Σελίδες

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021

Απρόσμενη έκπληξη

 


     
          Τα ξωτικά στο εργαστήριο του Άη-Βασίλη δούλευαν υπερωρίες. Τόσα πολλά παιδιά, τόσες πολλές παραγγελίες να προλάβουν, τόσος λίγος χρόνος μέχρι να παραδοθούν οι παραγγελίες... Και αυτό δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο, μόνο που φέτος τα ξωτικά είχαν μία καταπληκτική ιδέα: να κάνουν έκπληξη στον Άη-Βασίλη και να φτιάξουν ένα δώρο και για εκείνον!
Την ιδέα - για να είμαστε ειλικρινείς - την είχε ο Τρίτσι-τρατς, το μεγαλύτερο αρχιξωτικό.
     - Πώς θα σας φαινόταν, ρώτησε τα υπόλοιπα ξωτικά, να φτιάχναμε φέτος και ένα δώρο για τον Άη-Βασίλη;
     - Ωραία ιδέα! είπαν όλα.
     Αλλά, τι δώρο θα του έφτιαχναν;
     - Μια όμορφη κούπα, για να πίνει την αγαπημένη σοκολάτα του! είπε ο Κρίτσι-κρατς, ένα κουτσοδόντικο ξωτικό.
     - Τέλεια ιδέα! είπαν όλα.
     Και ανάθεσαν το δώρο στον Σβιν-σβιν, που ήταν άσος στον πηλό. Και ο Σβιν-σβιν σχεδίασε μία υπέροχη κούπα, με ανάγλυφες χιονονιφάδες, που έπαιζε εορταστική μουσική, όταν την έπαιρνες στα χέρια σου. Αλλά, εκεί που έφτιαχνε την κούπα, να'σου ο Άη-Βασίλης στο εργαστήριο!
     - Τι φτιάχνεις εκεί; ρώτησε ο Άη-Βασίλης τον Σβιν-σβιν.
     - Μία κούπα.
     - Για ποιον την φτιάχνεις;
     - Ε..., μα..., για την Βασούλα, φυσικά...
     - Ποια Βασούλα;
     - Εκείνη τη Βασούλα... που είχε γράψει εκείνο το ωραίο γράμμα...
     - Α, ναι, ναι, θυμάμαι... πολύ καλό παιδί... μα, η Βασούλα δεν ζητούσε κούπα, μια κούκλα ζητούσε!
     - Α, ναι;
     - Α, Σβιν-σβιν, μου φαίνεται πως άρχισες να ξεκουτιαίνεις... Δεν πειράζει, φερ'την εδώ την κούπα, θα τη δώσω στη γυναίκα μου, που χρειάζεται δοσομετρητή για τα γλυκά της. Και εσύ να φτιάξεις μια κούκλα για τη Βασούλα.
     Και ο Άη-Βασίλης έφυγε με την κούπα.
     - Και τώρα; είπαν τα ξωτικά.
     - Έφτιαξα μία κούκλα με μπούκλες για τη Βασούλα, είπε ο Σβιν-σβιν. Ανοιγοκλείνει και τα μάτια της, ελπίζω να της αρέσει.
     - Γιατί δεν του φτιάχνουμε μια όμορφη κουνιστή πολυθρόνα; Αυτή που έχει τώρα, έχει παλιώσει πολύ και τρίζει, όπου να'ναι θα σπάσει, είπε ο Χρίτσι-χριτς, ένα ξωτικό με φακίδες στη μύτη.
     - Ωραία ιδέα! είπαν όλα.
     Και την κατασκευή της πολυθρόνας την ανέλαβε ο ίδιος ο Χρίτσι-χριτς, που κατά σύμπτωση ήταν μάστορας στις κατασκευές από ξύλο. Και ο Χρίτσι-χριτς πήρε αρωματικό ξύλο πεύκου και άρχισε να κατασκευάζει την κουνιστή πολυθρόνα του Άη-Βασίλη. Αλλά, εκεί που έφτιαχνε την πολυθρόνα, να'σου ο Άη-Βασίλης!
     - Τι φτιάχνεις εκεί; ρώτησε ο Άη-Βασίλης τον Χρίτσι-χριτς.
     - Ε..., δεν... έχω... αποφασίσει ακόμα...
     - Τι δεν έχεις αποφασίσει; Αφού φτιάχνεις μια πολυθρόνα, έτοιμη την έχεις!
     - Τι; Α, ναι, για φαντάσου! Ναι, πολυθρόνα φτιάχνω...
     - Σαν να μη μου τα λες καλά, Χρίτσι-χριτς, μήπως με κοροϊδεύεις;
     - Εγώ; Όχι, καθόλου, ποιος είμαι εγώ για να σε κοροϊδέψω, Άη-Βασίλη μου, όχι, καθόλου δε σε κοροϊδεύω, απλώς, να,... ήμουν λίγο... αφηρημένος, ναι, φτιάχνω μια πολυθρόνα...
     - Και για ποιον είναι αυτή η πολυθρόνα;
     - Για ποιον είναι; Α, ναι, να δεις πώς τον λένε,... είναι για τον... για το Γιαννάκη είναι!
     - Για ποιον Γιαννάκη;
     - Για εκείνον, καλέ, που... γράφει τα ωραία τα γράμματα... και έχει και τόσο ωραίο γραφικό χαρακτήρα...
     - Εκείνος ο Γιαννάκης δε ζητούσε πολυθρόνα, ζητούσε ποδήλατο, και μάλιστα το ήθελε και κόκκινο!
     - Να, εδώ έχω μπογιές από όλα τα χρώματα... σίγουρα έχω και κόκκινο...
     - Ναι, αλλά όχι για πολυθρόνα, για ποδήλατο!
     - Πώς; Μα, ναι... φυσικά... για... ποδήλατο...
     - Δεν μπορώ να καταλάβω τι έχετε πάθει τώρα τελευταία... προχθές ο Σβιν-σβιν, σήμερα εσύ...
     - Πάω να φέρω τα υλικά για το ποδήλατο.
     - Ναι, να πας... Και εγώ θα την πάρω την πολυθρόνα... Μια που την έφτιαξες, αμαρτία είναι να πάει χαμένη... Θα τη δώσω στον Κρίτσι-κρατς, ο καημενούλης έχει γεράσει πολύ και έχει σκεβρώσει... Μία κουνιστή πολυθρόνα είναι ό,τι πρέπει για τους ρευματισμούς του!
     - Και τώρα τι κάνουμε; είπε ο Σβιν-σβιν στα υπόλοιπα ξωτικά, αφού τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί.
     - Να του φτιάξουμε ένα ρολόι! είπε ο Τίκι-τακ. Ένα ρολόι είναι μικρό και μπορούμε να το κρύψουμε να μην το δει.
     - Ωραία ιδέα! είπαν τα ξωτικά.
     Και ο Τίκι-τακ ανέλαβε να φτιάξει το ρολόι. Και το ρολόι είχε ταράνδους που πετούσαν, και χιόνι που έπεφτε σαν αληθινό... Αλλά, πάνω που το τελείωνε, να'σου ο Άη-Βασίλης! Ο Τίκι-τακ ήταν τόσο απορροφημένος στη δουλειά του, που αιφνιδιάστηκε και δεν πρόλαβε να κρύψει το ρολόι.
     - Τι φτιάχνεις, Τίκι-τακ; ρώτησε ο Άη-Βασίλης.
     - Αη-Βασίλη, με τρόμαξες!
     - Τι φτιάχνεις;
     - Ε, τίποτα... δηλαδή... δοκίμαζα κάτι...
     - Α, μα εσύ φτιάχνεις ένα ρολόι!
     - Ναι, ένα ρολόι δοκίμαζα να φτιάξω, το βρήκες, Άη-Βασίλη μου!
     - Καλά, δεν ήταν και τόσο δύσκολο να το βρω... Αλλά, Τίκι-τακ, θα σε μαλώσω! Αφήνεις τη δουλειά σου τέτοια εποχή, με τόσες παραγγελίες παιδιών που περιμένουν, για να κάνεις δοκιμές; Δεν το περίμενα αυτό από εσένα, πάντα ήσουν τόσο τυπικός με τις υποχρεώσεις σου...
     - Όχι, Άη-Βασίλη, δεν αφήνω τη δουλειά μου, μην ανησυχείς...
     - Και τότε γιατί φτιάχνεις αυτό το ρολόι, ενώ ξέρεις ότι αυτή την εποχή φτιάχνουμε μόνο δώρα;
     - Μα,... δώρο είναι και αυτό!
     - Δώρο; Για ποιον;
     - Για ένα αγοράκι...
     - Για ποιο αγοράκι;
     - Μα, για τον... ε, για τον..., α, ναι, για τον Βασιλάκη είναι.
     - Για ποιον Βασιλάκη;
     - Για εκείνον, καλέ, δε θυμάσαι; Εκείνον το μικρό, που... αλήθεια δε θυμάσαι;
     - Για εκείνον που απόκτησε πρόσφατα μια αδερφούλα λες;
     - Ναι, γεια σου!
     - Και ζήτησε ο Βασιλάκης ρολόι;
     - Και πώς δε ζήτησε, το θυμάμαι πολύ καλά, θέλει να έχει ένα χαρούμενο ρολόι...
     - Δηλαδή, αν βρούμε το γράμμα του και το ξαναδιαβάσουμε, θα διαβάσουμε ότι ο Βασιλάκης θέλει ρολόι;
     - Ε... ναι... τι άλλο θα διαβάσουμε;
     - Μήπως νομίζεις ότι γέρασα και ξεκούτιανα; είπε ο Άη-Βασίλης. Τα θυμάμαι απ'έξω όλα τα γράμματα των παιδιών. Και ο Βασιλάκης που λες, δε ζητάει ρολόι, ζητάει ένα ρομπότ!
     - Ρομπότ ζητάει;
     - Φυσικά.
     - Α, θα μπερδεύτηκα, μάλλον... Είναι που ξεκινάνε και τα δύο από ρο.
     - Περίεργα πράγματα συμβαίνουν, είπε ο Άη-Βασίλης. Τη μια ο Σβιν-σβιν, την άλλη ο Χρίτσι-χριτς, τώρα εσύ...
     - Τι έπαθε ο Χρίτσι-χριτς;
     - ... Πάλι καλά που σας επιθεωρώ και προλαβαίνω τα χειρότερα! Να φτιάξεις ένα ρομπότ για το Βασιλάκη... και δώσε μου εδώ το ρολόι που έφτιαξες. Θα το δώσω στον Φλίπι-φλοπ, που είναι πολύ ξεχασιάρης και όλο καθυστερεί στη δουλειά του. Με αυτό το ρολόι θα είναι πάντα στην ώρα του.
     Και ο Άη-Βασίλης πήρε το ρολόι με τους ταράνδους και το χιόνι και έφυγε.
     - Τι θα κάνουμε τώρα; είπαν τα ξωτικά μόλις έμαθαν τα καθέκαστα.
     - Έχω μια ιδέα, είπε ο Φρουτ-φρουτ. Να του φτιάξουμε ένα ζευγάρι όμορφες, ζεστές παντόφλες, όλο και κάποιο παιδί θα ζητάει ένα ζευγάρι παντόφλες... Έτσι, αν μας πιάσει να τις φτιάχνουμε, δεν θα καταλάβει ότι τις φτιάχνουμε για εκείνον...
     - Κανένα παιδί δεν ζήτησε παντόφλες, όλα ζήτησαν παιχνίδια, είπε ο Φλίπι-φλοπ, που στο χέρι του φορούσε το ρολόι με τους ταράνδους και το χιόνι.
     - Κι όμως, είπε ο Φρουτ-φρουτ, η Ελενίτσα, που λατρεύει το μπαλέτο, ζήτησε ένα ζευγάρι πουέντ.
     - Θα φτιάξουμε πουέντ για τον Άη-Βασίλη, τελικά; ρώτησε ο Τρίκι-τρακ, που μερικές φορές ήταν λίγο αργόστροφος.
     - Φυσικά και όχι, είναι δυνατόν να τον υποβάλουμε σε ασκήσεις ισορροπίας στην ηλικία του; Παντόφλες θα φτιάξουμε, αλλά αν μας τσακώσει να τις φτιάχνουμε, θα πούμε ότι φτιάχνουμε πουέντ για την Ελενίτσα, κατάλαβες;
     - Α... τώρα το κατάλαβα! είπε ο Τρίκι-τρακ.
     - Θέλεις να τις φτιάξεις εσύ τις παντόφλες του Άη-Βασίλη; ρώτησε ο Φρουτ-φρουτ τον Τρίκι-τρακ.
     - Με μεγάλη μου χαρά! είπε ο Τρίκι-τρακ και στρώθηκε στη δουλειά.
     Μα, εκεί που ο Τρίκι-τρακ έφτιαχνε ένα ζευγάρι παντόφλες, που όταν περπατούσαν ακούγονταν κουδουνάκια, να'σου ο Άη-Βασίλης!
     - Τι φτιάχνεις εδώ, Τρίκι-τρακ; ρώτησε ο Άη-Βασίλης.
     - Τι φτιάχνω; Μα, ένα ζευγάρι παντοφ...ουέντ, φυσικά!
     - Παντοφουέντ;
     - Ναι,... δηλαδή... όχι... στάσου, μια στιγμή, πώς τις λένε, φ...ουέντ,... φλ...ουέντ, μπ...ουέ..., α, ναι, πουέντ!
     - Α, πουέντ... Και γιατί μοιάζουν τόσο πολύ με παντόφλες;
     - Έτσι λες;
     - Δε λέω έτσι, έτσι είναι!
     - Μα, όχι, αυτή είναι η τελευταία λέξη της μόδας στις φλ... π...ουέντ...
     - Περίεργο είναι αυτό που μου λες...
