Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάποιον είδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάποιον είδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Η Πίπη και το φασόλι ή μια βρωμερή ιστορία

     Τώρα, διαβάζοντας τον τίτλο, πολλοί θα νομίζουν ότι η ιστορία αυτή αποτελεί μια συνέχεια της Πίπης με τις φασολιές, αλλά όχι. Κάποιοι άλλοι ίσως νομίσουν ότι έχει σχέση με την ιστορία της πριγκίπισσας με το μπιζέλι. Αυτοί ίσως να έχουν και κάποιο δίκιο.
     Επειδή η ιστορία έχει να κάνει με μια πριγκίπισσα που δεν μπορούσε να κοιμηθεί εξαιτίας ενός φασολιού. Βέβαια, για να ακριβολογούμε, το φασόλι αυτό καμία σχέση δεν είχε με το μπιζέλι του παραμυθιού, αφού δεν ήταν κρυμμένο κάτω από τριάντα στρώματα, αλλά μέσα σε μια κοιλιά.
     Και αυτή η κοιλιά ανήκε σε μια πριγκίπισσα, που για να είμαστε ειλικρινείς δεν ήταν ακριβώς πριγκίπισσα... Για την ακρίβεια, η κοιλιά ανήκε στη Νεράιδα της χλωρίδας, η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ είναι η αδερφή της Πίπης.
     Τώρα θα μου πείτε, πώς μπορεί η Πίπη, πνεύμα ελεύθερο και ολίγον ανατρεπτικό, να έχει για αδερφή της μια νεράιδα; Ε, αυτό δεν μπορώ να το εξηγήσω. Μπορώ απλώς να επιβεβαιώσω ότι η νεράιδα και η Πίπη είναι αδερφές.
     Το φασόλι, λοιπόν, βρισκόταν μέσα στην κοιλιά της νεράιδας, και από όταν βρέθηκε εκεί, ας μην κρυβόμαστε, έκανε ένα σωρό αταξίες. Η μεγαλύτερη από όλες ήταν ότι έκανε την κοιλιά της νεράιδας να πρήζεται και να χορεύει, και η κοιλιά πρήστηκε τόσο πολύ που στο τέλος η νεράιδα δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
     Η μόνη λύση ήταν το φασόλι να βγει από μέσα από την κοιλιά της νεράιδας, αλλά εκείνο είχε γραπωθεί και δεν το κουνούσε ρούπι.
     - Σιγά μην βγω, έλεγε, να με κάνετε φασολάδα. Εδώ θα μείνω.
     - Βρε, έλα να δεις τι ωραία που είναι εδώ έξω, του έλεγαν για να το δελεάσουν.
     - Πριτς! έκανε εκείνο και τότε η νεράιδα άφηνε μια πορδή (ναι, και οι νεράιδες αφήνουν πορδές καμιά φορά).
     Αλλά τελικά, δεν ήταν στο χέρι του να επιλέξει. Και η νεράιδα πήγε στο γιατρό, και ο γιατρός άνοιξε την κοιλιά και έβγαλε έξω το φασόλι...
     Όμως - κι αυτό είναι ακόμα πιο αξιοθαύμαστο και από την ίδια τη νεράιδα - το φασόλι είχε μεταμορφωθεί: είχε βγάλει μαλλιά και μάτια, και μύτη και στόμα, και αυτιά, είχε βγάλει και χέρια και πόδια και έμοιαζε πάρα πολύ με άνθρωπο...
     Και η νεράιδα χάρηκε πολύ που το φασόλι έμοιαζε με άνθρωπο, και όλοι χάρηκαν πολύ, δηλαδή, και μάλλον και το φασόλι χάρηκε, αφού τη γλίτωσε τη φασολάδα. Και η Πίπη χάρηκε επίσης, και από τη χαρά της του χάρισε μία αρκουδίτσα που έφτιαξε με τα χεράκια της, καθώς η Πίπη - δεν ξέρω αν το ξέρετε - είναι και χρυσοχέρα.
     Και αν με ρωτάτε για το δεύτερο σκέλος του τίτλου, ε, αυτό είναι εμφανές: η Πίπη χάρηκε τόσο πολύ που το φασόλι της νεράιδας μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο, που η μυρωδιά της χαράς της έφτασε μέχρι το Άλφα του Κενταύρου!


