Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Στυλιστικός πονοκέφαλος

     Μεγάλωσε και η Άνοιξη και έγινε μια πρώτης τάξεως κοπέλα, ψηλή, λιγνή, όμορφη, έτοιμη να καταπλήξει τα πλήθη... Γι'αυτό, φυσικά, θα έπρεπε να κάνει την πρώτη της δημόσια εμφάνιση και η μητέρα της άρχισε να οργανώνει το αντίστοιχο πάρτυ. Αλλά για το μεγάλο πάρτυ χρειαζόταν και το ανάλογο φόρεμα.
     Φώναξε ο πατέρας της, λοιπόν, καμιά δεκαριά χελιδόνια, έμπειρους τεχνίτες κοπτοράπτες, τους καλύτερους υπαλλήλους του εξειδικευμένου οίκου μόδας "Το χρυσό ψαλίδι", και τους ανέθεσε να ράψουν το πιο όμορφο φόρεμα για την επίσημη πρώτη της κόρης του. Τσιγκουνιές δεν ήθελε, τους είπε. Μόνο το καλύτερο.
     Έφεραν τα χελιδόνια δεκάδες τόπια εκλεκτά υφάσματα και εφτά κούτες περιοδικά μόδας για να δείξουν στην Άνοιξη να διαλέξει, αλλά εκείνη αποδείχτηκε δύσκολη. Εννοείται ότι το φόρεμα θα ήταν λουλουδάτο, αλλά τι λουλούδια έπρεπε να βάλει;
     - Τι θα λέγατε για άνθη αμυγδαλιάς, δεσποσύνη; ρώτησε ο μόδιστρος, που φορούσε ένα πολύ κομψό σμόκιν.
     - Α-πα-πα, πολύ μπανάλ, είπε η Άνοιξη. Θέλω κάτι πιο ξεχωριστό.
     - Άνθη ροδακινιάς, τότε; Μοιάζουν με της αμυγδαλιάς, αλλά είναι πιο ροζέ, θα δώσουν έναν τόνο πιο εξεζητημένο...
     - Έχει φορεθεί και αυτό.
     - Μαργαρίτες;
     - Πολύ κίτρινο, θα με χλωμιάζει.
     - Παπαρούνες;
     - Πολύ κόκκινο, και επειδή πάει σε όλες, πολυφορεμένο.
     - Μήπως, τότε, άνθη πασχαλιάς;
     - Μωβ;
     - Πασχαλί.
     - Α, μπα...
     - Προτιμάτε το κουτσουπί, μήπως;
     - Το κουτσουπί; Και μόνο από το όνομά του καταλαβαίνετε ότι είναι αδύνατο να προτιμάω κάτι τέτοιο.
     Ο μόδιστρος ένιωσε να τρέμει το ψαλίδι που κρατούσε, αλλά κράτησε την ψυχραιμία του. Θυμήθηκε ότι ο μπαμπάς της νεαρής ιδιότροπης ήταν ιδιαίτερα γαλαντόμος, πήρε μια ανάσα και συνέχισε.
     - Θα προτιμούσατε να δοκιμάσουμε κάποιο άλλο άνθος, όπως ο λεμονανθός για παράδειγμα;
     - Ενδιαφέρον, αλλά πολύ άσπρο, δεν πάω και για νύφη...
     - Ποιος θα σε πάρει τόσο στριμμένη; ακούστηκε να λέει ένα νεαρό χελιδόνι, αλλά ο μόδιστρος έκανε ότι τον έπιασε βήχας και το κάλυψε.
     - Το βρήκα, είπε τότε ο μόδιστρος, αφού σταμάτησε να βήχει. Τι θα λέγατε να αφήσουμε τα άνθη και να πάμε στους καρπούς;
     - Δεν μου ακούγεται κακό, αλλά τι καρπούς έχετε υπόψη;
     - Τι θα λέγατε για τα μήλα;
     - Α, όχι, μου φέρνουν στο μυαλό τον οδοντίατρο.
     - Λεμόνια;
     - Χμ... Λεμόνια ή νεράντζια;
     - Και δεν τα βάζουμε και τα δύο; Ό,τι θέλουμε κάνουμε!