     - Καθόλου περίεργο, είναι η τελευταία λέξη της μόδας, σου λέω!
     - Και κουδουνίζουν κιόλας, είπε ο Άη-Βασίλης, καθώς περιεργαζόταν τη μία από τις παντόφλες.
     - Ναι,... κουδουνίζουν, επειδή... ναι,... επειδή... είναι για... να δεις πώς το λένε... μισό λεπτό, να θυμηθώ... α, ναι, θυμήθηκα, είναι για μια ειδική παράσταση, χριστουγεννιάτικη!
     - Για ποια χριστουγεννιάτικη παράσταση;
     - Ναι, είναι μία παράσταση με... Χριστούγεννα... και δώρα... α, ναι, καλέ, θυμάσαι εκείνη την παράσταση με εκείνο το κοριτσάκι που γνώρισε εκείνον τον... πώς τον έλεγαν... κυματοθραύστη; Γι'αυτήν την παράσταση είναι, είναι ένα ζευγάρι π...πουέντ για την παράσταση του κυματοθραύστη!
     - Μήπως, κατά σύμπτωση, εννοείς τον Καρυοθραύστη;
     - Ε, ναι, αυτό δεν είπα;
     - Είπες κυματοθραύστη.
     - Ε, δεν πειράζει, καρυοθραύστη εννοούσα.
     - Ώστε φτιάχνεις ένα ζευγάρι πουέντ για την παράσταση του Καρυοθραύστη...
     - Ακριβώς! είπε ο Τρίκι-τρακ και κορδώθηκε.
     - Μάλιστα... και ποιος τις ζήτησε αυτές τις πουέντ;
     - Ένα κοριτσάκι ήταν, πώς το έλεγαν... Ε...λβίρα... Ε...λίνα... Ελ...εάννα... α, ναι, η Ελενίτσα! Η Ελενίτσα που λατρεύει το μπαλέτο τις ζήτησε!
     - Αλήθεια είναι, η Ελενίτσα ζήτησε ένα ζευγάρι πουέντ... Αλλά, βρε παιδί μου, μήπως τις φτιάχνεις κομματάκι μεγάλες;
     - Μα όχι... καλές είναι... νομίζω...
     - Αυτές είναι μεγάλες, μέχρι και σε εμένα θα έκαναν!
     - Η Ελενίτσα έχει μεγάλα πόδια...
     - Σαν να μη μου τα λες καλά... Σαράντα τρία νούμερο φοράει η Ελενίτσα;
     - Σαράντα τρία είναι αυτές; Α, θα μπερδεύτηκα, τριάντα τέσσερα τις ήθελα... Θα φτιάξω άλλες...
     - Να φτιάξεις άλλες, αλλά αυτές που έφτιαξες φερ'τις εδώ, μην τις κρύβεις... Θα τις γεμίσω με ξερά φύλλα και βαμβάκι και θα τις δέσω στα κλαδιά του έλατου που βρίσκεται έξω από το εργαστήριο... Θα γίνουν δύο πρώτης τάξεως φωλιές για άστεγα πουλάκια...
     - Ωραίες φωλιές! θαύμασαν τα ξωτικά, όταν είδαν τις κρεμασμένες στο έλατο παντόφλες, αφού είχαν ακούσει την ιστορία του Τρίκι-τρακ.
     - Δε θα τα καταφέρουμε ποτέ, είπε ο Φλίπι-φλοπ, ο Άη-Βασίλης βρίσκεται παντού, δεν μπορούμε να του κρυφτούμε!
     - Τι άλλο θα μπορούσαμε να του φτιάξουμε; είπε ο Τσούκου-τσουκ, ένα ξωτικό με πεταχτά αυτιά.
     - Ο Φλίπι-φλοπ έχει δίκιο, είπε ο Χρίτσι-χριτς, μάλλον θα πρέπει να τα παρατήσουμε...
     - Όχι, είπε ο Τσούκου-τσουκ, που ήταν πολύ μικρός και πάντα ήθελε να γίνεται το δικό του, δεν πρέπει να τα παρατήσουμε, έχουμε χρόνο ακόμα!
     - Δε θα τα καταφέρουμε, σας λέω! είπε ο Φλίπι-φλοπ, που δεν του άρεσε να του φέρνουν αντίρρηση.
     - Έχουμε χρόνο! ανέβασε τον τόνο της φωνής του ο Τσούκου-τσουκ.
     - Γιατί τσακώνεστε; ακούστηκε η φωνή του Άη-Βασίλη. Γιατί δεν είστε στο εργαστήριο; Δεν θα προλάβουμε τις παραγγελίες!
     Τα ξωτικά πάγωσαν λίγο, αλλά, ευτυχώς, ο Χρίτσι-χριτς κράτησε την ψυχραιμία του.
     - Δεν τσακωνόμαστε, Άη-Βασίλη, είπε, απλώς συζητούσαμε για τις παραγγελίες...
     - Και γιατί φωνάζατε;
     - Ε, να,... απλώς, μας είχε συνεπάρει η συζήτηση...
     - Α, καλά, αφήστε όμως τις συζητήσεις, ο χρόνος τρέχει, στις θέσεις σας όλοι!
     Τα ξωτικά πήγαν στις θέσεις τους, όπως τους είπε ο Άη-Βασίλης. Και εκείνη τη μέρα δεν κατάφεραν να ξαναβρεθούν μόνα τους.
     Αλλά ούτε και τις επόμενες το κατάφεραν, αφού ο Άη-Βασίλης δεν έφευγε πια ούτε στιγμή από το εργαστήριο. Τα ξωτικά έβλεπαν τα σχέδιά τους να γκρεμίζονται. Είχε φτάσει η παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
     Οι βοηθοί του Άη-Βασίλη γυάλισαν το έλκηθρο και έζεψαν τους ταράνδους. Τα ξωτικά έφεραν τα σακιά με τα δώρα, σέρνοντάς τα με κόπο, επειδή ήταν πολύ βαριά, και οι βοηθοί τα φόρτωσαν στο έλκηθρο. Ήταν όλα έτοιμα! 
     - Έτοιμο το έλκηθρο, Άη-Βασίλη! είπε ο Τρίτσι-τρατς στον Άη-Βασίλη.
     - Ωραία, είπε ο Άη-Βασίλης, πάω να βάλω την στολή μου και ξεκινάμε.
     Αλλά όπως έκανε να σηκωθεί ο Άη-Βασίλης, τον έπιασε λουμπάγκο.
     - Ωχ! έκανε και ξανακάθησε.
     - Τι έπαθες; τον ρώτησε η γυναίκα του, που άκουσε τις φωνές του.
     - Πονάω, δεν μπορώ να κουνηθώ!
     - Η μέση σου πάλι;
     - Ναι, αχ, τι πόνος!
     - Να σου βάλω ένα έμπλαστρο;
     - Τι να μου κάνει το έμπλαστρο; Πονάω, σου λέω!
     - Να σου φέρω ένα παυσίπονο;
     - Πω-πω, τι έπαθα, πώς θα μπω στις καμινάδες για να μοιράσω τα δώρα των παιδιών τώρα;
     - Ποιες καμινάδες; Ποια δώρα; Θυμάσαι τι είπε ο γιατρός την τελευταία φορά; Θα πρέπει να μείνεις στο κρεβάτι, να ξεκουράσεις τη μέση σου...
     - Στο κρεβάτι; Τρελλάθηκες; Παραμονή Πρωτοχρονιάς σήμερα! Πώς γίνεται να την περάσω ξαπλωμένος στο κρεβάτι;
     - Μα αφού δεν μπορείς να κουνηθείς!
     - Θα μπορέσω, να, αν προσπαθήσω, να, δες, μπορ... αχ, αχ, αχ!
     - Πάω να φέρω το παυσίπονο...
     Ο Άη-Βασίλης αφέθηκε στην πολυθρόνα του.
     - Ωχ! είπε ο Άη-Βασίλης.
     - Κριτς! έτριξε η πολυθρόνα.
     - Πω-πω, τι έπαθα, πώς θα μοιράσω τα δώρα των παιδιών; Πώς θα μπαίνω στις καμινάδες;
     Ο Τρίτσι-τρατς έτρεξε να ενημερώσει τα άλλα ξωτικά για το λουμπάγκο του Άη-Βασίλη.
     - Τον καημένο τον Άη-Βασίλη, είπαν τα ξωτικά, πόσο πολύ θα πονάει!
     - Και πόσο θα στενοχωρηθούν τα παιδιά που δε θα πάρουν δώρα! είπε ο Φρουτ-φρουτ.
     - Θα πρέπει να βρούμε χώρο να αποθηκεύσουμε τα παιχνίδια, είπε ο Φλίπι-φλοπ.
     - Και γιατί να τα αποθηκεύσουμε; είπε ο Τσούκου-τσουκ. Μας είναι άχρηστα πλέον, αφού δεν γίνεται να τα δώσουμε άλλη μέρα... 
     - Ούτε το χρόνου γίνεται να τα δώσουμε, συμφώνησε ο Φρουτ-φρουτ, τα παιδιά του χρόνου θα δώσουν καινούργιες παραγγελίες!
     - Και τι θα τα κάνουμε; Θα τα πετάξουμε; ρώτησε ο Τρίκι-τρακ.
     - Και γιατί να μην τα μοιράσουμε εμείς; είπε ο Τρίτσι-τρατς.
     - Μα, μπορούμε;
     - Και γιατί να μην μπορούμε; Αφού το δρομολόγιο το ξέρουμε!
     - Θα μπορούσαμε να βάψουμε και τις φορεσιές μας κόκκινες, είπε ο Χρίτσι-χριτς, έχω πολλή κόκκινη μπογιά στο εργαστήριο.
     - Ναι, είπε ο Σβιν-σβιν, θα φτιάξουμε και μούσια από βαμβάκι... θα φουσκώσουμε και τις κοιλιές μας με βαμβάκι και θα μοιάζουμε με τον Άη-Βασίλη. Έτσι, αν τύχει και μας δει κάποιο παιδί, θα νομίζει ότι είδε τον Άη-Βασίλη.
     - Τέλεια ιδέα! φώναξαν τα ξωτικά, και έτρεξαν να μεταμφιεστούν.
     Σε λίγη ώρα, ο χώρος είχε γεμίσει από πολλούς μικρούς αγιοβασίληδες. Και λίγο αργότερα, το φορτωμένο με δώρα έλκηθρο πετούσε ψηλά στον ουρανό.
          Το παυσίπονο που έδωσε η κυρα-Βασίλαινα στον Άη-Βασίλη άρχισε να ενεργεί σιγά-σιγά και ο πόνος άρχισε να μαλακώνει, αλλά ο Άη-Βασίλης δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Η κυρα-Βασίλαινα, βλέπετε, είχε τη φαεινή ιδέα να του φτιάξει και μία βαλεριάνα, οπότε η χαλάρωση ήταν μονόδρομος. Ιπτάμενοι τάρανδοι άρχισαν να περνάνε ένας-ένας μπροστά από τα μάτια του, πηδώντας με χάρη πάνω από σωρούς από γκι, και τα βλέφαρά του άρχισαν να βαραίνουν. Ύστερα από λίγο, στο σπίτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Μόνο το ροχαλητό του Άη-Βασίλη ακουγόταν.
     Ξύπνησε με το πρώτο φως του ήλιου. Η μέση του τον πονούσε ακόμα πάρα πολύ, αλλά πολύ περισσότερο τον πονούσε που τα παιδιά είχαν μείνει χωρίς δώρα. Πώς θα περνούσε τώρα ο νέος χρόνος; Κι αν τα παιδιά έπαυαν να πιστεύουν στην ύπαρξή του; Κι αν σταματούσαν να του στέλνουν γράμματα; Κι αν σταματούσαν να ονειρεύονται;
     Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα. Ήταν ο Τρίτσι-τρατς, μαζί με μία επιτροπή από πέντε ξωτικά.
     - Καλημέρα, Άη-Βασίλη, και καλή χρονιά! είπαν όλοι με μια φωνή.
     - Καλημέρα, καλά μου ξωτικά, είπε κακόκεφα ο Άη-Βασίλης, όσο για την χρονιά, δεν μπορώ να πω... μα σαν κάπως διαφορετικά μου φαίνεστε σήμερα... μήπως κουρευτήκατε;
     - Όχι.
     - Τέλος πάντων, θα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με τα δώρα των παιδιών...
     - Ποια δώρα;
     - ... Θα πρέπει να φτιάξουμε μια τεράστια αποθήκη για να τα φυλάξουμε εκεί.
     - Δεν χρειάζεται.
     - Φυσικά και χρειάζεται, αν μείνουν έξω θα χαλάσουν από το χιόνι και το κρύο.
     - Δεν χρειάζεται, Άη-Βασίλη.
     - Μα πώς δεν χρειάζεται, έτσι θα τα αφήσουμε; Μα, για σταθείτε, αλλάξατε τα ρούχα σας; Φοράτε κόκκινα ή μου φαίνεται;
     Και τότε τα ξωτικά του τα είπαν όλα. Και του εξήγησαν ότι τα δώρα είχαν παραδοθεί στα παιδιά κανονικά. Και του έδειξαν και τα μούσια από βαμβάκι, και τις ψεύτικες κοιλιές τις γεμισμένες με βαμβάκι. Και τα μάτια του Άη-Βασίλη δάκρυσαν, αλλά τα δάκρυα δεν ήταν από το λουμπάγκο. Ήταν από τη χαρά του. Επειδή τα ξωτικά είχαν πετύχει τον στόχο τους και, τελικά, είχαν καταφέρει να του κάνουν το καλύτερο πρωτοχρονιάτικο δώρο.

