Σελίδες

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2021

Προβληματισμοί στο κατάστρωμα




     - Κρα! Κρα! είπε ο παπαγάλος.
     Ο Κάπταιν Χουκ του άπλωσε το χέρι με το γάντζο. Ο παπαγάλος άνοιξε τα φτερά του, πέταξε, και με εξαιρετική ακρίβεια προσγειώθηκε στον ώμο του.
     - Θα τον βρούμε, πιστεύεις; ρώτησε ο Κάπταιν Χουκ τον παπαγάλο.
     - Κρα! απάντησε ο παπαγάλος.
     Ένας απίστευτα δύσμορφος πειρατής πέρασε κουτσαίνοντας από μπροστά του, κουβαλώντας με δυσκολία έναν κουβά γεμάτο νερό.
     - Κανονίστε να γίνει λαμπίκο το κατάστρωμα, είπε ο Κάπταιν Χουκ.
     - Θα γίνει, καπετάνιο, είπε εκείνος και άρχισε να βήχει.
     - Πανάθεμά σε, αρρωστιάρη, πάλι βήχεις; φώναξε ο Κάπταιν Χουκ, και ο παπαγάλος τίναξε τα φτερά του ενοχλημένος. 
     - Δεν το θέλω, καπετάνιο, φαίνεται ότι έχω κάποιου είδους αλλεργία.
     Το βλέμμα του έπεσε επάνω στον παπαγάλο.
     - Μπορεί να έχω αλλεργία στα πουλερικά, είπε και ξαναέβηξε.
     - Κάλλιο να σε ρίξω στα σκυλόψαρα, παρά να αποχωριστώ τον παπαγάλο μου! είπε ο Κάπταιν Χουκ και τον αγριοκοίταξε.
     - Μπορεί και να μην είναι αλλεργία, είπε ο πειρατής. Μπορεί να είναι απλό κρύωμα.
     - Μπορεί να κόλλησες και τίποτα στο τελευταίο λιμάνι... Τα έμαθα τα κατορθώματά σου. Τη μία άφηνες, την άλλη έπιανες... Αλλά αυτές οι γυναίκες του λιμανιού δεν είναι για πολλά-πολλά, όλο υποσχέσεις και αρρώστιες είναι. Μόνο κάτι λιμασμένοι σαν εσένα τις πλησιάζουν.
     Έπιασε το μικρό, πτυσσόμενο κυάλι του και το έβαλε στο μάτι του.
     - Πού να βρίσκεται, άραγε; είπε.
     - Πάντως, καπετάνιο, και με το συμπάθιο, δηλαδή, μια γυναίκα θα έκανε καλό και σε εσένα...
     - Σκασμός, ζωντόβολο! Πήγαινε να πλύνεις το κατάστρωμα, μη σε ρίξω στα σκυλόψαρα εδώ και τώρα!
     Ο παπαγάλος τίναξε τα πολύχρωμα φτερά του και τα ξαναμάζεψε. Ο δύσμορφος πειρατής βιάστηκε να φύγει.
     - Ζωντόβολα! είπε ο Κάπταιν Χουκ. Αντί να κοιτάτε τα μαύρα σας τα χάλια, ασχολείστε με την ερωτική ζωή του καπετάνιου σας... ζωντόβολα.
     - Τι θέλεις να φας σήμερα, καπετάνιο; ακούστηκε η βραχνή φωνή του μάγειρα του πλοίου.
     - Πεθύμησα φασιανό...
     - Φασιανό δεν έχουμε.
     - Λαγό, τότε...
     - Ούτε λαγό έχουμε.
     - Έναν κόκορα αλανιάρη, έστω...
     - Ούτε κόκορα αλανιάρη έχουμε, ούτε καν κόκορα καθώς πρέπει...
     - Τι έχουμε, δηλαδή;
     - Μια σκορπίνα, μισό ξιφία και πεντέξι κολιούς.
     - Πάλι ψάρι;
     - Μια πέρδικα που μας είχε μείνει, την έφαγε εχθές ο όμηρος...
     - Πώς; Δεν είπα να του δίνετε ό,τι τρώει και το πλήρωμα;
     - Παξιμάδι και νερό;
     - Ναι, γιατί;
     - Σήκωσε τον κόσμο στο ποδάρι, όταν το άκουσε. Απείλησε να καλέσει την διεθνή απιστία... αμιστία... στάσου, πώς το είπε, αμνησία... όχι, α, ναι, αμνηστία.
     - Τι είναι αυτό;
     - Σάμπως και ξέρω; Εγώ το έλεγα, έπρεπε να απαγάγουμε την κοπελιά...
     - Ποια; Εκείνη την ψηλομύτα την κοκαλιάρα;
     - Εκείνη, τουλάχιστον, ήταν χαριτωμένη. Δηλαδή, η άλλη που είχες απαγάγει την τελευταία φορά, που τη νόμιζες γαλαζοαίματη και αποδείχτηκε ότι δεν είχε να βάλει ούτε βρακί στον κώλο της, ήταν καλύτερη;
     - Βρε, ξεχαρβαλωμένο βίντσι, ξέρεις ποιος είναι αυτός, που τον κάνεις ίσα κι όμοια με ένα κακομαθημένο μυξιάρικο;
     - Κάποιος που εχθές έφαγε πέρδικα ψητή...
     - Μη με διαολίζεις τώρα!... 
     - Και πού να ξέρω ποιος είναι αυτός;
     - Σε πληροφορώ, λοιπόν, πως τον όμηρό μας τον εκτιμούν πολύ στο παλάτι. 
     - Πλούσιος;
     - Μάλλον. Αλλά, κυρίως, πονηρός σαν αλεπού. Μπορεί να σκαρώσει κάθε είδους μηχανή, και να βγάλει από τη μέση τον οποιοδήποτε αντίπαλο. Μέχρι στιγμής έχει φάει δύο υπουργούς και τρεις αρχιεπισκόπους... Και αυτό, μόνο την τελευταία διετία.
     - Ε, και τι τον χρειαζόμαστε εμείς; Μήπως θέλουμε να γίνουμε υπουργοί ή αρχιεπίσκοποι;
     - Για τα λύτρα, ξελεπιασμένε γωβιέ! Τέτοιος μάστορας της μηχανορραφίας είναι αναντικατάστατος. Ο ίδιος ο βασιλιάς θα πληρώσει το βάρος του σε χρυσάφι, μόλις μάθει ότι τον κρατάμε, να μου το θυμηθείς...
     - Δε θα μου άρεσε καθόλου να ζω στο παλάτι, είπε ο μάγειρας. Όλοι φοράνε μάσκες και κανείς δε λέει αυτό που θέλει, μπροστά χαμογελάνε και από πίσω σκάβουν το λάκκο όλων των άλλων...
     - Καλά, όταν σε καλέσουν στο παλάτι, εσύ να μην πας...
     Έβγαλε τη φορητή πυξίδα του και την κοίταξε. Μία ανθρώπινη σκιά χοροπηδούσε επάνω στο βέλος που έδειχνε την πλώρη. 
     - Ορίστε, στη σωστή κατεύθυνση είμαστε. Έπρεπε κιόλας να τον έχουμε πετύχει...
     - Μην ξεχνάς ότι αυτός πετάει, καπετάνιο...
     - Δεν το ξεχνάω... τον καταραμένο!
     Από μπροστά τους πέρασε ο κουτσός, δύσμορφος πειρατής κουβαλώντας τον άδειο, πλέον κουβά, με το ένα χέρι, και ένα τηλέφωνο με το άλλο. Το ξεφτισμένο καλώδιο του τηλεφώνου ακολουθούσε τον πειρατή σερνόμενο αργά, σαν φίδι.
     - Τι είναι αυτό που κρατάς στο χέρι σου; ρώτησε ο Κάπταιν Χουκ.
     - Ο κουβάς.
     - Το άλλο χέρι σου εννοώ.
     - Α, αυτό; Δε θυμάμαι πώς το λένε, το βούτηξα στο τελευταίο λιμάνι... Μου είπαν ότι βάζεις αυτό το πράγμα στο αυτί και ακούς όποιον θέλεις... 
     - Σαν κοχύλι;
     - Καλύτερα. Αλλά, μάλλον, ψέματα μου έλεγαν. Το βάζω στο αυτί μου και δεν ακούω τίποτα. Να, δες και εσύ...
     - Σιγά μην ασχοληθώ με τις βλακείες που πας και κλέβεις! Φύγε από μπροστά μου και πέτα το αυτό το μαραφέτι, να μην το ξαναδώ!
     - Τι θα φας, τελικά, καπετάνιο; ακούστηκε και πάλι η βραχνή φωνή του μάγειρα. Να φτιάξω ψαρόσουπα;
     - Τη σιχάθηκα την ψαρόσουπα!
     - Να κοιτάξω μήπως έχει ξεμείνει καμιά πατάτα, να την ψήσω σε λίπος μουρούνας;
     - Και το μουρουνέλαιο το σιχαίνομαι!
     - Ναι, ξέρω, κανονικά θέλει ελαιόλαδο, αλλά κι απ'αυτό δεν έχουμε.
     - Πρέπει επειγόντως να πιάσουμε στεριά, είπε ο Κάπταιν Χουκ, αλλιώς με βλέπω να βγάζω λέπια... Τι θα φάει ο όμηρος σήμερα;
     - Του έψησα λουκάνικο...
     - Λουκάνικο; Θες να με τρελλάνεις; Εγώ θα φάω ψάρι και ο όμηρος λουκάνικο; 
     Ο Κάπταιν Χουκ χτύπησε το χέρι του στην κουπαστή. Ο παπαγάλος άνοιξε τα φτερά του και πέταξε λίγο πιο πέρα.
     - Μα δεν είναι κανονικό λουκάνικο, είπε ο μάγειρας, μόνος μου το έφτιαξα... από ξιφία.
     - Άλλο πάλι και τούτο! Από ξιφία;
     - Ναι, και ελπίζω να μη μου το πετάξει ξανά στη μούρη, όπως προχθές που δεν του άρεσε το σαλάχι στιφάδο.
     - Ένα στιφάδο θα το έτρωγα, κι ας ήταν και με σαλάχι...
     - Μας τελειώσαν τα κρεμμύδια...
     Η σκιά του Πίτερ Παν στην πυξίδα χοροπήδησε και μετακινήθηκε προς τα αριστερά.
     - Στρίψτε λίγο προς τα αριστερά! φώναξε ο Κάπταιν Χουκ. Ο στόχος μετακινείται!
     Το καράβι άρχισε να στρίβει.
     - Κρα! είπε ο παπαγάλος.
     - Να φτιάξω και για εσένα λουκάνικο από ξιφία; ρώτησε ο μάγειρας.
     - Μπλιαχ!
     - Πάντως, υπάρχει μία λύση, αν θέλεις σώνει και καλά να φας κρεατικό... πουλερικό πιο συγκεκριμένα...
     Ο Κάπταιν Χουκ ακολούθησε το βλέμμα του μάγειρα.
     - Κάλλιο να φάω εσένα, παρά τον παπαγάλο μου! φώναξε.
     - Κρα! είπε και ο παπαγάλος.
     - Τι έχετε πάθει όλοι με τον παπαγάλο;
     - Με όλο το θάρρος, μας τρώει τα φρούτα.
     - Εδώ ο όμηρος μας τρώει το κρέας και δε λες τίποτα...
     - Έχουμε πάθει όλοι σκορβούτο... Τα δόντια μας κουνιούνται...
     - Φύγε, να μη σε βλέπω μπροστά μου, που θα μου πεις ότι κουνιούνται τα δόντια σου... Για μοντέλο σε έχουμε εδώ πέρα; Στην κουζίνα σου αμέσως!
     - Και τι να μαγειρέψω, τελικά;
     Ευθεία μπροστά, αχνοφαινόταν ένα νησί. Η σκιά του Πίτερ Παν στην πυξίδα τώρα χοροπηδούσε προς τα δεξιά. Ο Κάπταιν Χουκ κοίταξε το μάγειρα που περίμενε διαταγές. Η καταδίωξη θα μπορούσε να περιμένει.
     - Πρόσω ολοταχώς! φώναξε ο Κάπταιν Χουκ. Σήμερα θα φάμε κρέας!

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2021

Μελέτη μετ'εμποδίων

  