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Ντεκαντάνς




     Δύο αγάπες είχε ο μαχαραγιάς, γνωστός με το όνομα Σακαμάτρα: την όμορφη γυναίκα του, Σινταραβάνι, και τη μονάκριβή του κόρη, την πριγκίπισσα Σιναμάρτι. Γι'αυτό και σήμερα ξύπνησε πολύ χαρούμενος, αφού ήταν μια πολύ σημαντική μέρα για την πριγκίπισσα.
     Βλέπετε, έκλεινε τα τρία της χρόνια και αυτό σήμαινε ότι είχε έρθει η ώρα για την τελετή του ιερού λωτού. Όλοι οι ευγενείς του παλατιού, με πρώτο και καλύτερο τον Σακαμάτρα, θα συνόδευαν την πριγκίπισσα, επάνω σε ελέφαντες, βαμμένους με ιερά χρώματα, η δε Σιναμάρτι θα ταξίδευε επάνω στον αγαπημένο της ελέφαντα, τον Μπινταγιάνα.
     Όλες οι προετοιμασίες είχαν γίνει καθώς έπρεπε, οι επίσημες φορεσιές είχαν ραφτεί και κεντηθεί με πολύτιμους λίθους, η μεταξωτή φορεσιά της πριγκίπισσας επίσης ήταν έτοιμη, το μόνο που έμενε να γίνει ήταν να στολιστεί ο Μπινταγιάνα. Γι'αυτόν τον λόγο είχαν καλέσει στο παλάτι τους καλύτερους διακοσμητές ελεφάντων. Τα νύχια του Μπινταγιάνα βάφτηκαν τυρκουάζ, ενώ στο κεφάλι του τοποθετήθηκε ένα χρυσοκέντητο κάλυμμα, ειδικά κεντημένο με κινέζικο μετάξι.
     Κι όμως, κάτι έμελλε να χαλάσει τη γιορτινή διάθεση του παλατιού: ο Μπινταγιάνα καθόταν κάτω και δεν κουνιόταν σχεδόν καθόλου. Τα στολισμένα του αυτιά παρέμεναν κι αυτά πεσμένα κάτω, το δε κεφάλι του φαινόταν βαρύ.
     Ήταν εμφανές ότι ο αγαπημένος ελέφαντας της Σιναμάρτι ήταν άρρωστος, και αυτό δεν ήταν διόλου καλό σημάδι. Μία λύση υπήρχε, και αυτή ήταν να παρασκευαστεί ένα ειδικό φάρμακο από πολτοποιημένα φρούτα και μπαχαρικά, που το ράντιζαν με ιερό νερό από τον Γάγγη και το έδιναν στον άρρωστο ελέφαντα να το φάει.
     Ο Σακαμάτρα απευθύνθηκε στη γυναίκα του, την όμορφη Σινταραβάνι, για να φτιάξει το γιατρικό, όπως προέβλεπε το τελετουργικό. Η όμορφη Σινταραβάνι, που από όταν είχε παντρευτεί με τον Σακαμάτρα είχε γεμίσει στρογγυλάδες, βρισκόταν στο δωμάτιό της με τις ακολούθους της και έλεγαν πικάντικες ιστορίες, τις οποίες διέκοψαν αμέσως μόλις ο μαχαραγιάς άνοιξε την πόρτα.
     - Καλημέρα, όμορφη Σινταραβάνι, είπε ο Σακαμάτρα.
     - Καλημέρα, βασιλιά μου, απάντησε εκείνη. Τι οδήγησε τα βήματά σου σε εμένα;
     - Ο Μπινταγιάνα αρρώστησε.
     - Δεν είναι δυνατόν!
     - Κι όμως, είναι καθισμένος κάτω και αρνείται να σηκωθεί. Θα πρέπει να του φτιάξεις το εξαγνιστικό φάρμακο, αλλιώς η πριγκίπισσα δεν θα μπορέσει να πάρει μέρος στην τελετή του ιερού λωτού...
     Και τότε η Σινταραβάνι είπε κάτι ανήκουστο μέχρι τότε.
     - Δεν μπορώ να φτιάξω το φάρμακο, να το φτιάξεις εσύ, βασιλιά μου, είπε και έκανε μια μικρή υπόκλιση.
     Στη στιγμή οι ακόλουθοί της σηκώθηκαν και βγήκαν έξω από το δωμάτιο.
     - Μα αφού ξέρεις ότι η παρασκευή αυτού του φαρμάκου είναι καθήκον της μητέρας της εορτάζουσας.
     - Δεν μπορώ, αφού ξέρεις ότι εγώ δεν τα καταφέρνω σε αυτά τα πράγματα...
     Αυτό ήταν ξεκάθαρα μία μπηχτή, και μην πει κανείς ότι οι βασίλισσες δεν γνωρίζουν από μπηχτές, προφανώς δεν έχουν γνωρίσει καμία βασίλισσα. Ο Σακαμάτρα κατάλαβε τι εννοούσε η γυναίκα του, αλλά προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε.
     - Τι εννοείς, καλή μου γυναίκα; είπε ευγενικά. Εσύ είσαι η πιο όμορφη, και η πιο έξυπνη, και η πιο καλή από όλες τις βασίλισσες, είσαι ο ήλιος που φωτίζει τη ζωή μου...
     - Αυτό να το σκεφτόσουν προχθές, προτού μου πεις ότι το κάρυ που σου έφτιαξα ήταν πολύ πικάντικο! 
     Ο Σακαμάτρα κοίταξε με λαχτάρα τις στρογγυλάδες της Σινταραβάνι, οι οποίες τον διευκόλυναν πολύ, κάθε φορά που επιχειρούσε την αγαπημένη του στάση αριθμός 77 του Κάμα Σούτρα. Τι βλακεία ήταν αυτή που είχε κάνει, να της πει ότι το κάρυ της ήταν πολύ πικάντικο; Πέντε μήνες θα του το κρατούσε τώρα.
     - Δεν εννοούσα κάτι κακό, ομορφιά μου. Ίσα-ίσα, που ήθελα να συμπληρώσω ότι έτσι πικάντικα μου αρέσουν τα φαγητά...
     - Βρε, άσ'τα αυτά και δεν χάνεις ευκαιρία να συγκρίνεις τα φαγητά μου με αυτά της μητέρας σου! "Η μητέρα μου αυτό", "η μητέρα μου εκείνο", και "έτσι το φτιάχνει η μητέρα μου", και "η συνταγή της μητέρας μου"... Και η δικιά μου η μητέρα έχει συνταγές, κύριε, και όλοι είχαν να το λένε για τη μαγειρική της, και ειδικά για το κάρυ της. Που θα μου πεις εσύ ότι είναι πολύ πικάντικο...
     - Έσφαλλα, το ομολογώ, είπε ο Σακαμάτρα, προσπαθώντας να την καλμάρει. Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ, και φτιάξε το φάρμακο για τον Μπινταγιάνα.
     - Αποκλείεται!
     - Μα πώς θα πάει η κόρη μας στην αίθουσα της τελετής του ιερού λωτού; Μόνο επάνω στον αγαπημένο της ελέφαντα μπορεί να πάει...
     - ... ή μπορεί να την οδηγήσει εκεί ο ίδιος της ο πατέρας.
     - Τρελάθηκες; Μα εγώ είμαι μαχαραγιάς, πώς θα την πάω;
     - Να την βάλεις επάνω στο καρότσι της και να την πας. Αυτό δεν απαγορεύεται, ίσα-ίσα που είναι και πολύ της μόδας, τώρα τελευταία.
     - Και τι θα γίνει με όλους τους στολισμένους ελέφαντες, με τις κεντημένες στολές, χαμένες θα πάνε;
     - Στείλε τις στολές με έναν από τους ελέφαντες και ντύνεστε εκεί. Εγώ, μια φορά, το φάρμακο δεν το φτιάχνω!
     - Μα είναι για την κόρη σου!
     - Είναι και δικιά σου κόρη.
     - Μα...
     - Δεν έχει μα και ξεμά... Ετοιμάσου, βάλε την κόρη σου στο καρότσι και πήγαινέ την για να γίνει η τελετή. Άντε, βιάσου, θα αργήσετε!
     - Και πώς θα πάω χωρίς ελέφαντα;
     - Ξέρω εγώ; Πάρε το μετρό!
     - Το μετρό; Και πώς το παίρνουν το μετρό;
     - Μπαίνουν μέσα και το παίρνουν, ρώτα να μάθεις... Και κοίτα μη βάλεις τη στολή την κεντημένη με τα ρουμπίνια και σε κλέψουν ολόκληρο εκεί μέσα! Και την κόρη μας απλά να την ντύσεις, αλλιώς θα την κλέψουν και θα πρέπει να κάνουμε άλλη!
     Πολύ τρόμαξε ο Σακαμάτρα με όσα του είπε η γυναίκα του, αλλά δεν τον έπαιρνε να κάνει και τίποτα, παρά μόνο να υπακούσει. Έτσι, ντυμένος απλά και με την μονάκριβή του Σιναμάρτι στο καρότσι, πήγε να πάρει το μετρό. Εκεί τους είδα και εγώ σήμερα το πρωί, που πήγαιναν για την τελετή του ιερού λωτού. Και μη μου πείτε πώς τους κατάλαβα. Ο Σακαμάτρα, πάνω στη βιασύνη του να ντυθεί, είχε ξεχάσει να βγάλει το τουρμπάνι του. Πάλι καλά που δεν είχε ξεχάσει να βγάλει και τη στολή με τα ρουμπίνια.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Απαστράπτουσα απόδειξη

     Τι όμορφη που ήταν η νεαρή κοπελίτσα, με τα πυκνά, απαλά σαν μετάξι μαλλιά της, με τα μεγάλα, εκφραστικά της μάτια με τις πυκνές βλεφαρίδες, με το απαλό σαν βελούδο δερματάκι της, με τα αφράτα τα χειλάκια της, με τη λυγερή της κορμοστασιά... Ήταν ένα όνειρο σωστό, και όλοι το έλεγαν. 
     Μέχρι και που πήγε και σε διαγωνισμό ομορφιάς. Και εκεί επιβεβαιώθηκε αυτό που ήξεραν όλοι: ότι η κοπελίτσα ήταν η πιο όμορφη. Και της φόρεσαν μια κορδέλα χιαστί. Και της έβαλαν και μια τιάρα γεμάτη στρασάκια στο κεφάλι. Και περπάτησε καμαρωτά-καμαρωτά, να τη θαυμάσουν όλοι. Και όλοι την κοιτούσαν μαγεμένοι. Και όλοι τη θαύμαζαν.
     Και έσβησαν τα φώτα της γιορτής, και τα στρασάκια δεν έλαμπαν πια το ίδιο. Αλλά η κοπέλα δεν εννοούσε να βγάλει την τιάρα από το κεφάλι της.
     - Αφού την κέρδισα, έλεγε, είναι δικιά μου. Και αφού είναι δικιά μου, θα τη φοράω όποτε θέλω. Και αφού θέλω να τη φορέσω, θα τη φορέσω. Είμαι ή δεν είμαι εστεμμένη;
     Και φορούσε την τιάρα παντού, όπου πήγαινε. Και καθώς περνούσε, όλοι γύριζαν το κεφάλι τους και την κοιτούσαν. Την κοιτούσαν και την καμάρωναν, και τη θαύμαζαν.
     Και πέρασε λίγος καιρός και η τιάρα έχασε λίγη από τη λάμψη της, αλλά αυτό καθόλου δεν πείραζε, και η εστεμμένη συνέχισε να τη φοράει, όπου κι αν πήγαινε. Και καθώς περνούσε, όλοι γύριζαν το κεφάλι τους και την κοιτούσαν. Και τη θαύμαζαν.
     Και πέρασε κι άλλος καιρός και η εστεμμένη πήρε μερικά κιλά, αλλά αυτό καθόλου δεν πείραζε, αφού η τιάρα χωρούσε μια χαρά στο κεφάλι της και εκείνη συνέχισε να τη φοράει, όπου κι αν πήγαινε. Και καθώς περνούσε, όλοι γύριζαν το κεφάλι τους και την κοιτούσαν. 
     Κι άλλος καιρός πέρασε και τα μαλλιά της εστεμμένης άρχισαν να χάνουν το χρώμα τους, αλλά αυτό διορθώθηκε γρήγορα με μία βαφή. Και εμφανίστηκαν και κάποιες ρυτίδες στο πρόσωπο, αλλά ευτυχώς που υπήρχε το μακιγιάζ και έτσι το πρόβλημα καλύφθηκε. Και η εστεμμένη συνέχισε να φοράει την τιάρα, όπου κι αν πήγαινε. Και καθώς περνούσε, όλοι γύριζαν το κεφάλι τους και την κοίταζαν. Και, πού και πού, σκουντούσαν ο ένας τον άλλον.
     Και άλλα χρόνια πέρασαν, και οι ρυτίδες έγιναν πιο πολλές, και το μακιγιάζ πιο έντονο. Και προστέθηκαν και μερικά ακόμη κιλά, και κάποια πράγματα άρχισαν να τρεμουλιάζουν. Αλλά η τιάρα χωρούσε μια χαρά στο κεφάλι με τα χιλιοβαμμένα μαλλιά, και αν και δεν έλαμπε όπως παλιά, ακόμα λαμπύριζε στο φως του ήλιου. Και η εστεμμένη συνέχισε να φοράει την τιάρα, όπου κι αν πήγαινε. Και καθώς περνούσε, όλοι γύριζαν το κεφάλι τους και την κοίταζαν. Και μερικοί κουνούσαν και το κεφάλι τους πάνω-κάτω.
     Και πέρασαν κι άλλα χρόνια, και το πρόσωπο της εστεμμένης γυάλιζε περισσότερο από όσο έλαμπε η τιάρα της, και το σώμα της είχε στρογγυλέψει πολύ και ίσως κάποια πράγματα κρεμούσαν και λίγο, αλλά αυτό καμία σημασία δεν είχε. Και η εστεμμένη συνέχισε να κυκλοφορεί φορώντας την τιάρα της, και από όπου περνούσε, όλοι γύριζαν το κεφάλι τους και την κοίταζαν. Την κοίταζαν και σκουντούσαν ο ένας τον άλλον, και κουνούσαν το κεφάλι πάνω-κάτω, και την κορόιδευαν.
     Και η παρηκμασμένη εστεμμένη συνέχισε να κυκλοφορεί, απτόητη, φορώντας την ξεθωριασμένη της τιάρα, και να περπατάει καμαρωτά-καμαρωτά, λες και βρίσκεται σε πασαρέλα. Κι εσείς, αν ποτέ τη δείτε στον δρόμο, δείξτε λίγη κατανόηση. Θυμηθείτε: κάποτε ήταν η πιο όμορφη.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Ιγκόγνιτο