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

Αποτελεσματική θεραπεία

 


     Ε, λοιπόν, ναι, συνέβη και αυτό: τα Χριστούγεννα αρρώστησαν! Ξύπνησαν μια μέρα και δεν είχαν κουράγιο να σηκωθούν από το κρεβάτι τους. Οι καμπάνες στο νησί (των Χριστουγέννων, εννοείται) χτυπούσαν χαρμόσυνα, όπως κάθε μέρα, ο ήλιος έλαμπε, τα πουλάκια κελαηδούσαν, όμως τα Χριστούγεννα ένιωθαν χάλια!
     Η μαμά τους, τους έβαλε θερμόμετρο, τους κοίταξε το λαιμό, μήπως ήταν κόκκινος, όλα καλά. Τους έφερε το πρωινό τους στο κρεβάτι - σοκολατούχο γάλα και κάτασπροι, μυρωδάτοι κουραμπιέδες.
     - Μπλιαχ! είπαν τα Χριστούγεννα.
     Τους έφερε μελομακάρονα και δίπλες.
     - Σκέτη αηδία! είπαν τα Χριστούγεννα.
     Τους έβαλε να ακούσουν τα αγαπημένα τους κάλαντα.
     - Πω-πω, τι θόρυβος! είπαν τα Χριστούγεννα.
     Η μαμά, θορυβημένη από αυτή την ασυνήθιστη συμπεριφορά, έφερε άρον-άρον το γιατρό. Ο γιατρός, που πρώτη φορά ερχόταν στο σπίτι των Χριστουγέννων, τα εξέτασε προσεκτικά, τα έβαλε να ανασάνουν βαθιά, να βήξουν, να ξεροκαταπιούν, άκουσε την καρδιά και τα πνευμόνια τους, τους πήρε την πίεση, κοίταξε το λαιμό τους, τα αυτιά τους, τη μύτη τους, και τα βρήκε υγιέστατα.
     - Δεν φαίνεται να έχουν κάτι παθολογικό, είπε. 
     - Ναι, αλλά γιατί φέρονται έτσι; ρώτησε η μαμά τους. Μοιάζουν σαν να τους έχει φύγει όλη η χαρά της ηλικίας τους.
     - Θα πρότεινα να τα δει ένας ψυχολόγος, είπε ο γιατρός.
     Και η μαμά, πιο ανήσυχη πλέον, κάλεσε έναν ψυχολόγο.
     Ο ψυχολόγος τα ρώτησε διάφορα πράγματα για την καθημερινότητά τους, τους έδειξε περίεργες φωτογραφίες που ανάλογα με το πώς τις κοιτούσες έβλεπες και διαφορετικά πράγματα, τα έβαλε να του ζωγραφίσουν ό,τι ήθελαν, και αφού μελέτησε τις ζωγραφιές και ό,τι του είχαν πει, έβγαλε την ετυμηγορία του:
     - Δυστυχώς, κυρία μου, είπε, τα παιδιά σας πάσχουν από αγοραφοβία, με ενδείξεις υφέρπουσας καλαντοφοβίας και καλπάζουσας κουραμπιεδοφοβίας.
     - Υπάρχει θεραπεία; ρώτησε η μαμά, έτοιμη να βάλει τα κλάματα από τα δυσοίωνα νέα.
     - Η ίαση των ψυχικών διαταραχών και νόσων είναι μία επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία, στην περίπτωση των διδύμων σας, όμως, είμαι αρκετά αισιόδοξος.
     - Τι θα πρέπει να γίνει, κατά την γνώμη σας;
     - Συστήνω ανεπιφύλακτα την απομάκρυνση από τις καθημερινές συνήθειες. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να ξεφύγουν από τη ρουτίνα τους. Κομμένοι οι κουραμπιέδες - για καλό και για κακό, ας κόψουν και τα μελομακάρονα -, κομμένα τα κάλαντα και τα εορταστικά άσματα εν γένει. Και, εννοείται, απαγορεύονται δια ροπάλου τα πάρτυ και τα πάσης φύσεως ρεβεγιόν. Η αγοραφοβία δεν αστειεύεται.
      - Εντάξει, θα τους τα κόψω τα γλυκά, θα κόψω και την εορταστική μουσική. Μα πώς μπορώ να τους κόψω τα πάρτυ; Οι προσκλήσεις κάθε μέρα έρχονται σωρό, δεν μπορούν να τις αρνούνται όλες!
     - Σε αυτήν την περίπτωση θα πρότεινα ένα ταξιδάκι, κατά προτίμηση εξωτικό, μακριά από όλους τους πειρασμούς. Αλλιώς, ακόμα κι αν υπάρξει βελτίωση, θα είναι πρόσκαιρη.
     - Και πού να τα στείλω;
     - Αυτό δεν μπορώ να σας το πω εγώ. Όμως, αν δεν τα κρατήσετε μακριά από όσα σας είπα, η κατάστασή τους θα χειροτερέψει. 
     - Θεός φυλάξοι! είπε τρομαγμένη η μαμά. Θα κάνω ό,τι μου είπατε, θα τα στείλω ταξίδι. Θα τα στείλω στην ξαδέρφη μου, που μεγαλώσαμε μαζί. Έχω χρόνια να τη δω, ζει μακριά, σε άλλο νησί. Αλλά, σίγουρα θα χαρεί να γνωρίσει τα ανήψια της. Όταν τα γέννησα, εκείνη είχε ήδη μετακομίσει.
     - Πολύ καλή ιδέα, είπε ο ψυχολόγος.
     Και έτσι η μαμά ανακοίνωσε στα Χριστούγεννα ότι θα τα έστελνε για μερικές μέρες να γνωρίσουν τη θεία τους και τα ξαδέρφια τους, να ξεδώσουν και λίγο. Και τους έφτιαξε τις βαλίτσες τους, και τους έβαλε και σάντουιτς για τον δρόμο, και τους έβαλε στις βαλίτσες και δυο-τρεις ζακέτες, να έχουν να πορεύονται. Και τα Χριστούγεννα βρέθηκαν, από τη μια μέρα στην άλλη, στο νησί του Πάσχα.
     Στο μεταξύ, σε όλο τον κόσμο, οι δείκτες των ρολογιών πάγωσαν. Οι άνθρωποι παρατήρησαν ότι οι μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα έπαψαν να λιγοστεύουν και άρχισαν να φοβούνται ότι φέτος δεν θα γιόρταζαν Χριστούγεννα. Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές θα έπρεπε να ξεχάσουν τις χριστουγεννιάτικες διακοπές - το ίδιο θα έπρεπε να κάνουν και τα παιδιά, τα οποία έπεσαν σε μελαγχολία -, όλοι οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να ξεχάσουν το δώρο, πάει η εορταστική ατμόσφαιρα, εξαφανίστηκε! Αλλά τα Χριστούγεννα, εκεί που βρίσκονταν, τίποτα από όλα αυτά δεν είχαν καταλάβει. 
     Όλα στο νησί του Πάσχα ήταν καινούργια για εκείνα, και τόσο διαφορετικά... Η θεία τους ήταν πολύ γλυκιά και περιποιητική και τα ξαδέρφια τους αξιαγάπητα. Αφήστε που είχαν και την ίδια ηλικία... Τα Χριστούγεννα ήταν ενθουσιασμένα. Ούτε κουραμπιέδες, ούτε κάλαντα, ούτε φασαρία... Καθόλου δεν τους έλειπε το σπίτι τους. Μόνο η μαμά τους τους έλειπε λίγο, αλλά μιλούσαν στο τηλέφωνο. Και τόσο καλά περνούσαν τα Χριστούγεννα στο νησί του Πάσχα, που άρχισαν να σκέφτονται να μείνουν για πάντα εκεί.
     Όπως είχε προβλέψει ο ψυχολόγος, σύντομα η αγοραφοβία, η καλαντοφοβία και η κουραμπιεδοφοβία πήγαν περίπατο. Τα Χριστούγεννα ξαναβρήκαν τη χαρά της ζωής.
     - Να'χαμε τώρα έναν κουραμπιέ! είπαν μια μέρα.
     - Κουραμπιέ; είπαν τα ξαδέρφια τους έκπληκτα. Είναι δυνατόν; Κουραμπιέ σε περίοδο νηστείας; Ο κουραμπιές γίνεται με βούτυρο και αυγά!
     - Ε, καλά, ας μη φάμε κουραμπιέ, μελομακάρονο μπορούμε; 
     - Το μελομακάρονο είναι νηστίσιμο, αλλά δεν ταιριάζει με το Πάσχα...
     - Ε, δεν έγινε και τίποτα, ας μη φάμε γλυκό. Πάμε μια βόλτα μέχρι την παραλία; Θα πάρουμε τα ποδήλατα, και όπως θα τρέχουμε και το αεράκι θα χαϊδεύει τα μάγουλά μας, θα τραγουδάμε κιόλας! Θα είναι τέλεια!
     - Είστε σοβαροί; Τραγούδια Μεγαλοβδομαδιάτικα; Ίσως θα μπορούσαμε, βέβαια, να ψάλλουμε κάποιον ύμνο...
     - Ε, όχι και να ψάλλουμε! Όταν μιλάμε για τραγούδια, εννοούμε τραγούδια! Ξέρουμε κάτι κάλαντα...
     - Κάλαντα; Πασχαλινά κάλαντα;
     - Όχι, χριστουγεννιάτικα.
     - Τρελλαθήκατε; Χριστουγεννιάτικα κάλαντα στο νησί του Πάσχα;
     - Δεν ταιριάζουν, ε; Μήπως, τότε, να κάναμε ένα πάρτυ;
     - Πάρτυ; Τι εννοείτε;
     - Δεν ξέρετε τι είναι το πάρτυ;
     - Γλυκό είναι;
     - Μα, καλά, πού ζείτε; 
     - Α, θα είναι φαγητό!
     - Δεν έχετε πάρτυ εδώ; Δεν γιορτάζετε ποτέ;
     - Έχουμε ψαλμούς, και περιφορές επιταφίων, βάφουμε και αυγά...
     - ... αλλά δεν τα τρώτε...
     - Αφού έχουμε νηστεία! Α, έχουμε και βραδιά πυροτεχνημάτων, μία στο τόσο, είναι πολύ εντυπωσιακή...
     - Καλά, καλά, αφήστε το καλύτερα!
     Και τα Χριστούγεννα δεν ξαναμίλησαν σχεδόν καθόλου εκείνη τη μέρα.
     - Θέλετε να πάμε να στολίσουμε τον επιτάφιο; ρώτησαν τα ξαδέρφια τους μερικές μέρες μετά.
     - Τι εννοείτε;
     - Θα του βάλουμε πολλά λουλούδια και θα γίνει όμορφος.
     - Καταπληκτική ιδέα! Μπορούμε να του βάλουμε και κορδέλες, να γίνει πιο εντυπωσιακός.
     - Μπα, όχι καλύτερα...
     - Ή μήπως να του βάλουμε λαμπιόνια;
     - Τρελλαθήκατε; Τι τον περάσατε τον επιτάφιο, χριστουγεννιάτικο δέντρο; Μόνο λουλούδια θα του βάλουμε...
     - Α, καλά, δεν πειράζει, πηγαίνετε εσείς να στολίσετε τον επιτάφιο και εμείς θα πάμε μια βόλτα μέχρι την παραλία, να διασκεδάσουμε λίγο. Θα πάρουμε μαζί μας και μια κιθάρα, θα τραγουδήσουμε, θα χορέψουμε...
     - Διασκέδαση, μουσική, τέτοια μέρα; Είστε σοβαροί; Απαγορεύεται, θα σας συλλάβουν!
     Τότε ήταν που τα Χριστούγεννα άρχισαν να πιστεύουν ότι δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα να μείνουν για πάντα στο νησί του Πάσχα. Και συνειδητοποίησαν ότι τους έλειπε πάρα πολύ το σπίτι τους. Επιθυμούσαν διακαώς να φάνε κουραμπιέδες, να τραγουδήσουν κάλαντα, να πάνε σε πάρτυ... Όλοι οι φίλοι τους θα διασκέδαζαν τώρα, ενώ αυτοί...
     Χωρίς δεύτερη σκέψη, τα Χριστούγεννα έβγαλαν εισιτήρια με το πρώτο αεροπλάνο, έφτιαξαν τις βαλίτσες τους και αποχαιρέτησαν την γλυκιά τους θεία και τα αξιαγάπητα ξαδέρφια τους. Και σε όλο τον κόσμο, οι δείκτες των ρολογιών ξανάρχισαν να κουνιούνται και οι μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα ξανάρχισαν να λιγοστεύουν. 
     Η έκπληξη της μαμάς τους όταν τα είδε στην πόρτα της ήταν μεγάλη, αφού δεν της είχαν πει το παραμικρό και εκείνη συνέχιζε να νομίζει ότι περνούσαν υπέροχα.
     - Καλώς τα τα παιδιά μου! είπε γεμάτη χαρά. Τι ωραία έκπληξη είναι αυτή που μου κάνατε! Μα εσείς δεν λέγατε ότι περνούσατε τόσο ωραία, που σκεφτόσασταν να μείνετε για πάντα με τη θεία και τα ξαδέρφια σας;
     - Μα, αφού το ξέρεις, καλέ μαμά, είπαν τα Χριστούγεννα και χαμογέλασαν γλυκά. Σαν το σπίτι δεν υπάρχει πουθενά.
     

