Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Χίλιοι και ένας κόμποι

    
     - Τι έγινε; ρώτησε ανήσυχη η Γκιουλμπαχάρ, όταν άκουσε τον Αλή να χτυπάει θυμωμένος την πόρτα του σπιτιού.
     - Άσε με, βρε γυναίκα, είπε εκείνος, παρά τρίχα να σκοτωθώ σήμερα...
     - Αχ, αφέντη μου, πώς έγινε αυτό;
     - Το χαλί φταίει! φώναξε ο Αλή και πέταξε ένα σκισμένο χαλί στο πάτωμα. Πιάστηκε σε ένα καρφί, χωρίς να το καταλάβω, και σκίστηκε, και καθώς ξεκίνησα να φύγω αυτό άρχισε να ξηλώνεται σιγά-σιγά. Πριν προλάβω να απομακρυνθώ, πέσαμε και οι δύο κάτω.
     - Δοξασμένο το όνομα του Αλλάχ! είπε η Γκιουλμπαχάρ. Ευτυχώς μας φύλαξε από τα χειρότερα.
     - Ναι, είπε και ο Αλή, φαντάζεσαι τι θα είχε γίνει αν είχα προλάβει να βγω στη λεωφόρο; Φαντάζεσαι πόσα άλλα χαλιά θα είχαν μπλεχτεί στην ξηλωμένη κλωστή;
     - Δε θέλω να το φανταστώ, είπε εκείνη και έσκυψε να μαζέψει το χαλί.
     - Ε, τι κάνεις εκεί; ρώτησε ο Αλή.
     - Το παίρνω να το πετάξω, είπε η Γκιουλμπαχάρ. Έχει ξηλωθεί τόσο που δεν φτιάχνεται. 
     - Αχ, γυναίκα σπάταλη! είπε ο Αλή. Ο πατέρας μου πάντα έλεγε "όλα φτιάχνονται, τίποτα να μην πετιέται". Και τώρα θέλεις εσύ να πετάξω καινούργιο χαλί;
     - Όχι και καινούργιο, αυτό ήταν προίκα του πατέρα σου, που και εκείνος το κληρονόμησε από τον δικό του πατέρα, και ποιος ξέρει από ποιον το κληρονόμησε και εκείνος. Αν το χαλί μπορούσε να μιλήσει, θα σου έλεγε για τότε που το πρωτοπάτησαν τα πασουμάκια της Χαντιτζά, της γυναίκας του Προφήτη...
     - Υπερβάλλεις, αλλά ακόμα και έτσι, είναι αυτός λόγος να το πετάξω;
     - Μα έχει ξηλωθεί...
     - Ε, και; Θα το πάω στο μάστορα να το φτιάξει. Φέρε μου το πουγκί μου.
     - Αχ, άντρα μου, είσαι δυνατός, είσαι όμορφος, είσαι δουλευταράς, αλλά σοφός δεν είσαι. Δεν το καταλαβαίνεις ότι το σημερινό σου ατύχημα ήταν ένα μήνυμα που σου έστειλε ο Αλλάχ; Αρκετά το χρησιμοποίησες αυτό το χαλί, καιρός να πάρεις άλλο. Αλλιώς, την επόμενη φορά που θα ξηλωθεί, φοβάμαι πως δεν θα την γλιτώσεις.
     - Δάγκωσε την γλώσσα σου, γυναίκα, είπε ο Αλή, και παρ'το απόφαση: το χαλί δεν πετιέται. Έχει πολλά ταξίδια να κάνει ακόμα.
     - Ναι, καλά, είπε και η Γκιουλμπαχάρ, που έβλεπε ότι ο άντρας της δεν έβαζε μυαλό, θυμάσαι στο ταξίδι του μέλιτος, που παρά τρίχα να μας πετάξει μέσα στον Ινδικό ωκεανό, να μας φάνε τα ψάρια;
     - Εκεί έφταιγα εγώ, είπε ο Αλή, δεν είχα προσέξει ότι του είχαν μπερδευτεί τα κρόσσια στη μια άκρη. Ήμουν και νιόπαντρος βλέπεις, και δεν είχα μάτια για τίποτα άλλο, παρά μόνο για εσένα.
     - Βρε, άσε τις γαλιφιές, και δε με ρίχνεις! Το καλό που σου θέλω, πάρε ένα καινούργιο χαλί. Αλλιώς, σύντομα με βλέπω να μένω χήρα, και ποιος θα μας φροντίζει, εμένα και τα πέντε μας παιδιά;
     - Και είναι λόγος αυτός να ξοδέψω τα ωραία μας λεφτά; Τι θαρρείς, ότι τα λεφτά φυτρώνουν στα δέντρα; Ενώ με μερικά γρόσια θα κάνω τη δουλειά μου και θα μας μείνουν και τα λεφτά.