     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε μια καμηλοπάρδαλη, που δεν έμοιαζε με τις άλλες. Κι αυτό επειδή, αντί να κάθεται απλώς και να μασουλάει νωχελικά τα φύλλα των δέντρων, εκείνη είχε και επιθυμίες ασυνήθιστες, επιθυμίες που κανένας πριν από αυτήν δεν είχε στη σαβάνα.
     - Είναι τρελή αυτή η μικρή, έλεγαν οι άλλες καμηλοπαρδάλεις όταν την έβλεπαν να περνάει, με τον λαιμό της τεντωμένο και το ονειροπόλο βλέμμα της να κοιτάζει ψηλά.
     Εκείνην, όμως, καθόλου δεν την ενοχλούσαν τα σχόλια. Βλέπετε, ήταν και λίγο αφηρημένη, οπότε δεν άκουγε τι έλεγαν οι άλλοι γι'αυτήν.
     Και μη φανταστείτε ότι ήταν περίεργη. Όχι, απλά πράγματα ήθελε να μάθει. Ήθελε - ας πούμε - να μάθει πού πηγαίνει ο ήλιος όταν δύει. Καθόταν, λοιπόν, με τις ώρες πριν από το ηλιοβασίλεμα και τεντωνόταν, και κοίταζε πέρα μακριά στον ορίζοντα, αλλά πού πάει ο ήλιος δεν έμαθε τελικά. Ή, ήθελε να μάθει τι είναι η θάλασσα, και πάλι τεντωνόταν για να δει πίσω από τα βουνά, όπου βρισκόταν η θάλασσα, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να τη δει τη θάλασσα και τελικά έμεινε με την απορία.
     Μέχρι που - δε θα το πιστέψετε - της ήρθε η ιδέα να δει πώς ζουν οι άνθρωποι στις πόλεις και να μπει στο μετρό. Έλα, όμως, που ήταν πολύ ψηλή και θα ξεχώριζε με τον μακρύ της λαιμό... Τι να κάνει; Τι να κάνει; 
      - Θέλω να πάω στην πόλη, είπε στον φίλο της, τον κολαούζο.
     - Τι να κάνεις; τη ρώτησε εκείνος.
     - Θέλω να μπω στο μετρό, του απάντησε.
     - Α, έκανε αυτός, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβε τι εννοούσε.
     Η καμηλοπάρδαλη αναστέναξε.
     - Τι συμβαίνει; τη ρώτησε ο κολαούζος, που ήταν καλός φίλος και νοιαζόταν για εκείνη.
     - Δεν μπορώ να πάω, είπε η καμηλοπάρδαλη και άρχισε να σιγοκλαίει.
     - Γιατί; Απαγορεύεται;
     - Όχι, είπε εκείνη και ξέσπασε σε λυγμούς, δεν μπορώ να πάω γιατί είμαι πολύ ψηλήηηηηηηη-ηηηηη-ηηηηηη!!!!
     - Και γιατί δεν πας να ρωτήσεις τον γιατρό; Οι γιατροί τα ξέρουν όλα.
     Αυτό, βέβαια, είναι λάθος, αλλά τι να ξέρει κι αυτός; Ένας απλός κολαούζος ήταν. Πάντως, της καμηλοπάρδαλης της κόπηκε το κλάμα και αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του φίλου της.
     Ο γιατρός άκουσε το πρόβλημά της, την κοίταξε από εδώ, την κοίταξε από εκεί, της μέτρησε την πίεση, της έβαλε θερμόμετρο, την έβαλε να κάνει "Αααααα" για να εξετάσει τον λαιμό της - αφού ανέβηκε στη φορητή σκάλα που είχε στο ιατρείο του, όλα καλά τα βρήκε.
     - Μία λύση υπάρχει για το πρόβλημά σου, της είπε.
     - Ποια; ρώτησε η καμηλοπάρδαλη.
     - Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, είπε εκείνος, μια μικρή επεμβασούλα. Αν όμως την κάνουμε, μετά δε θα μπορείς να ξαναγίνεις όπως ήσουν.
     - Δε με νοιάζει, απάντησε η καμηλοπάρδαλη, αρκεί να πάω στην πόλη και να μπω στο μετρό!
     Έτσι και έγινε και η καμηλοπάρδαλη μπήκε στο χειρουργείο, και όταν βγήκε ο λαιμός της ήταν πολύ πιο κοντός, και το ίδιο ήταν και η ίδια.
     - Τώρα θα χωράς στο μετρό, της είπε.
     Η καμηλοπάρδαλη δεν ήξερε πώς να τον ευχαριστήσει.
     Έφτιαξε, λοιπόν, τις βαλίτσες της, και μια και δυο πήγε στην πόλη. Και το πρώτο πράγμα που έκανε όταν πήγε στην πόλη ήταν να μπει στο μετρό. 
     Όλα της φαίνονταν ωραία και ήταν πολύ χαρούμενη. Βέβαια, ακόμη ήταν πολύ πιο ψηλή από τους περισσότερους ανθρώπους και έμοιαζε λίγο με τη Χιονάτη ανάμεσα στους νάνους, αλλά κανένας δεν κατάλαβε ότι στην πραγματικότητα ήταν καμηλοπάρδαλη. Δηλαδή, όχι και κανένας...
     Την κατάλαβα εγώ. Μπήκαμε μαζί στο ίδιο βαγόνι - εκείνη μπροστά, εγώ πίσω - και παρ'όλη την επέμβαση, ίσα που την έφτανα στον ώμο. Το κεφάλι της λίγο απείχε από το ταβάνι, και τα καπούλια της ήταν στο ύψος του στήθους μου - δεν ξέρω, βέβαια, πού είχε κρύψει την ουρά της. Στην πλάτη της φαίνονταν ακόμα τα ράμματα από την επέμβαση, σαν να είχε στην πλάτη ένα φερμουάρ.
     Η καμηλοπάρδαλη κοίταζε γύρω της με ενδιαφέρον. Το βλέμμα της έπεσε και σε εμένα, αλλά εγώ προσποιήθηκα ότι δεν είχα καταλάβει ποια ήταν. Και, παρ'όλο που και οι άλλοι επιβάτες την κοιτούσαν σαν μαγνητισμένοι, είμαι σίγουρη ότι κανένας τους δεν κατάλαβε ότι ήταν καμηλοπάρδαλη.
     Κατέβηκε από το μετρό δύο στάσεις προτού κατέβω εγώ. Την είδα που κοντοστάθηκε λίγο, προσπαθώντας να προσανατολιστεί. Ύστερα, άρχισε να περπατάει αργά, νωχελικά προς την έξοδο. Αργά και νωχελικά, σαν καμηλοπάρδαλη. Τελικά, το περπάτημα είναι μεγάλος προδότης.

