Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

Έγκλημα χωρίς θύμα

 

     Ο Τζον Πίτερς, κατά κόσμον Ιωάννης Πέτρου, έκλεισε θυμωμένος το τηλέφωνο. 
     - Παραγνωριστήκαμε, μονολόγησε. Άκου θράσος, να θέλει να μου καθορίζει και τι θα γράφω!
     Άδικα είχε μετακομίσει στο Λονδίνο. Όλη αυτή η υγρασία τον χτυπούσε στα κόκαλα. Για να μη μιλήσουμε για τις συνεχείς βροχές των τελευταίων τριών εβδομάδων...
     - Άδικος κόπος η αλλαγή περιβάλλοντος, Γιαννάκη, είπε στην αντανάκλασή του, που τον κοιτούσε από το τζάμι. Όσο και να το πιέσεις, δε σου βγαίνει.
     Θυμήθηκε και πάλι το τηλεφώνημα. Αυτός ο εκδότης του, που του το έπαιζε και φίλος, δεν ήξερε πού πάνε τα τέσσερα. Και τι έγινε, που ήταν διάσημος για τα αστυνομικά του; Πενήντα επτά είχε γράψει, όχι ένα, όχι δύο, όχι δέκα, πενήντα επτά! Δεν μπορούσε, το λοιπόν, να δοκιμάσει τον εαυτό του και σε κάτι διαφορετικό; Γιατί να μην γράψει θεατρικό, αφού το ήθελε; Η μαύρη οθόνη του λάπτοπ τον κοίταξε κοροϊδευτικά. "Αφού ούτε για θεατρικό σου έρχεται καμιά ιδέα", ήταν σαν να του έλεγε.
     Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα. Δε θυμόταν να είχε χτυπήσει προηγουμένως το κουδούνι. Άνοιξε. Μια νέα, πολύ περιποιημένη γυναίκα στεκόταν και τον κοιτούσε μέσα από τα μαύρα γυαλιά της. Παράταιρο. Τι να τα κάνει τα μαύρα γυαλιά με τόση συννεφιά εκεί έξω; Και πού ήταν η ομπρέλα της; Έξω έβρεχε και εκείνη ήταν θεόστεγνη!
     - Ο κύριος Πίτερς, αν δεν κάνω λάθος; είπε η γυναίκα. Χαίρω πολύ, πρόσθεσε βιαστικά και του άπλωσε το χέρι της.
     - Πώς με βρήκατε; είπε παραξενεμένος. Εδώ βρίσκομαι ιγκόγνιτο...
     - Ω, κύριε Πίτερς, ασφαλώς αστειεύεστε. Για τις διασημότητες όπως εμάς, η λέξη ιγκόγνιτο είναι σαφώς υπερτιμημένη...
     Την κοίταξε πιο προσεκτικά. Δεν του θύμιζε τίποτα.
     - Μου φαίνεται πως δεν με αναγνωρίζετε, είπε εκείνη και έβγαλε τα μαύρα γυαλιά. Τώρα, μήπως;
     Το βλέμμα του δεν άλλαξε στο ελάχιστο.
     - Δεν το πιστεύω, είναι δυνατόν να μη με γνωρίζετε; Είμαι η Τζένιφερ Στρόμπολι!
     - Στρόμπολι;
     - Ναι. Καμία σχέση με το ηφαίστειο!
     Γέλασε αυτάρεσκα.
     - Τίποτα ακόμα; ρώτησε.
     Τσιμουδιά εκείνος.
     - Τζένιφερ Στρόμπολι, η γνωστή ινφλουένσερ! Τρία εκατομμύρια, επτακόσιες τριάντα δύο χιλιάδες, εξακόσιοι είκοσι οκτώ ακόλουθοι!
     - Α, έτσι... Ξέρετε, δεν παρακολουθώ τα κοινωνικά δίκτυα. Μάλλον είμαι άνθρωπος παλαιού τύπου...