     - Καλά μου το έλεγε η μάνα μου, είπε η Γκιουλμπαχάρ: "όλα γιατρεύονται στον άνθρωπο παιδί μου, μόνο η τσιγκουνιά δεν γιατρεύεται με τίποτα".
     Αλλά ο Αλή είχε ήδη φορτωθεί στον ώμο το ξηλωμένο χαλί και άνοιγε την πόρτα για να φύγει.
     - Πήγαινέ το, τουλάχιστον, στο Μουσταφά, είπε η Γκιουλμπαχάρ.
     - Τι λες, βρε γυναίκα; Αυτός θα με χρεώσει ένα πουγκί γρόσια!
     - Κάνει όμως καλή δουλειά...
     - Ναι, σιγά, χρυσή κλωστή χρησιμοποιεί; Άκου, στο Μουσταφά! Δεν αγοράζω καλύτερα καινούργιο χαλί;
     - Στα λόγια μου έρχεσαι, είπε η Γκιουλμπαχάρ.
     - Στον Αχμέντ θα το πάω.
     - Τι να σου πω, άντρα μου, εσύ θα το φας το κεφάλι σου. Δεν βλέπεις που ο Αχμέντ δεν έχει καθόλου πελατεία; Χαζοί είναι οι άλλοι που δεν επισκευάζουν τα χαλιά τους σε αυτόν;
     - Είναι λογικό, τώρα ξεκινάει, νέο παιδί είναι.
     - Την επιχείρηση του πατέρα του κληρονόμησε.
     - Ε, και;
     - Δε σου φαίνεται περίεργο που ούτε οι πελάτες του πατέρα του δεν πατάνε πια στο μαγαζί του;
     - Είσαι υπερβολική, είπε ο Αλή. Λοιπόν, εγώ τώρα πηγαίνω...
     - Πετάξου και μέχρι την αγορά να μου πάρεις μπαχαρικά για το κους κους, είπε η Γκιουλμπαχάρ, για να τον πειράξει. Αλλά, τι λέω, πώς θα πεταχτείς χωρίς χαλί;
     Ο Αλή δεν της απάντησε, αλλά έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Η Γκιουλμπαχάρ αναστέναξε.
     - Ο Αλλάχ ας μας προστατεύσει, είπε και πήγε να μαγειρέψει.
     Ο Αλή πήγε με το χαλί του στο μαγαζί του Αχμέντ. Εκείνος χάρηκε πολύ που τον είδε, ένα μήνα είχε να δει πελάτη.
     - Πόσα θέλεις για να επισκευάσεις αυτό το χαλί; ρώτησε ο Αλή.
     - Από ό,τι βλέπω, θέλει αρκετή δουλειά, είπε εκείνος. Έχει ξηλωθεί μεγάλο μέρος του. Τριάντα γρόσια θα μου δώσεις και θα σου το φτιάξω.
     - Τριάντα; είπε ο Αλή. Ε, όχι και τριάντα. Εγώ υπολόγιζα πέντε!
     - Να σου κάνω καλύτερη τιμή τότε, είπε ο Αχμέντ. Δώσε μου είκοσι, αλλά μην το πεις σε κανέναν και νομίζουν ότι άρχισα τις αγαθοεργίες.
     - Είκοσι γρόσια είναι πολλά, οικογενειάρχης άνθρωπος είμαι, είπε ο Αλή. Να σου δώσω δέκα, από το υστέρημά μου;
     - Με γδύνεις, είπε ο Αλή, αλλά χαλάλι σου. Θα σου το φτιάξω με δέκα γρόσια. Αλλά τα θέλω όλα μπροστά.
     Έτσι και έγινε, και ο Αλή έδωσε τα δέκα γρόσια, και ο Αχμέντ τα πήρε, και ο Αλή ήταν πολύ ικανοποιημένος από το παζάρι που έκανε, και που δε θα έδινε ένα πουγκί γρόσια στο Μουσταφά, και σιγά, πόσο καλύτερος ήταν ο Μουσταφά πια, και εκείνος παιδί μάστορα ήταν και ο Αχμέντ παιδί μάστορα ήταν... Και ο Αλή γύρισε στο σπίτι του πολύ ικανοποιημένος.
     - Πότε θα το πάρεις το χαλί; ρώτησε η Γκιουλμπαχάρ.
     - Την Παρασκευή, είπε ο Αλή.
     - Άντε να δούμε, έχει και παζάρι στο Ισπαχάν την Παρασκευή, να πας να ψωνίσεις που μας τελειώνουν οι προμήθειες. 