     Η Ρούλα έβαλε τα γεμιστά στο φούρνο και κοίταξε το ρολόι της κουζίνας.
     - Ωραία, είπε ικανοποιημένη, προλαβαίνω να διαβάσω κιόλας, προτού έρθει ο δάσκαλος.
     Πήρε τις σημειώσεις της και κάθησε στο τραπέζι.
     "Σκρολάρω", διάβασε. "Μετακινούμαι στο διαδίκτυο με φορά ανοδική ή καθοδική, χρησιμοποιώντας το ποντίκι ή περνώντας το δάχτυλο επάνω από την οθόνη του κινητού".
     - Σκοράρω, είπε η Ρούλα, όχι σκοράρω, σκορλάρω, σκο..., σκο...
     Έριξε μια ματιά στις σημειώσεις.
     - Σκρό-λάρω, καλέ Ρούλα, είπε στον εαυτό της, σκρο. Όπως λέμε... σκρόφα.
     Μια μηχανή ακούστηκε απ'έξω, να μαρσάρει.
     - Φόρα μια ζακέτα, παιδί μου! ακούστηκε να φωνάζει η κυρα-Στέλλα, η γειτόνισσα.
     - Άσε με, ρε μάνα, τι ζακέτα, αφού φοράω μπουφάν! ακούστηκε ο γιος της.
     - Τι μπουφάν, παιδί μου, που το έχεις ξεκούμπωτο...
     Ο γιος ξαναμαρσάρισε.
     - Φεύγω, θα αργήσω, είπε.
     - Το κράνος σου να φοράς... και να μην τρέχεις, ακούς;
     Ο γιος δεν απάντησε, αλλά η μηχανή ακούστηκε να απομακρύνεται.
     Η Ρούλα ξαναγύρισε στο διάβασμά της.
     - Σκροφάρω, είπε.
     Κοίταξε τις σημειώσεις της. Φτου, πάλι λάθος!
     - Δύσκολο το μάθημα, είπε η Ρούλα.
     Ένιωσε ένα κούνημα στην καρέκλα. Το φωτιστικό της κουζίνας ταλαντεύτηκε λίγο.
     - Γύρω στα 4, είπε.
     Το κούνημα σταμάτησε, αλλά χτύπησε το τηλέφωνο.
     - Τι κάνεις, μαμά; ήταν η κόρη της. Κουνήθηκες;
     - Καλά είμαι, παιδί μου. Ναι, κουνήθηκα λίγο, αλλά μην ανησυχείς, δεν ήταν μεγάλος, γύρω στα 4 Ρίχτερ τον έκοψα. Εσείς, πώς είστε; Τι κάνει το εγγονάκι μας;
     - Μια χαρά είναι, μεγαλώνει και ομορφαίνει...
     - Άντε, να μεγαλώσει λίγο ακόμα, να αρχίσει να μιλάει, πόσα έχω να του μάθω...
     - Ε, όπου να'ναι θα αρχίσει να λέει τις πρώτες του λεξούλες, ίσως να άρχισε κιόλας...
     - Θυμάσαι όταν άρχισε να μιλάει η μαμά του;
     - Αν θυμάμαι, λέει! Γλώσσα δεν έβαζε μέσα της!
     - Ναι, και ό,τι λέγαμε το επαναλάμβανε, σαν παπαγάλος ένα πράγμα...
     - Άκου, μαμά, δεν έρχεστε σήμερα για φαγητό; Έχω μπάμιες, που σου αρέσουν...
     - Σήμερα αδύνατον.
     - Γιατί;
     - Έχω μάθημα.
     - Σήμερα είναι; Το είχα ξεχάσει.
     - Ναι, σήμερα είναι και ακόμα δεν έχω διαβάσει.
     - Καλά, να σε αφήσω να διαβάσεις. Πάντως, αν θέλεις μετά το μάθημα να έρθεις, οι μπάμιες σου θα σε περιμένουν.
     - Έχω βάλει γεμιστά να ψήνονται.
     - Γεμιστά;
     - Ναι.
     - Πω, πω, μου τρέχουν τα σάλια... Ίσως περάσω το απόγευμα να δοκιμάσω.
     - Να περάσεις, έχω βάλει αρκετά. Σε αφήνω τώρα, για να διαβάσω. Φίλησέ τους όλους.
     Η Ρούλα γύρισε στο τραπέζι. Τα γεμιστά μοσχομύριζαν στο φούρνο. Ωραία θα γίνονταν και πάλι... Λοιπόν, και τώρα διάβασμα!
     - Σκρο..., σκρο...φ...ν...λάρω! Σκρολάρω! 
     Κοίταξε τις σημειώσεις της.
     - Επιτέλους! είπε.
     "Μπακ-απ", διάβασε. "Η δημιουργία αντιγράφων των αρχείων".
     - Μπακάπ, επανέλαβε. Μπακάπ, μπακάπ. Εγώ έχω κάνει μπακάπ ποτέ;
     Δε θυμόταν κάτι τέτοιο.
     "Μπι πι ες", διάβασε. "Μονάδα μέτρησης της ταχύτητας μεταφοράς δεδομένων".
     - Μπι πι ες, επανέλαβε. Μπι πι ες. Σαν Μπι μπι σι, μοιάζει. Μπι μπι ες, λοιπόν.
     Το βλέμμα της έπεσε στο παράθυρο της κουζίνας. Ο ουρανός είχε συννεφιάσει.
     - Λες να βρέξει; σκέφτηκε. Μήπως να πω στο δάσκαλο να μην έρθει;
     Πήγε στο παράθυρο. Τα βρακιά της κυρα-Ρήνης, απέναντι, ανέμιζαν περήφανα στον αέρα, σαν πανιά ιστιοφόρων. Φυσούσε αρκετά, λίγο ακόμα και θα σαλπάριζαν κατά Σαντορίνη μεριά. 
     - Μπα, είπε, ο καιρός ανοίγει. Θα βγάλει ήλιο όπου να'ναι.
     Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε.
     - Γεια σου, Ρούλα μου, ακούστηκε η φίλη της η Φιλιώ. Τι κάνεις;
     - Καλά είμαι, Φιλιώ μου, εσείς;
     - Όλοι καλά είμαστε, ευτυχώς. Ξέρεις γιατί σε πήρα;
     - Και πού να ξέρω, καλέ; Μήπως έχω κληρονομικό χάρισμα;
     - Η κόρη μου θα βαφτίσει ένα μωρό, τον εγγονό της Γεσθημανής, της ξαδέρφης του Μαθιού...
     - Α, ναι, ναι, ξέρω... Άντε, με το καλό!
     - Ναι, γι'αυτό σε ήθελα... Η κόρη μου θέλει να του κάνει ένα δώρο πιο ιδιαίτερο, αλλά δεν πιάνουν τα χέρια της, ούτε βελονάκι έμαθε, ούτε κέντημα, τίποτα. Μήπως θα μπορούσες εσύ...
     - Και το ρωτάς; Εννοείται! Έχει κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό της η κόρη σου;
     - Όχι, τίποτα... Το αφήνουμε όλο επάνω σου! Και, φυσικά, με το αζημίωτο!
     - Ούτε να το συζητάς αυτό, εμένα είναι χαρά μου... 
     - Τουλάχιστον, να σου πάρουμε τα νήματα...
     - Εντάξει, τα νήματα να μου τα πάρετε.
     - Σε ευχαριστώ, Ρούλα μου, το ήξερα ότι μπορούσα να βασιστώ επάνω σου!
     - Παρακαλώ, Φιλιώ μου, δεν κάνει τίποτα. Μόνο που τώρα θα σε αφήσω, θα μου καεί το φαγητό...
     Η Ρούλα έκλεισε το τηλέφωνο, για να γυρίσει στο διάβασμά της. Αλλά το μυαλό της αλήτευε: ζακετάκια, παπουτσάκια, καπελάκια, τι θα μπορούσε να φτιάξει; Ή, μήπως, κεντητές πετσετούλες; Ή κεντητά σεντονάκια; Μήπως μία κουβερτούλα; Δρόσιζε και ο καιρός...
     "Φάιαρ γουόλ", διάβασε. "Τείχος προστασίας από ιούς και κακόβουλο λογισμικό".
     - Φάιαρ γουόλ, επανέλαβε, φάιαρ γουόλ, φάιαρ γουόλ... γαλάζια κουβερτούλα να φτιάξω, ή να την κάνω πολύχρωμη;
     Το βλέμμα της ξαναπήγε στο παράθυρο. Ο ουρανός ήταν σχεδόν καταγάλανος.
     - Δίκιο είχα, είπε, ο ουρανός καθάρισε... Γαλάζια θα την κάνω την κουβερτούλα... Και θα της κεντήσω επάνω και ελεφαντάκια!
     Ακούστηκε το κουδούνι. Έριξε μια ματιά στο ρολόι της κουζίνας.
     - Πω-πω, πώς πέρασε η ώρα! αναφώνησε. Έφτασε ο δάσκαλος και εγώ ακόμα δεν έχω διαβάσει!
     Έτρεξε στην πόρτα και κοίταξε από το ματάκι. Μια πολύχρωμη μάσκα με ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο επάνω της κάλυπτε το μισό πρόσωπο του δασκάλου. Η Ρούλα άνοιξε την πόρτα.
     - Καλώς τον, είπε η Ρούλα.
     Ο δάσκαλος έβγαλε τη μάσκα και χαμογέλασε. Το χαμόγελό του ήταν πολύ πιο όμορφο από το χαμόγελο της μάσκας.
     - Γεια σου, γιαγιά, είπε ο δάσκαλος.

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2021

Η δύναμη της πειθούς

 