     - Α, γι'αυτό... Μα πώς μπορείτε; Αν και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, έπρεπε να το περιμένω. Μόνο ένας άνθρωπος παλαιού τύπου, όπως λέτε, θα μπορούσε να γράψει όπως γράφετε εσείς!
     - Ώστε έχετε διαβάσει βιβλίο μου;
     - Μόνο ένα; Μα, εδώ έξω θα με αφήσετε; Δε θα μου πείτε να περάσω;
     - Με συγχωρείτε, ξεχάστηκα... Περάστε, παρακαλώ.
     Η Τζένιφερ Στρόμπολι έριξε μια βιαστική ματιά τριγύρω. Το μάτι της έπεσε στο λάπτοπ.
     - Γράφετε κάτι καινούργιο; Αλλά, τι ρωτάω; Κάτι θα γράφετε.
     - Καθήστε, της είπε και της έδειξε τον καναπέ που βρισκόταν μπροστά στο παράθυρο. Ώστε έχετε διαβάσει πολλά βιβλία μου;
     - Τουλάχιστον τριάντα! Ποιο να πρωτοθυμηθώ; Το "Ο θάνατος φορούσε Γκούτσι", και το "Δείπνο μετά φόνου", δε, τα έχω διαβάσει πάνω από τρεις φορές το καθένα, είναι τα αγαπημένα μου!
     - Καλοσύνη σας... Και τι σας φέρνει εδώ;
     - Ναι, βέβαια, έχετε και δουλειά... Ας μη σας καθυστερώ, λοιπόν, θα μπω κατευθείαν στο θέμα. Θα ήθελα να σας αναθέσω να γράψετε τη βιογραφία μου.
     - Τι να γράψω;
     - Τη βιογραφία μου. 
     Την κοίταξε καλά-καλά.
     - Νομίζετε πως αστειεύομαι; είπε εκείνη.
     - Κυρία Στρόμπολι...
     - Δεσποινίς. Είμαι κι εγώ παλαιού τύπου, σε μερικά θέματα.
     - Δεσποινίς Στρόμπολι, με όλο το σεβασμό, αλλά είστε πολύ νέα για να θέλετε να γραφτεί η βιογραφία σας.
     - Είμαι είκοσι επτά. Και τα πράγματα έχουν αλλάξει, κύριε Πίτερς. Δεν χρειάζεται πλέον να γίνει κανείς χούφταλο για να γράψει τη βιογραφία του. Αρκεί να είναι αρκετά διάσημος... Όπως σας είπα προηγουμένως, έχω ήδη τρία εκατομμύρια, επτακόσιες τριάντα δύο χιλιάδες, εξακόσιους είκοσι οκτώ ακολούθους, και ο αριθμός αυτός όλο και μεγαλώνει. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι υπάρχει ήδη το αναγνωστικό κοινό της βιογραφίας... Και για να σας προλάβω, σας λέω ότι η αρχική ιδέα δεν ήταν δική μου, ήταν του εκδοτικού οίκου που με προσέγγισε. Όμως εγώ τους το ξεκαθάρισα: αν θέλουν να εκδώσουν τη βιογραφία μου, θα το κάνουν μόνο αν την γράψετε εσείς!
     - Δεσποινίς Στρόμπολι, γνωρίζετε πολύ καλά ότι δεν ασχολούμαι με βιογραφίες...
     - Θα πληρωθείτε καλά.
     - Δεν είναι αυτό το θέμα.
     - Μην το απορρίπτετε ελαφρά τη καρδία. Το ξέρω ότι δεν είναι το είδος σας, αλλά ποιος λέει ότι θα πρέπει να γράφετε μόνο αστυνομικά; Ένας καλός συγγραφέας, όπως εσείς, εξάλλου, είναι καλός σε όλα τα είδη...
     - Ναι... ίσως...