     - Τι σπάταλη! σκέφτηκε ο Αλή. Όλο στα ψώνια το έχει το μυαλό της.
     Αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν που η Γκιουλμπαχάρ του είχε φτιάξει και το αγαπημένο του φαγητό, ιμάμ μπαϊλντί.
     Τώρα, όσοι ξέρουν από χαλιά, γνωρίζουν ότι η κατασκευή των ιπτάμενων χαλιών είναι μία τέχνη μυστική, που την γνωρίζουν ελάχιστοι και που πηγαίνει από πατέρα σε γιο. Το μυστικό βρίσκεται στους κόμπους, και συγκεκριμένα σε έναν, στον κόμπο τον μαγικό. Και είναι αυτός ο κόμπος που κάνει όλη τη δουλειά, και που ο τεχνίτης πρέπει να ξέρει να τον φτιάχνει με κλειστά μάτια. Και αλίμονο αν λυθεί ο μαγικός κόμπος. Τότε, το χαλί - είτε είναι στον αέρα είτε όχι - χάνει την ικανότητά του να πετάει και πέφτει. Ό,τι είχε συμβεί στον Αλή, δηλαδή.
     Πέρασαν οι μέρες και ήρθε η Παρασκευή, και ο Αλή πήγε όλος χαρά να παραλάβει το επιδιορθωμένο του χαλί. Ο Αχμέντ τον περίμενε, και μάλιστα του το είχε διπλώσει και ωραία, και του το είχε τυλίξει με ένα βελούδο. 
     - Το βελούδο είναι προσφορά του καταστήματος, είπε ο Αχμέντ.
     Και ο Αλή έτρεξε με χαρά στο σπίτι του, με το χαλί το περιτυλιγμένο με βελούδο στον ώμο. Τώρα θα έβλεπε η γυναίκα του, που τον είχε αμφισβητήσει!
     - Λοιπόν, είπε καμαρωτά, τι έχεις να πεις; Όχι μόνο έφτιαξε το χαλί με δέκα γρόσια μόνο, αλλά μας κάνει δώρο και αυτό το υπέροχο βελούδο, να το πάρεις να κεντήσεις μαξιλάρια για το μεγάλο τον οντά.
     Η Γκιουλμπαχάρ δεν είπε τίποτα, εντάξει, μπορεί να είχε κάνει και λάθος.
     - Θα πεταχτείς τώρα μέχρι το Ισπαχάν, να μου πάρεις προμήθειες; τον ρώτησε.
     - Φυσικά, είπε ο Αλή, και ξεδίπλωσε το χαλί. Πάμε! είπε.
     Αλλά το χαλί έμεινε ακίνητο, σαν να ήταν κουφό.
     - Πάμε! ξαναείπε ο Αλή. Πάμε στο Ισπαχάν!
     Αλλά το χαλί έμεινε στη θέση του.
     - Τι έγινε; αναρωτήθηκε ο Αλή. Γιατί δεν πετάει;
     - Τι να έγινε, καημένε; είπε η Γκιουλμπαχάρ. Ο Αχμέντ σε κορόιδεψε. Δεν ξέρει να φτιάχνει ιπτάμενα χαλιά, αυτό είναι. Γι'αυτό και κανείς δεν πηγαίνει το χαλί του σε εκείνον, σου τα'λεγα εγώ, δε σου τα'λεγα;
     Βέβαια, η Γκιουλμπαχάρ δεν είχε απόλυτο δίκιο. Ο Αχμέντ δεν είχε πρόθεση να κοροϊδέψει τον Αλή. Είχε προσπαθήσει να το φτιάξει το χαλί, απλώς δεν τα είχε καταφέρει. Και αυτό επειδή, παρ'όλα τα μαθήματα που του είχε κάνει ο πατέρας του, αυτός δεν είχε καταφέρει να μάθει πώς δένεται ο μαγικός κόμπος, πότε τον έδενε ανάποδα, πότε τον έδενε σε λάθος θέση, και γι'αυτό δεν μπορούσε να φτιάξει ιπτάμενα χαλιά.
     - Θα του το πάω πίσω, είπε θυμωμένος ο Αλή.
     Και μια και δυο, φορτώθηκε ξανά το χαλί στον ώμο του και πήγε στον Αχμέντ.
     - Με κορόιδεψες, του είπε, δε μου το έφτιαξες το χαλί.
     - Πώς δε σου το έφτιαξα, δε θυμάσαι που ήταν ξηλωμένο; είπε εκείνος.
     - Ναι, αλλά προτού ξηλωθεί πετούσε, ενώ τώρα δεν πετάει!
     - Τι να σου πω, είπε ο Αχμέντ, φαίνεται θα ξηλώθηκε ο μαγικός κόμπος.
