη ζητούσα!
     - Γιατί το λες αυτό; Σε έβρισε;
     - Όχι.
     - Αλλά;
     - Το χοντρό γουρούνι που τη συνόδευε ήταν ο άντρας της!
     - Τι μου λες;
     - Ναι, φαντάζεσαι την απογοήτευσή μου... Άσε που το χοντρό γουρούνι ήταν νονός της νύχτας και συνοδευόταν από τρεις γορίλες νταβραντισμένους και τσαντισμένους! Παρά τρίχα να μην βγω ζωντανός από εκεί μέσα!
     - Φτηνά τη γλίτωσες, δηλαδή...
     - Φτηνά, δε λες τίποτα. Εντωμεταξύ, σήμερα που το διηγήθηκα στο μεγάλο μου αδερφό, μόνο που δε με έβρισε!
     - Γιατί;
     - Μου είπε ότι στο κεφάλι μου έχω άχυρα, όπως αυτά του σπιτιού μου, αφού δε θυμήθηκα ότι το χοντρό γουρούνι ήταν ο νταής της τάξης μας, όταν πηγαίναμε στο γυμνάσιο.
     - Σοβαρά;
     - Ναι, τότε βέβαια δεν είχε μουστάκι, όπως τώρα... Καθόταν στο τελευταίο θρανίο και με τους κολλητούς του έκαναν πάντα φασαρία. Αλλά οι καθηγητές ποτέ δεν τον μάλωναν, επειδή ο πατέρας του ήταν κολλητός με τον διευθυντή του σχολείου και είχε άκρες στην επιθεώρηση...
     - Νταής από κούνια, δηλαδή.
     - Ναι. Και στο σχολείο πηγαινοερχόταν με λιμουζίνα... Και στο τέλος της τελευταίας χρονιάς του γυμνασίου, μέχρι που πήρε και έπαινο...
     - Αλήθεια;
     - Ναι. Βλέπεις, ο πατέρας του είχε γκόμενα τη διευθύντρια, εκείνη τη χρονιά είχαμε διευθύντρια...
     - Για φαντάσου!
     - Ναι, και ο άλλος μου αδερφός θυμήθηκε ότι και στο δημοτικό, μια φορά, στο μάθημα της χειροτεχνίας, το χοντρό γουρούνι του είχε καταστρέψει ένα ξύλινο μουσικό κουτί που είχε φτιάξει, ο αδερφός μου αυτός πάντα είχε ταλέντο στην ξυλοκοπτική...
     - Ούτε τότε τον τιμώρησαν;
     - Τι λες; Τον αδερφό μου τιμώρησαν, που διαμαρτυρήθηκε... Και τιμώρησαν και εμάς, που τον υποστηρίξαμε! Μία ώρα στην γωνία, σε διαφορετική γωνία της αίθουσας ο καθένας, εννοείται!
     - Μεγάλη αδικία...
     - Αλλά την επόμενη μέρα κάποιος έσπασε ένα από τα τζάμια της λιμουζίνας του... Δεν είδαν ποιος το έκανε, μόνο ένα τούβλο βρέθηκε εκεί παραδίπλα...
     - Ο αδερφός σου ήταν;
     - Τι να σου πω, τότε δεν είχε εκδηλώσει ακόμα την αγάπη του προς τα τούβλα... Πάντως, τον ρώτησα και εκείνος το αρνήθηκε. Αλλά, αρκετά μιλήσαμε για εμένα, για πες μου για εσένα... την πήγες, τελικά, στο σπίτι της τη γατούλα;
     - Λοιπόν, κοίτα σύμπτωση, κι εμένα παντρεμένη ήταν...
     - Α, τι κρίμα...
     - Κρίμα; Γιατί κρίμα; Αφού το ξέρεις, εμένα μου αρέσουν οι παντρεμένες!
     - Μα, τι προοπτική έχει μία σχέση με παντρεμένη;
     - Α, αγαπητέ μου γουρουνόφιλε, τι να την κάνω την προοπτική, δε ζήτησα δουλειά! Οι παντρεμένες είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου τύχει, σου προσφέρουν τις χάρες τους, αλλά δε σου ζητάνε κανένα αντάλλαγμα, για τα ανταλλάγματα υπάρχει ο σύζυγος...
     - Μπορεί εγώ να είμαι το γουρούνι, αλλά εσύ φέρεσαι σαν γουρούνι.
     - Μα, γιατί, επειδή απολαμβάνω τις χαρές της ζωής;
     - Τι να σου πω, κάποια μέρα θα το φας το κεφάλι σου με αυτά που κάνεις...
     - Μα, δεν έκανα τίποτα, δεν το επιδίωξα, μου γυάλισε η γατούλα και έτυχε να είναι παντρεμένη, να την διώξω;
     - Τέλος πάντων, την πήγες στο σπίτι της;
     - Είπαμε ότι μου αρέσουν οι παντρεμένες, αλλά όχι και να την πάω στο σπίτι της! Τι θα κάναμε εκεί, τρίο με τον άντρα της; Στο δικό μου σπίτι την έφερα!
     - Και, λοιπόν; Καλή;
     - Είπαμε, ο γάτος είναι διακριτικός, δεν μαρτυράει... Αλλά, πολύ καλή ήταν. Τόσο, που σκέφτομαι να την ξανακαλέσω!
     - Σοβαρεύει το πράγμα, δηλαδή;
     - Μη λες χαζομάρες, αφού σου εξήγησα!
     - Τέλος πάντων, τι να σου πω, εύχομαι ό,τι καλύτερο... Θα σε αφήσω τώρα, όμως, επειδή έχω δουλειά. Ο χθεσινοβραδυνός αέρας πήρε κάμποσα από τα άχυρα στης στέγης και θα πρέπει να επισκευάσω την τρύπα που δημιουργήθηκε.
     - Εντάξει, κι εγώ θέλω να πάω στο σουπερμάρκετ για προμήθειες...
     - Θα σε ξαναπάρω, πάντως, στο τέλος της εβδομάδας να ξανακανονίσουμε, να μου γνωρίσεις και τη γατούλα.
     - Ναι, και θα της πω να σου βρει κι εσένα καμιά αδέσμευτη γουρουνίτσα να βολευτείς.
     Ο Παπουτσωμένος γάτος έκλεισε το τηλέφωνο και πήγε στην παπουτσοθήκη του.
     - Πού είναι οι μπότες μου; αναρωτήθηκε.
     Άρχισε να ψάχνει τις μπότες σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού, άφαντες οι μπότες.
     - Συμφορά, σκέφτηκε, χωρίς τις μπότες δεν μπορώ να μιλάω ανθρώπινα, πώς θα συνεννοηθώ στο σουπερμάρκετ; Μα, πού μπορεί να τις έβαλα;
     Και τότε, το μυαλό του φωτίστηκε από μια αναλαμπή. Και θυμήθηκε τα επιφωνήματα θαυμασμού της γατούλας, όταν είδε τις μπότες του. Και τι μαλακό το δέρμα τους, και τι φανταστικό χρώμα, και πόσο θα ήθελε να έχει κι εκείνη ένα ίδιο ζευγάρι... Και πόσο ωραία ένιωθε εκείνος, και πόσο εύθυμος ήταν από το ποτό, και πόσο γενναιόδωρος... Και για πότε είχε προσφερθεί να της τις χαρίσει...
     Και ο Παπουτσωμένος γάτος σαν να συνήλθε απότομα. Και συνειδητοποίησε ότι ο συνδυασμός ναζιάρας παντρεμένης γάτας με μπατίντα ντι κόκο μόνο καλός δεν μπορεί να είναι...