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021

Στρίβειν αποτόμως


     Η Κοκκινοσκουφίτσα άπλωσε το κονσίλερ προσεκτικά. Αυτό ήταν! Τα ίχνη του χθεσινοβραδινού ξενυχτιού εξαφανίστηκαν, ως δια μαγείας. Μόνο η κάπα της ήταν ακόμα μουσκεμένη από την ξαφνική βροχή που έπιασε λίγο προτού επιστρέψει στο σπίτι της, αλλά η σημερινή καλοκαιρία θα βοηθούσε να στεγνώσει χωρίς να το αντιληφθεί κανείς.
     - Κοκκινοσκουφίτσα, ακούστηκε η φωνή της μητέρας της.
    Ωχ! σκέφτηκε η Κοκκινοσκουφίτσα.
     - Ορίστε, μαμά! είπε.
     Η πόρτα άνοιξε.
     - Καλημέρα, είπε η μητέρα της και άρχισε να οσφρίζεται την ατμόσφαιρα, μα τι μυρίζει εδώ μέσα, καπνός;
     Η Κοκκινοσκουφίτσα θυμήθηκε την αποπνικτική ατμόσφαιρα στο πάρτυ. Έπρεπε να έχει αερίσει τα ρούχα της.
     - Δεν πιστεύω να καπνίζεις, είπε αυστηρά η μητέρα της.
     - Μα όχι, καλέ μαμά, εννοείται πως όχι!
     Η μητέρα της την κοίταξε διερευνητικά. Ευτυχώς που είχε προλάβει να βάλει το κονσίλερ.
     - Τέλος πάντων, είπε η μητέρα. Με πήρε η γιαγιά σου τηλέφωνο, είναι χάλια. Έχει πυρετό, μου είπε, και την πονάνε τα κομμάτια της.
     - Πάλι;
     - Τι εννοείς, "πάλι"; 
     - Μα και πριν από δυο βδομάδες, πάλι άρρωστη ήταν!
     - Ντροπή σου να μιλάς έτσι για την αγαπημένη σου γιαγιά, ξεχνάς τα τυροπιτάκια και τους μπακλαβάδες που έφτιαχνε ειδικά για εσένα, όταν ήσουνα μικρή;
     - Η άλλη γιαγιά δεν αρρωσταίνει σχεδόν ποτέ...
     - Η άλλη γιαγιά δεν έχει ανάγκη, είναι σαν τον πατέρα σου...
     - Εννοείς το μουστάκι;
     - Μη με κοροϊδεύεις εμένα! Μα, είμαι σίγουρη ότι εδώ μέσα κάποιος έχει καπνίσει!
     - Ιδέα σου είναι... Τέλος πάντων, μου έλεγες για τη γιαγιά που αρρώστησε.
     - Ναι. Είναι χάλια η καημένη και δεν μπορεί ούτε να μαγειρέψει. Της έφτιαξα, λοιπόν, λίγη σούπα και θέλω να της την πας.
     - Γιατί δεν της την πας εσύ; Δικιά σου μάνα είναι!
     - Και εσένα είναι γιαγιά σου!
     - Ναι, αλλά όλο εμένα στέλνεις!
     - Δεν μπορώ να πάω εγώ, σε μία ώρα έχω ραντεβού στο κομμωτήριο, δεν προλαβαίνω να πάω και να γυρίσω σε μια ώρα.
     - Να μην πας στο κομμωτήριο!
     - Τρελλάθηκες; Πρέπει οπωσδήποτε να βάψω τη ρίζα! Και αν ακυρώσω τώρα το ραντεβού, ποιος ξέρει πότε θα ξαναβρώ, τέτοιες μέρες... Θέλεις να έχω άσπρα μαλλιά στο ρεβεγιόν;
     Η Κοκκινοσκουφίτσα αναστέναξε και έπιασε την κάπα της. Θα στέγνωνε στον δρόμο.
     - Μια και θα πας, κάνε της και καμιά δουλειά, αν χρειάζεται... Βάλ'της και θερμόμετρο, και αν δεις ο πυρετός να επιμένει, δώσ'της και αντιπυρετικό, φτιάξ'της και ένα τσαγάκι...
     - Να της βάλω και βεντούζες; είπε η Κοκκινοσκουφίτσα.
     - Να προσέχεις τους τρόπους σου, δεσποινίς! Και μη νομίζεις ότι επειδή μεγάλωσες θα ντραπώ να σου τις βρέξω!
       Η Κοκκινοσκουφίτσα πήγε στην κουζίνα, όπου την περίμενε ένα καλαθάκι με δύο φαγητοδοχεία.
     - Το ένα φαγητοδοχείο έχει σουπίτσα, είπε η μητέρα της. Αλλά της έβαλα και λίγο κρεατάκι ξεχωριστά, μήπως το προτιμάει έτσι.
     Η Κοκκινοσκουφίτσα φόρεσε την κάπα της.
     - Τις γαλότσες σου να βάλεις, είπε η μητέρα της. Μετά την πρωινή βροχή, ο δρόμος για το σπίτι της γιαγιάς θα είναι γεμάτος λάσπες. Και να σκουπίσεις καλά τα πόδια σου πριν μπεις στο σπίτι της, μην της το κάνεις χάλια!
     Η Κοκκινοσκουφίτσα έβαλε τις γαλότσες της.
     - Να προσέχεις στον δρόμο και να μη μιλάς σε αγνώστους... Ούτε να χαζεύεις και να καθυστερήσεις. Τα φαγητοδοχεία δε θα μπορέσουν να διατηρήσουν το φαγητό ζεστό για πάντα!
     Η Κοκκινοσκουφίτσα πήρε το καλαθάκι και βγήκε στον δρόμο.
     Η πρωινή δροσιά, σε συνδυασμό με τη νοτισμένη κάπα, της έφερε ανατριχίλα. Μπρρρ! Άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα.
     Αν εξαιρέσουμε το ότι βαριόταν να πηγαίνει σούπα στην άρρωστη γιαγιά της για πολλοστή φορά, οι βόλτες στο δάσος της άρεσαν πολύ. Τα τραγούδια των πουλιών και τα αρώματα των αγριολούλουδων και των βοτάνων την ηρεμούσαν όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.
     Δεν είχε περπατήσει πολλή ώρα, όταν συνειδητοποίησε ότι μάλλον δεν ήταν μόνη. Τα κελαηδήματα των πουλιών είχαν σταματήσει, και κάτι φτέρες εκεί πιο πέρα κουνιούνταν σαν τρελλές.
     - Ποιος είναι εκεί; ρώτησε η Κοκκινοσκουφίτσα.
     - Με τσάκωσες, ακούστηκε μια βραχνή φωνή και ένας λύκος εμφανίστηκε μπροστά της.
     Ο λύκος χαμογέλασε. Τα δόντια του ήταν μυτερά και καλογυαλισμένα.
     - Γεια σου, κούκλα, είπε ο λύκος, πώς από τα μέρη μας;
     - Καλά, είπε η Κοκκινοσκουφίτσα, δε βαρέθηκες ακόμα;
     - Γιατί να βαρεθώ; 
     - Νομίζεις ότι αν αλλάξεις τρόπο προσέγγισης θα με ρίξεις;
     - Στις ομορφιές σου είσαι σήμερα... Άλλαξες χτένισμα;
     - Άσε με, δεν έχω χρόνο!
     - Εγώ σου κάνω κομπλιμέντα και εσύ με γράφεις...
     - Παρ'όλ'αυτά, δεν βλέπω να πτοείσαι...
     - Μα, πού πας; Κάτσε να συζητήσουμε λίγο!
     - Δεν έχω χρόνο...
     - Αχ, οι γυναίκες τη σήμερον ημέρα είναι όλες βιαστικές... Δε λέω, έχει και η μπίζνες γούμαν τη γοητεία της, αλλά εμένα μου αρέσουν οι πιο παραδοσιακές...
     - Ε, τότε άσε με στην ησυχία μου, εγώ δεν είμαι καθόλου παραδοσιακή.
     - Δεν κάθεσαι, λοιπόν, στο παραθύρι σου με τις ώρες, να κεντάς;
     - Δεν είμαστε καλά!
     - Ούτε μαγειρεύεις;
     - Αστειεύεσαι;
     - Και πώς θα ζήσεις, αν δεν μαγειρεύεις;
     - Και τα ντελίβερι γιατί υπάρχουν;
     - Δωρεάν είναι τα ντελίβερι;
     - Όχι.
     - Αλλά;
     - Θα παντρευτώ έναν πλούσιο και δεν θα έχω ανάγκη!
     - Αυτό δεν μου ακούγεται και πολύ επαναστατικό...
     Η Κοκκινοσκουφίτσα τον αγριοκοίταξε.
     - Δε με ενδιαφέρει η γνώμη σου, είπε.
     - Δεν είσαι και πολύ ευγενική, αλλά μου αρέσεις.
     - Κι είχα μια σκασίλα!
     - Αφού, λοιπόν, δεν είσαι παραδοσιακή γυναίκα, τι θα έλεγες να πάμε για ένα ποτάκι την Παρασκευή το βράδυ; Ξέρω ένα όμορφο μπαράκι, όπου τα ποτά δεν είναι ποτέ μπόμπες.
     - Δεν πάω σε μπαρ...
     - Έτσι λένε όλες... και μετά ανεβαίνουν στην μπάρα και ξεγοφιάζονται στο χορό...
     - Εγώ δεν ξεγοφιάζομαι!
     - Πάντως, έτσι όπως τρέχεις με τις γαλότσες, μάλλον θα ξεγοφιαστείς...
     - Δεν έχεις τίποτα άλλο καλύτερο να κάνεις;
     - Α, μπα... Κυνήγησα κάτι λαγούς πρωί-πρωί, ύστερα κάτι ασβούς, τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα... Τι έχεις στο καλαθάκι;
     - Φαγητό.
     - Μου έχει σπάσει τη μύτη... κρέας, ε;
     - Ναι... αλλά μην γλείφεσαι!
     - Πας για πικ-νικ;
     - Αφού το ξέρεις, στη γιαγιά μου πάω!
     - Είναι άρρωστη η γιαγιά σου;
     - Ναι, είναι άρρωστη, και σταμάτα να με ακολουθείς!
     - Ε, όχι και σε ακολουθώ! Απλώς σε συνοδεύω... Μια κοπέλα μόνη στο δάσος... πολλά μπορεί να της συμβούν...
     - Ξέρω καράτε.
     - ... όλο και κάποιος κίνδυνος θα παραμονεύ... αλήθεια; Ξέρεις καράτε;
     - Ναι.
     - Ενδιαφέρον, πάντα ήθελα να μάθω... Είναι δύσκολο;
     - Πω-πω, πολυλογάς που είσαι, αδερφάκι μου! Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις;
     - Καλύτερο από εσένα; Δε νομίζω! Έλα, μίλα μου κι εσύ λίγο! Αν δε σε ενδιαφέρουν αυτά που λέω, διάλεξε εσύ το θέμα... Θέλεις να μιλήσουμε πιο επιστημονικά; Τι πιστεύεις για την τρύπα του όζοντος;
     Είχαν φτάσει σε ένα ξέφωτο. Επάνω από το κεφάλι τους φαινόταν ο καταγάλανος ουρανός.
     - Είναι εφικτή η αειφόρος ανάπτυξη; συνέχισε ο λύκος. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η τεχνητή νοημοσύνη;
     - Τι γνώμη έχεις για το κυνήγι; είπε η Κοκκινοσκουφίτσα.
     - Για το κυνήγι; Τι να πω, κάποιοι το θεωρούν σπορ, για εμένα είναι κάτι παραπάνω, θα έλεγα... Αλλά γιατί ρωτάς;
     Μια ντουφεκιά αντήχησε στο ξέφωτο. Ο κυνηγός, που η Κοκκινοσκουφίτσα είχε διακρίνει ανάμεσα από τους κορμούς των δέντρων, κατέβασε το όπλο του.
     - Φτου, να πάρει, πάλι αστόχησα! είπε. Μα, τι στο καλό, το κοκαλάκι της νυχτερίδας έχει αυτός ο λύκος;

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Ολέθριος συνδυασμός

 