     - Ε, φτιάξ'τον! είπε ο Αλή.
     - Θα σου τον έφτιαχνα πολύ ευχαρίστως, είπε ο Αχμέντ, αν μπορούσα να βρω ποιος είναι. Αλλά πού να τον βρω το μαγικό κόμπο μέσα σε όλους αυτούς τους κόμπους που έχει το χαλί;
     - Και τώρα τι θα κάνω; είπε ο Αλή. Θέλω να πάω στο Ισπαχάν να ψωνίσω και υπολόγιζα σε αυτό το χαλί.
     - Μπορείς να νοικιάσεις χαλί από τον Ισμαήλ. Με δέκα γρόσια νοικιάζεις ένα για ολόκληρη τη μέρα.
     - Δέκα γρόσια; Είναι πολλά, μα τον Προφήτη! Και με το χαλί αυτό τι θα κάνω;
     - Α, δεν ξέρω, αν θέλεις πήγαινέ το στο Μουσταφά. Ίσως εκείνος να μπορεί να τον βρει το μαγικό κόμπο και να τον φτιάξει. Εγώ δεν μπορώ.
     Εγκεφαλικό πήγε να πάθει ο Αλή. Τόσα λεφτά πεταμένα, το χαλί αχρηστευμένο πια, και θα έπρεπε είτε να νοικιάσει είτε να αγοράσει καινούργιο... Και τι θα έλεγε στη γυναίκα του, που θα τον κορόιδευε;
     Με βαριά καρδιά πήγε στο μαγαζί του Γιουσούφ με τα χαλιά, και ύστερα από σκληρά παζάρια κατάφερε να αγοράσει ένα καινούργιο ιπτάμενο χαλί. Φόρτωσε και το παλιό, το επιδιορθωμένο του χαλί επάνω στο καινούργιο, και γύρισε στο σπίτι.
     - Τι είναι αυτό; ρώτησε η Γκιουλμπαχάρ. Πήρες καινούργιο χαλί;
     - Ναι, είπε ο Αλή, το σκέφτηκα καλύτερα. Είπα να στρώσουμε το παλιό στο μεγάλο τον οντά. Θα ταιριάζει πολύ ωραία με τα βελούδινα μαξιλάρια που θα κεντήσεις. Όσο για τις μετακινήσεις μου, αποφάσισα να αγοράσω ένα άλλο, να μη μου παραπονιέσαι και εσύ. Βέβαια, μου κόστισε δύο πουγκιά γρόσια, αλλά χαλάλι.
     - Πόσο σοφά τα σκέφτηκες όλα, άντρα μου, είπε η Γκιουλμπαχάρ, που τα κατάλαβε όλα. Θα πεταχτείς τώρα στο Ισπαχάν να ψωνίσεις;
     - Φυσικά, είπε εκείνος. Δώσε μου τη λίστα με τα ψώνια. Και αν βρω, θα σου φέρω και ένα ρόδο. Να δεις τι καλό άντρα έχεις. 
     Η Γκιουλμπαχάρ χαμογέλασε. Από μέσα της ευχαριστούσε τον Αλλάχ, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα είχε τακτοποιήσει όλα τόσο ωραία.
     - Πάμε! είπε ο Αλή και το χαλί ανυψώθηκε στον αέρα.
     Το χαλί με τον Αλή εξαφανίστηκε και η Γκιουλμπαχάρ πήρε το παλιό χαλί στο μεγάλο τον οντά και το έστρωσε. Και εκεί παραμένει μέχρι σήμερα, να κάνει παρέα με τα βελούδινα, κεντητά μαξιλάρια.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Μεταξύ μας

     
      Λοιπόν, θα σας εκμυστηρευθώ κάτι: στο σπίτι μου υπάρχει... μας ακούει κανείς; Μήπως υπάρχει κάποιος που κρυφοκοιτάζει την οθόνη του υπολογιστή πίσω από την πλάτη σας; Διώξτε τον, θέλω ό,τι πω να μείνει μεταξύ μας. Λοιπόν; Όλα εντάξει; Να συνεχίσω;
     Στο σπίτι μου, λοιπόν, υπάρχει - είμαστε μόνοι, είπαμε, έτσι; - , υπάρχει ένα φάντασμα! Ορίστε, το είπα: υπάρχει ένα φάντασμα στο σπίτι μου. Τώρα θα μου πείτε, πώς το ξέρω. Έλα ντε που το ξέρω! 
     Μισό λεπτό να βεβαιωθώ ότι δεν κρυφοκοιτάει αυτά που γράφω. Αλλιώς, ποιος ξέρει τι θα μου κάνει όταν του δοθεί η ευκαιρία. ...Ναι, δεν ακούω τίποτα. Μπορεί να κοιμάται. Ή, μπορεί απλώς να μην ξέρει ότι γράφω γι'αυτό. Όπως και να'χει, νομίζω πως είμαι μόνη μου τώρα.