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Για ένα μπλα-μπλα

  

      - Μπλα-μπλα-μπλα! είπε ο ένας καρδινάλιος.
     Και συνέχισε: Μπλαμπλαμπλα, μπλαμπλαμπλαμπλά!
     Μια μύγα, που ετοιμαζόταν να πετάξει προς ένα μισάνοιχτο στόμα, αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα των λόγων του καρδιναλίου και παρέμεινε στη θέση της, μαύρη κουκίδα στον κιτρινωπό τοίχο. Τικ-τακ! έκαναν οι δείκτες ενός ρολογιού χειρός.
     - Μπλαμπλαμπλαμπλά, μπλα, μπλαμπλαμπλά, μπλα, μπλαμπλά, πήρε το λόγο ο δεύτερος καρδινάλιος.
     - Χα-χα-χα! έκαναν όλοι.
     Ήταν ένα αστείο μπλα-μπλα.
     Τικ-τακ, έκαναν ξανά οι δείκτες του ρολογιού.
     - Μπλα-μπλα, συνέχισε ο καρδινάλιος.
     Και ενώ το μπλα-μπλα συνεχιζόταν, πάρα πολλά ζευγάρια μάτια κοιτούσαν με προσήλωση, ενώ ένα σωρό μυαλά διατρέχονταν από άκρη σε άκρη από σκέψεις του τύπου:
     - Θα συνεχιστεί πολύ αυτό;
     - Ωραία παπούτσια! Πόσο να κάνουν, άραγε;
     - Τι ώρα αρχίζει ο αγώνας, είπαμε;
     - Ελπίζω ο άχρηστος ο άντρας μου να το βρήκε το φαγητό στο φούρνο.
     - Πω-πω, κοίτα το μαλλί εκείνης εκεί: ένα δάχτυλο έχει βγει η ρίζα. Να θυμηθώ να κλείσω ραντεβού στο κομμωτήριο.
     - Ωραίο το γκομενάκι. Να είναι ελεύθερο, άραγε;
     - Ένα προβατάκι, δύο προβατάκια...
     - Κλείδωσα;
     - Μια ωραία πεταλούδα...
     - Ζζζζζζζζ..........
     Πού και πού, κάποια μασελίτσα ανοιγόκλεινε αργά, νωχελικά. Πολλά ζευγάρια βλέφαρα ανοιγόκλειναν, ενώ η επιθυμία τους ήταν εμφανώς να παραμείνουν κλειστά. Τικ-τακ, ξαναέκαναν οι δείκτες του ρολογιού. Η μύγα αποφάσισε να πετάξει. Αρκετή ώρα είχε μείνει ακίνητη.
     Το λόγο πήρε και η καρδιναλίτσα.
     - Μπλα-μπλαμπλαμπλα,... άρχισε να μιλάει κι εκείνη.
     Ύστερα ξαναπήρε το λόγο ο δεύτερος καρδινάλιος. Το ακροατήριο συνέχιζε να κοιτάζει τον ομιλητή. Η μύγα βγήκε από την αίθουσα. Τικ-τακ, ξαναέκανε το ρολόι.
     Και τα "τικ-τακ" περνούσαν, και οι καρδινάλιοι μιλούσαν, και το κοινό αδημονούσε... Και όταν, επιτέλους, τελείωσαν οι ομιλίες, είχε κιόλας βραδιάσει και στο φούρνο του χρόνου ψηνόταν ήδη η επόμενη μέρα.
     Τικ-τακ! έκανε το ρολόι. Τόσα "τικ-τακ" περασμένα, τόσα λεπτά χαμένα, για πάντα. Χαμένα, για ένα μπλα-μπλα.

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Ταξιδιωτικής επανάστασης συνέχεια

     Για όλα, φυσικά, υπάρχει και το αντίθετό τους. Σήμερα, χωρίς καθόλου να το θέλω, ταξίδεψα σε ένα τυροκομείο, γεμάτο, τυριά, τυροπήγματα, γιαούρτια και πρόβειο γάλα. Έχω μάλιστα την αίσθηση ότι στον χώρο που ταξίδεψα, εκτός από τα προϊόντα βρίσκονταν και τα πρόβατα που έδωσαν το γάλα. Επρόκειτο για τουλάχιστον 50 κεφάλια (προβάτων, όχι τυριών) Άτιμο πράγμα το οσφρητικό ταξίδι, τελικά. Θα περιοριστώ στα ταξίδια με τον καναπέ-χρονοταξιδευτή.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Σε τόνους του πορτοκαλί

 

      Την είδα σήμερα, την πορτοκαλί γυναίκα. Έκανε βόλτα, ντυμένη στα πορτοκαλί, σπρώχνοντας ένα πορτοκαλί καροτσάκι, όπου μέσα καθόταν το πορτοκαλί μωρό της, επίσης ντυμένο στα πορτοκαλί. Φαινόταν πολύ ήρεμη, και μάλλον χαρούμενη, η πορτοκαλί γυναίκα.
     Είναι τυχερή, η πορτοκαλί γυναίκα. Δεν είναι ούτε ξινή και στριμμένη, σαν τη μητέρα της, την κίτρινη γυναίκα, ούτε ευέξαπτη και επιθετική, σαν τον πατέρα της, τον κόκκινο άντρα. Είναι ισορροπημένη, σε γενικές γραμμές, η πορτοκαλί γυναίκα.
     Όταν ήταν μικρή, η μητέρα της, η κίτρινη γυναίκα, που της άρεσε η λεμονάδα, οι μπανάνες και τα κίτρινα τυριά, την έντυνε στα κίτρινα και στόλιζε τα μαλλιά της με μαργαρίτες, προσπαθώντας να την κάνει να της μοιάζει. Ήταν γκρινιάρα η μητέρα της, η κίτρινη γυναίκα.
     Ο πατέρας της, από την άλλη μεριά, ο κόκκινος άντρας, θύμωνε και άναβε και κόρωνε, όταν έβλεπε τις προσπάθειες της γυναίκας του να κάνει το παιδί να της μοιάζει, αντί να μοιάζει σε εκείνον. Σε εκείνον άρεσαν πολύ τα κοκκινιστά φαγητά, που τα συνόδευε πάντα με ντοματοσαλάτα και κόκκινο κρασί, και τρελαινόταν για φράουλες, κεράσια και καρπούζι. Επίσης, λάτρευε τις ταυρομαχίες. Ήταν όμως ευέξαπτος ο πατέρας της, ο κόκκινος άντρας.
     Και ήταν και επίμονος, ο κόκκινος άντρας. Αγόραζε κόκκινα φουστάνια και κόκκινα παπούτσια, και κόκκινα σκουφιά για την κόρη του, και την έβαζε να τα φοράει, ακόμα κι αν έξω έκανε ζέστη και έσκαγε ο τζίτζικας. Τον λοξοκοιτούσε η γυναίκα του, η κίτρινη γυναίκα, και κρυφά τάιζε το παιδί σουφλέ τυριών και λέμον πάι. Και ο κόκκινος άντρας το έβαζε να τρώει παντζάρια και να πίνει βυσσινάδα.
     Η πορτοκαλί γυναίκα, που τότε ήταν ακόμα πορτοκαλί κορίτσι, ήταν πολύ καλόβολη και προσπαθούσε να ικανοποιήσει και τους δυο της τους γονείς. Έτρωγε και το σουφλέ των τυριών και τα κοκκινιστά, έπινε λεμονάδες και βυσσινάδες, έτρωγε μπανάνες και φράουλες, φορούσε κίτρινα φορέματα και κόκκινα παπούτσια, έβαζε μαργαρίτες και κόκκινες κορδέλες στα μαλλιά... Όμως, με τίποτα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τους γονείς της. Δεν ήξερε και η ίδια τι προτιμούσε, να μοιάσει στον έναν ή να μοιάσει στον άλλον...
     Και όμως, μια μέρα που ο ήλιος ήταν κατακίτρινος και έλαμπε, και η κόκκινη τριανταφυλλιά ήταν γεμάτη κατακόκκινα τριαντάφυλλα, η πορτοκαλί γυναίκα, που ήταν πορτοκαλί κορίτσι, κατάλαβε ότι δεν ήταν ούτε κίτρινη σαν τη μητέρα της, ούτε κόκκινη σαν τον πατέρα της. Συνειδητοποίησε ότι εκείνη ήταν πορτοκαλί, και ότι πιο πολύ από όλα της άρεσε να πίνει πορτοκαλάδα, να τρώει καρότα και κολοκυθόσουπα, πορτοκαλόπιτα, βερύκοκα και σορμπέ μάνγκο.
     Γνώρισε, λοιπόν, τον εαυτό της, η πορτοκαλί γυναίκα, και από τότε αποφάσισε ότι θα ήταν μόνο πορτοκαλί. Μάταια συνέχισαν να προσπαθούν οι γονείς της να την πάρουν ο καθένας με το μέρος του. Εκείνη έμεινε πιστή στον εαυτό της.
     Και μεγάλωσε η πορτοκαλί γυναίκα, και έφτασε σε ηλικία γάμου. Και το σκέφτηκε πολύ καλά το πράγμα. Και δεν ήθελε το παιδί της να είναι ούτε κίτρινο, ούτε κόκκινο. Έψαξε, λοιπόν, και βρήκε έναν άντρα πορτοκαλή. Και ο άντρας εκείνος ήταν από κόκκινη μητέρα και κίτρινο πατέρα, αλλά αυτό καθόλου δεν πείραζε, αφού εκείνος ήταν πορτοκαλής.
     Και παντρεύτηκαν οι δυο τους σε μια πορτοκαλί εκκλησία, την ώρα ενός πορτοκαλί ηλιοβασιλέματος. Και πήγαν να ζήσουν σε ένα σπίτι με πορτοκαλί παντζούρια και κουρτίνες.
     Και όταν γεννήθηκε το παιδί τους, του πήραν ένα πορτοκαλί καρότσι και ρούχα πορτοκαλί, και του έδιναν να πίνει πορτοκαλάδα και να τρώει φρουτόκρεμες από βερύκοκα. Και το παιδί ήταν πάντα χαμογελαστό, που είχε δυο πορτοκαλί γονείς.
     Και η πορτοκαλί γυναίκα πήγαινε πολλές βόλτες το πορτοκαλί μωρό της, μέσα στο πορτοκαλί του καρότσι. Και όταν το ηλιοβασίλεμα ήταν πορτοκαλί, οι δυο τους γίνονταν ένα με το ηλιοβασίλεμα.