     Η Άνοιξη σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε, κοίταξε μία το μόδιστρο, μία τα άλλα χελιδόνια που περίμεναν με αγωνία την απόφασή της...
     - Ας είναι, είπε, ας βάλουμε λεμόνια και νεράντζια.
     Μόνο πάρτυ δεν έκαναν τα χελιδόνια από τη χαρά τους και όρμησαν στις μεζούρες, για να πάρουν τα μέτρα και για να σχεδιάσουν τα πατρόν.
     Αλλά και εκεί υπήρξαν αντιρρήσεις από την Άνοιξη: το ένα σχέδιο είχε πολύ ανοιχτό ντεκολτέ, το άλλο ήταν πολύ κλειστό, το τρίτο ήταν στενό και θα τόνιζε την περιφέρειά της, το τέταρτο ήταν φαρδύ και θα σηκωνόταν με το παραμικρό φύσημα του αέρα, άλλο ήταν πολύ κοντό, άλλο ήταν πολύ μακρύ... Παρά τρίχα να πάει από ψαλίδι, μέχρι τελικά να καταλήξει σε κάποιο σχέδιο που κατά την γνώμη της ήταν υποφερτό.
     Και κοίταξε ο μόδιστρος το ημερολόγιο και είδε ότι οι μέρες περνούσαν απελπιστικά γρήγορα και έβαλε τα χελιδόνια να κάνουν υπερωρίες για να προλάβουν τις προθεσμίες. Και ράφτηκε το φόρεμα, αλλά και πάλι δεν της άρεσε της Άνοιξης και άρχισαν οι μετατροπές. Και τη μία ξήλωναν, την άλλη έραβαν, τη μία έκοβαν, την άλλη έραβαν. Και καλύτερα να είχαν ράψει τριάντα διαφορετικά φορέματα και να της είχαν δείξει να διαλέξει, παρά που έφτιαξαν ένα και μοναδικό και όλο το μεταποιούσαν. 
     Και έπιασε ο μόδιστρος τον πατέρα της Άνοιξης και, όσο πιο γλυκά μπορούσε, του ζήτησε να παρέμβει. Και ο πατέρας της την έπιασε με τη σειρά του και της είπε ότι εντάξει, λεφτά υπήρχαν, αλλά δεν ήταν και για πέταμα και, επιτέλους, έπρεπε να αποφασίσει πώς το ήθελε το φόρεμα, για να στείλει και η μάνα της τις προσκλήσεις για το πάρτυ, κάποιοι από τους συγγενείς έμεναν μακριά και έπρεπε να ειδοποιηθούν εγκαίρως.
     Και βαριαναστέναξε η Άνοιξη, και τελικά παραδέχτηκε ότι μια χαρά ήταν το φόρεμά της. Και ανάσαναν ανακουφισμένα τα χελιδόνια κοπτοράπτες, και γύρισαν στις φωλιές τους για να ετοιμάσουν τις βαλίτσες τους για το ετήσιο ανοιξιάτικό τους ταξίδι και άκουσαν και τα σχολιανά τους από τις γυναίκες τους, που τις είχαν αφήσει τόσο καιρό μόνες τους να κάνουν όλες τις προετοιμασίες. 
     Αλλά, τέλος καλό, όλα καλά. Και εχθές, εκεί που χάζευε η Πίπη έξω από το παράθυρο και αναρωτιόταν γιατί είχαν αργήσει να έρθουν τα χελιδόνια, είδε ένα χελιδόνι που χόρευε στον αέρα και τραγουδούσε "Τελείωσε το φόρεμα! Τελείωσε το φόρεμα!". Και ρώτησε η Πίπη το χελιδόνι και έμαθε τα καθέκαστα.
     Και αφού, λοιπόν, βρέθηκε το φόρεμα για την επίσημη πρώτη της Άνοιξης, το μόνο που μένει τώρα είναι να περιμένουμε να δούμε και τα πυροτεχνήματα από το πάρτυ. Εκτός αν και για τα πυροτεχνήματα πρέπει να αποφασίσει εκείνη...