     Στην αρχή δεν το είχα καταλάβει ότι δεν ήμουν μόνη στο σπίτι. Η πρώτη υποψία μου μπήκε όταν έχασα ένα ζευγάρι κάλτσες, και αργότερα άλλο ένα. Πού πήγαν οι κάλτσες μου, αφού χωρίς τα πόδια μου δεν μπορούν να περπατήσουν και να φύγουν; Άρα, κάποιος τις πήρε. Και ποιος άλλος θα μπορούσε να τις έχει πάρει, παρά κάποιο φάντασμα;
     Και δεν είναι μόνο οι κάλτσες. Από όταν πρωτοϋποπτεύθηκα την ύπαρξή του στο σπίτι, το φάντασμα ξεθάρρεψε. Μερικές φορές σβήνει τα φώτα στα καλά καθούμενα, άλλες φορές εξαφανίζει μαχαιροπήρουνα, άλλες φορές σκοντάφτει επάνω στα έπιπλα και τα κάνει να βγάζουν περίεργους θορύβους και όταν γίνεται πραγματικά κακό με σκουντάει και μου πέφτουν τα πράγματα από τα χέρια ή χάνω την ισορροπία μου... Καμιά μέρα θα χτυπήσω και η αιτία θα είναι το φάντασμα. Και όχι τίποτ'άλλο, πώς θα το πω στους γιατρούς, που θα με κοιτάξουν σαν να είμαι τρελλή;
     Σκέφτομαι ότι θα'πρεπε να το διώξω με κάποιον τρόπο, αλλά, από την άλλη, είναι μια παρέα... Και αν αποφασίσω να το διώξω, τι θα πρέπει να κάνω, εξορκισμό; Α, μπα, τα φοβάμαι αυτά, καλύτερα να συνεχίσω να προσποιούμαι ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα και - ποιος ξέρει; - μπορεί να βαρεθεί και να φύγει από μόνο του.
     Κι αν, από την άλλη, μου κουβαλήσει και την οικογένειά του; Τότε τι κάνω; Και μην αναρωτιέστε αν είμαι καλά στα μυαλά μου, είναι απόλυτα λογικό να έχει και οικογένεια. Αλλιώς, γιατί να κλέψει δύο ζευγάρια κάλτσες και όχι μόνο ένα; Φως-φανάρι, τα έκλεψε για την οικογένειά του.
     Γενικά, κατά καιρούς χάνω πολλά πράγματα, από όταν εμφανίστηκε το φάντασμα. Χάνω αποδείξεις, σημειώσεις, την ισορροπία μου, την ώρα μου, το κέφι μου, την ψυχραιμία μου, μέχρι και το μυαλό μου χάνω. Ευτυχώς που δεν έχασα ακόμα τον ύπνο μου, παρ'όλο που εκείνο προσπαθεί να με κάνει να τον χάσω. Βλέπετε, το βράδυ που ξαπλώνω για να κοιμηθώ είναι που κάνει την περισσότερη φασαρία. Και δώσ'του να τρίζουν από τα βήματά του τα πατώματα ή και οι πόρτες. Και ορίστε που το ψυγείο ακούγεται πιο δυνατά το βράδυ, που το φάντασμα βολτάρει ανενόχλητο στο σπίτι. Και ορίστε που τα ρούχα που ακουμπάω το βράδυ τακτοποιημένα στο κάτω μέρος του κρεβατιού τα βρίσκω την επόμενη μέρα πεσμένα στο πάτωμα!                                         
     Το φωτιστικό στη Χώρα του διαμερίσματος της Πίπης τα βλέπει όλα, ακόμα κι όταν είναι σβηστό. Ακόμα και όταν γύρω του τα πάντα είναι σκοτεινά, ακόμα και τότε εκείνο βλέπει πεντακάθαρα. Βλέπει, λοιπόν, πεντακάθαρα, πότε η Πίπη είναι απρόσεκτη με τα πράγματά της, και πότε είναι αφηρημένη και αφήνει διάφορα πράγματα κάπου πρόχειρα, και ύστερα τα ψάχνει και δεν τα βρίσκει. Και βλέπει πολύ καθαρά ότι η Πίπη είναι απρόσεκτη όταν κουβαλάει πράγματα και όλο σκοντάφτει δεξιά και αριστερά, και όλο κινδυνεύουν να της πέσουν τα πράγματα από τα χέρια της. Και, φυσικά, δεν του ξεφεύγει καθόλου ότι η Πίπη κλωτσάει στον ύπνο της και ρίχνει κάτω από το κρεβάτι της ό,τι βρίσκεται επάνω του. Και το φωτιστικό διασκεδάζει πάρα πολύ όταν βλέπει την Πίπη να ψάχνει κάτι που την προηγούμενη μέρα κρατούσε στα χέρια της, ή να παραπατάει και να προσπαθεί με αγωνία να κρατήσει την ισορροπία της και τα πράγματα που κρατάει , ή να κοιτάζει έκπληκτη τα πεσμένα ρούχα στο πάτωμα του υπνοδωματίου της, αυτά που η ίδια έριξε με μια κλωτσιά κάτω το προηγούμενο βράδυ. Έχει μεγάλη πλάκα αυτή η Πίπη!                                              
