Σελίδες

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Καρδιά μάλαμα



     Η μητριά της Σταχτοπούτας έβηξε δυνατά. Δέκατη μέρα που την ταλαιπωρούσε αυτός ο βήχας, δέκατη μέρα που είχε ενημερώσει και τις δυο της κόρες, δέκατη μέρα που δεν είχε λάβει ούτε ένα τηλεφώνημα.
     - Τι σκληρόκαρδες κόρες που έχω! μονολογούσε.
     Παρ’όλ’αυτά, και επειδή η μητριά της Σταχτοπούτας δεν ήταν μια γυναίκα που το έβαζε κάτω, ούτε τώρα, στα γεράματα, ξανασήκωσε το τηλέφωνο.
     - Ποιος είναι; ακούστηκε η φωνή της μεγάλης της της κόρης.
     - Εγώ είμαι, παιδί μου, γκουχ! Γκουχ!
     - Ποιος είστε; Δεν καταλαβαίνω!
     - Τι ποιος, παιδί μου; Η μητέρα σου είμαι! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ!
     - Ε, πού να σε γνωρίσω, με τόσο βήχα;
     - Γκουχ!
     - Τι θέλεις, μαμά;
     - Έλα, παιδί μου, γκουχ, γκουχ, να με τρίψεις, λιγάκι, με λίγο οινόπνευμα, γκουχ, να μου φέρεις και καμιά σουπίτσα, που έχει αγριέψει ο λαιμός μου, γκουχ-γκουχ, από το βήχα! Γκουχ!
     - Τι λες, καλέ μαμά; Να έρθω εκεί, να με κολλήσεις; Άσε που δεν προλαβαίνω, από τα εφτά ξημερώματα στο πόδι είμαι, βλέπεις, πρέπει να βοηθάω τον άντρα μου με το φούρνο, αλλιώς πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Τα αγόρια μπήκαν στην εφηβεία, μια κατσαρόλα φαγητό θέλει ο καθένας!
     - Και θα με αφήσεις έτσι; Βαστάει η καρδιά σου; Γκουχ!
     - Λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω τίποτα…
     - Έτσι, λοιπόν, φέρεσαι στη μάνα σου; Γκουχ! Και να πει κανείς ότι δε σε φρόντισα…
     - Ναι, καλά!
     - Δεν φρόντιζα εγώ πάντα να σας ντύνω με τα καλύτερα ρούχα; Γκουχ! Να σας κυκλοφορώ στα καλύτερα μέρη, γκουχ-γκουχ-γκουχ, για να σας γνωρίσουν οι καλύτεροι γαμπροί;
     - Ναι, ο φούρναρης που παντρεύτηκα θα μεταμορφωθεί σε πρίγκηπα μια μέρα!
     - Τι φταίω εγώ που ο πρίγκηπας προτίμησε την Σταχτοπούτα; Γκουχ! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Πω-πω, βήχας, εσύ θα με κολλήσεις και από το τηλέφωνο! Μαμά, θα σε κλείσω τώρα, με φωνάζει ο άντρας μου, πρέπει να τον βοηθήσω στο ξεφούρνισμα…
     Η μητριά της Σταχτοπούτας έμεινε με το ακουστικό στο χέρι.
     - Γαϊδάρα! Γκουχ-γκουχ! είπε.
     - Εμπρός! ακούστηκε η φωνή της μικρής της κόρης.
     - Έλα, παιδί μου, γκουχ-γκουχ, τι κάνεις;
     - Μπαμπά!
     - Ποιος μπαμπάς, παιδί μου, η μητέρα σου είμαι! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Δε σε γνώρισα, καλέ μαμά, γιατί βήχεις;
     - Τι γιατί βήχω, εδώ και δέκα μέρες, γκουχ, δε σου έχω πει ότι είμαι άρρωστη;
     - Δεν θα έπρεπε να μιλάς καθόλου, θα κλείσει τελείως ο λαιμός σου, θα πρέπει να κλείσω…
     - Όχι, παιδί μου, περίμενε, γκουχ-γκουχ, μην κλείνεις, θέλω κάτι να σου πω…
     - Τι θέλεις, καλέ μαμά; Θα μου λασπώσουν τα μακαρόνια!
     - Έλα από εδώ να με τρίψεις λίγο, γκουχ-γκουχ, που με πονάει η πλάτη μου... και φτιάξε μου και μια σουπίτσα, να έχεις την ευχή μου!
     - Τρελλάθηκες, καλέ μαμά; Να έρθω να κολλήσω, έγκυος γυναίκα;
     - Έγκυος είσαι πάλι, παιδί μου;
     - Ναι, ανάθεμα τη γονιμότητά μου! Άντε, να μπω στην κλιμακτήριο, να ησυχάσω!...
     - Τι να πω, παιδί μου, κουράγιο!
     - … αλλά τι θα μπορούσα να περιμένω από αμόρφωτο άνθρωπο; Πάλι καλά που δε με σέρνει μαζί του στις λαϊκές!
     - Λυπάμαι, παιδί μου, αλλά…
     - Ναι, σιγά μη λυπάσαι, εσύ φταις που τον παντρεύτηκα!