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Δεν ζουν (πια) ανάμεσά μας

     Μεγάλες τύψεις νιώθει τον τελευταίο καιρό η Πίπη, και διόλου τυχαία. Μεταξύ μας, υπάρχουν φόβοι ότι την Οξεία Γλωσσοπάθεια την διαβάζει ο Δρακουμέλ και όλοι οι προσκείμενοι σε αυτόν, με αποτέλεσμα τα στρουμφάκια να διατρέχουν πλέον θανάσιμο κίνδυνο.
     Πώς αλλιώς εξηγείται, που η πανέμορφη εξέδρα που είχε εντοπίσει η Πίπη δεν υπάρχει πλέον; Ναι, αγαπητοί μου, λίγες εβδομάδες μετά την ανακοίνωση ότι η Πίπη εντόπισε ενδείξεις ύπαρξης στρουμφακίων στην ευρύτερη περιοχή της, ένα πρωί που περνούσε από εκεί ανακάλυψε με φρίκη ότι το δέντρο όπου είχε κατασκευαστεί η στρουμφοεξέδρα είχε καρατομηθεί, από τον δολοφόνο με το ηλεκτρικό πριόνι προφανώς. Κανένα ίχνος δεν είχε μείνει από την στρουμφοεξέδρα και, ευτυχώς, δεν υπήρχαν και ίχνη μπλε χρώματος, που θα μπορούσε να σημαίνει μαζική στρουμφοεξόντωση.
     Η Πίπη στενοχωρήθηκε πολύ, αλλά συνεχίζοντας τον δρόμο της, αρκετά πιο πέρα εντόπισε, σε ένα άλλο δέντρο, μία άλλη εξέδρα. Η εξέδρα εκείνη, βέβαια, ήταν μικρότερη από την άλλη, αλλά αυτό δεν πείραζε και τόσο, αφού τα στρουμφάκια θα μπορούσαν να βρουν νέο καταφύγιο εκεί, και άρα τα πράγματα δεν ήταν και τόσο σκοτεινά. Η Πίπη ανάσανε ανακουφισμένη και συνέχισε τον δρόμο της.
     Και δεν ξαναέκανε κακές σκέψεις η Πίπη, ώσπου, μερικές μέρες αργότερα είδε και τη δεύτερη εξέδρα κατεστραμμένη. Ο δολοφόνος με το ηλεκτρικό πριόνι την είχε εντοπίσει και αυτήν την στρουμφοεξέδρα και το δέντρο είχε επίσης καρατομηθεί, με τη μόνη διαφορά ότι αυτή τη φορά άφησε να φαίνεται ένα τμήμα της κατεστραμμένης στρουμφοεξέδρας, ίσως για εκφοβισμό.
     Ύστερα από αυτό, η Πίπη ξαναέπεσε σε μαύρες σκέψεις και άρχισε να προβληματίζεται για το μέλλον των στρουμφακίων. Και, φυσικά, εγκατέλειψε κάθε ελπίδα να συναντήσει κάποιο στρουμφάκι, αφού τα καημένα διώκονται τόσο ανηλεώς. 
     Η αλήθεια είναι ότι της Πίπης της πέρασε από το μυαλό ότι οι πολλές γάτες που συναντάει κάθε μέρα στον δρόμο μπορεί να είναι πληροφοριοδότες του Δρακουμέλ και να του δίνουν αναφορά για όποιο στρουμφοχνάρι συναντούν, ή μπορεί να παρακολουθούν και την ίδια την Πίπη, κάποιες από αυτές την κοιτάζουν πολύ ύποπτα... Μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι όλες αυτές οι γάτες είναι ξαδέρφες της Ψιψινέλ. 
     Όμως, υπάρχει και η πιθανότητα ο Δρακουμέλ να έχει ανακαλύψει την Οξεία Γλωσσοπάθεια και να έμαθε από την ίδια την Πίπη την ύπαρξη της εξέδρας. Και τώρα η Πίπη αισθάνεται τύψεις... Και σκέφτεται τι δοκιμασία περνούν τα καημένα τα στρουμφάκια, να πρέπει να φτιάξουν και πάλι τις βαλίτσες τους και να φύγουν για άλλα μέρη, προσπαθώντας παράλληλα να σβήνουν τα ίχνη τους για να μην τα ανακαλύψουν οι γάτες-πληροφοριοδότες του Δρακουμέλ.
     Είναι μεγάλο το κόστος της δημοσιότητας τελικά...