     Α, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω με το φάντασμα! Τι; Μήπως είμαι υπερβολική; Τι εννοείτε όταν λέτε ότι τα έχω τα χρονάκια μου; Όχι, το φάντασμα δε λέγεται Αλτσχάιμερ, δεν έχουμε συστηθεί, δεν ξέρω το όνομά του, πώς σας ήρθε αυτό, άκου Αλτσχάιμερ! Αλλά έτσι είναι πάντα, κανείς δεν αποδέχεται την αλήθεια. όλοι είναι δύσπιστοι, όμως εγώ λέω την αλήθεια, υπάρχει φάντασμα στο σπίτι και θα το αποδείξω... Ορίστε, πάλι εξαφανίστηκε το μαχαίρι του ψωμιού... αν δεν είναι αυτό απόδειξη, τότε δεν ξέρω τι είναι, και τώρα που το θυμήθηκα, κάτσε να μετρήσω και τις κάλτσες μου, ίσως λείπει κι άλλο ζευγάρι, μόλις μου φάνηκε ότι έχασα και μια μπλούζα...

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Ψάχνοντας τη σωτηρία



     Σε μία χώρα πέρα από τη Χώρα της πίσω βεράντας, ζούσε μια κακομαθημένη πριγκήπισσα. Της άρεσε να είναι συνέχεια ξαπλωμένη και το μόνο που την ενδιέφερε ήταν τα στολίδια και τα λούσα. Τα ρούχα της ήταν πανάκριβα και της τα σχεδίαζαν ειδικά για εκείνη οι πιο διάσημοι σχεδιαστές μόδας, και για τα παπούτσια της απασχολούσε τριάντα πριγκηπικούς τσαγκάρηδες.
     Μια μέρα, στο πριγκηπικό δωμάτιο, μια μικρή πολύ μικρή νεραϊδούλα έκανε το λάθος να μπει από το ανοιχτό παράθυρο. Η νεραϊδούλα ήταν πολύ νέα και περίεργη, όπως είναι συνήθως όλες οι νέες νεραϊδούλες και άρχισε να τριγυρνάει στο δωμάτιο και να θαυμάζει τα τόσα στολίδια, τα τόσα πανέμορφα φορέματα που υπήρχαν στην τεράστια, πριγκηπική ντουλάπα, και τα τόσα διαφορετικά παπούτσια, τα γυαλισμένα και τοποθετημένα με τάξη το ένα δίπλα στο άλλο. Πολύ θα ήθελε και εκείνη να έχει τόσα φορέματα και παπούτσια, αλλά στη Νεραϊδοχώρα αυτό δε γινόταν. Στη Νεραϊδοχώρα, κάθε νεραϊδούλα έχει ένα φόρεμα και ένα ζευγάρι παπούτσια, που δε χαλάνε ποτέ και που τα φοράει συνέχεια. Έχει και η Νεραϊδοχώρα τα βάσανά της, τι νομίζετε;
     Η νεραϊδούλα πετούσε και χάζευε και δεν ήθελε να φύγει. Έκανε όμως το λάθος να μην προσέχει τίποτα άλλο εκτός από τα φορέματα και τα στολίδια και δεν πρόσεξε ένα χέρι που την πλησίαζε αργά-αργά... 
     Χραπ! έκανε μια η πριγκήπισσα και έπιασε τη νεραϊδούλα από τα δυο της φτερά.
     - Σε παρακαλώ, είπε τρομαγμένη η νεραϊδούλα στην πριγκήπισσα, άσε με να φύγω!
     Εκείνη δεν είπε τίποτα, μόνο συνέχιζε να την κρατάει από τα φτερά και να την περιεργάζεται.
     - Για δες, σκέφτηκε. Μια νεραϊδούλα. Και είναι τόσο μικρή! Θα την κρατήσω για πάντα εδώ, και θα με υπηρετεί. Θα έχω τη δικιά μου, προσωπική νεράιδα. Καμία άλλη πριγκήπισσα δε θα έχει προσωπική νεράιδα, μόνο εγώ, μόνο εγώ!