     Το κουδούνισμα του τηλεφώνου ήταν λες και του τρυπούσε τα νεύρα. Ήταν η δέκατη φορά μέσα στο τελευταίο μισάωρο. Άρπαξε το ακουστικό, σαν να ήθελε να το σπάσει.
    - Επιτέλους, κυρία μου, είπε άγρια, πότε θα καταλάβετε ότι είναι μάταιο να επιμένετε; Σας είπα, δεν ενδιαφέρομαι για το χρώμα του βρακιού σας!
     - Ω, με συγχωρείτε, ακούστηκε μια αντρική φωνή, θα ήθελα να μιλήσω με τον καθηγητή Τζόουνς, αλλά φαίνεται πως έκανα λάθος, χίλια συγγνώμη...
     - Εγώ είμαι ο καθηγητής Τζόουνς, απάντησε, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του. Εσείς ποιος είστε; 
     - Καθηγητής Ντέιβιντ Φιτζπάτρικ... 
     - Μεγάλη μου τιμή, καθηγητά Φιτζπάτρικ... Πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;
     - Ώστε με γνωρίζετε;
     - Και ποιος δε σας γνωρίζει, η δημοσίευσή σας επάνω στις διαστροφές της Αυλής του Μοντεζούμα ήταν ο λόγος που αποφάσισα να ασχοληθώ με την αρχαιολογία...
     - Με κολακεύετε...
     - Καθόλου. Η διατριβή σας επάνω στους ιθαγενείς πληθυσμούς του Αμαζονίου, επίσης, υπήρξε σκέτη αποκάλυψη...
     - Ε, εντάξει, έβαλα και εγώ το λιθαράκι μου...
     - Ακόμη θυμάμαι τη διάλεξή σας στο Σικάγο...
     - Α, ναι, το συνέδριο για τους λαούς της Ατλαντίδας, το είχατε παρακολουθήσει;
     - Δε γινόταν να μην παρακολουθήσω ένα συνέδριο με τέτοιο θέμα... Ήταν την χρονιά που δίδασκα στο Κολέγιο του Αγίου Αυγουστίνου, στο τμήμα Αρχαιολογίας. Είχα εντυπωσιαστεί τόσο, που την επόμενη χρονιά έψαχνα χρηματοδότη για μια αποστολή στον ευρύτερο χώρο της Ατλαντίδας. Αλλά ξέσπασε ο πόλεμος και όλα τα χρήματα πήγαιναν για την ενίσχυση του στρατού...
     - Ναι, αυτός ο πόλεμος πήγε την έρευνα εκατό χρόνια πίσω.
     - Ευτυχώς, που αυτός ο παρανοϊκός τελικά μας απάλλαξε από την παρουσία του. Αλλά, όσο σκέφτομαι πόσοι λαμπροί επιστήμονες σκοτώθηκαν εξαιτίας του...
     - Έτσι είναι.
     - Και αυτό το μένος του για τους Εβραίους...
     - Ξέρετε, φημολογείται ότι είχε εβραϊκή καταγωγή.
     - Αδιανόητο!
     - Κι όμως... Τέλος πάντων. Ας επανέλθω στο λόγο που σας κάλεσα... αλήθεια, μήπως θα μπορούσαμε να μιλάμε στον ενικό; Η αμοιβαία εκτίμηση είναι εγγύηση ότι ο ενικός δε θα μειώσει στο ελάχιστο την αξία της συνομιλίας μας.
     - Μεγάλη μου τιμή, καθηγητά, εννοώ, Ντέιβιντ, αν και απορώ και μόνο που γνωρίζετε, που γνωρίζεις το όνομά μου.
     - Κι όμως, αγαπητέ μου Ιντιάνα, σε παρακολουθώ εκ του μακρόθεν την τελευταία δεκαετία και έχω εντυπωσιαστεί από τα επιτεύγματά σου. Μετά την ενασχόλησή σου με την Κιβωτό της Διαθήκης, δε, νομίζω ότι μπορείς πλέον να θεωρείσαι θρύλος. 
     - Ε, όχι και θρύλος!
     - Έχεις ένα μοναδικό τρόπο να αναλύεις οποιοδήποτε εύρημα, και να το εντάσσεις μέσα στο πολιτιστικό του πλαίσιο.
     - Αυτή είναι η δουλειά του αρχαιολόγου, δεν κάνω τίποτα παραπάνω...
     - Μετριόφρων, όπως κάθε σπουδαίος ερευνητής. 
     - Λοιπόν; Τι θα μπορούσα να κάνω για εσένα;
     - Ασχολείσαι με κάτι αυτόν τον καιρό; 
     - Για να είμαι ειλικρινής, είναι μόλις ένας μήνας που γύρισα από το Μεξικό.
     - Μάγιας;
     - Τλαπανέκος. Ταφικό συγκρότημα με πλήθος ευρημάτων, στην πλειοψηφία τους χρυσά κοσμήματα.
     - Πολύ ενδιαφέρον. Ετοιμάζεις κάποια δημοσίευση;
     - Όχι ακόμα. Ο χώρος της ανασκαφής κρύβει ακόμα πολλούς θησαυρούς. Αλλά χρειάζονται χρήματα.
     - Το χρήμα, πάντα το χρήμα...
     - Ναι, αλλά τώρα που ο πόλεμος τελείωσε, η χρηματοδότηση του επιστημονικού έργου είναι πλέον πιο εύκολη. Επιπλέον, στο Μεξικό γνώρισα κάποιον που έχει πρόσβαση στο Λευκό Οίκο. Ίσως καταφέρω να μιλήσω απευθείας με τον ίδιο τον Πρόεδρο...
     - Μη μου το λες! Συγγενής του;
     - Δεύτερος ξάδερφος του ιδιαίτερού του γραμματέα.
     - Αυτό κι αν είναι γνωριμία!
     - Ναι, μέχρι που ξανασκέφτομαι εκείνη την αποστολή στην Ατλαντίδα...
     - Λοιπόν, άσε την Ατλαντίδα, προς το παρόν, σου έχω πρόταση.
     Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα.
     - Μισό λεπτό, Ντέιβιντ, μου χτυπάνε την πόρτα, είπε.
     Ένα κλουβί με έναν μπλε παπαγάλο ήταν τοποθετημένο ακριβώς μπροστά στην πόρτα. Το κλουβί είχε επάνω του έναν μεγάλο φιόγκο. Βιαστικά βήματα ακούγονταν να κατεβαίνουν την ξύλινη σκάλα.
     - Μαύρο, είπε ο παπαγάλος. Μαύρο βρακί.
     - Αυτή η γυναίκα δεν τρώγεται! είπε ο Ιντιάνα και έκλεισε με δύναμη την πόρτα.
     - Μαύρο! φώναξε ο παπαγάλος.
     - Συγγνώμη για τη διακοπή, είπε ο Ιντιάνα στο συνομιλητή του, επρόκειτο απλώς για φάρσα.
     - Φάρσα; Μα, εσύ ακούγεσαι πραγματικά εκνευρισμένος. Τι συνέβη;
     - Τίποτα, μια τρελλή με πολιορκεί με διάφορα μέσα.
     - Μαύρο! ακούστηκε και πάλι ο παπαγάλος.
     - Έχεις επισκέψεις;
     - Όχι, πώς σου ήρθε;
     - Βρακί! φώναξε ο παπαγάλος.
     - Σίγουρα είσαι μόνος; Θα έπαιρνα όρκο ότι άκουσα ανθρώπινη φωνή...
     - Μη δίνεις σημασία, η τρελλή μου έστειλε έναν παπαγάλο, και αυτός φωνάζει συνέχεια "μαύρο βρακί"...
     - Όχι δα!
     - Κι όμως...
     - Α, ώστε γι'αυτό μίλησες έτσι όταν σήκωσες το τηλέφωνο! Εκτός αν συνηθίζεις τους πρωτότυπους χαιρετισμούς...
     - Χίλια συγγνώμη γι'αυτό, ντρέπομαι και μόνο που το θυμάμαι... Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, νόμιζα ότι ήταν εκείνη. Με έχει ταράξει στα τηλέφωνα σήμερα. Αν υπήρχε κάποιος τρόπος να ξέρω από πριν ποιος με καλεί, δε θα είχα υποπέσει σε αυτό το ατόπημα...
     - Ε, καλά, δε χάθηκε και ο κόσμος... Αλλά, δε μου λες, πώς έμπλεξες με την τρελλή;
     - Για όλα φταίνε οι Μεξικάνοι.
     - Μεξικάνα είναι;
     - Όχι, αλλά στο γυρισμό μου από το Μεξικό, η βαλίτσα μου χάθηκε και για κάποιο λόγο πήγε στο Βερολίνο, μέσω Νέας Υόρκης και Παρισιού... Είδα κι έπαθα να επιστρέψει στα χέρια μου... Μέσα είχα βάλει την καλή μου φωτογραφική μηχανή, μία Κόντακ, Μπράουνι Χώκι, τελευταίο μοντέλο. Περιττό να σου πω ότι η μηχανή, από τις πολλές βόλτες της βαλίτσας, έφτασε στα χέρια μου χωρίς δύο φακούς.
     - Χάθηκαν;
     - Έσπασαν. Πήγα, λοιπόν, στην αντιπροσωπεία της Κόντακ, καθώς η μηχανή ήταν καινούργια και είχε εγγύηση, και εκεί συνάντησα την εν λόγω κυρία, η οποία, για κακή μου τύχη μένει και σχετικά κοντά στο σπίτι μου. Μου ζήτησε το τηλέφωνό μου για να με ενημερώσουν πότε θα αντικαθιστούσαν τους φακούς. Το ίδιο απόγευμα μου τηλεφώνησε να με ενημερώσει ότι οι φακοί θα αργούσαν λίγο, και μου πρότεινε να συναντηθούμε για έναν καφέ...
     - Πολύ τολμηρή... 
     - Η τόλμη της μου άρεσε, ομολογώ - δεν είμαι δα και τόσο οπισθοδρομικός. Δέχτηκα. Βγήκαμε για καφέ, μιλήσαμε, της είπα για τα ταξίδια μου, μου μίλησε για τις σπουδές της - είναι ψυχολόγος - και ύστερα, προχώρησε σε πιο προσωπικές ερωτήσεις.
     - Ωχ!
     - Ήρθα σε αμηχανία, είπαμε να είναι τολμηρή, αλλά υπάρχουν και όρια, προφασίστηκα μια ανειλημμένη υποχρέωση και έφυγα. Έκτοτε, μου τηλεφωνεί κάθε μέρα και μου μιλάει πρόστυχα. Θέλει, λέει, να μαντέψω τι χρώμα βρακί φοράει! 
     - Και γιατί δεν της λες κι εσύ ένα χρώμα, να ησυχάσει;
     - Δεν άκουσες που μου έστειλε τον παπαγάλο; Η γυναίκα είναι τρελλή, σου λέω!
     - Μαύρο βρακί! ακούστηκε ο παπαγάλος.
     - Η αλήθεια είναι, ότι οι γυναίκες δεν είναι πια αυτό που ήταν, είπε ο καθηγητής. Έχουν αρχίσει να αγριεύουν: οδηγούν, καπνίζουν, φλερτάρουν...
     - Άσε, δράμα η κατάσταση... Σε λίγο θα φοβόμαστε να βγούμε από το σπίτι μας! Αν μου έλεγαν, πριν από μερικά χρόνια, ότι εν έτει 1949 ένας άντρας θα κινδύνευε από μία γυναίκα, θα γελούσα. Και όμως, κοίτα πού καταντήσαμε!
     - Αυτό που καταλαβαίνω εγώ, είναι ότι δεν θα μπορούσα να έχω διαλέξει καλύτερη στιγμή για να σου κάνω την πρόταση για την οποία σου τηλεφώνησα.
     - Α, ναι, κάτι είπες για μια πρόταση που έχεις...
     - Ναι, τι θα έλεγες να έρθεις μαζί μου στην Οξφόρδη;
     - Στην Οξφόρδη;
     - Ναι, μετά το Χάρβαρντ, ήρθε η ώρα να με γνωρίσουν και εκεί: μου πρότειναν την έδρα των αρχαιολογικών σπουδών.
     - Την άξιζες και με το παραπάνω. Η Οξφόρδη είναι κορυφή στην αρχαιολογία.
     - Ναι, είναι μεγάλη ευκαιρία να διδάξω εκεί. Επιπλέον, θα μου δοθεί η ευκαιρία να ολοκληρώσω τη μελέτη μου επάνω στο Στόουνχετζ. Προέκυψαν νέα στοιχεία. Τέλος πάντων, πώς σου φαίνεται η πρότασή μου;
     - Μα, πώς θα μπορούσα να έρθω;
     - Η θέση της έδρας αρχαιολογίας συμπεριλαμβάνει και μία θέση βοηθού. Θα ήθελες να γίνεις ο βοηθός μου;
     - Με βρίσκεις εντελώς απροετοίμαστο. Σκεφτόμουν να ασχοληθώ με τις ανασκαφές στο Μεξικό φέτος...
     - Το Μεξικό δε θα φύγει από τη θέση του...
     - Ναι, αλλά ο δεύτερος ξάδερφος του ιδιαίτερου γραμματέα του Προέδρου; Πότε θα μου δοθεί ευκαιρία να ζητήσω επιχορήγηση απευθείας από το Λευκό Οίκο;
     - Ο Πρόεδρος έχει ακόμα σχεδόν πέντε χρόνια θητείας μπροστά του, το ίδιο κι ο ιδιαίτερός του, φαντάζομαι... Ενώ εγώ, ίσως να μην ξαναέχω ευκαιρία να διαλέξω το βοηθό μου, και μάλιστα στην Οξφόρδη. Σκέψου τι εξαιρετική προσθήκη θα είναι για το βιογραφικό σου. 
     - Αυτό είναι αλήθεια...
     - Μετά το Στόουνχετζ, ίσως ασχοληθώ και με τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας. Ξέρεις, πιστεύω ότι παρουσιάζουν θεμελιώδεις ομοιότητες με την αρχιτεκτονική των Αζτέκων.
     - Ενδιαφέρον...
     - Ναι. Οπότε, καταλαβαίνεις, οι γνώσεις σου επάνω στους ιθαγενείς πολιτισμούς της Κεντρικής Αμερικής, θα με βοηθήσουν αφάνταστα στην εργασία αυτή.
     - Δεν ξέρω, θα πρέπει να το σκεφτώ...
     - Μαύρο! ακούστηκε ξανά ο παπαγάλος.
     - Ιντιάνα, δε σου ζητάω να σκεφτείς εμένα και τους κρεμαστούς κήπους, σκέψου μόνο τον εαυτό σου. Είναι μοναδική ευκαιρία για εσένα, και το ξέρεις. Σκέψου το ακαδημαϊκό περιβάλλον, σκέψου τις γνωριμίες που θα κάνεις...
     - Δεν ξέρω...
     Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα.
     - Κύριε Ιντιάνα, ακούστηκε η φωνή της σπιτονοικοκυράς του, είναι μία κυρία κάτω και ζητάει να σας δει... Είναι από την Κόντακ, λέει... Καλέ, τι κάνει αυτό το πουλί εδώ;
     - Μαύρο βρακί! ακούστηκε να λέει ο παπαγάλος.
     Μία πολύχρωμη μάσκα, που του είχε χαρίσει ένας ιθαγενής, την χρονιά που μελετούσε τα τελετουργικά έθιμα των φυλών  του Αμαζονίου, τον κοιτούσε αυστηρά από τον απέναντι τοίχο.
     - Κύριε Ιντιάνα, τι να πω στην κυρία; ακούστηκε η φωνή της σπιτονοικοκυράς.
     - Πότε φεύγουμε; ρώτησε ο Ιντιάνα Τζόουνς τον Ντέιβιντ Φιτζπάτρικ. Προλαβαίνω να αγοράσω ένα καλό σακάκι; Αυτό που έχω είναι πολύ φθαρμένο, και, από ό,τι έχω ακούσει, στην Οξφόρδη δίνουν μεγάλη σημασία στην εμφάνιση.
     Η πολύχρωμη μάσκα σαν να του χαμογέλασε λίγο...

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2021

Παρασπονδίες




     - Είμαι η Νύχτα, και είμαι καλά, είπε η Νύχτα.
     - Γκουχ-γκουχ! έβηξε χαμηλόφωνα και με νόημα η Κασσιόπη.
     Η Νύχτα απέφυγε να κοιτάξει την Κασσιόπη. Η Κασσιόπη ξανάβηξε, λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά. Η Νύχτα γύρισε και την κοίταξε.
     - Συμβαίνει κάτι; ρώτησε η Νατάσα Νεροπίνη, η ψυχοθεραπεύτρια που, όπως κάθε μέρα, είχε την ευθύνη της συνεδρίας. Αν θέλετε λίγο νερό, γύρισε προς την Κασσιόπη, πίσω από εκείνη την πόρτα βρίσκεται μια μικρή κουζινούλα.
     - Όχι, δεν χρειάζεται, είπε η Κασσιόπη, εντάξει είμαι...
     - Τότε, σας υπενθυμίζω ότι όσοι δεν βρίσκονται μέσα στον κύκλο, είναι απλοί παρατηρητές, είπε αυστηρά.
     - Έχετε δίκιο, αλλά μήπως η Νύχτα να μιλούσε με μεγαλύτερη ειλικρίνεια;
     - Ούτε κρίσεις για τα μέλη του κύκλου επιτρέπονται, είπε η Νατάσα, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της.
     Η Κασσιόπη χαμήλωσε το βλέμμα της, και στη συνέχεια το κατηύθυνε στο κόκκινο ντοσιέ που κρατούσε στα χέρια της η ψυχοθεραπεύτρια.
     - Ας συνεχίσουμε, είπε η Νατάσα. Υπάρχει κάτι άλλο που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας; ρώτησε την Νύχτα.
     - Όχι, είπε εκείνη, δηλαδή... όχι...
     - Εδώ είμαστε μεταξύ φίλων, και όλοι έχουμε περάσει ή περνάμε τα ίδια, κανένας δεν μας κατακρίνει.
     Η Κασσιόπη ένιωσε μερικά βλέμματα να πέφτουν επάνω της.
     - Έτσι κι αλλιώς, το να έρθει κάποιος εδώ, είναι απόδειξη γενναιότητας, συνέχισε η Νατάσα. Νύχτα, είσαι πολύ γενναία και μόνο που ήρθες εδώ. Δεν χρειάζεται να πιέσεις τον εαυτό σου να πει κάτι που δε θέλει. Αρκετά πιεζόμαστε όλοι, με τις δοκιμασίες που αντιμετωπίζουμε καθημερινά...
     Όλα τα μέλη του κύκλου κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους.
     - Δεν είναι τίποτα σημαντικό, έτσι κι αλλιώς, είπε διστακτικά η Νύχτα.
     - Όλα είναι σημαντικά, είπε η Νατάσα. Όλα μπορεί να είναι σημαντικά, διόρθωσε.
     - Να, είπε η Νύχτα, είναι ήδη τώρα μια βδομάδα, που είμαι... καλά, αλλά νομίζω ότι αρχίζω και δυσκολεύομαι περισσότερο, από όσο στην αρχή...
     - Έτσι γίνεται συνήθως, όλοι το περάσαμε. Αλλά τότε είναι που δεν πρέπει να υποκύψεις, και αφού δεν υπέκυψες, είμαστε όλοι περήφανοι για εσένα.
     - Ναι, αλλά κατ'ουσίαν, το πρόβλημά μου δεν υπάρχει.
     Η Νατάσα συνοφρυώθηκε.
     - Για να λύσεις ένα πρόβλημα, θα πρέπει προηγουμένως να αποδεχτείς ότι υπάρχει, είπε. Δεν γίνεται να ελπίζουμε σε λύση, αν θεωρούμε ότι δεν έχουμε πρόβλημα...
     - Θέλω να πω, τόσες μέρες εδώ, άκουσα σοβαρές περιπτώσεις, η δικιά μου φαντάζει ανέκδοτο...
     - Για τον καθένα, η δική του περίπτωση φαντάζει σοβαρότερη.
     - Ένα ποτηράκι στη χάση και στη φέξη δεν είναι το ίδιο με τον χρόνιο αλκοολισμό...
     - Και ο χρόνιος αλκοολισμός από ένα ποτηράκι ξεκινάει.
     - Ναι, αλλά ποτηράκι από ποτηράκι έχει διαφορά...
     - Η μόνη διαφορά βρίσκεται στο υλικό του ποτηριού, μην ξεχνάμε ότι το περιεχόμενο είναι το ίδιο...
     Η Κασσιόπη φυσούσε και ξεφυσούσε.
     - Μα, επιτέλους, είπε η Νατάσα, ηρεμήστε, δεν καταλαβαίνετε ότι ενοχλείτε; Αν δεν μπορείτε να γίνετε "αόρατη" εδώ μέσα, καλύτερα να αποσυρθείτε!
     - Να με συγχωρείτε, απλώς, τις ίδιες δικαιολογίες ακούμε και στο σπίτι...
     - Δεκτόν, αλλά εδώ δεν βρίσκεστε στο σπίτι σας...
     - ... Μετά θα αρχίσει ότι ποτέ δεν έχασε τον έλεγχο, ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να σταματήσει... Αν δεν ήμαστε εμείς, εγώ με τα αδέρφια μου, δηλαδή, τώρα θα είχε αδειάσει ένα μπουκάλι τουλάχιστον!
     - Δεν μπορώ να επιτρέψω να τιναχτεί η συνεδρία στον αέρα, είπε η Νατάσα, θα σας ζητήσω να αποχωρήσετε!
     Η Κασσιόπη σηκώθηκε εκνευρισμένη και βγήκε έξω από την αίθουσα.
     - Θα σε περιμένω έξω, είπε στη Νύχτα, καθώς αποχωρούσε.
     Η πόρτα έκλεισε και η αίθουσα βυθίστηκε στην ησυχία.
     - Τα ίδια μου κάνουν και στο σπίτι, είπε η Νύχτα. Δεν μπορώ να ησυχάσω ούτε λεπτό!
     - Ανησυχούν για εσένα, φαντάζομαι.
     - Δεν θέλω να ανησυχούν, μια χαρά είμαι!
     - Αλήθεια, τόσες μέρες έρχεσαι ήδη και δε μας είπες ακόμη πώς ξεκίνησες να πίνεις... Μήπως θα ήθελες να το μοιραστείς μαζί μας; Αν καταλάβουμε το λόγο, ίσως να μπορέσουμε να βοηθηθούμε και εμείς οι υπόλοιποι...
     - Δεν έγινε τίποτα, δεν κατάλαβα πώς έγινε, τι να σας πω...
     - Μήπως σε στενοχώρησε κανείς; Μήπως κάποιος σε πρόδωσε;
     - Ποιος να με στενοχωρήσει; Εγώ την είχα αποδεχτεί τη ζωή μου. Μια ζωή δεύτερη, έτσι κι αλλιώς...
     - Δεύτερη, σε σχέση με ποιον;
     - Σε σχέση με την αδερφή μου, με ποιον άλλον; Εκείνη ήταν η αγαπημένη, και του μπαμπά, και της μαμάς! Εκείνη πάντα η πιο όμορφη, η πιο έξυπνη, και εγώ πάντα να ζω στην σκιά της!
     - Στη Μέρα αναφέρεσαι;
     - Έχω κι άλλη αδερφή;
     - Είμαι σίγουρη ότι και εκείνη κάτι θα έχει να ζηλέψει σε εσένα.
     - Μέχρι και οι ξένοι την εκτιμούν περισσότερο! Όλα τα σημαντικά, τη μέρα γίνονται συνήθως...
     - Μα υπάρχουν άνθρωποι που λατρεύουν τη νύχτα!
     - Ναι, ίσα-ίσα για να βγουν, να πάνε να τα πιούν, ποιος νοιάζεται για κάτι παραπάνω; Κάθησε ποτέ ένας από αυτούς που λατρεύουν την νύχτα, να θαυμάσει τον ουρανό, να δει τι κόπος χρειάζεται για να στολιστεί και να φωταγωγηθεί; Ενώ τη μέρα, όλο και θα θαυμάσουν κάποιο σύννεφο, κάποιο σχηματισμό πουλιών που θα πετάει στον ουρανό, κάποιο ουράνιο τόξο μετά την βροχή, μεγάλη απάτη τα ουράνια τόξα!
     - Πάντα υπάρχουν εκείνοι που λατρεύουν να παρατηρούν τα αστέρια...
     - Είναι πολύ λίγοι...
     - Το λίγο και το πολύ είναι σχετικό...
     - Παρηγοριά στον άρρωστο... Ε, μ'αυτά και μ'αυτά, έπινα πού και πού κανένα ποτηράκι... Με ζέσταινε, με έκανε να νιώθω γαλήνια... Ήταν μια παρέα...
     - Γι'αυτό και είναι πολύ γενναίο που αποφάσισες να το κόψεις.
     - Τα παιδιά με ανάγκασαν, γκρίνιαζαν συνέχεια ότι δεν ήμουν στα καλά μου και ότι μπέρδευα τα ονόματά τους, και πότε φώναζα την Ανδρομέδα Πήγασο, τον Κριό Μεγάλη Άρκτο, τον Κένταυρο Ωρίωνα, τον Ωρίωνα Κασσιόπη, και ότι τους έστελνα σε άλλη περιοχή του ουρανού κάθε μέρα, και ότι δεν ήξερα τι μου γινόταν.
     - Λες να είχαν κάποιο δίκιο;
     - Όχι, εγώ πάντα θυμάμαι τα ονόματα των παιδιών μου και τη θέση τους, δεν είμαι καλή μάνα, δηλαδή; Απλώς, γκρίνια-γκρίνια, βαρέθηκα και είπα να τους κάνω το χατήρι.
     - Όπως και να'χει, μας έδωσες την ευκαιρία να σε γνωρίσουμε, και όλοι είμαστε χαρούμενοι γι'αυτό. Και ακόμα πιο χαρούμενοι είμαστε, που δίνεις τον αγώνα σου με επιτυχία, και που είσαι καλά...
     - Ναι, είμαι καλά... Εξάλλου, είναι και τα παιδιά... Δεν έχουν αφήσει αλκοόλ ούτε για δείγμα στο σπίτι!
     - Ας χειροκροτήσουμε τη Νύχτα, είπε η Νατάσα. 
     Τα μέλη του κύκλου χειροκρότησαν. Η Νατάσα ήπιε μια γουλιά νερό.
     - Ποιος έχει σειρά; ρώτησε, κοιτάζοντας γύρω-γύρω στον κύκλο.