     Η μέρα είχε προχωρήσει για τα καλά. Ο Παπουτσωμένος γάτος άνοιξε τα μάτια του. Το κεφάλι του ήταν βαρύ. Ίσως να έφταιγε το χθεσινό ξενύχτι, ίσως πάλι και η πολλή μπατίντα ντι κόκο. Ξανάκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, αλλά μια παιχνιδιάρα ηλιαχτίδα είχε βάλει σημάδι τα βλέφαρά του. Μα, ακριβώς σήμερα έπρεπε να έχει λιακάδα
     Σηκώθηκε βαριεστημένα από το κρεβάτι του και πήγε στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έτσι ξεμαλλιασμένος και αξύριστος, όπως ήταν, είχε τα χάλια του.
     - Τα χάλια μου έχω, είπε στο είδωλό του. Τι τα'θελα εγώ τα ξενύχτια;
     Σέρνοντας τα πόδια του πήγε στην κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο. Ήταν σχεδόν άδειο. Μόνο ένα τάπερ με ψητές σαρδέλλες που είχαν μείνει από προχθές, μισό μπουκάλι γάλα και ένα γιαούρτι υπήρχαν μέσα. Το γιαούρτι είχε λήξει.
     - Πρέπει επειγόντως να πάω στο σουπερμάρκετ, είπε και άνοιξε το ντουλάπι.
     Δύο κονσέρβες τόννου, ένα πακέτο μακαρόνια και μία μύγα, που πετάχτηκε βιαστικά έξω από το ντουλάπι.
     - Τίποτα κι εδώ, είπε ο Παπουτσωμένος γάτος.
     Εκείνη την στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.
     Ο Παπουτσωμένος γάτος σήκωσε το ακουστικό και έπνιξε ένα χασμουρητό που ήρθε απρόσκλητο.
     - Εμπρός, είπε νυσταγμένα.
     - Ακόμα να ξυπνήσεις; ακούστηκε μια γνωστή φωνή.
     - Ξύπνησα, απάντησε.
     - Και γιατί ακούγεσαι έτσι... κοιμισμένος;
     - Νυστάζω.
     - Α, δεν είσαι εσύ για διασκέδαση, καλά μου το έλεγαν τα αδέρφια μου!
     - Μάλλον με πείραξε το ποτό.
     - Κι εσύ με αυτό το κόλλημά σου με όποιο ποτό θυμίζει γάλα!
     - Η μπατίντα ντι κόκο μου αρέσει, γιατί να πιώ κάτι άλλο;
     - Μα, έτσι, για δοκιμή, βρε αδερφέ!
     - Και τι να πιώ, σκαθαροζούμι;
     - Πιες ένα ρούμι, μια πίνα κολάντα έστω!
     - Δεν αντέχω τα ποτά που θυμίζουν Καραϊβική...
     - Αυτό, πάλι, τι είναι, καινούργιο;
     - Όχι, αλλά μου θυμίζει ένα ταξίδι που έκανα στην Κούβα, όταν ήμουν νέος...
     - Δε μου το είχες πει... Μη μου πεις ότι είχες πάει για να γνωρίσεις τον Τσε!
     - Ποιον Τσε;
     - Τον αγωνιστή, τον Τσε Γκεβάρα, μη μου πεις πως δεν τον ξέρεις!
     - Α, ναι, μωρέ, τον ξέρω, τα είχα κάποτε με μια φοιτήτρια, που τον είχε σε αφίσα στο δωμάτιό της. Θα προτιμούσα κάποια άλλη αφίσα, πιο ξεσηκωτική, για να είμαι ειλικρινής...
     - Τι άξεστος που είσαι ώρες-ώρες... Τέλος πάντων, και τι έκανες στην Κούβα; 
     - Ξερνούσα σε όλη τη διαδρομή, ούτε που θυμάμαι κάτι άλλο. Τι το ήθελα εγώ το πλοίο; Αλλά, βλέπεις, τότε έκανα παρέα με ένα καραβόσκυλο και με τις ιστορίες του για τα τυρκουάζ νερά και τις πυκνές, καταπράσινες ζούγκλες, παρασύρθηκα. Τέλος πάντων, έκτοτε, ούτε να ακούσω δε θέλω για εξωτικά ποτά.
     - Και η μπατίντα ντι κόκο τι είναι; Δεν είναι εξωτικό ποτό;
     - Η καρύδα μου θυμίζει εξωτικές χορεύτριες, οπότε κάνω μία εξαίρεση.
     - Α, μάλιστα... Πάντως, καλά τα περάσαμε εχθές, έτσι;
     - Ναι, καλά, αλλά θύμισέ μου...
     - Μη μου πεις ότι δε θυμάσαι τίποτα!
     - Πώς, ναι, θυμάμαι, για επιβεβαίωση σε ρωτάω...
     - Δε θυμάσαι το καμπαρέ; Εκείνη τη γατούλα με το προκλητικό ντεκολτέ; Όλο το βράδυ μαζί χορεύατε!
     - Τη γατούλα; Το ντεκολτέ; Το χορό; Α, ναι, θυμήθηκα!
     - Την πήγες στο σπίτι της, τελικά;
     - Να σου πω, αν και δε θα ήθελα, το ξέρεις, δα, πόσο διακριτικός είμαι...
     - Ναι, αλλά κι εγώ είμαι τάφος! Έλα, και θα σου πω κι εγώ για εκείνη τη ζουμερή γκόμενα που συνοδευόταν από εκείνο το χοντρό γουρούνι με το πούρο...
     - Α, ναι, θυμάμαι που μου είπες ότι θα τη ζητούσες σε χορό, αλλά μετά έμπλεξα με τη γατούλα και σε ξέχασα. Τη ζήτησες σε χορό, τελικά;
     - Τη ζήτησα, που να μην τη ζητούσα!
     - Γιατί το λες αυτό; Σε έβρισε;
     - Όχι.
     - Αλλά;
     - Το χοντρό γουρούνι που τη συνόδευε ήταν ο άντρας της!
     - Τι μου λες;
     - Ναι, φαντάζεσαι την απογοήτευσή μου... Άσε που το χοντρό γουρούνι ήταν νονός της νύχτας και συνοδευόταν από τρεις γορίλες νταβραντισμένους και τσαντισμένους! Παρά τρίχα να μην βγω ζωντανός από εκεί μέσα!
     - Φτηνά τη γλίτωσες, δηλαδή...
     - Φτηνά, δε λες τίποτα. Εντωμεταξύ, σήμερα που το διηγήθηκα στο μεγάλο μου αδερφό, μόνο που δε με έβρισε!
     - Γιατί;
     - Μου είπε ότι στο κεφάλι μου έχω άχυρα, όπως αυτά του σπιτιού μου, αφού δε θυμήθηκα ότι το χοντρό γουρούνι ήταν ο νταής της τάξης μας, όταν πηγαίναμε στο γυμνάσιο.
     - Σοβαρά;
     - Ναι, τότε βέβαια δεν είχε μουστάκι, όπως τώρα... Καθόταν στο τελευταίο θρανίο και με τους κολλητούς του έκαναν πάντα φασαρία. Αλλά οι καθηγητές ποτέ δεν τον μάλωναν, επειδή ο πατέρας του ήταν κολλητός με τον διευθυντή του σχολείου και είχε άκρες στην επιθεώρηση...
     - Νταής από κούνια, δηλαδή.
     - Ναι. Και στο σχολείο πηγαινοερχόταν με λιμουζίνα... Και στο τέλος της τελευταίας χρονιάς του γυμνασίου, μέχρι που πήρε και έπαινο...
     - Αλήθεια;
     - Ναι. Βλέπεις, ο πατέρας του είχε γκόμενα τη διευθύντρια, εκείνη τη χρονιά είχαμε διευθύντρια...
     - Για φαντάσου!
     - Ναι, και ο άλλος μου αδερφός θυμήθηκε ότι και στο δημοτικό, μια φορά, στο μάθημα της χειροτεχνίας, το χοντρό γουρούνι του είχε καταστρέψει ένα ξύλινο μουσικό κουτί που είχε φτιάξει, ο αδερφός μου αυτός πάντα είχε ταλέντο στην ξυλοκοπτική...
     - Ούτε τότε τον τιμώρησαν;
     - Τι λες; Τον αδερφό μου τιμώρησαν, που διαμαρτυρήθηκε... Και τιμώρησαν και εμάς, που τον υποστηρίξαμε! Μία ώρα στην γωνία, σε διαφορετική γωνία της αίθουσας ο καθένας, εννοείται!
     - Μεγάλη αδικία...
     - Αλλά την επόμενη μέρα κάποιος έσπασε ένα από τα τζάμια της λιμουζίνας του... Δεν είδαν ποιος το έκανε, μόνο ένα τούβλο βρέθηκε εκεί παραδίπλα...
     - Ο αδερφός σου ήταν;
     - Τι να σου πω, τότε δεν είχε εκδηλώσει ακόμα την αγάπη του προς τα τούβλα... Πάντως, τον ρώτησα και εκείνος το αρνήθηκε. Αλλά, αρκετά μιλήσαμε για εμένα, για πες μου για εσένα... την πήγες, τελικά, στο σπίτι της τη γατούλα;
     - Λοιπόν, κοίτα σύμπτωση, κι εμένα παντρεμένη ήταν...
     - Α, τι κρίμα...
     - Κρίμα; Γιατί κρίμα; Αφού το ξέρεις, εμένα μου αρέσουν οι παντρεμένες!
     - Μα, τι προοπτική έχει μία σχέση με παντρεμένη;
     - Α, αγαπητέ μου γουρουνόφιλε, τι να την κάνω την προοπτική, δε ζήτησα δουλειά! Οι παντρεμένες είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου τύχει, σου προσφέρουν τις χάρες τους, αλλά δε σου ζητάνε κανένα αντάλλαγμα, για τα ανταλλάγματα υπάρχει ο σύζυγος...
     - Μπορεί εγώ να είμαι το γουρούνι, αλλά εσύ φέρεσαι σαν γουρούνι.
     - Μα, γιατί, επειδή απολαμβάνω τις χαρές της ζωής;
     - Τι να σου πω, κάποια μέρα θα το φας το κεφάλι σου με αυτά που κάνεις...
     - Μα, δεν έκανα τίποτα, δεν το επιδίωξα, μου γυάλισε η γατούλα και έτυχε να είναι παντρεμένη, να την διώξω;
     - Τέλος πάντων, την πήγες στο σπίτι της;
     - Είπαμε ότι μου αρέσουν οι παντρεμένες, αλλά όχι και να την πάω στο σπίτι της! Τι θα κάναμε εκεί, τρίο με τον άντρα της; Στο δικό μου σπίτι την έφερα!
     - Και, λοιπόν; Καλή;
     - Είπαμε, ο γάτος είναι διακριτικός, δεν μαρτυράει... Αλλά, πολύ καλή ήταν. Τόσο, που σκέφτομαι να την ξανακαλέσω!
     - Σοβαρεύει το πράγμα, δηλαδή;
     - Μη λες χαζομάρες, αφού σου εξήγησα!
     - Τέλος πάντων, τι να σου πω, εύχομαι ό,τι καλύτερο... Θα σε αφήσω τώρα, όμως, επειδή έχω δουλειά. Ο χθεσινοβραδυνός αέρας πήρε κάμποσα από τα άχυρα στης στέγης και θα πρέπει να επισκευάσω την τρύπα που δημιουργήθηκε.
     - Εντάξει, κι εγώ θέλω να πάω στο σουπερμάρκετ για προμήθειες...
     - Θα σε ξαναπάρω, πάντως, στο τέλος της εβδομάδας να ξανακανονίσουμε, να μου γνωρίσεις και τη γατούλα.
     - Ναι, και θα της πω να σου βρει κι εσένα καμιά αδέσμευτη γουρουνίτσα να βολευτείς.
     Ο Παπουτσωμένος γάτος έκλεισε το τηλέφωνο και πήγε στην παπουτσοθήκη του.
     - Πού είναι οι μπότες μου; αναρωτήθηκε.
     Άρχισε να ψάχνει τις μπότες σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού, άφαντες οι μπότες.
     - Συμφορά, σκέφτηκε, χωρίς τις μπότες δεν μπορώ να μιλάω ανθρώπινα, πώς θα συνεννοηθώ στο σουπερμάρκετ; Μα, πού μπορεί να τις έβαλα;
     Και τότε, το μυαλό του φωτίστηκε από μια αναλαμπή. Και θυμήθηκε τα επιφωνήματα θαυμασμού της γατούλας, όταν είδε τις μπότες του. Και τι μαλακό το δέρμα τους, και τι φανταστικό χρώμα, και πόσο θα ήθελε να έχει κι εκείνη ένα ίδιο ζευγάρι... Και πόσο ωραία ένιωθε εκείνος, και πόσο εύθυμος ήταν από το ποτό, και πόσο γενναιόδωρος... Και για πότε είχε προσφερθεί να της τις χαρίσει...
     Και ο Παπουτσωμένος γάτος σαν να συνήλθε απότομα. Και συνειδητοποίησε ότι ο συνδυασμός ναζιάρας παντρεμένης γάτας με μπατίντα ντι κόκο μόνο καλός δεν μπορεί να είναι...