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Ευφορία στην εφορία;

 

      Τι κάνουμε στην εφορία; Τακτοποιούμε τις οικονομικές μας υποθέσεις με το κράτος, θα πει κάποιος. Πληρώνουμε τις οφειλές μας, θα πει άλλος. Ταλαιπωρούμαστε, θα πει κάποιος τρίτος.
     Οτιδήποτε από αυτά σωστό είναι, φυσικά. Και, κυρίως, το τρίτο είναι που συμβαίνει συνήθως. Περιμένουμε σε τεράστιες ουρές, μέχρι να ανακαλύψουμε ότι μας έχουν υποδείξει λάθος, ξαναπεριμένουμε σε άλλες ουρές, ανεβαίνουμε σκαλιά, πηγαίνουμε από γραφείο σε γραφείο, μαζεύουμε υπογραφές και σφραγίδες, κάνουμε γνωριμίες...
     Μέρα εφορίας ήταν για εμένα σήμερα. Οπότε, ήμουν προετοιμασμένη για όλα τα παραπάνω. Επίσης, ήμουν προετοιμασμένη για οτιδήποτε θα μπορούσαν να μου ζητήσουν, προκειμένου να με εξυπηρετήσουν.
     Όμως, τελικά, δεν ήταν απλώς μια μέρα εφορίας, ήταν μια μέρα εκπαίδευσης. Έμαθα, λοιπόν, πολλά πράγματα.
     Πρώτα-πρώτα, έμαθα όλα τα προβλήματα υγείας των υπαλλήλων, μέχρι να αρχίσουν να εξυπηρετούν το κοινό. Έμαθα τι καιρό έκανε στον δρόμο της επιστροφής εχθές, για ποια προϊόντα φημίζονται κάποια μέρη της Ελλάδας και πόσοι ήταν οι υποψήφιοι στις εκλογές σε διάφορες περιφέρειες.
     Έμαθα τη διαφορά θεωρίας και πράξης, καθώς θεωρητικά η εξυπηρέτηση του κοινού ξεκινούσε στις 8, αλλά στην πράξη ξεκινούσε στις 8 και 10. Τι περίμενα κι εγώ, στην Αγγλία ήμαστε;
     Άλλο πράγμα που έμαθα ήταν ότι το να πάρεις μια απάντηση σε μια ερώτηση δε σημαίνει ότι έλυσες και το πρόβλημά σου. Ανακάλυψα ότι τελικά μάλλον είναι υποχρεωτικό να περιμένεις αρχικά σε λάθος ουρά, προτού σε στείλουν στη σωστή, και ότι αυτό μπορεί να συμβεί πάνω από μία φορά.
     Έμαθα για πολλοστή φορά πόσο αποδοτικό είναι το σύστημα της παράκαμψης της ουράς μέσω μιας αρχικής ερώτησης, η οποία ακολουθείται από καταιγισμό ερωτήσεων, επίδειξη διαφόρων άσχετων χαρτιών και άφθονη ροή δακρύων. Φυσικά, βοηθάει αν είσαι μεγάλης ηλικίας.
     Έκανα μία επιθεώρηση όλων των χώρων της εφορίας, καθώς πήγαινα από γραφείο σε γραφείο, και βρήκα ότι οι χώροι παραμένουν οι ίδιοι. Στις διαδρομές μου μέσα στο κτίριο συναντήθηκα αρκετές φορές με τους ίδιους ανθρώπους, πράγμα που με έκανε να αισθανθώ μια οικειότητα με το χώρο. Ένιωσα μια απέραντη αγάπη για όλους τους ομοιοπαθείς.
     Επίσης διαπίστωσα ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στον κόσμο που μοιάζουν με καρτούν και ότι, απ'ό,τι φαίνεται, η εφορία έχει προσλάβει ένα σημαντικό αριθμό τέτοιων ανθρώπων, γεγονός που με έκανε να διασκεδάσω πολύ. Παρατήρησα ότι τα πάντα λειτουργούν σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι του προηγούμενου αιώνα, που είναι γεμάτο ελατήρια και γρανάζια, τα περισσότερα από τα οποία έχουν σπάσει.
     Τέλος, αποδείχτηκε ότι τελικά μπορείς να ξεμπερδέψεις από την εφορία σε λιγότερο από μία ώρα, αν είσαι από τους πρώτους φορολογούμενους που θα πάνε το πρωί, και αν τη συγκεκριμένη μέρα η εφορία δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη κίνηση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μπορείς να ξεμπερδέψεις παίρνοντας και επιστροφή χρημάτων!
     Ύστερα από όλα αυτά, φεύγοντας από την εφορία, δεν μπόρεσα τελικά να μην αισθανθώ μια μεγάλη ευφορία!