     - Λοιπόν, κοιτάξτε τι θα κάνουμε. Μη μου απαντήσετε τώρα. Σας αφήνω εδώ αυτή την επιταγή στο όνομά σας - είναι το μισό ποσό της συνολικής αμοιβής σας - και σας αφήνω και την κάρτα μου. Σκεφτείτε το με την ησυχία σας και θα σας περιμένω το Σάββατο το απόγευμα στο σπίτι μου. Θα πάρουμε μαζί το τσάι μας και θα με ενημερώσετε και για την απόφασή σας.
     Άφησε την επιταγή στο τραπεζάκι, μαζί με μια μικρή καρτούλα, και σηκώθηκε.
     - Να μη σας καθυστερώ άλλο, είπε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Καλή σας μέρα. Θα σας περιμένω το Σάββατο.
     Άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το διαμέρισμα. Μόνο τότε συνειδητοποίησε ότι το άρωμά της του θύμιζε κρέμα καραμελέ. Πλησίασε το τραπεζάκι και έπιασε την επιταγή. Είχε περισσότερα μηδενικά από όσα περίμενε.

                                                                        ****
     Το Σάββατο άργησε λίγο να έρθει, άργησε όμως όσο ακριβώς χρειαζόταν για να σκεφτεί καλά την πρόταση της δεσποινίδας Στρόμπολι. Το ποσό ήταν ιδιαίτερα δελεαστικό, και όταν του είχε πει ότι θα μπορούσε να γράψει και κάτι άλλο εκτός από αστυνομικά, είχε χτυπήσει φλέβα. Όμως, δεν μπορούσε να ξεχάσει ποιος ήταν. Και, μπορεί να μην είχε ακολούθους στα κοινωνικά δίκτυα, είχε όμως και εκείνος το δικό του, πιστό, αναγνωστικό κοινό, που δε θα του συγχωρούσε μία τέτοια κίνηση.
     Δεν της τηλεφώνησε για να αναγγείλει την άφιξή του, αφού του είχε πει ότι θα τον περίμενε. Και, εφόσον η πρόσκληση ήταν για τσάι, κανόνισε να βρίσκεται έξω από την πόρτα της λίγο πριν από τις 5 το απόγευμα. Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή. Σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν τυχαίο, μπορεί όμως και να μη λειτουργούσε το κουδούνι. Εξάλλου, ήταν σίγουρο ότι θα τον περίμενε. 
     Έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Μία στενή σκάλα ανέβαινε στον πρώτο. Εκεί θα ήταν το διαμέρισμά της, προφανώς. Άρχισε να ανεβαίνει σιγά-σιγά, δεν ήταν πια και στην πρώτη του νιότη... Έφτασε επάνω με ένα ελαφρύ λαχάνιασμα. Έπρεπε να κόψει το τσιγάρο, τόσα χρόνια το έλεγε, αλλά ποτέ δεν το είχε επιχειρήσει.
     Και η πόρτα του διαμερίσματος ήταν ανοιχτή. Πολύ ιδιόρρυθμη ήταν η δεσποινίς Στρόμπολι, εντέλει. Αν και θα έπρεπε να το είχε φανταστεί, δεν ήταν και τόσο "φυσιολογικό" να ζητήσει κάποιος να γραφτεί η βιογραφία του από έναν μετρ του αστυνομικού μυθιστορήματος...
     - Δεσποινίς Στρόμπολι, είπε καθώς έσπρωξε την πόρτα του διαμερίσματος, καλησπέρα. Ελπίζω να μην πειράζει που ήρθα δυο λεπτά πριν από τις πέντε...
     Δεν υπήρχε κανείς στο σαλόνι. Έριξε μια ματιά γύρω του. Όλα τακτοποιημένα. Στο τραπεζάκι υπήρχε ένα πιάτο με βουτήματα.
     - Δεσποινίς Στρόμπολι, είπε ξανά, πιο δυνατά αυτή τη φορά, είμαι ο Τζον Πίτερς, ήρθα όπως μου ζητήσατε!