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

Η σκουριασμένη καγκελόπορτα


      Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πολυσύχναστη γειτονιά μιας πόλης, στριμωγμένη ανάμεσα σε ψηλές, άχρωμες πολυκατοικίες, υπήρχε μια σκουριασμένη καγκελόπορτα, την οποία όλοι προσπερνούσαν βιαστικά. Καμία πινακίδα δεν υπήρχε επάνω της, κανένα όνομα δεν αναγραφόταν στο κουδούνι, δεν υπήρχε καν κουδούνι. Η καγκελόπορτα έμενε μονίμως κλειστή, αλλά και ανοιχτή αν ήταν, ποιος θα επιθυμούσε ή θα τολμούσε να την διαβεί; Μόνο ένα ερειπωμένο κτίσμα διακρινόταν στο βάθος του κήπου, ένα κτίσμα που σίγουρα αποτελούσε το καταφύγιο για όλες τις σαύρες, τα ποντίκια και τις αράχνες της πόλης, για να μη μιλήσουμε για τα κοράκια, που πιθανότατα είχαν φτιάξει φωλιές σε όλες τις τρύπες που διακρίνονταν κάτω από τα ξεκολλημένα κεραμίδια της σκεπής.... 
     Το βράδυ, κανένας δεν πλησίαζε την σκουριασμένη καγκελόπορτα. Τα ψηλά, ακλάδευτα δέντρα του κήπου που πρόβαλλαν αδιάφορα στη διάρκεια της μέρας, το βράδυ έριχναν γύρω τους άγριες, απειλητικές σκιές. Το ερειπωμένο κτίσμα στο βάθος της αυλής, που την ημέρα μπορεί να προκαλούσε το φακό κάποιου ερασιτέχνη φωτογράφου, τη νύχτα εξαφανιζόταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Ο αέρας μαστίγωνε τα κλαδιά των δέντρων και κάποιες βραδιές με πανσέληνο, ολόκληρη η περιοχή αντηχούσε από τα κλαψιάρικα γαβγίσματα των σκυλιών, που έμοιαζαν να απαντούν στις απόκοσμες, σπαρακτικές κραυγές που έρχονταν από το βάθος του κήπου.
     Μια χειμωνιάτικη μέρα, που ο ουρανός ήταν σκεπασμένος με βαριά, γκρίζα σύννεφα, ένας ξένος κοντοστάθηκε μπροστά στην σκουριασμένη καγκελόπορτα. Ο ξένος ήταν ξεχτένιστος και τα ρούχα του ήταν σκισμένα και βρώμικα. Οι διαβάτες που περνούσαν από κοντά του έκαναν παράκαμψη και τον απέφευγαν, μερικοί ούτε καν τον κοιτούσαν. Κανείς τους, βέβαια, δεν ήξερε ότι ο λόγος που ο ξένος ήταν έτσι απεριποίητος και βρώμικος ήταν ότι λίγες μέρες πριν, σε μια σκοτεινή γωνιά της πόλης, μία ομάδα κακοποιών του είχε επιτεθεί και του είχε κλέψει όλα του τα λεφτά. Χωρίς λεφτά, ο ξένος δεν μπορούσε ούτε να αγοράσει κάτι να φάει, ούτε να βρει κάπου να μείνει, και έτσι περιδιάβαινε στους δρόμους και έψαχνε για φαγητό στους κάδους των σκουπιδιών.
     Το ερειπωμένο κτίσμα στο βάθος του κήπου φάνταζε πολύ τρομακτικό, και ο ξένος θα το απόφευγε, αν είχε τη δυνατότητα, όταν όμως ο ουρανός φωτίστηκε από μία αστραπή και χοντρές σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν με δύναμη, αποφάσισε να αγνοήσει τους φόβους του και να ζητήσει καταφύγιο εκεί μέσα. Η σκουριασμένη καγκελόπορτα άνοιξε με δυσκολία. Ο κήπος ήταν γεμάτος αγριόχορτα. Η βροχή είχε δυναμώσει πολύ και δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε, και με μεγάλη προσοχή για να μην πατήσει σε κάποιο σπασμένο σκαλοπάτι, ανέβηκε την σκάλα που οδηγούσε στην είσοδο του κτίσματος. 
     Χτύπησε την σαρακοφαγωμένη πόρτα. Δεν απάντησε κανείς. Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Διστακτικά, την έσπρωξε και βρέθηκε σε ένα μεγάλο, σκοτεινό δωμάτιο. Το μέρος ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, αλλά έξω έβρεχε καταρρακτωδώς. Θα περνούσε τη νύχτα του εκεί. Βρήκε μια γωνία, τυλίχτηκε όσο καλύτερα μπορούσε στο παλτό του και κουλουριάστηκε εκεί. Πέρασε πολλή ώρα έτσι, κουλουριασμένος, μέχρι που τον πήρε ο ύπνος.
     Τον ξύπνησε η μυρωδιά φρεσκοψημένου φαγητού. Έτριψε τα μάτια του, για να καθαρίσουν από το όνειρο που πιθανώς έβλεπε, μόνο που δεν έβλεπε όνειρο. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα μαλακό, άνετο κρεβάτι, σκεπασμένος με ένα ζεστό, πουπουλένιο πάπλωμα. Σηκώθηκε και πήγε μέχρι ένα παράθυρο, που κρυβόταν πίσω από μία χοντρή, πολυτελή κουρτίνα. Κοίταξε έξω και είδε τον χορταριασμένο κήπο που είχε διαβεί για να μπει μέσα στο ερειπωμένο κτίσμα. Η βροχή είχε πια σταματήσει και ένα ολοστρόγγυλο, φωτεινό φεγγάρι έλαμπε στο νυχτερινό ουρανό. 
     Η πόρτα του δωματίου όπου βρισκόταν ήταν κλειστή. Από κάπου εκεί μέσα ακουγόταν μια γλυκιά, μελαγχολική μουσική. Γεμάτος περιέργεια, ο ξένος άνοιξε την πόρτα και άρχισε να εξερευνά το χώρο. Ο πλούτος ήταν εμφανής σε κάθε γωνία: πολυτελή έπιπλα, ακριβοί πίνακες, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, βαρύτιμα υφάσματα. δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει. Ακολουθώντας τη μουσική, πλησίασε μία μεγάλη, βαριά πόρτα και την άνοιξε.
     Βρέθηκε σε μία μεγάλη, φωταγωγημένη σάλα. Ένας άντρας ήταν σκυμμένος επάνω σε ένα πιάνο και έπαιζε μια μελαγχολική μελωδία. Ο άντρας σταμάτησε να παίζει. Γύρισε και τον κοίταξε.
     - Ω, ένας επισκέπτης! είπε.
     Ύστερα, σηκώθηκε από το πιάνο, τον καλωσόρισε και τον οδήγησε σε ένα διπλανό δωμάτιο, που ήταν μία τραπεζαρία. Στο κέντρο υπήρχε ένα τεράστιο, στενόμακρο τραπέζι, στρωμένο με υπέροχα, πορσελάνινα σερβίτσια και χρυσά μαχαιροπήρουνα. Υπήρχαν πολλές, μεγάλες πιατέλες με κάθε λογής αχνιστά φαγητά.
     - Θα μου κάνεις την τιμή να φάμε μαζί, υποθέτω, είπε ο άντρας. Ή μήπως δεν πεινάς;
     Ο ξένος όχι απλώς πεινούσε, είχε ξελιγωθεί από την πείνα. Οι υπέροχες μυρωδιές που έρχονταν από τις πιατέλες τον καλούσαν τόσο δελεαστικά...
     Κάθησαν να φάνε και ο ξένος δεν ήξερε τι να πρωτοδοκιμάσει. Όλα τα φαγητά ήταν εξαιρετικά μαγειρεμένα και πεντανόστιμα.
     - Πώς σου φαίνονται τα φαγητά, ρώτησε ο άντρας, σου αρέσουν;
     - Πάρα πολύ, είπε ο ξένος. Στ'αλήθεια, είσαι πολύ τυχερός. Έχεις ένα υπέροχο σπίτι, και το τραπέζι σου είναι φορτωμένο με τα καλύτερα φαγητά, τι άλλο να ζητήσει κανείς;
     Και τότε ο άντρας αναστέναξε και του είπε την ιστορία του. Ότι κάποτε, που το σπίτι του δεν ήταν τόσο υπέροχο, ούτε το τραπέζι του τόσο φορτωμένο, εκείνος ήταν ένας εργατικός και προκομμένος άνθρωπος. Και ότι ήταν και πολύ τυχερός, τόσο, που οι δουλειές του πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο και τα σεντούκια του γέμιζαν λεφτά. Όμως, άρχισε να βλέπει πως οι άλλοι άνθρωποι δεν χαίρονταν και τόσο πολύ με τις επιτυχίες του και ότι τον κοιτούσαν με μισό μάτι. Αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Κλείστηκε, λοιπόν, στο σπίτι του και αποφάσισε ότι κανένας δεν ήταν άξιος να μοιραστεί τη χαρά του μαζί του. Και όλο και πλούτιζε, και όλο και στόλιζε το σπίτι του περισσότερο...
     Μια χειμωνιάτικη νύχτα, ένας ζητιάνος χτύπησε την πόρτα του. Πεινούσε και κρύωνε, του είπε. Ο άντρας τον κοίταξε. Σκέφτηκε ότι, αφού οι άνθρωποι που γνώριζε - που ήταν σαφώς σε καλύτερη θέση από τον ζητιάνο - τον ζήλευαν, ο ζητιάνος θα τον ζήλευε πολύ περισσότερο. Ίσως και να τον έκλεβε. Του έδωσε, λοιπόν, ένα κομμάτι ψωμί και του είπε να φύγει. "Μήπως θα μπορούσα", τον ρώτησε ο ζητιάνος, "να περάσω τη νύχτα σε κάποια γωνίτσα στο όμορφο σπιτικό σου; Κάνει παγωνιά απόψε και δεν έχω πού να πάω". "Δεν έχω χώρο", απάντησε ο άντρας. "Μα, το σπίτι σου είναι τόσο μεγάλο", είπε ο ζητιάνος. "Θα μπορούσα να βολευτώ ακόμα και στην αποθήκη". "Στην αποθήκη; Ούτε να το σκέφτεσαι, είναι γεμάτη πράγματα, δεν υπάρχει χώρος για κανέναν", είπε ο άντρας.
     Τότε, ένας δυνατός αέρας φύσηξε και πήρε τα κουρέλια του ζητιάνου. Ο άντρας δεν μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του. Μπροστά του βρισκόταν ένας μάγος.
     "Ώστε δεν υπάρχει χώρος, ούτε καν στην αποθήκη σου, για έναν ζητιάνο", είπε ο μάγος. "Για κανέναν δεν υπάρχει", είπε ο άντρας. "Όλοι με ζηλεύουν και κανένας δε θέλει το καλό μου. Γι'αυτό κι εγώ δε θέλω κανέναν". "Αφού, λοιπόν, δε θέλεις κανέναν, η ευχή σου θα πραγματοποιηθεί", είπε ο μάγος. Κούνησε το ραβδί του και μεμιάς το σπίτι του άντρα μεταμορφώθηκε σε ένα ερειπωμένο κτίσμα. "Τώρα", είπε ο μάγος, "κανένας δε θα θέλει να έρθει στο σπίτι σου, η ευχή σου πραγματοποιήθηκε". Ο άντρας τρόμαξε. "Μη φοβάσαι", είπε ο μάγος, "το σπίτι σου άλλαξε μόνο εξωτερικά. Μέσα παραμένει όπως ήταν. Απλώς, κανένας δεν θα τολμάει να σε πλησιάσει, αλλά ούτε και εσύ θα μπορείς να βγεις έξω". 
     Ο άντρας σκέφτηκε ότι αυτό δεν τον πείραζε και τόσο. Εξάλλου, τι να τους κάνει όλους αυτούς τους ζηλιάρηδες που τον περιστοίχιζαν; "Επειδή, όμως, μου έδωσες ένα κομμάτι ψωμί να φάω, και αυτό το εκτιμώ", είπε ο μάγος, "και επειδή κάποτε μπορεί να αλλάξεις γνώμη, κάθε φορά που θα έχει πανσέληνο, θα έχεις την ευκαιρία να λύσεις τα μάγια μου. Αν ένα βράδυ με πανσέληνο κάποιος άνθρωπος μπει στο σπίτι σου, και κοιμηθεί στο κρεβάτι σου και φάει φαγητό από το τραπέζι σου, τότε όλα θα γίνουν όπως πριν". "Δεν θα αλλάξω γνώμη", είπε ο άντρας και ο μάγος χτύπησε το ραβδί του και εξαφανίστηκε.
     Από τότε το σπίτι του ήταν μαγεμένο και όπως φαινόταν απ'έξω, κανένας δεν το πλησίαζε. Ο άντρας περνούσε πολύ ωραία, αφού δεν είχε να αντιμετωπίσει τους άλλους ανθρώπους. Και ούτε όταν είχε πανσέληνο σκεφτόταν το μάγο. Αλλά, σιγά-σιγά, άρχισε να βαριέται. Ήθελε πού και πού να βγει στον κήπο, και ας ήταν έτσι χορταριασμένος, και ας έβλεπε και κανέναν άνθρωπο. Και άρχισε, κάθε φορά που είχε πανσέληνο, να ελπίζει ότι κάποιος θα τον επισκεπτόταν. Ετοίμαζε τα πιο νόστιμα φαγητά, έστρωνε το τραπέζι και περίμενε. Αλλά κανένας δεν ερχόταν, αφού όλοι φοβούνταν να πλησιάσουν.
     - Είχα απογοητευτεί, είπε ο άντρας. Μέχρι που απόψε, που είχε πανσέληνο, εσύ, σπρωγμένος από την ανάγκη σου, τόλμησες να ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού μου και να μπεις μέσα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τόλμησες να κοιμηθείς και δέχτηκες να φας από το τραπέζι μου. Σε ευχαριστώ πολύ, που βοήθησες να λυθούν τα μάγια.
     - Και εγώ σε ευχαριστώ για το υπέροχο δείπνο, είπε ο ξένος. Αλλά η ιστορία σου μου φάνηκε πολύ περίεργη. Και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι όλα αυτά τα ονειρεύομαι.
     - Έχει αρχίσει να ξημερώνει, είπε ο άντρας. Ας βγούμε, λοιπόν, στον κήπο να δούμε αν ονειρεύεσαι.
     Ο άντρας άνοιξε την εξώπορτα. Και τότε βρέθηκαν σε έναν υπέροχο κήπο με φροντισμένα μονοπάτια, πυκνοφυτεμένα παρτέρια και καλοκλαδεμένα δέντρα.
     Και καθώς η μέρα προχωρούσε και η πόλη ξυπνούσε, οι άνθρωποι άρχισαν να θαυμάζουν την όμορφη καγκελόπορτα, τον φροντισμένο κήπο που βρισκόταν πίσω από αυτήν και το μεγαλοπρεπές σπίτι που βρισκόταν στο βάθος του κήπου. Και, ως δια μαγείας, κανείς δε θυμόταν πια τι υπήρχε προηγουμένως εκεί. Μόνο πού και πού, κάποιος ερασιτέχνης φωτογράφος, τακτοποιώντας τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει, συναντούσε μια φωτογραφία της σκουριασμένης καγκελόπορτας. Και τότε προσπαθούσε, μάταια, να θυμηθεί πού την είχε συναντήσει...

Υ.Γ: Η φωτογραφία είναι της φίλης μου, Ειρήνης Στάμου.