     Μεγάλα ζόρια περνάει, λοιπόν, η Νύχτα, για να κόψει το πιοτό. Τα παιδιά της την έχουν υπό επιτήρηση και δεν την αφήνουν σε χλωρό κλαρί. Η μόνη έξοδος που της επιτρέπουν - και αυτή με συνοδεία - είναι η επίσκεψη, κάθε μέρα, στη συνάντηση των ανώνυμων αλκοολικών. Πώς έγινε, όμως, εχθές το βράδυ και ξέφυγε από το άγρυπνο και σχολαστικό βλέμμα της Παρθένου; Πώς έγινε και την εντόπισε η Πίπη αυτοπροσώπως, να πίνει τζιν με τόνικ στα κρυφά; 
     Μεγάλο μυστήριο! Και μη μου πείτε, τώρα, πώς την εντόπισε η Πίπη... Απλούστατο! Την πρόδωσε η φέτα του λεμονιού...





 

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2021

Ποιος Θανάσης;

 


     Πολλές φορές, τα μεγάλα πνεύματα συναντιούνται. Αυτό θα μπορούσε να πει κανείς, βλέποντας ότι η γνωστή και μη εξαιρετέα Αρτίστα, ύστερα από μια μακρόχρονη απουσία και μια πολύ ευχάριστη επανεμφάνιση στην μπλογκόσφαιρα, αποφάσισε να μας συστήσει όλη την πανίδα της νέας της γειτονιάς, αν παράλληλα γνώριζε ότι, εκείνες τις μέρες, η Πίπη είχε αντίστοιχους "προβληματισμούς". 
     Πολλοί νομίζουν, βέβαια, ότι η Πίπη είναι ατρόμητη και ότι αγαπάει όλα τα έμβια όντα, η αλήθεια όμως είναι αρκετά διαφορετική... Για την ακρίβεια, υπάρχει ολόκληρη λίστα ανεπιθύμητων όντων που, αν η Πίπη δεν γνώριζε ότι η φύση για να λειτουργήσει χρειάζεται και τα ανεπιθύμητα όντα, θα πλήρωνε όσο-όσο για να τα εξολοθρεύσει.
     Εννοείται ότι, όσο τα ανεπιθύμητα όντα κινούνται εκτός της Χώρας του Διαμερίσματος και των Χωρών των βεραντών, όλα βαίνουν καλώς, και η Πίπη μπορεί να προσποιείται ότι στον κόσμο υπάρχουν μόνο υπέροχα, αγαπησιάρικα πλάσματα.
     Μπορείτε, λοιπόν, να φανταστείτε, το συναισθηματικό σεισμό που συντάραξε την Πίπη, όταν ένα βράδυ, συνάντησε μια κατσαρίδα να σουλατσάρει μέσα στη Χώρα του Διαμερίσματος! Το σοκ ήταν τέτοιο, που η Πίπη στην αρχή δεν πίστευε τα μάτια της, αφού είχε λάβει όλα τα μέτρα που θα μπορούσε για να κρατήσει τους ανεπιθύμητους επισκέπτες εκτός. Η κατσαρίδα, όμως, ήταν κάτι περισσότερο από ολόγραμμα και η Πίπη αποφάσισε να δράσει αυτοπροσώπως, αφού δεν υπήρχε κανείς άλλος να τη βοηθήσει. 
     Ξεχάστε το σαβουάρ βιβρ και τους καλούς τρόπους, όπως τους ξέχασε και η ίδια η Πίπη. Ούτε που περίμενε την κατσαρίδα να της συστηθεί, να της πει πόθεν ερχόταν, τι την έφερνε σε εκείνα τα μέρη, ποια ήταν τα χόμπυ της, βρε αδερφέ, προτού πέσει επάνω της με όλο της το βάρος. Και, 69 ολόκληρα κιλά, δεν τα λες και λίγα, ειδικά όταν είσαι η κατσαρίδα, επάνω στην οποία έχουν πέσει, αλλά και πάλι, δεν μπορούμε να ξέρουμε μετά βεβαιότητας, αφού η κατσαρίδα ταξίδεψε βίαια και μάλλον ακαριαία σε τόπο χλοερό, οπότε δεν μπορούμε πια να τη ρωτήσουμε... Ας αρκεστούμε να πούμε ότι η όλη περιγραφή του γεγονότος θα μπορούσε άνετα να αποτελέσει πρώτης τάξεως σενάριο για επεισόδιο του Μίστερ Μπιν, και ας μην εκθέσουμε την Πίπη περισσότερο, ο καθένας ας φανταστεί ό,τι μπορεί να τον κάνει να γελάσει...
     Έληξε, λοιπόν, το συμβάν με την κατσαρίδα, σαφώς πιο δυσάρεστα για την κατσαρίδα, παρά για την Πίπη, και ενώ η Πίπη βρισκόταν ήδη σε διαδικασία επούλωσης ψυχικών τραυμάτων - αρκεί να πούμε ότι επί μέρες έκανε νυχτερινές εφόδους στον τόπο του εγκλήματος - μια μέρα αποφάσισε ότι η Χώρα της Μπροστινής Βεράντας είχε γεμίσει ξερά φύλλα, για τα οποία είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να μαζευτούν. Πήρε, λοιπόν, την σκούπα της και το φαράσι της και άρχισε να μαζεύει τα ξερά φύλλα. Και εκεί που μετακινούσε την γλάστρα με την αλανιάρα τη τριανταφυλλιά - δεν την ξέρετε αυτήν, είναι μία τριανταφυλλιά που την έχει σπείρει η μαμά της Πίπης και κάνει μικρά, ροζ λουλουδάκια - για να μπορέσει να σκουπίσει τα ξερά φύλλα που κρύβονταν πίσω της, ένα μικρό σαμιαμιδάκι ξεπετάχτηκε πίσω από την γλάστρα!
     Μπορείτε άνετα να φανταστείτε ότι τα σαμιαμίδια βρίσκονται στην ίδια λίστα ανεπιθύμητων όντων της Πίπης, όπου βρίσκονται και οι κατσαρίδες, και ας τη συγχωρήσει η Αρτίστα που τα συμπαθεί, αλλά κι εκείνη δε χωνεύει τα χελιδόνια, τα οποία η Πίπη λατρεύει, οπότε είναι πάτσι...
     Κανονικά, η Πίπη, όταν βλέπει σαμιαμίδι προσπαθεί να το διώξει μακριά, και αυτό έκανε και αυτή τη φορά, προσπαθώντας να το διευκολύνει κιόλας με την σκούπα (μη φανταστείτε ότι πήγε να το κοπανήσει, να το ανεβάσει επάνω στην σκούπα ήθελε, για να μπορέσει μετά να το πετάξει από κάτω, στον κήπο). Θέλετε, όμως, που το σαμιαμίδι δεν καταλάβαινε το σχέδιο της Πίπης, θέλετε που ήταν πολύ μικρό, θέλετε που είχε προηγηθεί ο φόνος της κατσαρίδας μερικές μέρες πριν, η Πίπη αποφάσισε να ακολουθήσει άλλη προσέγγιση. Και σκέφτηκε ότι το σαμιαμιδάκι, αφού δεν έδειχνε την παραμικρή διάθεση να φύγει, θα μπορούσε να μείνει στη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας, αρκεί να μην επιχειρούσε ποτέ να μπει και στη Χώρα του Διαμερίσματος. Θα γινόταν ένα είδος κατοικιδίου, ας πούμε. Αλλά τα κατοικίδια έχουν και όνομα, οπότε η Πίπη αποφάσισε να δώσει όνομα στο σαμιαμίδι. Και το όνομα αυτού: Θανάσης.
     Από την επόμενη μέρα, λοιπόν, η Πίπη, πιστή στην απόφασή της να έχει το Θανάση ως κατοικίδιο, άρχισε να τον  αναζητάει κάθε πρωί στη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας, με σκοπό να ξεκινήσουν διπλωματικές σχέσεις, μάταια όμως. Ο Θανάσης είχε εξαφανιστεί. 
     - Για δες, είπε η Πίπη, πάνω που αποφάσισα να κάνω την υπέρβαση!
     Και μέχρι που έριχνε νερό πίσω από την αλανιάρα την τριανταφυλλιά, για να τον βγάλει από την κρυψώνα του, αλλά ο Θανάσης ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Προφανώς, είχε αποφασίσει να πάει σε άλλη χώρα, τι να κάνουμε;
     Και να που έφτασε και η μέρα η σημερινή, και η Πίπη είπε να κάτσει λίγο να διαβάσει στη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας. Έριξε και μια ματιά, για καλό και για κακό, μήπως και έβρισκε το Θανάση, κρυμμένο πίσω από την γλάστρα - ποτέ δεν ξέρεις -, αλλά πίσω από την γλάστρα δεν υπήρχε κανείς. 
     - Πάει ο Θανάσης, είπε η Πίπη.
     Και έκατσε να διαβάσει το βιβλίο της. Και αφού διάβασε κανα-δυο κεφάλαια, και ενώ ο ήλιος είχε αρχίσει να κρύβεται πίσω από τα βουνά στη δύση, η Πίπη πήρε να ποτίζει τα λουλούδια της Χώρας της Μπροστινής Βεράντας, που είχαν αρχίσει να της κάνουν νοήματα... Πότισε το αγιόκλημα, πότισε το γιασεμί, την μπουκαμβίλια, τα γεράνια, πότισε τις τριανταφυλλιές - όχι την αλανιάρα, τις άλλες δύο - και έφτασε και στην αλανιάρα. Και εκεί που πότιζε την αλανιάρα, ένα σαμιαμιδάκι πετάχτηκε τρομαγμένο από πίσω από την γλάστρα! Μα, πού κρυβόταν και δεν το είχε δει η Πίπη;
     - Θανάση, εσύ είσαι; ρώτησε η Πίπη. 
     Τσιμουδιά ο Θανάσης.
     - Πού γυρνούσες τόσες μέρες; ξαναρώτησε η Πίπη.
     Ούτε κιχ ο Θανάσης.
     - Βρε, μπας και δεν είναι ο Θανάσης; αναρωτήθηκε η Πίπη. Σαν να μου φαίνεται λίγο διαφορετικός...
     Η αλήθεια είναι πως έμοιαζε λίγο μεγαλύτερος, άσε που ο Θανάσης έμοιαζε να έχει περισσότερες ρίγες από αυτόν, αλλά, και πάλι, μήπως ήταν ο Θανάσης και απλώς είχε μεγαλώσει λίγο;
     Και τότε η Πίπη συνειδητοποίησε ότι μάλλον δεν είχε βρει το κατάλληλο όνομα για το ασυνήθιστο κατοικίδιό της. Και αφού το σαμιαμίδι δεν εξέφρασε την παραμικρή αντίρρηση - όχι πως θα είχε και μεγάλη σημασία -, και αφού η παγκόσμια βιβλιογραφία δεν μπόρεσε να τη βοηθήσει επί του θέματος, τελικά το σαμιαμιδάκι ξαναβαφτίστηκε. Και το όνομα αυτού: Φανούρης. 



Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2021

Ο γάμος των ονείρων της


      Η μοναχοκόρη του βασιλιά των νεράιδων ήταν απαρηγόρητη.
     - Μην κλαις, παιδί μου, της είπε η μαμά της. Μην κλαις, και θα χαλάσεις τα ματάκια σου...
     - Μα πώς είναι δυνατόν να μην κλαίω; απάντησε εκείνη. Τίποτα δεν γίνεται όπως το ονειρεύτηκα!
     Η μαμά της άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τα απαλά, μεταξένια μαλλιά της κόρης της. Και εκείνη, ως δια μαγείας, άρχισε να κλαίει περισσότερο! Είχε και λίγο δίκιο, βέβαια, ποιος θα μπορούσε να την κατηγορήσει;
     - Αυτή είναι η δικιά μας μοίρα, παιδί μου, είπε αναστενάζοντας, να πραγματοποιούμε τις ευχές των ανθρώπων, αλλά να μην μπορούμε να πραγματοποιήσουμε τις δικές μας...
     - Τόσες φορές, είπε η νεραϊδοπριγκήπισσα ανάμεσα από τους λυγμούς της, τόσες φορές βοήθησα, τόσες και τόσες κοπέλες, να παντρευτούν με τον πρίγκηπά τους και να κάνουν το γάμο των ονείρων τους... Και να οι δεξιώσεις με τα περίεργα εδέσματα, και να οι γάμοι στις όχθες των πιο όμορφων λιμνών, μέχρι ολόκληρες συμφωνικές ορχήστρες κανόνισα να παίξουν σε δεξιώσεις... Και τώρα, που ήρθε η σειρά μου να παντρευτώ, για εμένα δεν υπάρχει τίποτα!
     - Υπάρχει πάντα η ελπίδα κάποιος άνθρωπος να ευχηθεί για εσένα.
     Η νεραϊδοπριγκήπισσα αγριοκοίταξε τη μαμά της, όπως δεν την είχε αγριοκοιτάξει ποτέ πριν.
     - Ναι, έχεις δίκιο, οι άνθρωποι είναι πολύ εγωιστές για να σπαταλούν τις ευχές τους για άλλους...
     - Και τι ζήτησα; Λίγη λάμψη ζήτησα! Λίγη επισημότητα!
     - Ε, εντάξει, δεν είμαστε και οι πλουσιότεροι νεραϊδογονείς, αλλά κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Μισή περιουσία ξοδέψαμε στο νυφικό σου, μόνο και μόνο για να το φτιάξει ο αγαπημένος σου νεραϊδομόδιστρος, που όλοι ξέρουν πόσο ιδιότροπος είναι με τις δημιουργίες του, αλλά για εσένα έβαλε νερό στο κρασί του και δέχτηκε να βάλει και στοιχεία που ήθελες εσύ: και αστερόσκονη έβαλε, και πολλά κεντήματα από χρυσό νήμα ηλιαχτίδων έβαλε, και το πιο λεπτό τούλι από πάχνη Ιμαλαΐων της αγοράς χρησιμοποίησε για το βέλο, και μέχρι και στα πιο δυσπρόσιτα μέρη πήγε για να βρει τις πιο μαστόρισσες αράχνες και να σου παραγγείλει τις δαντέλες σου, παρ'όλο που οι δαντέλες φέτος δεν είναι τάση.
     - Δε λέω για το νυφικό, το νυφικό εντάξει είναι, αλλά τι να το κάνω το νυφικό από μόνο του;
     - Ε, δεν θα είναι από μόνο του, έχεις και γαμπρό...
     - Μην αστειεύεσαι, και δε μιλάω για τον γαμπρό.
     - Γιατί δε μιλάς για τον γαμπρό; Το καλύτερο παιδί παίρνεις, όμορφο, καλό, και από καλή οικογένεια...
     - Το πρόβλημα δεν είναι ο γαμπρός!
     - Και μήπως δε σου αρέσει ο χώρος; Ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο σου έκλεισε ο κουμπάρος!
     - Ε, εντάξει...
     - Όχι και "εντάξει"! Για ρώτα να δεις, είχε άλλη νεράιδα τόσο μεγάλο και εντυπωσιακό χώρο για το γάμο της;
     - Δε λέω αυτό, αλλά με τον Ήλιο για κουμπάρο δεν θα περίμενα και τίποτα λιγότερο...
     - Αμ' αυτό με το κουμπαριλίκι πώς το βλέπεις; Έχει κάνει ο Ήλιος άλλη τέτοια κουμπαριά; Αν δεν ήταν, καψερή μου, οι γνωριμίες του πατέρα σου, ούτε με το κιάλι δεν θα τον βλέπαμε τον Ήλιο στο γάμο σου, όχι να γίνει και κουμπάρος!
     - Ο Ήλιος έγινε κουμπάρος, επειδή εσύ γνώριζες προσωπικά τη μαμά του, έχετε τον ίδιο κομμωτή...
     - Ε, ναι, βοήθησα και εγώ λίγο, αλλά και ο πατέρας σου, μη νομίζεις, πέντε τόνους από το καλύτερο νεραϊδονέκταρ της προσωπικής του κάβας έστειλε στο καφενείο όπου συχνάζει ο φυσιοθεραπευτής του Ήλιου, που είναι και προσωπικός του φίλος, γνωρίζονται από το νηπιαγωγείο, να φανταστείς...
     - Τέλος πάντων... Όμως ο χώρος δεν αρκεί, αν δεν υπάρχει ο κατάλληλος στολισμός... Και, για να έχουμε καλό ρώτημα, οι πολυέλαιοι δεν είναι αρμοδιότητα του κουμπάρου;
     - Είναι.
     - Ωραία, λοιπόν, γιατί ο Ήλιος τσιγκουνεύεται τους πολυελαίους;
     - Μα αφού ήθελες να πέφτουν συνέχεια χιονονιφάδες, πώς θα έρθουν οι χιονονιφάδες στο γάμο σου, αν είναι αναμμένοι όλοι οι πολυέλαιοι; Θα λιώσουν από τη ζέστη!
     - Ουφ! ξεφύσηξε η νεραϊδοπριγκήπισσα, μα θα πρέπει κάτι να πέφτει από τον ουρανό, αλλιώς οι πολυέλαιοι δεν φτάνουν...
     - Θέλεις να ζητήσω από την Όστρια, αντί για άλλο δώρο, να φέρει σκόνη από την Αφρική; Θα είναι πολύ όμορφη η σκόνη, όπως θα λαμπυρίζει στο φως των πολυελαίων...
     - Δε θα λερωθούμε με τόση σκόνη;
     - Μα δε θα φέρει πολλή, ίσα-ίσα για το εφέ... Μόνο θα αιωρείται, θα είναι όμορφη, θα δεις! Μια μακρινή ξαδέρφη μου είχε σκόνη στο γάμο της και ήταν πολύ όμορφα... Και δεν ήταν καν σκόνη Αφρικής, που θεωρείται η καλύτερη. Τι λες, να τηλεφωνήσω στην Όστρια;
     - Καλά, εντάξει, ας είναι... Οπότε, με την σκόνη θα μπορούν να ανάψουν όλοι οι πολυέλαιοι;
     - Φυσικά.
     - Ωραία, να πάρουμε τον κουμπάρο να του το πούμε.
     - Θα τον πάρω εγώ, μην ανησυχείς. Οπότε, όλα καλά τώρα...
     - Τι καλά, καλέ μαμά; Ξέχασες το σημαντικότερο! Τι θα γίνει με τη μουσική; Στα μουγγά θα γίνει ο γάμος; Όλες οι κοπέλες κάνουν δεξιώσεις με μουσική, εγώ;
     - Ε, είναι δύσκολο αυτό, με τους περιορισμούς στη διασκέδαση οι μπάντες και τα μουσικά σχήματα δεν είναι εύκολο να βρεθούν...
     - Αυτό σου λέω! Δεν αξίζω εγώ μουσική στη δεξίωση του γάμου μου; Εγώ ονειρευόμουν τουλάχιστον τριήμερο γλέντι και τώρα δε θα έχω ούτε σφυρίχτρα! 
     - Αυτό είναι όντως ένα θέμα, είπε η μαμά της και έμεινε σκεφτική. Όλο και κάποιος, όμως, θα βρεθεί, αν ψάξουμε, δεν θα βρεθεί;
     - Το θέμα δεν είναι να βρούμε όποιον κι όποιον, θα πρέπει να βρούμε κάποιον που να μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Κάποιον που να παίζει μουσική και να τραντάζεται το σύμπαν!
     - Πολλά πράγματα ζητάς, παιδί μου: θες τριήμερα γλέντια...
     - Και παραπάνω, αν γίνεται, δε θα με χάλαγε...
     - ... μουσικούς που να τραντάζουν το σύμπαν με το παίξιμό τους, που να είναι και διαθέσιμοι τέτοια εποχή...
     - Αφού τώρα παντρεύομαι!...
     - Μήπως να ρωτούσα τον κουμπάρο; Αυτός γυρνάει πολύ, όλο και κάποιον θα ξέρει...
     - Να του πεις και για τους πολυελαίους.
     - Θα του πω.
     Και η νεραϊδοβασίλισσα πήρε τηλέφωνο τον Ήλιο και του είπε τα καθέκαστα.
     - Σε γάμο όπου είμαι εγώ κουμπάρος, είπε ο Ήλιος, δεν υπάρχει περίπτωση να μη γίνουν όλα όπως πρέπει. Τυχαίνει να ξέρω τους μουσικούς που χρειαζόμαστε, και να είναι και διαθέσιμοι. Αφήστε το επάνω μου!
     Και έτσι, οι γάμοι της νεραϊδοπριγκήπισσας έγιναν όπως τους είχε ονειρευτεί: με τον αγαπημένο της πρίγκηπα, με το νυφικό των ονείρων της, φτιαγμένο από τον αγαπημένο της νεραϊδομόδιστρο, με έναν τεράστιο χώρο τελετών, με λαμπυρίζουσα σκόνη να πέφτει χορεύοντας από τον ουρανό, με όλους τους πολυελαίους του ουρανού αναμμένους, και με την πιο εκκωφαντική εορταστική μουσική που θα μπορούσε ποτέ να επιθυμήσει:
     Και στο βόρειο ημισφαίριο η θερμοκρασία ανέβηκε, λόγω των πολλών αναμμένων πολυελαίων, και οι άνθρωποι έπιναν πολύ νερό και έκαναν αέρα για να δροσιστούν. Και ο τόπος αντηχούσε από τα τραγούδια των τζιτζικιών, που ακούραστα έπαιζαν μουσική, μέρα και νύχτα, για τη γαμήλια δεξίωση της νεραϊδοπριγκήπισσας. 
     Αλλά οι άνθρωποι είναι στ' αλήθεια εγωιστές. Και κανείς τους, δυστυχώς, δεν εκτίμησε, όπως του άξιζε, το πολυήμερο αυτό γλέντι...

Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2021

Για ένα παγωτό



     Υπήρχε κάπου μία χώρα, όπου όλα ήταν παγωμένα και δροσερά. Οι κάτοικοι της χώρας ζούσαν ευτυχισμένοι, με τις κόκκινες μύτες τους και τα πρησμένα από χιονίστρες δάχτυλά τους. Τα θερμόμετρα τους ήταν άγνωστα, το ίδιο και οι σόμπες. Γνώριζαν όμως πολύ καλά από παγωτό. Και αυτό επειδή τα πάντα σε εκείνη την παγωμένη και δροσερή χώρα ήταν φτιαγμένα από παγωτό. 
     Αλλά το πιο αξιοπερίεργο και το πιο λατρεμένο χαρακτηριστικό αυτής της χώρας ήταν ότι μπορούσες να φας ο,τιδήποτε, από πόμολο μέχρι γκαραζόπορτα, και ποτέ να μη σου λείψει, ούτε το πόμολο, ούτε η γκαραζόπορτα, αφού την αμέσως επόμενη στιγμή, στη θέση του φαγωμένου πόμολου ή της φαγωμένης γκαραζόπορτας, φύτρωνε ένα ολοκαίνουργιο πόμολο και μια ολοκαίνουργια γκαραζόπορτα.
     Αυτά άκουσε ο ήλιος, γνωστός λάτρης του παγωτού, και του μπήκε η ιδέα να επισκεφτεί τη θαυμαστή παγωτοχώρα.
     - Μα, πώς θα πας εκεί, παιδί μου; τον ρώτησε ανήσυχη η μητέρα του.
     - Όπως πάω παντού, είπε εκείνος, πετώντας!
     - Μα, το έχεις σκεφτεί καλά;
     - Φυσικά!
     - Τι να πω;
     - Να μην πεις τίποτα! Άντε, να μη θυμηθώ πόσες προφάσεις έχεις χρησιμοποιήσει για να μη μου πάρεις παγωτό...
     - Βρε, παιδί μου, πού ακούστηκε ολόκληρος ήλιος να τρώει παγωτό;
     - Αφού δε με άφηνες να τρώω!
     - Αφού είχες ευαισθησία στο λαιμό!
     - Ρώτησα το γιατρό και μου είπε ότι ο λαιμός μου ήταν πάντα μια χαρά! Εσύ φοβόσουν μη με πονέσει!
     - Ποιος γιατρός σου είπε τέτοια ψέματα;
     - Ο παιδίατρός μου.
     - Α, καλά, ο παιδίατρός σου δεν ξέρει, ωτορινολαρυγγολόγο ρώτησες;
     - Μαμά, αρκετά! Δεν μπορείς πια να με ορίζεις, μεγάλωσα, παρ'το απόφαση!
     - Και μήπως είπα εγώ ότι είσαι μικρός; Εσύ ρώτησες παιδίατρο για το λαιμό σου!
     - Δε ρώτησα οποιονδήποτε παιδίατρο, ρώτησα τον παιδίατρο που με παρακολουθούσε! Και ο παιδίατρος που με παρακολουθούσε μου είπε ότι δεν είχε πρόβλημα ο λαιμός μου!
     - Μπορεί να μη θυμάται καλά, έχει και μια ηλικία...
     - Έχει αρχείο με τους ασθενείς του.
     - Τι να πω; Το ίδιο μου το παιδί να με αμφισβητεί... Να γεννάς ένα παιδί, να το μεγαλώνεις δίνοντας προτεραιότητα στις δικές του ανάγκες, να ξεχνάς τον εαυτό σου, να του τα δίνεις όλα, και να έρχεται μια μέρα και να σου λέει ότι δε σε πιστεύει και ότι έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους ξένους!
     - Ωχ, αρχίσαμε...
     - Τι "ωχ, αρχίσαμε", βρε τζαναμπέτη; Αντί να ντρέπεσαι και να κοκκινίζεις κάθε φορά που σκέφτεσαι έτσι για το ιερότερο πρόσωπο, τη μάνα σου, βρε αχαΐρευτε, σχολιάζεις κιόλας!...
     - Ουφ...
     - ... Αλλά έπρεπε να έχεις τη δικιά μου τη μάνα, εκεί θα έβλεπες...
     - Κι επειδή η γιαγιά ήταν στριμμένη, θα πρέπει να είσαι κι εσύ;
     - Στριμμένη; Τη μάνα σου; Εντάξει, λοιπόν! Όχι, δεν υπάρχει λόγος να προσπαθώ να σου βάλω μυαλό... Να φας παγωτό, να φας πολλά παγωτά, αλλά μην έρθεις μετά να μου ζητάς να σε γιατροπορέψω!
     - Μην ανησυχείς, και δε θα χρειαστεί να με γιατροπορέψεις.
     - Ναι, καλά...
     Αλλά ο ήλιος δεν άκουσε την τελευταία φράση της μάνας του. Το κοπάνημα της πόρτας επιβεβαίωσε με τον πιο θορυβώδη τρόπο ότι η συζήτηση είχε τελειώσει.
     Και την επόμενη μέρα, που ο ήλιος ξεκίνησε τη βόλτα του, δεν απομακρύνθηκε πολύ από τη γη, για να μπορέσει να εντοπίσει τη θαυμαστή χώρα με τα παγωτά. Και το βλέμμα του σάρωνε όλη την επιφάνεια της γης: πόλεις, χωριά, λιβάδια, βουνά, λίμνες...
     Και τότε στη γη η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει. Και όσο ο ήλιος έψαχνε τη χώρα με τα παγωτά, τόσο η θερμοκρασία ανέβαινε...
     Αλλά, όπως λέει και η διάσημη ρήση, όποιος ψάχνει, βρίσκει... Και ο ήλιος, τελικά, βρήκε αυτό που έψαχνε. Και γεμάτος χαρά, άρχισε να τρέχει με μεγάλα άλματα, προς τη χώρα των ονείρων του, ενώ προσπαθούσε να αποφασίσει τι γεύση παγωτού θα ήθελε να δοκιμάσει πρώτα.
     Και τότε, οι κορυφές των βουνών έπαψαν να είναι μυτερές, και τα βουνά άρχισαν να χαμηλώνουν, ενώ γύρω-γύρω, στις πλαγιές τους, άρχισαν να κυλούν πολύχρωμα ποτάμια παγωτού. Τα σπίτια άρχισαν κι αυτά να λιώνουν, πρώτα οι ουρανοξύστες, ύστερα οι ψηλότερες πολυκατοικίες, μετά τα διώροφα, οι μαιζονέτες και οι ισόγειες μονοκατοικίες. Οι άνθρωποι βγήκαν έντρομοι στους δρόμους, ενώ ο ήλιος είχε φτάσει πλέον πάρα πολύ κοντά.
     - Πού πας; του φώναξαν οι άνθρωποι.
     - Ήρθα να φάω παγωτό, είπε ο ήλιος. Μα, πού είναι το παγωτό;
     - Μας δουλεύεις; Έχει λιώσει! Πάνε τα σπιτάκια μας!
     - Λίγο παγωτό θα φάω και θα φύγω...
     - Πού το είδες το παγωτό; Αφού το έλιωσες!
     - Το έλιωσα;
     - Βλέπεις εσύ να υπάρχει παγωτό πουθενά;
     Ο ήλιος έμεινε έκπληκτος. Τόση προσπάθεια, και να πάει χαμένη;
     - Δεν μπορώ να δοκιμάσω ούτε λίγο παγωτό; ρώτησε δειλά.
     - Τέρμα το παγωτό. Κι εσύ να φύγεις, μήπως και σώσουμε κανένα σπίτι!
     Έτσι έγινε και έπιασε καύσωνας στη γη, ενώ ο ήλιος έμεινε και πάλι με την όρεξη!
     - Όλα εντάξει; τον ρώτησε η μάνα του, με ένα χαμόγελο να αχνοφαίνεται στις άκρες των χειλιών της, όταν τον είδε να επιστρέφει στο σπίτι.
     - Εντάξει, μουρμούρισε εκείνος. 
     Και, γεμάτος νεύρα, πήγε για ύπνο. Και την επόμενη μέρα, που ξύπνησε, ήταν ακόμα γεμάτος νεύρα. Και ο καύσωνας συνεχίστηκε, και άλλη μια μέρα.
     Και στη χώρα του παγωτού, οι άνθρωποι άρχισαν να προσεύχονται, ελπίζοντας να μην τους ξαναεπισκεφτεί ποτέ ξανά ο ήλιος, ενώ δειλά-δειλά ξεκινούσε η ανοικοδόμηση της χώρας.

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2021

Οκτώ χρόνια και οκτώ μέρες


      Ο γέρος μάγος έριξε δύο δάκρυα κροκόδειλου και τρεις φολίδες από θηλυκό χαμαιλέοντα στο μικρό μπουκαλάκι και το ανακίνησε προσεκτικά. Το μωβ υγρό μέσα στο μπουκαλάκι έγινε διαυγές. 
     - Αυτή τη φορά το πέτυχα, σκέφτηκε. Ούτε έκρηξη, ούτε καπνοί. Το ελιξήριό μου είναι έτοιμο.
     Πήρε ένα πώμα και το έβαλε στο στόμιο του μπουκαλιού. Ύστερα, κόλλησε στο μπουκάλι μια ετικέτα και έγραψε επάνω της τον αριθμό οκτώ. 
     - Καθόλου άσχημα, με την όγδοη προσπάθεια... Τώρα μένει να το δοκιμάσω, είπε στην ασπρόμαυρη γάτα του, που τριβόταν νιαουρίζοντας στα πόδια του. Αλλά πού θα βρούμε κάποιον να το δοκιμάσει;
     - Νιάου, είπε η γάτα.
     - Έχεις δίκιο, απάντησε ο μάγος.
     Πήρε το μπουκαλάκι και το έβαλε ψηλά στο ράφι.
     - Προσοχή, είπε στη γάτα. Εκεί επάνω απαγορεύεται να ανεβαίνεις.
     - Νιάου, είπε η γάτα.
     - Έτσι μπράβο, είπε ο μάγος.
     Πήρε το αγαπημένο του βιβλίο, "Οι 100 διασημότερες συνταγές του Μέρλιν", και κάθησε στην πολυθρόνα του. Δεν πρόλαβε να διαβάσει τα υλικά της πρώτης συνταγής, όταν ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα.
     - Ποιος να είναι τέτοια ώρα; αναρωτήθηκε δυνατά.
     - Νιάου! είπε η γάτα.
     - Καλή ιδέα, είπε ο μάγος.
     - Καλησπέρα, είπε η Πίπη, αφού αυτή ήταν που είχε χτυπήσει την πόρτα. Κυνηγούσα μία ιστορία, αλλά εκείνη μπήκε μέσα στο δάσος και έτσι έχασα και την ιστορία, και τον δρόμο μου. Μήπως μπορώ να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνό σας;
     - Δεν έχω τηλέφωνο... είπε ο μάγος.
     - Νιάου, είπε η γάτα.
     - ...αλλά, πέρασε μέσα, παιδί μου, φαίνεσαι εξουθενωμένη. Έλα να πιεις λίγο νεράκι.
     - Λίγο νεράκι θα το έπινα, είπε η Πίπη.
     - Ή μήπως προτιμάς μια λεμονάδα από τις λεμονιές του κήπου μου;
     - Δεν είδα λεμονιές στον κήπο, είπε η Πίπη.
     - Είναι στο πίσω μέρος του κήπου, είπε ο μάγος, να σου βάλω; Πριν από λίγο την έφτιαξα.
     - Ε, αν είναι από τις λεμονιές του κήπου, θα τη δοκιμάσω.
     Η γάτα πλησίασε την Πίπη και άρχισε να νιαουρίζει.
     - Όμορφη η γάτα σας, είπε η Πίπη.
     - Ναι, είπε ο μάγος. Να βάλω και παγάκια;
     - Όχι, είπε η Πίπη, έχω ευαισθησία στο λαιμό.
     - Αλήθεια, είπε ο μάγος, πώς σε λένε;
     - Πίπη, είπε η Πίπη.
     - Ασυνήθιστο όνομα, είπε ο μάγος.
     - Δε θα το έλεγα, είπε η Πίπη, το ακούω κάθε μέρα.
     - Έτοιμη η λεμονάδα, είπε ο μάγος. 
     - Τι έχει μέσα το μπουκαλάκι;
     - Αυτό το μπουκαλάκι; Α, τίποτα, αφέψημα λεβάντας. Ταιριάζει τέλεια με τη λεμονάδα και την κάνει πιο τονωτική. Συνταγή της μαμάς μου.
     - Α, γι'αυτό είναι μωβ!
     - Ναι, πιες την τώρα, πριν χάσει τις βιταμίνες της.
     Πήρε η Πίπη το ποτήρι και ήπιε τη μωβ λεμονάδα μονορούφι.
     - Μμμμ! έκανε η Πίπη. Πολύ νόστιμη!
     - Νιάου! είπε και η γάτα.
     - Είδες που σου το είπα; είπε ο μάγος. Λοιπόν, πώς είπαμε ότι σε λένε;
     - Με λένε..., με λένε..., πώς με λένε;
     Ο μάγος και η γάτα κοιτάχτηκαν.
     - Πίπη σε λένε, είπε ο μάγος.
     - Πίπη; Ασυνήθιστο όνομα, είπε η Πίπη.
     - Όχι και τόσο, είπε ο μάγος.
     - Τέλος πάντων, πώς ήρθα εδώ;
     - Με τα πόδια.
     - Ναι, αλλά γιατί;
     - Ίσως κυνηγούσες κάτι.
     - Μπα, δε μου αρέσει το κυνήγι...
     - Το κυνηγητό, μήπως;
     - Το κυνηγητό, ναι.
     - Ε, αυτό θα είναι. Θα έπαιζες κυνηγητό.
     - Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να πάω στο σπίτι μου, είπε η Πίπη.
     - Ξαναπέρνα όποτε θέλεις, είπε ο μάγος.
     Το πώς βρέθηκε η Πίπη ξανά στη Χώρα του Διαμερίσματος, κανένας δεν το κατάλαβε. Μόνο που η Πίπη είχε την αίσθηση ότι κάτι είχε ξεχάσει. Τι να ήταν, άραγε, αυτό; Πώς ήταν, είπαμε, το όνομά της; 
     Και οι μέρες περνούσαν και η Πίπη προσπαθούσε να θυμηθεί αυτό που προφανώς είχε ξεχάσει, και ο γέρος μάγος γέμισε άλλη μια σελίδα στο τετράδιο των συνταγών του, "το ελιξήριο της αμνησίας", ήταν το όνομα της συνταγής - για να ξεχνάμε τις δυσάρεστες αναμνήσεις, έγραφε μέσα σε παρένθεση.
     Και μια μέρα, ξαφνικά, η Πίπη θυμήθηκε το όνομά της, και θυμήθηκε και την Γλωσσοπάθεια. Και θυμήθηκε ότι η Γλωσσοπάθεια έκλεινε πια τα οκτώ χρόνια και τις οκτώ μέρες. 
     - Οκτώ χρόνια και οκτώ μέρες, πάει, μεγάλωσε κι αυτή! μονολογούσε η Πίπη, αλλά καμία ιστορία δεν ερχόταν στο μυαλό της για να τη μοιραστεί. 
     Και η Πίπη δίψασε. Και θέλησε να πιει μια λεμονάδα. Και καθώς έβαζε τη λεμονάδα στο ποτήρι, στο μυαλό της εμφανίστηκε η εικόνα μιας άλλης λεμονάδας, σε ένα άλλο ποτήρι, σε ένα σκοτεινό σπίτι, μέσα στο δάσος. Και το χρώμα της λεμονάδας ήταν μωβ, όπως και το περιεχόμενο ενός μικρού μπουκαλιού, που επάνω του υπήρχε μια ετικέτα με τον αριθμό οκτώ. 
     Και η Πίπη βρήκε την ιστορία που έψαχνε.