     - Εγώ; Γκουχ-γκουχ-γκουχ! Εγώ, που σε έντυνα με τα καλύτερα ρούχα και σε κυκλοφορούσα στα στέκια των καλύτερων γαμπρών; Γκουχ-γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Ναι, εσύ! Αν δεν ήσουν εσύ, εγώ θα είχα παντρευτεί τον πρίγκηπα, και όχι αυτή η καταραμένη η Σταχτοπούτα!
     - Και τι φταίω εγώ, γκουχ, παιδί μου, που η ποδάρα σου δεν έμπαινε στο γοβάκι;
     - Και από ποιον την πήρα την ποδάρα;
     - Εντάξει, παιδί μου, σε αφήνω τώρα, γκουχ-γκουχ, να μη σου λασπώσουν και τα μακαρόνια…
     Η μητριά της Σταχτοπούτας έμεινε ξανά με το ακουστικό στο χέρι. Από ό,τι φαινόταν, θα έπρεπε να κάνει άλλο ένα τηλεφώνημα.
     - Ομιλείτε, παρακαλώ! ακούστηκε μια ευγενική, αντρική φωνή.
     - Ναι, γκουχ, παρακαλώ, γκουχ-γκουχ, θα μπορούσα να μιλήσω με τη Μεγαλειοτάτη;
     - Βεβαίως, κύριε, μισό λεπτό…
     Ένας ήχος βαλς πλημμύρισε το αυτί της, μέχρι που η μουσική διακόπηκε και ακούστηκε η φωνή της Σταχτοπούτας:
     - Παρακαλώ!
     - Σταχτοπούτα, παιδί μου, γκουχ-γκουχ!
     - Ποιος είστε, κύριε, και πώς ξέρετε αυτό το όνομα;
     - Εγώ, είμαι, παιδί μου, εγώ, γκουχ-γκουχ, η… μητέρα σου.
     - Η ποια;
     - Μην κλείσεις, παιδί μου, το τηλέφωνο, γκουχ-γκουχ, βρίσκομαι σε μεγάλη ανάγκη, γκουχ, στα γόνατά σου πέφτω, γκουχ-γκουχ-γκουχ, ίσως είναι η τελευταία φορά που σου μιλάω…
     - Σας ακούω, … μητέρα, τι θα θέλατε;
     - Χίλια συγγνώμη σου ζητώ, σε αδίκησα, το ξέρω, δεν έπρεπε να επενδύσω στις άχρηστες τις κόρες μου, γκουχ-γκουχ, εσύ ήσουν αυτή που τον άξιζε τον πρίγκηπα, τώρα το βλέπω καθαρά…
     - Αν θέλετε, συντομεύετε, με περιμένει ο σύζυγός μου να πάμε για ιππασία…
     - Ναι, παιδί μου, έχεις δίκιο… Γκουχ! Γκουχ-γκουχ! Καλό μου παιδί, αρρώστησα, βήχω τώρα δέκα μέρες, μάλλον κρύωσα, και καθώς ζω μόνη μου, δεν έχω έναν άνθρωπο να με φροντίσει… Γκουχ-γκουχ! Στείλε, σε παρακαλώ, κάποιον να με τρίψει, και στείλε μου και λίγη σουπίτσα, να έχεις την ευχή μου, γκουχ-γκουχ, παιδί μου!
     - Μόνη σας ζείτε, είπατε, μητέρα;
     - Ναι, παιδί μου, εντελώς μόνη. Δεν έχω δει άνθρωπο εδώ και ένα μήνα, με έχει φάει η μοναξιά…
     - Λοιπόν, μητέρα, θα φροντίσω για εσάς…
     - Πάντα το έλεγα ότι είχες μια καρδιά μάλαμα, γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Θα σας στείλω κοτόσουπα, και έναν άνθρωπο να σας τρίψει…
     - Να έχεις την ευχή μου, παιδί μου, γκουχ!
     - Και τώρα σας αφήνω, γεια σας και περαστικά!
     Η μητριά ακούμπησε το ακουστικό στη θέση του.
     - Τι καλό παιδί! είπε. Πόσο την είχα παρεξηγήσει, τελικά!
     Η Σταχτοπούτα φώναξε τον αρχιμάγειρα και τον οικονόμο της.
     - Μπορείτε να φτιάξετε μία κοτόσουπα; Είναι για μια άρρωστη γιαγιά, είπε στον αρχιμάγειρα.
     - Βεβαίως, Μεγαλειοτάτη!
     - Και εσείς, παρακαλώ, ετοιμάστε την μικρή την άμαξα, όταν ετοιμαστεί η σούπα θέλω αμέσως να την στείλουμε στην ασθενή, προτού κρυώσει.
     - Μάλιστα, Μεγαλειοτάτη! Θέλετε να την πάω εγώ ο ίδιος;
     - Όχι, άλλος θα την πάει…
     Η Σταχτοπούτα χαμογέλασε γλυκά.
     - Φωνάξτε το μικρό μου το γιο, είπε. Νομίζω ότι είναι πια καιρός να γνωρίσει τη γιαγιά του. Είναι άρρωστη, η καημένη, και ηλικιωμένη, ποιος ξέρει πόσο θα ζήσει ακόμα…