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021

Λόγος απόρριψης



     Ο Δον Αλφόνσο Ενρίκε Καραβέλα Ντε Λας Άλγας έβγαλε το καπέλο του και το κράτησε στο στήθος του, καθώς γονάτιζε, προτάσσοντας το αριστερό του γόνατο.
     - Σας ακούω, είπε η βασίλισσα. Για ποιο λόγο ζητήσατε να με δείτε;
     - Μεγαλειοτάτη, είπε εκείνος, κατ'αρχάς σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε να με δεχτείτε. Πιστέψτε με, αξίζει τον κόπο...
     - Σας ενημερώνω ότι ο χρόνος μίας βασίλισσας είναι πολύτιμος, γι'αυτό θα σας παρακαλούσα να είστε σύντομος...
     - Έχετε δίκιο, βασίλισσά μου, γι'αυτό και θα περάσω αμέσως στο θέμα... Ήρθα να σας προσφέρω έναν θησαυρό!
     - Έναν θησαυρό; Τι είδους θησαυρό; Και πού τον έχετε; 
     - Ακριβώς γι'αυτό ζήτησα την ακρόαση, Μεγαλειοτάτη. Δυστυχώς, τα οικονομικά μου μέσα δεν μου επιτρέπουν να πάω να σας τον φέρω και θα χρειαστώ την οικονομική σας υποστήριξη...
     - Ώστε, κατ'ουσίαν, μου ζητάτε να χρηματοδοτήσω ένα ταξίδι; Να σας θυμίσω ότι έχω ήδη χρηματοδοτήσει το ταξίδι στις Ινδίες και σύντομα το χρυσάφι θα ρέει στα βασιλικά θησαυροφυλάκια, οπότε...
     - Το γνωρίζω, Μεγαλειοτάτη, και συγχωρέστε με που σας διακόπτω, αλλά φοβάμαι ότι το Στέμμα το περιμένει μια μεγάλη απογοήτευση, σε σχέση με το συγκεκριμένο εγχείρημα.
     - Τι εννοείτε; Γνωρίζετε κάτι για τον Χριστόφορο Κολόμβο που το Στέμμα το αγνοεί; Έχετε κάτι να του καταλογίσετε; 
     - Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζω κάτι συγκεκριμένο, αρκεί που γνωρίζω, όπως και η μεγαλειότητά σας, άλλωστε, ότι δεν είναι και ο καταλληλότερα καταρτισμένος για ένα τέτοιο ταξίδι. Για να μην αναφέρω ότι ένας Ιταλός θα έπρεπε να έχει αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερο σκεπτικισμό από ό,τι ένα γνήσιο τέκνο της Ισπανίας, όπως, επί παραδείγματι, είμαι εγώ...
     - Θα διέκρινε κανείς μια κάποια δόση ζήλειας στα λεγόμενά σας...
     - Κάθε άλλο, Μεγαλειοτάτη! Μάρτυς μου ο Άγιος Ιάκωβος της Κομποστέλα, τον αγιασμένο δρόμο του οποίου έχω διασχίσει ως προσκυνητής δύο φορές, ότι τα κίνητρά μου είναι πιο αγνά και από το απάτητο χιόνι της Σιέρρα Νεβάδα!
     - Μα καταφέρεστε εναντίον ενός ανθρώπου, ο οποίος αποφάσισε να αναμετρηθεί με το άγνωστο, για χάρη του Στέμματος, ενός ανθρώπου, που για να του εγκριθεί η επιχορήγηση υπέβαλε μία άκρως εμπεριστατωμένη μελέτη...
     - Όλος ο κόσμος την γνωρίζει την εμπεριστατωμένη μελέτη που υπέβαλε, Μεγαλειοτάτη, και όλος ο κόσμος ξέρει ότι μέχρι και τα χέλια του Γουαδαλκιβίρ γελάνε με τη θεωρία του περί σφαιρικότητας της γης...
     - Θα έλεγα ότι είναι εντελώς αδιάφορη η άποψη των παντός είδους ιχθύων και απορώ που την αναφέρετε...
     - Κι όμως, τολμώ να πω πως τα χέλια ταιριάζουν γάντι στο ταπεινό παρελθόν του Χριστόφορου Κολόμβου. Αρκεί να θυμηθούμε ότι είναι γιος ενός φτωχού κτηνοτρόφου, που αμφιβάλλω αν μπόρεσε να του μεταδώσει κάποια γνώση μεγαλύτερη από τον τρόπο παρασκευής του γιαουρτιού...
     - Προτού συνεχίσετε να σπιλώνετε έναν θαλασσοπόρο που χαίρει της βασιλικής εκτίμησης, επιτρέψτε μου να σας ανακοινώσω - καθώς, προφανώς, το αγνοείτε - ότι πριν από τρεις ημέρες έφτασαν πληροφορίες ότι στις 12 Οκτωβρίου του τρέχοντος έτους ο Χριστόφορος Κολόμβος συνάντησε ξηρά, όπως ακριβώς είχε υποσχεθεί!
     - Αλήθεια; Ώστε έφτασε στις Ινδίες;
     - Ακόμα καλύτερα: ανακάλυψε έναν νέο κόσμο, ο οποίος κατά πως φαίνεται είναι τεράστιος, και έχει ήδη ξεκινήσει την ταχεία κατάκτησή του. 
     - Α, ώστε δεν έφτασε στις Ινδίες! Ώστε η θεωρία του περί σφαιρικότητας της γης είναι λάθος!
     - Αυτό είναι κάτι που ενδεχομένως θα ενδιέφερε μόνο τους έγκριτους καθηγητές του Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα και κανέναν άλλο... Εξάλλου, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο Χριστόφορος Κολόμβος δεν είναι απλώς ένας αφοσιωμένος υπηρέτης του Στέμματος, είναι σωστός αγωνιστής, για να μην πούμε ότι οι πληροφορίες που έχουμε μιλούν για αμύθητα πλούτη, για πόλεις από χρυσό και πολύτιμους λίθους, και για μεγάλες, ανεξερεύνητες ζούγκλες... Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι από την στιγμή που τα βασιλικά θησαυροφυλάκια θα γεμίσουν χρυσάφι και η ακτίνα επιρροής του Στέμματος πρόκειται να επεκταθεί τόσο πολύ, το τελευταίο πράγμα που θα έπρεπε να μας απασχολεί είναι η εγκυρότητα της οποιασδήποτε θεωρίας!
     - Έχετε δίκιο, Μεγαλειοτάτη, κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί, και αναγνωρίζω ότι έρχομαι δεύτερος, όμως θα ήθελα πραγματικά να δώσετε και σε εμένα μία ευκαιρία και να δείτε ιδίοις όμμασι, πώς οι έσχατοι έσονται πρώτοι, αφού αν επενδύσετε στο δικό μου σχέδιο είναι απόλυτα σίγουρο ότι το χρυσάφι θα πέφτει βροχή!
     - Ωραία, λοιπόν, μπορείτε να μου αναλύσετε το σχέδιό σας, σας ακούω!
     - Χρειάζομαι ένα μεγάλο, δυνατό πλοίο, με πολλά, γερά πανιά, έτσι ώστε να πάω στη σελήνη!
     - Α, μα αυτό είναι ανήκουστο, πώς τολμάτε να απασχολείτε μία βασίλισσα με τις ονειροφαντασίες ενός τρελλού; Ποιος επέτρεψε σε αυτόν τον δύστυχο να φτάσει ως εδώ; Φρουροί!
     - Δεν είναι ονειροφαντασίες, Μεγαλειοτάτη, επιτρέψτε μου να σας το αποδείξω!
     - Τι να μου αποδείξετε και πώς; Πραγματικά, περιμένετε να επενδύσω χρήματα σε κάτι τέτοιο;
     - Σας ζητώ ταπεινά να μην βιαστείτε να απορρίψετε κάτι το οποίο θα εξελιχθεί στη μεγαλύτερη πηγή πλούτου για όλη την δοξασμένη Ισπανική κτήση, πολύ, δε, περισσότερο που ο άνθρωπος έχει ήδη ταξιδέψει ως εκεί...
     - Κανείς δεν έχει ταξιδέψει ως εκεί, αλλιώς θα το γνωρίζαμε.
     - Κι όμως... Τον Λουκιανό τον γνωρίζετε, υποθέτω...
     - Φυσικά και τον γνωρίζω τον... πώς τον είπαμε;
     - Λουκιανό, Μεγαλειοτάτη.
     - Ναι, ναι, Λουκιανό... Εξαιρετικός άνθρωπος και ενδιαφέρων συνομιλητής, οπωσδήποτε τον γνωρίζω! 
     - Με όλο το σεβασμό, Μεγαλειοτάτη, μάλλον δεν μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο... Ο Λουκιανός στον οποίο αναφέρομαι εγώ έζησε στην αρχαιότητα.
     - Ε, μα τότε διευκρινίστε το κι εσείς! Τον αρχαίο εννοείτε, ναι, εκείνον που έζησε... πολύ παλιά... ναι, βέβαια, τον γνωρίζω, πώς δεν τον γνωρίζω; Δεν ήταν εκείνος που... που... που... εντάξει, καταλαβαίνετε τι εννοώ, που έκανε όσα έκανε, δηλαδή...;
     - Ασφαλώς θα αναφέρεστε στο συγγραφικό του έργο...
   - Συγγραφέας; Μα, φυσικά, σε αυτό το έργο αναφέρομαι!
     - Όπως, λοιπόν, γνωρίζετε, ανάμεσα στα υπόλοιπα έργα του, ο Λουκιανός έγραψε και την "Αληθινή ιστορία", ένα έργο που οι περισσότεροι αντιμετώπισαν ως απλό λογοτέχνημα. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για τα απομνημονεύματά του, τα οποία έγραψε υπό μορφή κώδικα.
     - Για ποιο λόγο;
     - Ο Λουκιανός πραγματοποίησε ταξίδι στη σελήνη, όπως αναφέρει, χωρίς όμως να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες. Η άποψή μου είναι ότι διαπίστωσε τον πλούτο που υπάρχει εκεί και σκόπευε να επιστρέψει, προκειμένου να τον οικειοποιηθεί, απλώς δεν πρόλαβε. Η γραφή υπό μορφή κώδικα είχε ως σκοπό να προστατέψει όλες τις "ευαίσθητες" πληροφορίες του ταξιδιού από το να γίνουν κοινό κτήμα. 
     - Ναι, αλλά αυτό εσάς δεν σας εμπόδισε, προφανώς...
     - Χρειάστηκαν χρόνια μελέτης, Μεγαλειοτάτη, μέχρι να σπάσω τον κώδικα και να κατανοήσω σε βάθος το κείμενο.
     - Όλα αυτά ακούγονται πολύ περίεργα...
     - Κι όμως, είναι τόσο ξεκάθαρα και τόσο αληθινά, όσο ξεκάθαρο και αληθινό είναι ότι σήμερα ο καιρός είναι θαυμάσιος και έχει λιακάδα... Όπως ξεκάθαρα αναγράφει ο Λουκιανός, το μόνο που χρειάζεται για το ταξίδι στη σελήνη είναι ένα δυνατό πλοίο και πολλά γερά πανιά... και ισχυρός άνεμος, φυσικά. Γι'αυτό και ζητάω την επιχορήγηση.
     - Και πώς είστε τόσο σίγουρος ότι στη σελήνη υπάρχει χρυσός;
     - Μα όλος ο κόσμος το ξέρει, φαίνεται εξάλλου και από το χρώμα της! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σελήνη είναι εξ'ολοκλήρου καλυμμένη από χρυσό!
     - Σε αυτήν την περίπτωση, δε θα ήταν προτιμότερο να πηγαίνατε στον ήλιο; Το χρώμα του φαίνεται πολύ πιο ελπιδοφόρο, αν και μοιάζει να είναι, ίσως, λίγο μικρότερος...
     - Το ταξίδι στον ήλιο είναι απαγορευτικό... Είναι γνωστό τοις πάσι ότι ο Ίκαρος, που απλώς πλησίασε τον ήλιο λίγο περισσότερο από όσο έπρεπε, οδηγήθηκε στο θάνατο, αφού κατακρημνίστηκε καταμεσίς της θάλασσας. Ενώ το ταξίδι του Λουκιανού στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία, αφού επέστρεψε για να γράψει και τα απομνημονεύματά του!
     - Μία πτώση στη θάλασσα δεν θα αποτελούσε κίνδυνο στην περίπτωσή σας, αφού θα ταξιδεύατε με πλοίο!
     - Πολύ σωστή η παρατήρησή σας, Μεγαλειοτάτη... Σας υπόσχομαι, το λοιπόν, να ταξιδέψω και μέχρι τον ήλιο, αφού όμως πρώτα αφαιρέσω όλο τον χρυσό από τη σελήνη και σας τον προσφέρω. Αλλά γι'αυτό, όπως σας είπα, θα χρειαστεί να επιδείξετε τη βασιλική σας γενναιοδωρία.
     Ένας από τους φρουρούς που περιστοίχιζαν τη βασίλισσα πλησίασε το Δον Αλφόνσο.
     - Ο χρόνος σας τελείωσε, είπε. Η βασίλισσα τώρα θα συσκεφθεί.
     Ο Δον Αλφόνσο υποκλίθηκε και ακολούθησε τον φρουρό έξω από την αίθουσα.
     - Περίεργος αυτός ο Δον Αλφόνσο, είπε η βασίλισσα απευθυνόμενη στους συμβούλους της, αλλά η ιδέα του μου φάνηκε αρκετά ενδιαφέρουσα.
     - Συμφωνώ, Μεγαλειοτάτη, είπε ο Δον Χουάν Χερνάντεθ, το δεξί της χέρι.
     - Και εγώ συμφωνώ, είπε ο Δον Επιφάνιο Χιμένεθ, το αριστερό της χέρι. Φανταστείτε να κατέχουμε όλο το χρυσάφι της σελήνης! 
     - Ή το ασήμι, είπε και ο Δον Μελκίαδες Ντε Λος Ρέγιες, ο γηραιότερος από τους συμβούλους. Δεν είμαι εντελώς σίγουρος για την ύπαρξη χρυσού, το χρώμα της σελήνης, κάποιες φορές, είναι ασημί.
     - Και το ασήμι είναι ευπρόσδεκτο, Δον Μελκίαδες, όταν πρόκειται για τόσο μεγάλη ποσότητα...
     - Φυσικά, Μεγαλειοτάτη, εννοείται!
     - Δηλαδή, συμφωνείτε όλοι να χρηματοδοτήσω το ταξίδι στη σελήνη;
     - Η αλήθεια είναι, πήρε ξανά το λόγο ο Δον Επιφάνιο, ότι όσο λογικά κι αν είναι αυτά που είπε για το ταξίδι, υπάρχει κάποιο κενό στην ιστορία του...
     - Το ίδιο πιστεύω κι εγώ, είπε ο Δον Χουάν.
     - Μα πώς γίνεται κάθε φορά να συμφωνούμε τόσο; είπε η βασίλισσα. Ελάτε, μην ντρέπεστε, μιλήστε ειλικρινά: σίγουρα αναφέρεστε σε αυτόν τον... ξέρετε... εκείνον που... αυτόν τον αρχαίο... τον πώς τον λένε...
     - Το Λουκιανό! είπε ο Δον Μελκίαδες. 
     - Ναι, τον Λουκιανό... 
     - Φαντασία, όμως, που την έχει ο Δον Αλφόνσο! είπε ο Δον Επιφάνιο. Σιγά μην υπήρξε αρχαίος άνθρωπος με αυτό το όνομα!
     - Εννοείται, είπε η βασίλισσα, αν υπήρχε θα το γνώριζα! Αφήστε που εγώ αυτόν τον... Λουκιανό τον έχω γνωρίσει... Εξαιρετικός άνθρωπος και ενδιαφέρων συνομιλητής...
     - Οπωσδήποτε, Μεγαλειοτάτη, έχετε δίκιο, τον γνωρίζω και εγώ, είπε ο Δον Επιφάνιο.
     - Και εγώ τον γνωρίζω, είπε ο Δον Χουάν. Εκτρέφει τους καλύτερους ταύρους για ταυρομαχίες.
     - Σάμπως εγώ δεν τον γνωρίζω; είπε και ο Δον Μελκίαδες. Τα θεωρεία μας στην Όπερα είναι δίπλα-δίπλα! 
     - Λοιπόν, είπε η βασίλισσα, αποφάσισα: ενημερώστε το Δον Αλφόνσο ότι το αίτημά του απορρίπτεται. Και ελπίζω ο επόμενος που θα έρθει ζητώντας μου επιχορήγηση να μην είναι τόσο φαντασιόπληκτος και να μην επικαλείται ανύπαρκτους ανθρώπους...