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Σαν ζάχαρη



      Ήταν μια φορά και έναν καιρό μια μικρή, όμορφη χώρα, όπου πάντα είχε ήλιο και ποτέ δεν έβρεχε. Οι κάτοικοί της ήταν πρόσχαροι και ευγενικοί, και είχαν ηλιοκαμένη επιδερμίδα και φωτεινό χαμόγελο.
     Σε αυτή τη χώρα, λοιπόν, έφτασε ένας πολύ περίεργος άνθρωπος. Και ήταν πολύ περίεργος, όχι επειδή ήταν κάτασπρος σαν το χιόνι, ούτε επειδή ήταν σοβαρός και αγέλαστος, αλλά επειδή φορούσε καπέλο και κρατούσε ομπρέλα.
     - Τι περίεργος άνθρωπος! είπαν όταν τον πρωτοείδαν. Και τι περίεργο πράγμα είναι αυτό που κρατάει!
     Από όπου περνούσε ο περίεργος άνθρωπος, όλοι γύριζαν και τον κοίταζαν, και στη συνέχεια τον σχολίαζαν μεταξύ τους. Μα, δεν ήταν πάρα πολύ άσπρο το δέρμα του; Εμ, φυσικά και ήταν, αφού ήταν συνέχεια καλυμμένος με εκείνο το τεράστιο καπέλο, που δεν το φορούσε στο κεφάλι, αλλά το κρατούσε σταθερά πάνω από αυτό. Τι περίεργο καπέλο, αλήθεια!
     Ο περίεργος άνθρωπος δεν πρόσεχε τα σχόλια, και συνέχιζε να κυκλοφορεί παντού κρατώντας την ανοιχτή του ομπρέλα. Δεν την έκλεινε ποτέ, ακόμα και σε εσωτερικούς χώρους την κρατούσε ανοιχτή.
     - Μήπως είναι μόδα στο εξωτερικό; αναρωτήθηκαν οι γυναίκες, που πάντα είχαν μια ευαισθησία σε αυτό το θέμα.
     - Σιγά, έλεγαν οι άντρες, τι μόδα και κουραφέξαλα; Ο τύπος είναι λοξός!
     Ο περίεργος άνθρωπος είχε κεντρίσει και το ενδιαφέρον των παιδιών, που ως γνωστόν είναι πολύ πιο εκδηλωτικά από τους μεγάλους.
     - Τι είναι αυτό που κρατάς; τον ρώτησε ένα παιδάκι μια μέρα που τον είδε στο πάρκο, καθισμένο σε ένα παγκάκι, να διαβάζει εφημερίδα.
     - Ομπρέλα, είπε ο περίεργος άνθρωπος και συνέχισε το διάβασμά του.
     Ομπρέλα! Η άγνωστη αυτή λέξη διέτρεξε τη χώρα από άκρη σε άκρη. Αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Γιατί, λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός δεν έκλεινε ποτέ αυτή την ομπρέλα, να τον δει λίγο ο ήλιος, να πάρει λίγο χρωματάκι, που ήταν άσπρος σαν το χιόνι; Αλλά κανένας δεν του είπε τίποτα, και όλοι περιορίζονταν να τον κοιτάνε και να τον σχολιάζουν.
     - Τι τη θέλεις την ομπρέλα; τον ρώτησε το ίδιο παιδάκι, στο ίδιο πάρκο, μια άλλη μέρα, που ο περίεργος άνθρωπος καθόταν στο ίδιο παγκάκι και διάβαζε την εφημερίδα του.
     - Είναι για τη βροχή, είπε εκείνος και συνέχισε το διάβασμα.
     Για τη βροχή, λοιπόν! Ναι, αυτή τη λέξη την ήξεραν, είχαν διαβάσει ότι σε άλλες χώρες έβρεχε, δηλαδή έπεφτε νερό από τον ουρανό, σε αυτήν όμως τη χώρα ο ουρανός ήταν ολόστεγνος, μήπως θα έπρεπε να την κλείσει την ομπρέλα του; Καταντούσε γελοίο, μέχρι και μέσα στο θέατρο την κρατούσε ανοιχτή!
     Όμως εκείνος δεν άλλαζε τη συνήθειά του και συνέχιζε να κουβαλάει την ανοιχτή του ομπρέλα παντού.
     Πέρασε λίγος καιρός και ο περίεργος άνθρωπος με την ανοιχτή του ομπρέλα άρχισε να εκνευρίζει τους ηλιοκαμένους κατοίκους της ηλιόλουστης χώρας. Τελικά ήταν πολύ ψηλομύτης! Επέμενε να κρατάει την ομπρέλα του ανοιχτή, ίσα-ίσα για να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. Γιατί δεν την έκλεινε, επιτέλους;
     - Γιατί δεν την κλείνεις την ομπρέλα σου, άνθρωπέ μου; του φώναξε μια μέρα κάποιος που δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Εδώ δεν βρέχει ποτέ, ΠΟ-ΤΕ!
     Εκείνος δεν είπε τίποτα, και συνέχισε να περπατάει με την ανοιχτή του ομπρέλα.
     - Τι αναίσθητος! είπε μια γυναίκα που είδε τη σκηνή. Ούτε που γύρισε να δει ποιος του μίλησε!
     Όμως, η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος με την ομπρέλα καθόλου αναίσθητος δεν ήταν. Το αντίθετο μάλιστα. Και ο μόνος λόγος που δεν είχε εξηγήσει σε κανέναν γιατί κρατούσε την ομπρέλα του ανοιχτή, ήταν επειδή η εξήγηση ήταν πολύ περίεργη: ο άνθρωπος με την ομπρέλα ήταν στην πραγματικότητα φτιαγμένος από ζάχαρη! Ναι, δεν αστειεύομαι, ήταν ολόκληρος φτιαγμένος από ζάχαρη, γι'αυτό και ήταν άσπρος σαν το χιόνι. Μέχρι και στις φλέβες του, ζαχαρόνερο έτρεχε. Γι'αυτό και φοβόταν υπερβολικά τη βροχή, και γι'αυτό και κρατούσε την ομπρέλα του μονίμως ανοιχτή.
     Μήπως, όμως, οι άνθρωποι γύρω του είχαν δίκιο; Μήπως έπρεπε να την κλείσει αυτήν την ομπρέλα; Όσο καιρό βρισκόταν σε αυτήν τη χώρα, δεν είχε βρέξει ούτε μια μέρα. Ο καιρός ήταν πάντα καλός και ο ήλιος έλαμπε κάθε μέρα. Δεν ήθελε και να προκαλεί... Και έτσι, τελικά την πήρε την απόφασή του. Και μια ωραία, ηλιόλουστη μέρα, όπως τόσες και τόσες άλλες που είχαν προηγηθεί, ο ζαχαρένιος άνθρωπος έκλεισε την ομπρέλα του.
     Η είδηση διέτρεξε τη χώρα από άκρη σε άκρη. Επιτέλους, ο περίεργος άνθρωπος έκλεισε την ομπρέλα, το είχε πάρει απόφαση. Ποτέ πια δε θα ξανάβλεπαν την ανοιχτή ομπρέλα να κυκλοφορεί στον δρόμο. Από εδώ και πέρα, ο περίεργος άνθρωπος δε θα ξεχώριζε πια. Βέβαια, ήταν και αυτό το κάτασπρο χρώμα της επιδερμίδας του... αλλά κανείς δεν είναι τέλειος. Και η ζωή ξαναπήρε τους φυσιολογικούς της ρυθμούς.
     Ο ζαχαρένιος άνθρωπος συνήθισε γρήγορα χωρίς ομπρέλα και πολύ σύντομα άρχισε να την αφήνει στο σπίτι του. Ένας-ένας, οι άλλοι άνθρωποι άρχισαν να τον πλησιάζουν για να τον γνωρίσουν και σιγά-σιγά, απόκτησε πολλούς φίλους. Άρχισε να διασκεδάζει πάρα πολύ και κάθε τρεις και λίγο οι φίλοι του τον καλούσαν σε πάρτυ. Εκείνος αποφάσισε να ανταποδώσει τις τόσες περιποιήσεις και τους κάλεσε στο σπίτι του.
     - Ακόμα την έχεις αυτήν την ομπρέλα; τον ρώτησε ένας φίλος του, όταν την είδε ακουμπισμένη σε μια γωνία.
     Αλήθεια, τι την ήθελε ακόμα αυτήν την ομπρέλα; αναρωτήθηκαν και οι υπόλοιποι. Δεν είχε καταλάβει ότι σε εκείνη τη χώρα δεν έβρεχε ΠΟΤΕ;
     - Εντάξει, είπε εκείνος, θα την πετάξω.
     Και την πέταξε.
     Πέρασε καιρός, και η ζωή στη μικρή, όμορφη χώρα συνέχισε να κυλάει ήρεμα. Ο ήλιος έβγαινε κάθε πρωί και το φεγγάρι κάθε βράδυ, τα πουλιά κελαηδούσαν, τα λουλούδια άνθιζαν, τα παιδιά έπαιζαν, οι μεγάλοι δούλευαν...
     Ήρθε όμως μια μέρα διαφορετική από τις άλλες. Εκείνη τη μέρα σηκώθηκε δυνατός αέρας, τόσο δυνατός που έκανε τα πεσμένα φύλλα να χορεύουν και τα μακριά μαλλιά των κοριτσιών να μπερδεύονται. Αλλά και στον ουρανό τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Σύννεφα μεγάλα και μικρά, παρασυρμένα από τον αέρα, γέμισαν τον ουρανό από άκρη σε άκρη. Και καθώς ο αέρας δεν σταματούσε, τα σύννεφα παρασύρονταν πότε από τη μια, πότε από την άλλη, και συγκρούονταν μεταξύ τους. Και από τις πολλές συγκρούσεις, δεν άργησαν να πέσουν οι πρώτες ψιχάλες.
     - Βρέχει! είπαν έκπληκτοι οι άνθρωποι.
     - Βρέχει! είπε έντρομος ο ζαχαρένιος άνθρωπος. Πού είναι η ομπρέλα μου;
     Αλλά την ομπρέλα του την είχε πετάξει, και άλλη ομπρέλα στη χώρα δεν υπήρχε. Και η βροχή συνεχιζόταν.
     - Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου, είπε και άρχισε να τρέχει.
     - Πού πας; του φώναξαν οι φίλοι του.
     Αλλά εκείνος δεν είχε χρόνο ούτε να τους απαντήσει.
     Μια ολόκληρη μέρα ο αέρας συνέχισε να φέρνει σύννεφα στον άλλοτε γαλάζιο ουρανό, και το νερό συνέχισε να ποτίζει την άλλοτε ηλιόλουστη χώρα. Οι άνθρωποι γύρισαν στα σπίτια τους μούσκεμα. Τα σύννεφα δεν άφησαν το φεγγάρι να δει τις καμινάδες της χώρας, που κάπνιζαν, καθώς οι άνθρωποι είχαν ανάψει τα τζάκια τους για να στεγνώσουν τα βρεγμένα τους ρούχα.
     Την επόμενη μέρα ο ουρανός είχε ξαναβρεί το χρώμα του. Τα σύννεφα είχαν φύγει μακριά και ο αέρας δε φυσούσε πια. Οι άνθρωποι ξαναπήγαν στις δουλειές τους, στεγνοί και χαρούμενοι. Και όταν έφτασε το βράδυ, βγήκαν να διασκεδάσουν. Αλλά, πού ήταν ο φίλος τους; Μήπως ήταν άρρωστος; Αποφάσισαν να πάνε στο σπίτι του να τον βρουν.
     Το σπίτι του ήταν σκοτεινό, και τα παράθυρα ακόμα ανοιχτά. Άρχισαν να τον φωνάζουν, αλλά δεν πήραν καμιά απάντηση. Χτύπησαν την πόρτα πολλές φορές, αλλά δεν ήταν κανένας μέσα.
     - Λέτε να έφυγε; ρώτησε ένας.
     - Χωρίς να μας πει τίποτα; αναρωτήθηκε ένας άλλος.
     - Πάμε να φύγουμε, είπε ένας τρίτος.
     - Προσοχή να μην πατήσετε τα νερά, είπε και ένας τέταρτος.
     Και αλήθεια, εκεί μπροστά στην είσοδο του σπιτιού υπήρχε μια λακκούβα γεμάτη νερό, που έλαμπε στο φως του φεγγαριού.
      - Ωχ, βράχηκα, είπε ένας που δεν πρόσεξε και πάτησε μέσα στο νερό.
     - Ας πρόσεχες! του είπαν οι άλλοι.
     Και κανείς δεν έμαθε ποτέ πως το νερό εκείνο ήταν γλυκό. Σαν ζάχαρη.