     Δεν ακούστηκε κανένας ήχος. Τι ήταν πάλι αυτό; Δε γίνεται να καλείς κάποιον στο σπίτι σου και να μην είσαι εκεί να τον περιμένεις! Εκτός αν κάτι έκτακτο είχε προκύψει... Αλλά, πάλι, δε θα άφηνε έτσι, ανοιχτά... Τον έπιασε μια ανησυχία. Λες να της είχε συμβεί κάτι... άσχημο; 
     - Δεσποινίς Στρόμπολι, φώναξε, είστε εδώ;
     Μια φωνή μέσα του του είπε ότι έπρεπε να φύγει αμέσως. Κατέβηκε γρήγορα την σκάλα και βγήκε στον δρόμο. Είχε αρχίσει να βρέχει. Άνοιξε την ομπρέλα του και έψαξε για ταξί. Ευτυχώς, δεν άργησε να βρει ένα. Έφτασε στο σπίτι του, πλήρωσε και ανέβηκε στο διαμέρισμά του. Τότε συνειδητοποίησε ότι η επιταγή που είχε πάρει μαζί του για να την επιστρέψει στην Τζένιφερ Στρόμπολι, μάλλον του είχε πέσει στο ταξί...
                                                                          ***
     Έφτασε η επόμενη μέρα, και η μεθεπόμενη, χωρίς να δεχτεί ούτε τηλέφωνο από εκείνη. Δεν της το είχε δώσει, βέβαια, αλλά όπως είχε βρει τη διεύθυνσή του, θα μπορούσε άνετα να έχει βρει και το τηλέφωνό του. Ήταν πλέον σίγουρος ότι κάτι άσχημο είχε συμβεί στη νεαρή ινφλουένσερ. Να έπαιρνε τηλέφωνο την αστυνομία; Και τι να τους έλεγε;
     Ετοιμάστηκε και βγήκε για να αγοράσει την εφημερίδα του. Αγόραζε εφημερίδα σχεδόν κάθε μέρα, προσπαθώντας να αντλήσει έμπνευση από το αστυνομικό δελτίο. Αυτή τη φορά το έκανε και για έναν επιπλέον λόγο: ήθελε να περπατήσει και να χαλαρώσει, να ξεχάσει την ανησυχία που του είχε προκαλέσει η προχθεσινή επίσκεψη στο σπίτι της Τζένιφερ Στρόμπολι.
     Τελικά, γύρισε στο σπίτι του μετά το μεσημέρι, αφού προηγουμένως είχε φάει κάτι πρόχειρο σε ένα μικρό εστιατόριο κοντά στο πάρκο. Είχε διαβάσει την εφημερίδα χωρίς να βρει τίποτα το ενδιαφέρον και είχε ηρεμήσει αρκετά. Κάθησε στον καναπέ και άναψε ένα τσιγάρο. Θυμήθηκε ότι η σπιτονοικοκυρά του είχε πει ότι το τσιγάρο δεν επιτρεπόταν μέσα στο διαμέρισμα. Πήγε μέχρι το παράθυρο, το άνοιξε και άρχισε να καπνίζει μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο σαν παράνομος χασικλής.
     Ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα. Μα τι γινόταν, πάλι ήταν ανοιχτή η εξώπορτα; Άνοιξε. Μπροστά του είδε δυο αστυνομικούς. Ένιωσε μια ανατριχίλα.
     - Ο κύριος Πίτερς; ρώτησε ο ένας αστυνομικός, ο μεγαλύτερος από τους δύο.
     - Ναι, απάντησε.
     - Ακολουθήστε μας, παρακαλώ.
     - Να σας ακολουθήσω; Δεν καταλαβαίνω. Για ποιο λόγο; Παραπονέθηκαν οι γείτονες για το τσιγάρο, μήπως; Ομολογώ ότι ξεχάστηκα προς στιγμήν, αλλά, ορίστε, είχα ανοιχτό το παράθυρο, όπως μου ζήτησε η σπιτονοικοκυρά.