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021

Ασυνήθιστο σουβενίρ

     Η υπηρέτρια ακούμπησε το δίσκο στο τραπεζάκι και σερβίρισε το αχνιστό, μυρωδάτο τσάι  σε τρία  πορσελάνινα φλυτζανάκια με μικρά, μωβ λουλουδάκια στο πλάι και λεπτή, χρυσή γραμμή στο χείλος. Στη συνέχεια, πολύ προσεκτικά, πρόσφερε τα φλυτζανάκια στις τρεις φίλες που κάθονταν στη σάλα.
     - Ευχαριστώ, είπε η Γερτρούδη, η μεγαλύτερη της παρέας.
     - Ευχαριστώ, είπε και η Ρωξάνη, η μικρότερη.
     - Ευχαριστώ, Μάρθα, είπε και η Τζέιν, η οικοδέσποινα.
     - Λεμόνι; ρώτησε η Μάρθα.
     - Μία φέτα, είπε η Γερτρούδη.
     Η Μάρθα έπιασε μία φέτα λεμόνι με μια ασημένια λαβίδα και την έβαλε προσεκτικά μέσα στο φλυτζάνι της Γερτρούδης.
     - Γάλα; ξαναρώτησε η Μάρθα.
     - Μία σταγόνα, είπε η Ρωξάνη.
     Η Μάρθα πήρε τη γαλατιέρα και έσταξε ακριβώς μία σταγόνα γάλα στο φλυτζάνι της Ρωξάνης.
     - Ω, μα τι ακρίβεια! θαύμασε η Ρωξάνη.
     - Υπάρχουν και φρεσκοψημένα κουλουράκια κανέλλας, είπε η Τζέιν. Μάρθα, κέρασε, σε παρακαλώ. Ελάτε, κορίτσια, μην ντρέπεστε, φάτε όσα θέλετε.
     - Θα έτρωγα ευχαρίστως, είπε η Γερτρούδη, αλλά είμαι σε δίαιτα.
     - Εγώ θα πάρω, είπε η Ρωξάνη, και πήρε ένα μυρωδάτο κουλουράκι που της πρόσφερε η Μάρθα.
     - Δεν ήξερα ότι κάνεις δίαιτα, είπε η Τζέιν στη Γερτρούδη.
     - Ναι. Επιθυμώ διακαώς να μπω σε μικρότερο νούμερο κορσέ.
     - Σου το εύχομαι, είπε η Τζέιν, αν και τείνω να θεωρήσω τον κορσέ λίγο υπερτιμημένο.
     - Υπερτιμημένος ή όχι, δεν παύει να είναι μόδα, είπε η Ρωξάνη, α, μα αυτό το κουλουράκι είναι θεσπέσιο! Γερτρούδη, νομίζω πως πρέπει να δοκιμάσεις, είναι εξαιρετικό!
     - Μπορείς να πηγαίνεις τώρα, Μάρθα, είπε η Τζέιν. Θα συνεχίσουμε μόνες μας.
     Η Μάρθα εξαφανίστηκε.
     - Λοιπόν, είπε η Τζέιν, αφού ήπιε μία γουλιά τσάι, για πείτε μου τα νέα σας. Πώς τα περάσατε όλον αυτόν τον καιρό που έλειπα;
     - Α, χρυσή μου, νομίζω πως μας εμπαίζεις, είπε η Γερτρούδη, που της άρεσε να επιδεικνύει το πλούσιο λεξιλόγιό της. Τι νέα θα μπορούσαμε να έχουμε εμείς, που δεν μετακινηθήκαμε ούτε μίλι από τα σπίτια μας; Εσύ διέσχισες τη μισή υδρόγειο, εσύ να μας πεις!
     - Θα πάρω κι άλλο κουλουράκι, είπε η Ρωξάνη. Γερτρούδη, χάνεις, σου λέω!
     - Μη με βάζεις σε πειρασμό...
     - Μα είναι πεντανόστιμα και, εξάλλου, είναι τόσο μικρά, πόσο μπορεί κανείς να παχύνει με ένα τόσο δα μικρό κουλουράκι;
     Η Γερτρούδη πήρε ένα και το έβαλε στο στόμα της.
     - Δεν έχω δίκιο; είπε η Ρωξάνη.
     - Ω, μα ναι, έχει μία διακριτική γλύκα και, σε συνδυασμό με την αψάδα της κανέλλας, αφήνει στο στόμα μία αξέχαστη επίγευση! 
     Η Γερτρούδη πήρε άλλο ένα κουλουράκι.
     - Ένα τελευταίο, είπε. Εξάλλου, είναι πολύ μικρά...
     - Λοιπόν, πήρε το λόγο η Ρωξάνη, θα μας πεις τα νέα σου ή θα συνεχίσεις να προσποιείσαι ότι η δική μας καθημερινότητα είναι απείρως πιο ενδιαφέρουσα από ένα ταξίδι;
     - Ε, εντάξει...
     - Και τι ανορθόδοξη επιλογή ταξιδιού! είπε η Γερτρούδη. Αλήθεια, πώς αποφάσισες να πας στην Αφρική; 
     - Ήθελα να πρωτοτυπήσω και, επιπλέον, μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον να δω πώς ζουν όλοι εκείνοι οι μαύροι στον τόπο τους... Ξέρετε - χαμήλωσε τη φωνή της - στην άγρια μορφή τους, όχι όπως είναι η Μάρθα, εξημερωμένη...
     - Και, λοιπόν, πώς ζουν; ρώτησε η Ρωξάνη.
     - Θα εκπλαγείτε με αυτό που θα σας πω, αλλά έχω την αίσθηση ότι έχουν εξημερωθεί όλοι οι μαύροι. Παντού όπου πήγα φορούσαν ρούχα ευρωπαϊκά και μιλούσαν αγγλικά.
     - Για φαντάσου! είπε η Γερτρούδη και έβαλε στο στόμα της ένα κουλουράκι.
     - Μάθαμε ότι υπήρξε κάποιο πρόβλημα με την πτήση σου, όμως, είπε η Ρωξάνη. Και η αλήθεια είναι ότι είχες πει ότι θα έλειπες μόνο έναν μήνα και έλειψες έξι!
     - Ναι, αλήθεια είναι...
     - Μα, έλα τώρα, με το τσιμπιδάκι θα σου τα βγάζουμε;
     - Καλά, είπε και ήπιε μία γουλιά τσάι. Θα σας πω. Αλλά, να ξέρετε, είστε οι πρώτες που το μαθαίνετε.
     Οι δύο φίλες της άφησαν τα φλυτζάνια τους στο τραπεζάκι. Η Γερτρούδη πήρε άλλο ένα κουλουράκι.
     - Η πτήση μου πράγματι είχε πρόβλημα, αλλά όταν λέμε πρόβλημα, εννοούμε μεγάλο πρόβλημα.
     - Τουτέστιν; είπε η Γερτρούδη και ένα ψιχουλάκι σαν να πετάχτηκε από το στόμα της.
     - Τουτέστιν, χάλασε η μηχανή κατά τη διάρκεια της πτήσης και ο πιλότος, σωστός αγωνιστής, αποφάσισε να κάνει αναγκαστική προσγείωση. Αλλά ο καιρός ήταν πολύ κακός, βρισκόμασταν στη μέση μιας ισχυρής καταιγίδας και η ορατότητα ήταν πρακτικά μηδενική.
     - Θεέ μου, πρέπει να ήταν τρομαχτικό!
     - Ήταν τόσο τρομαχτικό, που πρέπει να έχασα τις αισθήσεις μου.
     - Ελπίζω να προσγειωθήκατε με ασφάλεια, είπε η Γερτρούδη μασουλώντας.
     - Δε θυμάμαι τίποτα άλλο, μόνο ότι ξύπνησα από κάτι άγνωστους ήχους.
     - Τι ήχους εννοείς;
     - Από ζώα, φαντάζομαι.
     - Πού βρισκόσασταν;
     - Βρισκόμουν στη θέση μου, μέσα στο αεροπλάνο. Δεν υπήρχαν άλλοι επιβάτες γύρω μου και αυτό ήταν παράξενο, αφού ταξιδεύαμε συνολικά εφτά άτομα. 
     - Ήσουν ολομόναχη, λοιπόν; Τρέμω και μόνο στην σκέψη! είπε η Γερτρούδη, που κρατούσε στα χέρια της το πιάτο με τα κουλουράκια.
     - Σηκώθηκα με κόπο από τη θέση μου και προχώρησα προς το πιλοτήριο. Ο πιλότος ήταν πεσμένος μπρούμυτα επάνω στο πηδάλιο. Ήταν νεκρός.
     - Καρδιακή προσβολή;
     - Όχι, ήταν χτυπημένος. Υπήρχε μία γραμμή αίματος που ξεκινούσε κάτω από το κεφάλι του και δημιουργούσε μία μικρή, κόκκινη λίμνη στα πόδια του.
     - Τον καημένο!... Δεν πιστεύω να λέρωσες τα παπούτσια σου!
     - Μην ανησυχείς, πάντα προσέχω πού πατάω... Η πόρτα του αεροπλάνου είχε ανοίξει και ήταν παραμορφωμένη. Το μεγαλύτερο μέρος της οροφής είχε εξαφανιστεί. Από επάνω διακρινόταν το πυκνό φύλλωμα πανύψηλων δέντρων. Προφανώς, είχαμε πέσει μέσα στη ζούγκλα.
     - Δώσε μου ένα κουλουράκι! είπε η Ρωξάνη στη Γερτρούδη.
     - Βγήκα έξω. Η καταιγίδα είχε περάσει, είχε λιακάδα και ο ουρανός ήταν καταγάλανος. Αλλά δεν μπορούσα να χαρώ. Γύρω-γύρω υπήρχε πυκνή βλάστηση και πουθενά δε φαινόταν κάποιο ξέφωτο, να μου δώσει ελπίδα. 
     - Οι άλλοι επιβάτες πού ήταν;
     - Δεν έχω ιδέα. Μάλλον θα είχαν εκτιναχτεί μέσα στη ζούγκλα κατά τη σύγκρουση. Εγώ φορούσα τη ζώνη ασφαλείας, γι'αυτό και είχα παραμείνει στη θέση μου.
     Τα κουλουράκια είχαν τελειώσει.
     - Μαζί με τους άλλους επιβάτες, μέσα στη ζούγκλα είχαν εκτιναχτεί και οι αποσκευές μου, συνέχισε η Τζέιν. Φαντάζεστε την απογοήτευσή μου, όταν συνειδητοποίησα ότι δεν είχα δεύτερη αλλαξιά, δεν είχα κρέμα ημέρας και δεν είχα και τίποτα για να φάω, ούτε καν ένα γιαούρτι... 
     Οι δύο φίλες κούνησαν το κεφάλι.
     - Και εκεί που αναρωτιόμουν τι θα έπρεπε να κάνω, άκουσα μία δυνατή κραυγή.
     - Ανατριχιαστικό!
     - Μου κόπηκε το αίμα! Η κραυγή δυνάμωνε όλο και περισσότερο, που σήμαινε ότι ο κίνδυνος πλησίαζε... Προσπάθησα να βρω ένα μέρος να κρυφτώ, αλλά δεν πρόλαβα. Ένας τεράστιος, μαύρος γορίλας εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου...
     - Μαμά μου!
     - ... όρμησε καταπάνω μου και με άρπαξε στα δυνατά του χέρια. Ούτε που μπορείτε να φανταστείτε τη δύναμη που έχει ένας γορίλας!
     - Και εσύ τι έκανες;
     - Το μόνο αξιοπρεπές πράγμα που πέρασε από το μυαλό μου: λιποθύμησα.
     - Ευτυχώς! Και ύστερα;
     - Συνήλθα επάνω σε ένα δέντρο, προφανώς στη φωλιά του απαγωγέα μου, ο οποίος με κοιτούσε με περίεργες διαθέσεις.
     - Εννοείς... Όχι δα!
     - Κι όμως! Και εκεί που ήμουν απελπισμένη και πίστευα ότι είχε έρθει η στερνή μου ώρα, ακούστηκε μια δυνατή κραυγή, και μέσα από την πυκνή βλάστηση ξεπετάχτηκε ο Θεός!
     - Θα παραλογίστηκες, προφανώς... Έτσι γίνεται συνήθως, ύστερα από ένα μεγάλο τραύμα, το έχω διαβάσει...
     - Τι εννοείς "παραλογίστηκα"; Δεν έχεις ιδέα! Μιλάμε για έναν άντρα πανέμορφο, μυώδη, αξύριστο, βέβαια, αλλά τόσο αρρενωπό...
     - Με κάνεις και ερυθριώ...
     - Ο άντρας αυτός όρμησε επάνω στον γορίλα και με άγριες κραυγές και χειρονομίες τον απομάκρυνε από εμένα. Ύστερα με άρπαξε στα στιβαρά του μπράτσα και με πήγε στη φωλιά του.
     - Είσαι σίγουρη ότι δεν ήταν γορίλας κι αυτός;
     - Ήταν άνθρωπος, σας λέω!
     - Και είχε φωλιά;
     - Ε, ναι, έτσι φαίνεται.
     - Α, ώστε τον βρήκες τον πρωτόγονο μαύρο που έψαχνες!
     - Ποιον μαύρο; Αυτός ήταν λευκός, κατάλευκος!
     - Μα πώς γίνεται αυτό;
     - Κι εμένα μου φάνηκε περίεργο, αλλά δεν είχα και πολύ χρόνο για να το σκεφτώ. Ο άνθρωπος έκανε χειρονομίες και προσπαθούσε εμφανώς να μου πει κάτι. Προσπάθησα κι εγώ να επικοινωνήσω μαζί του...
     - Άρχισες να κραυγάζεις;
     - Μη λέτε χαζομάρες, πώς να κραυγάσω, γορίλας είμαι; Απλώς έδειξα τον εαυτό μου και είπα το όνομά μου. 
     - Και εκείνος τι έκανε; 
     - Από ό,τι φαίνεται κατάλαβε, και μου είπε το δικό του.
     - Ε, όχι!
     - Ε, ναι!
     - Ώστε μιλούσε;
     - Μιλούσε! Αλλά, ζώντας τόσα χρόνια με τους γορίλες, είχε ξεσυνηθίσει την ανθρώπινη ομιλία.
     - Για φαντάσου! 
     - Όπως καταλαβαίνετε, μόνοι μας μέσα στη ζούγκλα, δεν γινόταν παρά να γνωριστούμε καλύτερα.
     - Πόσο καλύτερα, δηλαδή;
     - Ε, αρκετά καλύτερα...
     - Μη μου πεις ότι του δόθηκες!... Τζέιν, αυτό είναι ανεπίτρεπτο! Μια κοπέλα της σειράς μας...
     - Μα τι λέτε; Θεωρείτε ότι μπορεί να ακολουθηθεί το οποιοδήποτε πρωτόκολλο καταμεσίς στη ζούγκλα; 
     - Ώστε του δόθηκες!
     - Τέλος πάντων, δε θα μπω σε λεπτομέρειες. Να ξέρετε, όμως, ότι είναι ένας άντρας με όλη τη σημασία της λέξης. Στα χέρια του ένιωσα ασφαλής. Και μη νομίζετε ότι είναι τίποτα τυχαίος. Αποδείχτηκε ότι είναι γόνος καλής οικογενείας, που απλώς βρέθηκε στη ζούγκλα από μία κακή συγκυρία, και τον έσωσαν οι γορίλες, που τον μεγάλωσαν μαζί με τα δικά τους παιδιά.
     - Από ιστορίες για ξεπεσμένους ευγενείς, άλλο τίποτα... 
     - Όχι, αλήθεια είναι!
     - Να ευχαριστείς το Θεό, λέω εγώ, που δεν το έμαθε κανείς. Και τώρα που γύρισες πίσω, όλα θα γίνουν όπως πριν.
     - Τι εννοείτε;
     - Δεν πιστεύω να σκοπεύεις να ξαναγυρίσεις στη ζούγκλα...
     - Φυσικά και όχι, ποιος ο λόγος;
     - Έλεγα μήπως θα ήθελες να τον ξαναδείς... 
     - Μα γιατί να πρέπει να γυρίσω στη ζούγκλα για να τον ξαναδώ; Μήπως γύρισα μόνη μου από εκεί και δεν το ξέρω;
     - Δεν τον άφησες πίσω, δηλαδή;
     - Αστειεύεστε; Να αφήσω τέτοιο κελεπούρι; Μαζί μου τον έφερα!
     - Πώς;
     Η Τζέιν χτύπησε το κουδουνάκι υπηρεσίας.
     - Μάρθα, πες στον επισκέπτη μας να έρθει, σε παρακαλώ. Τώρα θα δείτε τι θα πει άντρας, είπε στις φίλες της.
     Ακούστηκαν βήματα που πλησίαζαν και η πόρτα άρχισε να ανοίγει. Στο άνοιγμα εμφανίστηκε ένας ψηλός άντρας με διαπεραστικό βλέμμα. Οι φουσκωμένοι μύες του διακρίνονταν πεντακάθαρα κάτω από το κομψό του κοστούμι.  
     - Κορίτσια, είπε η Τζέιν, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τον Ταρζάν.