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Σκέψεις του (πρωινού) δρόμου



      Όταν βγήκα από το σπίτι μου σήμερα το πρωί για να πάω στη δουλειά, η μέρα δε φαινόταν ιδιαίτερα ευοίωνη. Ο ουρανός ήταν γεμάτος γκριζογάλανα σύννεφα και έκανε ψύχρα. Παρ'όλ'αυτά ήταν ένας πανέμορφος ουρανός.
     Τα σύννεφα, με τους αχνούς τους χρωματισμούς και την απαλή τους κίνηση τράβηξαν την προσοχή μου. Ήταν λες και κάποιος εκεί επάνω ζωγράφιζε με χρώματα ακουαρέλας. Κάτω στη γη, από την άλλη, δεν υπήρχε χώρος για ακουαρέλα. Εδώ οι γραμμές ήταν πιο ξεκάθαρες, πιο κοφτές. Δεξιά και αριστερά μου, σπίτια διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων, δέντρα μικρά ή μεγάλα, άλλα γυμνά, άλλα με πυκνό φύλλωμα και άλλα με μπουμπουκάκια που άνοιγαν δειλά-δειλά.
     Μπροστά μου βρισκόταν ένας ζωγραφικός πίνακας, χωρίς αμφιβολία. Αλλά κάτι καμαρωτά κυπαρίσσια σε ένα πεζοδρόμιο και μερικές φουντωτές νεραντζιές σε ένα άλλο με έκαναν να θυμηθώ την παιδική μου ηλικία. Τότε που οι γονείς μου μου έμαθαν πώς να φτιάχνω ανάγλυφα, ζωγραφιστά δέντρα με ρύζι, κόλλα και νερομπογιές. Θυμήθηκα τι όμορφα που είχαν γίνει εκείνα τα δέντρα. Έμοιαζαν πολύ με τις νεραντζιές του πεζοδρομίου.
     Και ως δια μαγείας - ίσως και επειδή διέσχιζα μια παλιά μου γειτονιά -, η θύμηση των ζωγραφισμένων ρυζόδεντρων της παιδικής μου ηλικίας, έφερε για παρέα της και ένα σωρό άλλες αναμνήσεις. Θυμήθηκα τα παιχνίδια που έκανα, τις χειροτεχνίες που μας έβαζαν να κάνουμε στο σχολείο και στις οποίες πολλές φορές μας βοηθούσαν οι γονείς μας, δίνοντάς μας έτσι την ευκαιρία να περάσουμε ποιοτικό χρόνο μαζί τους. Θυμήθηκα το δύσκολο πρωινό μου ξύπνημα, αλλά και την τόσο ευχάριστη διαδρομή προς το σχολείο, καθώς ο δρόμος γέμιζε από τα παιδιά με τις μαμάδες τους που τα συνόδευαν.
     Και όλα αυτά τα σπίτια που τώρα φαίνονται σοβαρά, που ίσως δε μένουν μέσα παιδιά για να πάνε στο σχολείο, πόσο χαρούμενα φαίνονταν τότε, όταν άνοιγαν οι αυλόπορτες και ξεχύνονταν έξω τα παιδιά, ένα-ένα, δυο-δυο ή και περισσότερα, κουβαλώντας τις σχολικές τους τσάντες! Πόσο πιο όμορφα ήταν τα σπίτια τότε, έτσι κι αλλιώς! Μονοκατοικίες, διώροφα ή τριώροφα, σπανιότερα συναντούσες και καμιά πολυκατοικία. Και το κάθε σπίτι με τον κήπο του, γεμάτο λουλούδια ή πιο λιτό, ή με την αυλή του με το τσιμέντο ή, μερικές φορές, μωσαϊκό. Ενώ τώρα...
     Και πόσα παιχνίδια, στην αυλή ή στον δρόμο! Χωρίς πολλά μέσα, αλλά με μόνη κινητήρια δύναμη την παιδική φαντασία. Και την ανεξάντλητη τρεχαλοενέργεια, που δεν ενοχλούσε τους γονείς, καθώς και εκείνοι ήταν πιο γεμάτοι από τη ζωή τους και πιο ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους από ό,τι είναι σήμερα.
     Ένα σχολικό λεωφορείο πέρασε λίγο πιο κάτω. Γεμάτο παιδιά, που ξυπνάνε από τα χαράματα, ετοιμάζονται, παίρνουν τη σχολική τους τσάντα και πηγαίνουν στο σχολείο. Περνάνε όλο το πρωινό τους εκεί, τρώνε κιόλας, και το απόγευμα, κατάκοπα, μεταφέρονται από το ίδιο σχολικό στο σπίτι τους, για να διαβάσουν, να γράψουν, να κάνουν και άλλα, εξωσχολικά μαθήματα, αθλητισμό, μουσική, ξένες γλώσσες, και το βράδυ να πέσουν εξαντλημένα στο κρεβάτι τους μέχρι τα επόμενα χαράματα που θα ξανασηκωθούν για να πάνε στο σχολείο.
     Δε νομίζω να τα ζηλεύω αυτά τα παιδιά. Ίσα-ίσα που τα λυπάμαι και λίγο. Δε θα έχουν την ευκαιρία να ζήσουν ούτε το ένα τρίτο των όσων ζήσαμε εμείς οι παλιότεροι. Ήδη, τα περισσότερα από αυτά δε γνωρίζουν καν από πού προέρχεται η τροφή μας και σίγουρα υπάρχουν παιδιά που πιστεύουν ότι η τροφή μας έρχεται έτοιμη, συσκευασμένη σε κενό αέρος.
     Και αν πει κανείς για δημιουργία, πώς να την αναπτύξουν τα σημερινά παιδιά, όταν έχουν συνηθίσει για το καθετί που ακούνε να βλέπουν μια έτοιμη εικόνα στον υπολογιστή; Πώς θα μπορούν αύριο να δημιουργήσουν κάτι από το τίποτα; Παλιά δεν χρειαζόταν να κεντρίσει κάποιος ιδιαίτερα τη φαντασία των παιδιών. Τώρα, μέχρι και αυτή χρειάζεται υποβοήθηση. Και δώσ'του να προσπαθούν οι δάσκαλοι και οι νηπιαγωγοί...
     Έφτασα στο μετρό και άρχισα να κατεβαίνω τις κυλιόμενες σκάλες, νιώθοντας τις σκέψεις μου να με βαραίνουν σαν έναν βαρυστομαχιασμένο ελέφαντα. Είναι τόσο δύσκολο πράγμα η φαντασία, τελικά; Φταίει η ζωή γενικά ή οι επιλογές του καθενός ειδικά; Θυμήθηκα την εικόνα του πρωινού ουρανού και τα καμαρωτά κυπαρίσσια. Θυμήθηκα ξανά τα δεντράκια από βαμμένο ρύζι. Πιο μπροστά μου, ένας ηλικιωμένος, ντυμένος με ένα γκρι κουστούμι, περπατούσε καμαρωτός. Στο βάθος ακούστηκε ο συρμός που πλησίαζε. Τάχυνα το βήμα μου και τον προσπέρασα. Στο πέτο του είχε βάλει ένα λουλούδι από κίτρινο γιασεμί... όπως πιθανώς θα έκανε και στα νιάτα του.
     - Αντισταθείτε, ήταν σαν να μου έλεγε.
     Και ένιωσα τον ελέφαντα να πετάει μακριά...