     - Πολύ ενδιαφέρον, κύριε Πίτερς, αλλά δεν ήρθαμε εδώ για το τσιγάρο.
     - Αλλά, γιατί;
     - Έχετε κάποιον δικηγόρο εδώ;
     - Πού εδώ;
     - Στο Λονδίνο.
     - Όχι, δεν χρειάστηκε...
     - Φοβάμαι πως θα πρέπει να βρείτε... Είστε ο βασικός ύποπτος για την εξαφάνιση της Τζένιφερ Ο'Κόνελι.
     - Της ποιας;
     - Μην προσποιείστε ότι δεν γνωρίζετε ποια είναι, είπε θυμωμένα ο αστυνομικός.
     Ο νεαρότερος αστυνομικός τον πλησίασε και του είπε κάτι στο αυτί.
     - Α, ναι, πολύ σωστά, ίσως εσείς να την γνωρίζετε μόνο με το καλλιτεχνικό της: πρόκειται για την Τζένιφερ Στρόμπολι.
                                                                   ***
     Ο δικηγόρος που του βρήκε τηλεφωνικά ο εκδότης του φαινόταν σοβαρός και αρκετά ικανός.
     - Θα πρέπει να είστε απόλυτα ειλικρινής μαζί μου, του είπε, αλλιώς δεν θα μπορέσω να κάνω και πολλά για εσάς. Οι κατηγορίες που σας βαραίνουν είναι σοβαρές.
     - Πραγματικά, δεν καταλαβαίνω γιατί με συνέλαβαν. Είμαι αθώος!
     - Κύριε Πίτερς, ή μήπως πρέπει να σας απευθυνθώ με το πραγματικό σας όνομα, κύριε Πέτροϋ, Πέτροου...
     - Πέτρου.
     - Συγχωρήστε με για την προφορά μου, αλλά δεν ήμουν ποτέ καλός με τις ξένες γλώσσες, και ο τρόπος που μεταφέρονται στο λατινικό αλφάβητο τα ονόματα γλωσσών που έχουν διαφορετικά αλφάβητα είναι μερικές φορές τραγικός... Ώστε, Πέτρ...ου, είπατε;
     Σημείωσε κάτι στο μπλοκάκι του και συνέχισε.
     - Κύριε Πέτρου, λοιπόν, δεν εκπλήσσομαι που δηλώνετε αθώος, αλλά αν πίστευα όποιον πελάτη μου διατεινόταν ότι είναι αθώος θα είχα προ πολλού μείνει χωρίς δουλειά.
     - Μα εγώ είμαι αθώος στ'αλήθεια!
     - Τα στοιχεία που μου έδωσαν από την αστυνομία δεν δείχνουν ακριβώς αυτό...
     - Ποια στοιχεία;
     - Πρώτον, η απαχθείσα και ενδεχομένως φονευθείσα, ας την λέμε "το θύμα", χάριν συντομίας, εθεάθη να μπαίνει στο σπίτι σας την περασμένη Τρίτη...
     - Αλήθεια είναι αυτό...
     - Καλά το φαντάστηκα! Ώστε την γνωρίζετε!
     - Μα δεν είπα ποτέ ότι δεν την γνωρίζω, είπα απλώς ότι είμαι αθώος.
     - Κύριε Πέτρου, είστε ένας εξαιρετικός συγγραφέας, μέχρι και εδώ στην Αγγλία υπάρχουν λέσχες ανάγνωσης με το όνομά σας, προφανώς είστε ένας μάστορας του λόγου, αλλά και εγώ έχω σπουδάσει νομική. Ας μην παίζουμε με τις λέξεις...