      - Άφησέ με, συνέχισε η νεραϊδούλα. Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου. Η μαμά μου θα ανησυχεί.
     - Αυτό ας το σκεφτόσουν πριν μπεις απρόσκλητη στο δωμάτιό μου, είπε η πριγκήπισσα. Τώρα που σε έπιασα δεν πρόκειται να σε αφήσω. Τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να μένουν ανεκμετάλλευτες. Τώρα πια είσαι δική μου και θα με υπηρετείς.
     - Μα οι νεράιδες δεν είναι υπηρέτριες κανενός. Οι νεράιδες ζουν ελεύθερες.
     - Βλέπεις καμία ελεύθερη νεράιδα εδώ κοντά; ρώτησε προκλητικά η πριγκήπισσα. Εγώ, πάντως, βλέπω μόνο εσένα, και εσύ κάθε άλλο παρά ελεύθερη είσαι! πρόσθεσε.
     Και μια και δυο, έβαλε την νεραϊδούλα - που ήταν μικροσκοπική - μέσα σε ένα σπιρτόκουτο και την έκλεισε μέσα. Ύστερα άνοιξε μερικές τρυπούλες στο σπιρτόκουτο με μία καρφίτσα για να ανασαίνει η νεράιδα και το κουτί το έβαλε στο κομοδίνο της, δίπλα στο κρεβάτι της.
     - Έτσι θα την έχω δίπλα μου αν τυχόν μου έρθει καμιά επιθυμία τη νύχτα, σκέφτηκε.
     Και εκεί παρέμεινε το σπιρτόκουτο με τη νεράιδα όλη την υπόλοιπη μέρα. Μη νομίσετε, βέβαια, πως η νεραϊδούλα δεν προσπάθησε να το σκάσει, όμως δεν κατάφερε τίποτα. Ήταν πολύ μικρή και, επιπλέον, δεν είχε προλάβει να φάει όταν την έπιασε η πριγκήπισσα, και όταν οι νεράιδες δεν τρώνε δεν έχουν δύναμη για τίποτα.
     Η νύχτα άργησε να έρθει εκείνη τη μέρα, αλλά ήρθε τελικά, και η πριγκήπισσα πήγε στο δωμάτιό της και ξάπλωσε στο πριγκηπικό της κρεβάτι. Είχε σκοπό να δει κάτι καλό στον ύπνο της, για να το ζητήσει ύστερα από τη νεράιδα. Αποκοιμήθηκε γρήγορα.
     Την επόμενη μέρα ξύπνησε λίγο αργά. Δε θυμόταν τι όνειρο είχε δει, αλλά είχε καλή διάθεση. Τεντώθηκε, χασμουρήθηκε, σηκώθηκε από το κρεβάτι της και άπλωσε το χέρι της για να χτυπήσει το κουδούνι και να έρθει η πριγκηπική καμαριέρα. Τι ήταν αυτό; Το χέρι της είχε γεμίσει τρίχες! Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι τρίχες ήταν τόσο πυκνές που έμοιαζαν με γούνα!
     - Κλημεντίνη! φώναξε την καμαριέρα της, αφού δεν έφτανε να χτυπήσει το κουδούνι. Κλημεντίνη!
     - Καλημέρα, πριγκήπισσα, είπε η Κλημεντίνη μπαίνοντας χαμογελαστή στο πριγκηπικό δωμάτιο, αλλά τι συμβαίνει; Τι θέλει αυτή η γάτα εδώ; Ξουτ, παλιόγατα, φύγε από το κρεβάτι της κυρίας μου, πώς μπήκες εδώ μέσα;
     - Εγώ είμαι, Κλημεντίνη, δε με γνωρίζεις; ρώτησε η πριγκήπισσα. Εγώ είμαι, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο γέμισα τρίχες, να, δες, και στα χέρια και στα πόδια, θα χρειαστώ επειγόντως αποτρίχωση.
     - Ξουτ! ξαναείπε η Κλημεντίνη και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της πριγκήπισσας, που δεν καταλάβαινε τι γινόταν.
     - Κλημεντίνη, είπε, δεν ακούς τι σου λέω;
     Όμως η Κλημεντίνη είχε ήδη πιάσει ένα μαξιλάρι και το είχε πετάξει προς την πριγκήπισσα.
     - Τι κάνεις εκεί, θεοπάλαβη; ρώτησε η πριγκήπισσα, που ίσα που πρόλαβε να αποφύγει το μαξιλάρι. Πού πήγε ο σεβασμός που μου έδειχνες μέχρι τώρα;
     Δεν είχε προλάβει καλά-καλά να ολοκληρώσει την φράση της, όταν το μάτι της έπεσε επάνω σε ένα ασημένιο βάζο που στόλιζε το πριγκηπικό δωμάτιο. Και εκεί, αντί να δει την αντανάκλασή της -  όπως ήταν λογικό - είδε μία γάτα!