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Αναμνηστική φωτογραφία



      - Κικιρίκου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 3. Κάντε ησυχία!
     Τα άλλα πρόβατα υπάκουσαν.
     - Ήρθαμε εδώ, συνέχισε το πρόβατο νούμερο 3, για να διασκεδάσουμε, να περάσουμε ωραία, και να γιορτάσουμε το γεγονός της έλευσης του νέου χρόνου.
     - Ζήτω! φώναξαν όλα τα πρόβατα μαζί.
     - Ωραία είναι εδώ, γαβ! είπε το πρόβατο νούμερο 2.
     - Ναι, συμφώνησε, το πρόβατο νούμερο 7, ωραία είναι, αλλά δεν ξσσσσέρω αν θα μασςςςςςςςςς ικανοποιήσσσσσσσσει το μενού... το βλέπω λίγο περιορισσσσσσσσσσσσσσμένο. Τέλοςςςςςςς πάντων, το μενού είναι το λιγότερο, αςςςςς καθίσσσσσσσσσσσσουμε, είπε και σύρθηκε μέχρι την καρέκλα του.
     - Η αλήθεια είναι, είπε το πρόβατο νούμερο 8, ότι λίγο τυράκι θα ήταν μία εξαιρετική πρόταση, και στην προφορά της λέξης "τυράκι" τα μουστάκια του τρεμοπαίξανε ελαφρά.
     Ήταν προφανές ότι του άρεσε πολύ το τυρί.
     - Και κανένα κοτοπουλάκι δε θα ήταν κακό, πρόσθεσε η προβατίνα νούμερο 5, ενώ μάζευε τη φουντωτή, κόκκινη ουρά της για να μην της την πατήσει το πρόβατο νούμερο 1.
     - Αούουουοουυου! φώναξε όλο ενθουσιασμό το πρόβατο νούμερο 9. Ήρθε το πρώτο πιάτο!
     - Ζήτω! φώναξαν όλα τα πρόβατα μαζί.
     Και έπεσαν όλα με τα μούτρα στο πρώτο πιάτο, που ήταν μια σαλάτα με μαρούλι.
     - Γαβ! Γαβ! φώναξε το πρόβατο νούμερο 2. Δεν τραγουδάμε και το τραγούδι του μαντριού;
     - Ναι, είπαν όλα τα πρόβατα με ένα στόμα, το τραγούδι του μαντριού, το τραγούδι του μαντριού!
     Και με αυτά τα λόγια, ξεκίνησαν να τραγουδάνε:
    
     "Είμαστε δέκα πρόβατα πολύ αγαπημένα,
     περνάμε πάντοτε καλά γιατί είμαστε καλά παιδιά
     και το μαντρί μας δεν είναι σαν κανένα.
     Τι ωραία, τι καλά, κι όλοι μας περνάμε ωραία,
     τι ωραία, τι καλά, κάνουμε καλή παρέα!

     Εμπρός, λοιπόν, όλο μπροστά, τραβάμε με τραγούδι
     και ο δεσμός πάντα βαστά, πολλή η αγάπη στην καρδιά
     και το μαντρί μας, όμορφο σαν λουλούδι.
     Τι ωραία, τι καλά, κι όλοι μας περνάμε ωραία,
     τι ωραία, τι καλά, κάνουμε καλή παρέα!"

     - Ζήτω! φώναξαν γεμάτα ενθουσιασμό.
     Και πάνω στην ώρα ήρθαν και τα υπόλοιπα φαγητά: αχνιστή βρουβόσουπα, τσουκνιδόπιτα με φτιαχτό φύλλο, βλήτα γιαχνί και λαχανοντολμάδες με γέμιση κολοκυθόσπορου! Τα πρόβατα έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό, και δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από τις μασέλες τους, που ανεβοκατέβαιναν και μασούσαν χωρίς σταματημό. Ήπιαν και μπόλικο κρασί από σχοινόπρασσο, και ήρθαν στο κέφι.
     Και άρχισε η μουσική, και σηκώθηκαν να χορέψουν. Και εκεί το γλέντι άναψε.
     - Αγαπημένε μου φίλε, έλα να χορέψουμε μαζί! είπε το πρόβατο νούμερο 7 στο πρόβατο νούμερο 8.
     - Έρχομαι, καλέ μου φίλε, απάντησε το πρόβατο νούμερο 8.
     Και αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν, και το πρόβατο νούμερο 7 σερνόταν με ιδιαίτερη χάρη, είναι αλήθεια, αλλά και το μουστάκι του προβάτου νούμερο 8 τρεμούλιαζε τόσο χαριτωμένα...
     - Ας τσουγκρίσουμε, κικιρίκου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 3.
     - Στην υγειά σου, φίλε μου! είπε η προβατίνα νούμερο 5 και τσούγκρισε το ποτήρι της, ενώ η φουντωτή, κόκκινη ουρά της χόρευε στο ρυθμό της μουσικής.
     - Έλα να χορέψουμε, γλυκιά μου, της είπε το πρόβατο νούμερο 9.
     - Πολύ ευχαρίστως, του είπε αυτή και χαμογέλασε, δείχνοντας τα λαμπερά της δόντια.
     - Αούουουουουουου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 9. Αδειάστε την πίστα, να χορέψω με την υπέροχή μου ντάμα!
     Και αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν οι δυο τους με πάθος, μόνο που η προβατίνα έπρεπε συνέχεια να προσέχει την ουρά της να μην της την πατήσει το πρόβατο νούμερο 9, που το είχε παρασύρει η μουσική και έκανε τη μία φιγούρα μετά την άλλη.
     - Τι ωραία που περνάμε, νιάου! είπε η προβατίνα νούμερο 4 και έριξε μια λάγνα ματιά προς το πρόβατο νούμερο 8, το οποίο κοκκίνισε λίγο.
     Και ήρθε και το επιδόρπιο. Και έπεσαν με τα μούτρα στην τάρτα με γλυκόριζα και στο σορμπέ με φρούτα του δάσους, και πασαλείφτηκαν τα μουσούδια τους.
     - Ωραίο ήταν, είπε το πρόβατο νούμερο 7 ενώ γλειφόταν με τη διχαλωτή του γλώσσα.
     - Ναι, γαβ! γαβ!, συμφώνησε το πρόβατο νούμερο 2. Ήταν όλα εξαιρετικά. Αν είχαν κόκαλα, θα τα έγλειφα ευχαρίστως.
     - Βρε, παιδιά, φώναξε τότε ξαφνικά, το πρόβατο νούμερο 10, να βγάλουμε φωτογραφία, να θυμόμαστε για πάντα αυτή την όμορφη γιορτή.
     - Ναι, ναι, φωτογραφία! φώναξαν όλα μαζί.
     Και ήρθε ο φωτογράφος του μαγαζιού, και τα πρόβατα στήθηκαν για τη φωτογραφία δίπλα-δίπλα, και μάζεψαν ό,τι ουρές περίσσευαν και έστρωσαν τα μουστάκια τους, και χαμογέλασαν πλατιά. Και άστραψε το φλας, και βγήκε η φωτογραφία, και ήταν πολύ επιτυχημένη, τόσο, που δε φαινόταν ποια πρόβατα ήταν τα αληθινά και ποια τα ψεύτικα.