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2021

Με κάθε λεπτομέρεια


      - Δύσκολα τα πράγματα με αυτόν τον κορονοϊό! Δύσκολα και βαρετά, σκέφτεται η ανηψοβαφτιστήρα της Πίπης, κυρίως επειδή έχει πολύ καιρό να δει τη νονά της για να παίξουν. 
     Μιλάνε στο τηλέφωνο, βέβαια, πού και πού, και τότε λένε πολλές ιστορίες, αλλά άλλο είναι να ακούει τη φωνή της νονάς και να την φαντάζεται, και άλλο να την έχει εκεί, μπροστά της, και να παίζουν μαζί. Και τώρα που έρχεται το Πάσχα, και η νονά της έστειλε παπούτσια και της πήρε και λαμπάδα και αυγό σοκολατένιο, κάποιο δώρο δεν θα πρέπει να κάνει και εκείνη στη νονά της;
     Μα, φυσικά και θα της κάνει δώρο της νονάς, και μάλιστα το καλύτερο! Και η μικρή στρώνεται στη δουλειά, και φτιάχνει μια όμορφη πασχαλινή κάρτα, και έναν όμορφο, χειροποίητο φάκελο, για να βάλει μέσα την κάρτα. Έτοιμο το δώρο!
     Αλλά τώρα υπάρχει άλλο ένα πρόβλημα: πώς θα φτάσει η κάρτα στη νονά, που παντού υπάρχει κορονοϊός; Δύσκολα τα πράγματα! Και η νονά δε μένει δίπλα, μένει εκεί ψηλά, σε εκείνο το βουνό, που φαίνεται πίσω από το σπίτι της Μίνι... Από εκεί πίσω πρέπει να μένει και ο ήλιος, ναι, σίγουρα εκεί μένει, πώς αλλιώς θα ξεπρόβαλλε από εκεί κάθε πρωί; 
     Αλλά πώς δεν το σκέφτηκε πιο πριν; Μόνο η μαμά μπορεί να βοηθήσει, η μαμά μπορεί να κάνει τα πάντα, μπορεί να διώχνει μακριά όλους τους κακούς, μπορεί να κάνει την καλύτερη αγκαλιά του κόσμου, μπορεί να φτιάχνει τα πιο νόστιμα φαγητά και γλυκά, μπορεί να κάνει τις γλάστρες στο μπαλκόνι να βγάζουν τις πιο νόστιμες φραουλίτσες... Όλα τα μπορεί η μαμά, γι'αυτό και θα μπορέσει να δώσει το δώρο στη νονά, χωρίς να φοβηθεί τον κορονοϊό.
     Βέβαια, έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που η μαμά πήγε στο σπίτι της νονάς, και μήπως η μαμά τον έχει ξεχάσει τον δρόμο; Μήπως χαθεί και αντί να φτάσει στο σπίτι της νονάς, φτάσει στο σπίτι του κακού λύκου ή κάποιας κακιάς μάγισσας, ή, ακόμα χειρότερα, μήπως η μαμά φτάσει στο σπίτι κάποιας άλλης νονάς; 
     Πάλι καλά που εκείνη τον θυμάται καλά τον δρόμο, με κάθε λεπτομέρεια. Γι'αυτό και θα βοηθήσει τη μαμά της για να μη χάσει τον δρόμο. Πώς; Μα, φυσικά, ζωγραφίζοντας έναν χάρτη, πώς αλλιώς; Και παίρνει ένα κομμάτι χαρτί, και αρχίζει να ζωγραφίζει με μεγάλη προσοχή το χάρτη της διαδρομής, χωρίς να ξεχάσει το παραμικρό, ούτε από αυτά που βρίσκονται στη γη, ούτε από αυτά που βρίσκονται στον ουρανό.
     Παίρνει η μαμά, λοιπόν, στα χέρια της το χάρτη και τον ακολουθεί με μεγάλη προσοχή. Μαζί με τη μαμά, ξεκινάμε και εμείς. Και ο ουρανός είναι γεμάτος σύννεφα, αλλά αυτό δεν πειράζει, αφού ο ήλιος λάμπει πάνω από το βουνό όπου μένει η νονά. Και θα αφήσουμε το όμορφο σπίτι επάνω στο λόφο, ενώ από πάνω του θα πετάει ένα μεγάλο αεροπλάνο. Και θα αρχίσουμε να κατηφορίζουμε. Και θα περάσουμε και το σπίτι της Μίνι. Και μάλλον θα συναντήσουμε και τη Μίνι στον δρόμο, αλλά δεν θα σταθούμε καθόλου, η Μίνι είναι πολυλογού και αν μας πιάσει την κουβέντα δε θα φτάσουμε ποτέ στο σπίτι της νονάς.
     Και θα προχωρήσουμε, και πιο πέρα σίγουρα θα συναντήσουμε μια κυρία, που πηγαίνει βόλτα το σκυλάκι της, κρατώντας το από το λουρί του. Και το σκυλάκι μπορεί να μας χαιρετήσει κουνώντας την ουρά του, αλλά και πάλι δε θα σταθούμε, έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας. Και πιο πέρα, θα συναντήσουμε έναν παιδότοπο, και ίσως να υπάρχουν και κάποια παιδιά στον παιδότοπο, αλλά δε θα σταματήσουμε, δεν έχουμε χρόνο για παιχνίδια, έχουμε κάτι πολύ σημαντικότερο να κάνουμε...
     Αμέσως μετά τον παιδότοπο θα περάσουμε μπροστά από ένα ζαχαροπλαστείο, και το ζαχαροπλαστείο έχει μια μεγάλη βιτρίνα γεμάτη γλυκά, τούρτες, σοκολατάκια, πάστες, γαλακτομπούρεκα... Και θα έχει και τσουρέκια και κουλουράκια το ζαχαροπλαστείο, αλλά τα καλύτερα τσουρέκια και τα πιο νόστιμα κουλουράκια τα φτιάχνει πάντα η μαμά... Και πάλι δε θα σταματήσουμε στο ζαχαροπλαστείο, δε θέλουμε να αγοράσουμε γλυκά, εξάλλου τα γλυκά κάνουν κακό στα δόντια...
     Και θα συνεχίσουμε το δρόμο μας, και θα συναντήσουμε και αρκετούς ανθρώπους στη διαδρομή, και θα συναντήσουμε και ένα σκουπιδιάρικο. Και ίσως μας καθυστερήσει λίγο το σκουπιδιάρικο, τα σκουπιδιάρικα δεν τρέχουν γρήγορα, σταματάνε κάθε τρεις και λίγο, και στέκονται και στη μέση του δρόμου...  
     Αλλά τελικά κάπου θα στρίψει το σκουπιδιάρικο και ο δρόμος θα ξανανοίξει. Και τότε θα πρέπει να ανασκουμπωθούμε, επειδή εκεί αρχίζει η μεγάλη ανηφόρα για το βουνό όπου μένει η νονά. Και το βουνό είναι ψηλό και η ανηφόρα είναι απότομη, αλλά δεν πρέπει να μας τρομάξει, ίσα-ίσα που εκεί υπάρχουν πολλά σπίτια με όμορφους  κήπους και μπορούμε να θαυμάσουμε τα λουλούδια τους. Και λίγο προτού φτάσουμε στην κορυφή - ίσως να έχουμε λαχανιάσει και λίγο - θα δούμε τον ήλιο στον ουρανό και θα καταλάβουμε ότι το ταξίδι μας έφτασε στο τέλος του. Και εκεί, λίγο πριν από την κορυφή, θα δούμε και τη νονά, που θα σκουπίζει το πεζοδρόμιο, περιμένοντας την όμορφη κάρτα της ανηψοβαφτιστήρας της!
     Και η μαμά θα δώσει την όμορφη κάρτα στη νονά, η οποία θα χαρεί πολύ με το δώρο της και δε θα χορταίνει να το βλέπει. Και μόλις η νονά δει και το χάρτη, τότε είναι που θα ενθουσιαστεί ακόμα περισσότερο! Και θα νιώσει ακόμα πιο περήφανη για την αγαπημένη της ανηψοβαφτιστήρα!
     

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2021

Ο Ζηλιάρης γείτονας

 