     - Νιάου, είπε, και συνειδητοποίησε ότι από το στόμα της δεν έβγαινε ήχος ανθρώπινος, αλλά μόνο νιαουρίσματα.
     - Φύγε από εδώ, παλιόγατα, είπε η Κλημεντίνη. Θα έρθει η κυρία μου και θα με σκοτώσει αν σε βρει εδώ. Φύγε, ξουτ, είπα!
     Η πριγκήπισσα πήδηξε κάτω από το κρεβάτι της και έτρεξε προς το παράθυρο για να φύγει.
     - Καλά να πάθεις! ακούστηκε μια φωνή από ψηλά.
     Κοίταξε προς τα εκεί από όπου ακουγόταν η φωνή και είδε δύο νεραϊδούλες.
     - Καλά να πάθεις, ξαναείπε η μία νεραϊδούλα, για να είσαι τόσο κακομαθημένη. Εκμεταλλεύτηκες το μέγεθός σου και φυλάκισες τη μοναχοκόρη μου για να σε υπηρετεί για πάντα. Δεν σκέφτηκες, όμως, ότι τα έβαζες με ένα πλάσμα μαγικό. Η τιμωρία σου θα είναι να παραμείνεις για πάντα γάτα. Τέρμα πια οι πολυτέλειες για εσένα. Τώρα θα γυρνάς στους δρόμους και θα ψάχνεις για φαγητό στα σκουπίδια. Θα ζεις έξω, και θα κρυώνεις όταν φυσάει, και θα βρέχεσαι όταν βρέχει, και θα ζεσταίνεσαι όταν έχει ήλιο. Θα δεις τι σημαίνει να τα βάζεις με τις νεράιδες.
     - Νιάου, είπε η πριγκήπισσα.
     - Και μην αρχίσεις τις συγγνώμες, συνέχισε η νεράιδα. Δε θα δείξω το παραμικρό έλεος, όπως και εσύ δεν έδειξες έλεος για την κόρη μου. Μόνο αν μετανοήσεις ειλικρινά θα το σκεφτώ να σε επαναφέρω στην πρότερή σου κατάσταση.
     Και οι νεραϊδούλες, μάνα και κόρη, πέταξαν μακριά.
     - Ξουτ, είπα! ακούστηκε ξανά η φωνή της Κλημεντίνης και ένα μαξιλάρι έπεσε με δύναμη επάνω στην πριγκήπισσα.
     Η πριγκήπισσα πήδηξε κάτω από το μπαλκόνι τρομαγμένη. Και τώρα;
     Από μακριά ακούστηκε το γάβγισμα ενός σκύλου. Πώς θα έμενε μόνη της έξω από το σπίτι; Τι θα έκανε αν μπροστά της εμφανιζόταν ένας σκύλος; Και το βράδυ θα κοιμόταν έξω, στα σκοτεινά; Και θα έπρεπε να τρώει από τα σκουπίδια; Μπλιαχ! Τι ατυχία ήταν αυτή! Γιατί είχε φυλακίσει τη νεραϊδούλα; Αχ, αν το ήξερε τι θα πάθαινε, ποτέ δε θα την έπιανε στα χέρια της.
     - Νεράιδα! φώναξε. Νεράιδα, συγγνώμη, το μετάνιωσα! Με ακούς, νεράιδα; Γύρνα πίσω, συχώρεσέ με, το μετάνιωσα!
     Αλλά η νεράιδα και η κόρη της είχαν γίνει άφαντες, και η πριγκήπισσα δεν τις έβλεπε πουθενά. Άρχισε τότε να γυρνάει παντού και να τις ψάχνει. Τις έψαχνε μέσα στα αγριόχορτα, μέσα στα πυκνά φυλλώματα των δέντρων παντού. Αλλά οι νεράιδες κρύβονται πολύ καλά και, έτσι, ακόμα να τις βρει η πριγκήπισσα.
     Αλλά και στο παλάτι έγινε χαμός, επειδή η πριγκήπισσα εξαφανίστηκε και κανείς δεν έμαθε πού πήγε. Και όλοι ψάχνουν, στο παλάτι ψάχνουν την πριγκήπισσα, και ο βασιλιάς και η βασίλισσα έχουν αρρωστήσει από την στενοχώρια τους, και η πριγκήπισσα ψάχνει τη  νεράιδα, και ακόμα δεν την έχει βρει και ανησυχεί.
     Μα πού μπορεί να έχει πάει η νεράιδα;