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό, ζούσε ένας νάνος. Ο νάνος αυτός ήταν πολύ κοντός, όπως είναι όλοι οι νάνοι,  και ζούσε σε ένα πολύ μικρό σπιτάκι, με πόρτα από πλεγμένα καλάμια και παραθυρόφυλλα από κυκλαμινόφυλλα. Γύρω από το σπιτάκι υπήρχε ένας αρκετά μεγάλος κήπος, τον οποίο ο νάνος φρόντιζε με μεγάλη προσοχή και στον οποίο υπήρχαν όλα τα λαχανικά που ο νάνος χρειαζόταν για να φτιάχνει την αγαπημένη του παντζαρόσουπα: παντζάρια, κρεμμυδόχορτα, κολοκυθοπατατιές και καρδαμολούλουδα. Υπήρχε επίσης μία ψηλή καμέλια, με όμορφα, γυαλιστερά φύλλα, στην οποία ο νάνος είχε κρεμάσει μια κούνια και όπου καθόταν κάθε απόγευμα, για να χαλαρώσει.
     Θα περίμενε κανείς πως ο νάνος ήταν πολύ ευτυχισμένος, με την παντζαρόσουπα και την κούνια στην καμέλια. Η αλήθεια, όμως, ήταν διαφορετική, κι αυτό επειδή ο νάνος είχε ένα μεγάλο ελάττωμα: ήταν πολύ ζηλιάρης. Αν έβλεπε κάποιον να φοράει ψηλό καπέλο, την επόμενη μέρα αυτός φορούσε ένα ψηλότερο. Αν έβλεπε κάποιον να φοράει κόκκινες μπότες, την επόμενη μέρα φορούσε και αυτός. Αν έβλεπε κάποιον να κυκλοφορεί με ένα λουλούδι στο αυτί, την επόμενη μέρα αυτός κυκλοφορούσε με δύο.
     Η μεγαλύτερη ατυχία του νάνου ήταν ότι ο γείτονάς του είχε όλα τα καλά: ήταν νέος, ωραίος, γεροδεμένος, και, το σημαντικότερο: δεν ήταν νάνος. Ο γείτονας δεν ασχολιόταν ιδιαίτερα με το νάνο, ο νάνος όμως είχε μόνιμα το βλέμμα του προς το γείτονα και πάντα σύγκρινε τον εαυτό του με εκείνον.
     Μια μέρα, ο γείτονας γύρισε στο σπίτι του επάνω σε ένα υπέροχο άλογο με χρυσή χαίτη.
     - Τι ωραίο άλογο! θαύμασαν όλοι.
     Και ο νάνος έχασε τον ύπνο του. Και δεν θα μπορούσε, τάχα, και εκείνος να αποκτήσει ένα άλογο με χρυσή χαίτη;
     Την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί, ο νάνος πήρε ένα σάκο με τα απαραίτητα και έφυγε ταξίδι. Και αφού δεν άφησε ζωοπανήγυρη για ζωοπανήγυρη, μια μέρα γύρισε κι εκείνος με ένα άλογο με χρυσή χαίτη και χρυσοκεντημένη σέλλα. 
     - Ωραίο άλογο, είπαν όλοι, και ο νάνος ένιωσε να ψηλώνει. Αλλά τι το θέλεις εσύ το άλογο; Πώς θα το φτάνεις;
     - Μα δεν το πήρα για να το καβαλάω, είπε ο νάνος, το πήρα απλώς επειδή μου άρεσε.
     Μια άλλη μέρα, ο γείτονας αγόρασε μία πανέμορφη άμαξα, γεμάτη στολίδια και με βελούδινα μαξιλάρια στα καθίσματα. 
     - Πανέμορφη άμαξα! είπαν όλοι. Θα ταιριάζει εξαιρετικά με το άλογο με την χρυσή χαίτη.
     Και πάλι ο νάνος έχασε τον ύπνο του. Και την επόμενη μέρα πήγε στον καλύτερο τεχνίτη και παρήγγειλε κι εκείνος μια άμαξα, πιο περίτεχνα στολισμένη και πιο μεγάλη από του γείτονα.
     - Τι την θέλεις την άμαξα; τον ρώτησαν όσοι τον είδαν. Αφού δεν ταξιδεύεις συχνά!
     - Κάποια στιγμή θα ταξιδέψω, τους είπε. Θέλω να είμαι έτοιμος.
     Μια μέρα, έφτασε η είδηση ότι η μοναχοκόρη του βασιλιά αρρώστησε βαριά και έχασε το χαμόγελό της. Ο βασιλιάς, επάνω στην απελπισία του, ανακοίνωσε ότι θα έκανε γαμπρό του όποιον έκανε καλά την πριγκήπισσα. Οι πιο άξιοι νέοι ξεκίνησαν από όλες τις άκρες του βασιλείου να πάνε για να παντρευτούν την πριγκήπισσα.
     - Πού θα πας; ρώτησε ο νάνος το γείτονά του, όταν τον είδε να ζεύει το άλογο με την χρυσή χαίτη στην στολισμένη του άμαξα. 
     - Ήρθε ο καιρός μου να παντρευτώ, είπε ο γείτονας, μεγάλωσα πια, και η πριγκήπισσα μου ακούγεται μια χαρά νύφη. Άσε που άκουσα ότι είναι και πολύ όμορφη. Εκείνη κι εγώ θα κάνουμε τα πιο όμορφα παιδιά... 
     - Α, ώστε έτσι; είπε ο νάνος. Και πιστεύεις ότι είσαι άξιος για μια πριγκήπισσα;
     - Γιατί, τι μου λείπει; Νέος είμαι, ωραίος είμαι, δυνατός είμαι, το όμορφο άλογό μου το έχω, την όμορφή μου την άμαξα επίσης... Εξάλλου, το μόνο που πρέπει να κάνω είναι να βρω το χαμένο της χαμόγελο, πόσο δύσκολο να είναι αυτό;
     - Καλή τύχη, είπε ο νάνος, αν και δεν το εννοούσε.
     - Ευχαριστώ, είπε ο γείτονας και απομακρύνθηκε, μέσα στην στολισμένη του άμαξα, που την έσερνε το άλογο με την χρυσή τη χαίτη.
     Αμέσως, ο νάνος έτρεξε κι αυτός να ετοιμαστεί. Και τι σήμαινε, δηλαδή, που ο γείτονας ήταν νέος, ψηλός και ωραίος, ο βασιλιάς δεν είχε πει ότι το χαμένο χαμόγελο δεν θα μπορούσε να το βρει ένας νάνος...
     Ο δρόμος ήταν μακρύς και κουραστικός και ο νάνος χρειάστηκε να διασχίσει σχεδόν όλη τη χώρα για να φτάσει στα περίχωρα του παλατιού. Παντού έβλεπε νέους άντρες, επάνω στα άλογά τους ή μέσα σε άμαξες. Άλλοι πήγαιναν προς το παλάτι, καμαρωτοί-καμαρωτοί, άλλοι πήγαιναν προς την αντίθετη κατεύθυνση, με το κεφάλι κατεβασμένο...
     - Φαίνεται δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεθεί το χαμένο χαμόγελο μίας πριγκήπισσας, σκεφτόταν χαιρέκακα ο νάνος.
     Σε μία από τις τελευταίες στροφές του δρόμου, ο νάνος είδε μία γριούλα, σκυμμένη δίπλα από ένα αναποδογυρισμένο καλάθι. Διάφορα λαχανικά ήταν σκόρπια γύρω της και η γριούλα τα μάζευε.
     - Χρειάζεσαι βοήθεια, καλή κυρία; ρώτησε ο νάνος.
     - Ναι, παιδί μου, ευχαριστώ. Μου έσπασε το καλάθι που κουβαλούσα τα υλικά για το φαγητό μου και δεν ξέρω πώς να τα μεταφέρω στο σπίτι μου.
     - Θα σε βοηθήσω εγώ, είπε πρόθυμα ο νάνος και, μαζί με την γριούλα, μάζεψε τα σκορπισμένα λαχανικά και τα έβαλε στο σπασμένο καλάθι. Ύστερα, τη συνόδεψε στο σπίτι της, με την άμαξά του.
     - Σε ευχαριστώ πολύ, παιδί μου, είπε η γριούλα. Χωρίς τη βοήθειά σου, δεν θα κατάφερνα να φέρω τα πράγματα στο σπίτι μου και θα έμενα νηστική... Θα μείνεις να φας μαζί μου; Εσύ είσαι πριγκηπόπουλο, βέβαια, φαίνεται από την άμαξα, σιγά μην καταδεχτείς να φας από το φτωχικό φαγητό μου...
     - Θα έμενα, είπε ο νάνος, αλλά βιάζομαι, πρέπει να φύγω...
     - Τότε, να μου επιτρέψεις να σου κάνω ένα δώρο...
     - Δεν είναι ανάγκη...
     - ... για την ευγένειά σου... Να, πάρε αυτό το καρύδι.
     Άλλο δώρο φανταζόταν ο νάνος.
     - Δεν είναι ένα συνηθισμένο καρύδι, είπε η γριούλα, που είδε πώς το κοίταζε. Είναι μαγικό.
     - Μαγικό;
     - Ναι. Πραγματοποιεί ευχές. Δηλαδή, πραγματοποιεί μία ευχή.
     Ο νάνος άρχισε να σκέφτεται όλα τα πράγματα που επιθυμούσε.
     - Κάνεις την ευχή σου, το τρως, και η ευχή πραγματοποιείται, είπε η γριούλα.
     - Τόσο απλά;
     - Τόσο απλά. Μόνο που θα πρέπει να διαλέξεις προσεκτικά ποια ευχή σου θα πραγματοποιήσεις. Βλέπεις, έχεις μόνο μία ευκαιρία.
     Ο νάνος ευχαρίστησε την γριούλα, αν και δεν είχε πολυπιστέψει την ιστορία με το καρύδι, έβαλε το καρύδι στην τσέπη του και έφυγε.
     Ταξίδεψε άλλη μια μέρα, μέχρι που έφτασε έξω από το παλάτι. Εκεί βρισκόταν και ο γείτονάς του, με τη δική του άμαξα.
     - Κι εσύ εδώ; ρώτησε ο γείτονας.
     - Ήρθε κι ο δικός μου καιρός να παντρευτώ, απάντησε ο νάνος.
     - Καλή τύχη, είπε ο γείτονας.
     - Ευχαριστώ, είπε ο νάνος.
     Ένας όμορφος πρίγκηπας βγήκε από την πόρτα του παλατιού, απογοητευμένος.
     - Φαίνεται πως δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεθεί ένα χαμένο χαμόγελο, είπε ο νάνος.
     - Ίσως, είπε ο γείτονας.
     - Συνεχίζεις να είσαι σίγουρος ότι θα το βρεις; ρώτησε ο νάνος.
     - Πιο σίγουρος από ποτέ, απάντησε ο γείτονας.
     - Και τι σε κάνει τόσο σίγουρο;
     Ο γείτονας κοίταξε γύρω του με προφύλαξη.
     - Έχω αυτό, είπε και έβγαλε ένα καρύδι από την τσέπη του.
     Ο νάνος δεν έδειξε την έκπληξή του.
     - Τι είναι αυτό;
     - Είναι μαγικό, είπε ο γείτονας. Μου το έδωσε μία γριούλα.
     - Μαγικό; Και τι κάνει;
     - Πραγματοποιεί μια ευχή.
     - Ε, και;
     - Τι "ε, και"; Θα ευχηθώ να βρω το χαμένο χαμόγελο! Και έτσι θα τα καταφέρω!
     - Α, έτσι! είπε ο νάνος.
     Όμως το μυαλό του άρχισε να σκέφτεται. Τι ατυχία ήταν αυτή, να πετύχει και ο γείτονας στον δρόμο του εκείνη την γριούλα! Και τι ατυχία να του δώσει και εκείνου ένα μαγικό καρύδι! Και τώρα, δηλαδή, εκείνος θα έβρισκε το χαμένο χαμόγελο και θα γινόταν γαμπρός του βασιλιά; Και το δικό του μαγικό καρύδι θα πήγαινε χαμένο; Όχι, αυτό δεν μπορούσε να γίνει! Εκείνος έπρεπε να γίνει γαμπρός του βασιλιά, μόνο εκείνος! 
     Αλλά φανταζόταν και την έκπληξη της πριγκήπισσας, όταν θα έβλεπε ότι ήταν νάνος. Δε θα της άρεσε καθόλου. Θα ξίνιζε τη μούρη της. Και τίποτα δεν είναι χειρότερο από μια πριγκήπισσα με ξινισμένη μούρη. Ενώ, ο γείτονας... Εκείνος ήταν ψηλός, γεροδεμένος, σε καμία περίπτωση δε θα ξίνιζε τη μούρη της η πριγκήπισσα, όταν τον έβλεπε. Τον ξαναπλημμύρισε η ζήλεια. Κάτι έπρεπε να κάνει, αλλιώς ο γείτονας θα έβρισκε το χαμόγελο της πριγκήπισσας, χρησιμοποιώντας το μαγικό καρύδι, και θα γινόταν γαμπρός του βασιλιά. Και τότε, αντίο μεγαλεία! 
     Ξαφνικά, το μυαλό του φωτίστηκε.
     - Το βρήκα! είπε.
     Έβγαλε το δικό του μαγικό καρύδι από την τσέπη του, το έβαλε στο στόμα του και άρχισε να το μασουλάει. Έκλεισε τα μάτια του και έκανε την ευχή του.
     Την επόμενη μέρα, προτού ανοίξει η πύλη του παλατιού, από την σκηνή του γείτονα ακούστηκε μία κραυγή. Ο νάνος έτρεξε να δει τι συνέβαινε.
     - Τι συμβαίνει; ήθελε να ρωτήσει, αλλά δεν χρειάστηκε.
     - Κοίτα τι έπαθα! φώναζε ο γείτονας, που φαινόταν σαν να είχε ξυπνήσει από κακό όνειρο. Μα, εσύ πώς ψήλωσες έτσι;
     Ο νάνος, που δεν ήταν πια νάνος, χαμογέλασε. Η ευχή του είχε πραγματοποιηθεί.
     - Τη συνάντησα κι εγώ την γριούλα που έδινε τα μαγικά καρύδια, είπε.
     Ο γείτονας, που πλέον ήταν νάνος, δεν πίστευε στα αυτιά του.
     - Το χαμένο χαμόγελο της πριγκήπισσας δε νομίζω πως θα σε βοηθήσει τώρα, είπε ο νάνος και βγήκε από την σκηνή του γείτονα, ικανοποιημένος.
     - Ποιος είναι ο επόμενος; ρώτησε ο φρουρός του παλατιού, που μόλις είχε ανοίξει την πύλη.
     - Εγώ, είπε ο νάνος και μπήκε στο παλάτι.
     Τον υποδέχτηκε ο ίδιος ο βασιλιάς.
     - Σώσε το παιδί μου, είπε ο βασιλιάς και έδειξε την πριγκήπισσα, που καθόταν δίπλα στο βασιλιά, και τα μάτια της ήταν σκοτεινιασμένα.
     - Τι σου συμβαίνει, πριγκήπισσά μου; ρώτησε ο νάνος, όταν έμεινε μόνος μαζί της.
     - Δεν ξέρω, είπε η πριγκήπισσα.
     - Μήπως κάποιος σε πλήγωσε; 
     - Κανένας δε με πλήγωσε, είπε η πριγκήπισσα. Όλοι είναι πολύ ευγενικοί μαζί μου.
     - Μήπως πονάς κάπου;
     - Δεν πονάω πουθενά, είπε η πριγκήπισσα.
     - Μήπως σου λείπει κάτι;
     - Δε μου λείπει τίποτα, είπε η πριγκήπισσα. Πώς γίνεται να μου λείπει κάτι, όταν μου κάνουν όλα τα χατίρια;
     - Σίγουρα; ρώτησε ο νάνος και την κοίταξε με το πιο γοητευτικό του βλέμμα.
     Η πριγκήπισσα κατέβασε το βλέμμα της ντροπαλά.
     - Είναι κάτι που μου λείπει, είπε ύστερα από λίγο. Είχα ένα χρυσό δαχτυλίδι, που μου το είχε χαρίσει η πολυαγαπημένη μου μανούλα. Το φορούσα πάντα στο δάχτυλό μου, για να μην την ξεχάσω ποτέ. Αλλά το δαχτυλίδι μου χάθηκε!
     - Έψαξες να το βρεις;
     - Φυσικά! Μέχρι κάτω από τα χαλιά έβαλα να ψάξουν! Δεν βρέθηκε τίποτα! Είμαι να σκάσω!
     - Αυτό είναι! είπε ο νάνος. Θα σου το βρω εγώ το δαχτυλίδι σου, μην ανησυχείς καθόλου!
     Ο νάνος πήγε στο βασιλιά.
     - Η πριγκήπισσα θα βρει το χαμόγελό της, μόλις βρεθεί το δαχτυλίδι της μητέρας της, αυτό που φορούσε στο δάχτυλό της, είπε ο νάνος. 
     - Αυτό ήταν; είπε ο βασιλιάς. Ούτε που είχα προσέξει πως δε φορούσε πια το δαχτυλίδι.
     - Ζητώ την άδεια να ψάξω όλο το παλάτι, είπε ο νάνος. 
     Ο βασιλιάς έδωσε εντολή να ψαχτεί όλο το παλάτι. Κοίταξαν παντού, από τη σοφίτα, μέχρι τις αποθήκες, πίσω από τους πίνακες και κάτω από τα χαλιά. Δεν βρέθηκε τίποτα.
     - Μπορεί να βρήκες την αιτία που χάθηκε το χαμόγελο της πριγκήπισσας, είπε ο βασιλιάς στο νάνο, αλλά το δαχτυλίδι δεν το βρήκες. Λυπάμαι πολύ, δεν μπορώ να σε κάνω γαμπρό μου.
     Ο νάνος, απογοητευμένος, έφυγε από το παλάτι. Στην είσοδο συνάντησε το γείτονά του.
     - Ακόμα περιμένεις; ρώτησε ο νάνος.
     - Φυσικά, είπε ο γείτονας. Είναι η σειρά μου.
     - Καλή τύχη, είπε ο νάνος, αν και ήταν σίγουρος πια ότι κανείς δε θα το έβρισκε το δαχτυλίδι.
     Ο γείτονας παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά.
     - Ένας νάνος! αναφώνησε ο βασιλιάς.
     - Ένας νάνος! αναφώνησε η πριγκήπισσα.
     - Βασιλιά μου, είπε ο γείτονας, ζητώ την άδειά σου να ξαναβρώ το χαμένο χαμόγελο της πριγκήπισσας.
     - Δε νομίζω να το βρεις, είπε η πριγκήπισσα.
     - Θα άκουσες, φαντάζομαι, ότι αυτό που ψάχνουμε είναι ένα δαχτυλίδι, είπε ο βασιλιάς.
     - Το άκουσα, βασιλιά μου.
     - Θα άκουσες, επίσης, ότι έχουμε ψάξει παντού στο παλάτι, είπε ο βασιλιάς.
     - Το άκουσα, βασιλιά μου.
     - Και πιστεύεις ότι θα το βρεις;
     - Είμαι σίγουρος.
     Ο βασιλιάς έδωσε την άδεια στο γείτονα. Ο γείτονας πήρε από την τσέπη του το μαγικό καρύδι, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε.
     - Ας ψάξω πρώτα μόνος μου, σκέφτηκε. Τώρα είμαι νάνος, βλέπω τα πράγματα από άλλη γωνία, μπορεί να δω κάτι που οι άλλοι δεν είδαν.
     Ο γείτονας έκανε το γύρω του παλατιού προσεκτικά. Πήγε στις αποθήκες, πήγε στη σοφίτα, χώθηκε μέσα στα σακιά με το σιτάρι, κοίταξε κάτω από τα βαρέλια με το κρασί, κοίταξε μέσα στις ντουλάπες, κοίταξε κάτω από τα χαλιά, κοίταξε μέσα στις παπουτσοθήκες... Για τελευταίο άφησε το υπνοδωμάτιο της πριγκήπισσας.
     - Δεν βρήκες τίποτα, ε; τον ρώτησε η πριγκήπισσα.
     - Όχι ακόμα, αλλά δεν έχω τελειώσει το ψάξιμο, είπε ο γείτονας. Μπορείς να πας λίγο πιο πέρα; Μου κρύβεις το φως.
     Η πριγκήπισσα μετακινήθηκε ξεφυσώντας. Στον τοίχο υπήρχε μια μικρή ποντικότρυπα.
     - Ποτέ δε φανταζόμουν ότι σε ένα παλάτι θα υπήρχαν ποντικότρυπες, είπε ο γείτονας.
     - Ποτέ δε φανταζόμουν ότι ένας νάνος θα ψαχούλευε το δωμάτιό μου, είπε η πριγκήπισσα.
     - Τι είναι αυτό που γυαλίζει; είπε ξαφνικά ο γείτονας, που είχε πλησιάσει στο άνοιγμα της ποντικότρυπας.
     - Τι είναι; είπε η πριγκήπισσα.
     - Εύρηκα! φώναξε ο γείτονας από μέσα από την ποντικότρυπα.
     Και προτού η πριγκήπισσα προλάβει να πει "ποντικότρυπα", ο γείτονας στεκόταν μπροστά της, φορώντας στο χέρι του ένα χρυσό βραχιόλι.
     - Το δαχτυλίδι μου! αναφώνησε η πριγκήπισσα με χαρά. 
     Ο γείτονας παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά.
     - Το βρήκα το δαχτυλίδι, βασιλιά μου, είπε.
     - Το έμαθα, είπε ο βασιλιάς.
     - Υποσχέθηκες κάτι.
     - Το ξέρω.
     - Θα με κάνεις γαμπρό σου, λοιπόν;
     Ο βασιλιάς κοίταξε την κόρη του. Δε φαινόταν να της αρέσει πολύ η ιδέα.
     - Η υπόσχεση είναι υπόσχεση, είπε, αλλά για να είμαι ειλικρινής, δυσκολεύομαι λίγο... Βλέπεις, δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα έκανα γαμπρό μου έναν νάνο...
     - Α, μα δεν είμαι νάνος, είπε ο γείτονας και αμέσως έβγαλε το μαγικό καρύδι από την τσέπη του και το έβαλε στο στόμα του.
     Και ο νάνος, που ήδη είχε απομακρυνθεί αρκετά από το παλάτι, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει σωστά το μαγικό του δώρο. Και καθώς προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στο κάθισμά του, αφού είχε ξαναγίνει νάνος, σκέφτηκε ότι, τελικά, κακώς την είχε αγοράσει την άμαξα.