     - Μπορείτε να μου πείτε τι άλλα ενοχοποιητικά στοιχεία έχει για εμένα η αστυνομία;
     - Χμ,..., λοιπόν, δεύτερον, το θύμα εθεάθη τελευταία φορά το Σάββατο το μεσημέρι στις τρεις και πενήντα τέσσερα, όταν έκανε την τελευταία της ζωντανή μετάδοση, και υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που σας τοποθετεί έξω από το σπίτι της προχθές το απόγευμα, στις πέντε και επτά λεπτά, για να είμαστε ακριβείς. Άρα, είστε ο τελευταίος που την είδε. Και μάλιστα, ο μάρτυρας που σας είδε σας περιγράφει ως "μάλλον ταραγμένο".
     - Με είχε καλέσει η ίδια...
     - Αλήθεια; 
     - Είστε σίγουρος ότι είστε δικός μου δικηγόρος; Φέρεστε σαν να επιθυμείτε την καταδίκη μου...
     - Σας παρακαλώ! Εγώ απλώς υπηρετώ τη δικαιοσύνη και το μόνο που επιθυμώ είναι να ριχτεί άπλετο φως στην υπόθεση! Και γιατί ήσαστε ταραγμένος; Μήπως επειδή είχατε μαλώσει με το θύμα;
     - Πώς να μαλώσουμε, αφού δε συναντηθήκαμε;
     - Σας υπενθυμίζω ότι θα πρέπει να είστε απολύτως ειλικρινής μαζί μου. Πώς είναι δυνατόν να μη συναντηθήκατε, αφού τα αποτυπώματά σας βρέθηκαν μέσα στο διαμέρισμά της; Αυτό ήταν το τρίτον, για να ξέρετε...
     - Φυσικά και βρέθηκαν τα αποτυπώματά μου! Αφού με είχε καλέσει! Σας το είπα πριν!
     - Άρα, σας άνοιξε!
     - Όχι, δεν ήταν εκεί.
     - Και πώς μπήκατε, αν δεν ήταν εκεί; Τα αποτυπώματά σας βρέθηκαν και από τη μέσα πλευρά της πόρτας. Άρα, σας άνοιξε!
     - Η πόρτα ήταν ανοιχτή.
     - Και η εξώπορτα, και η πόρτα του διαμερίσματος; Ελάτε, τώρα, κύριε Πέτρου, ποιος σώφρων Βρετανός θα αφήσει ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού του;
     - Αυτή είναι η αλήθεια, βρήκα ανοιχτά, αλλά εκείνη δεν ήταν μέσα, φώναξα το όνομά της και κανένας δε μου απάντησε, οπότε έφυγα.
     - Χμ, και πώς εξηγείτε την επιταγή στο όνομά σας, όπου επάνω υπήρχε ένα ποσό με τέσσερα μηδενικά, η οποία βρέθηκε στο διαμέρισμά της;
     - Α, ώστε εκεί μου έπεσε...
     - Σας έπεσε; Ώστε το ομολογείτε! Σας έκοψε επιταγή!
     - Δεν το αρνήθηκα...
     - Μήπως την εκβιάσατε με κάποιον τρόπο για να σας γράψει την επιταγή;
     - Σε καμία περίπτωση! Την επιταγή μου την είχε δώσει η ίδια, στο σπίτι μου, και εγώ είχα πάει για να της την επιστρέψω...
     - Επειδή θέλατε περισσότερα χρήματα;
     - Επειδή δεν την ήθελα καθόλου!
     - Και αφού δεν την θέλατε, γιατί την πήρατε αρχικά;
     - Εκείνη μου την έδωσε, ήθελε να γράψω τη βιογραφία της...
     - Ε, εντάξει, νομίζω πως θα σας ζητήσω να βρείτε άλλο δικηγόρο! Δεν είναι δυνατόν να μου λέτε κατάμουτρα τέτοια ψεύδη και να περιμένετε ύστερα να τα υποστηρίξω στο δικαστήριο! Έχω και ένα όνομα στο δικηγορικό σύλλογο, ξέρετε...
     - Δεν είναι ψέμα, σας λέω! Με επισκέφτηκε την Τρίτη και μου ζήτησε να γράψω τη βιογραφία της, είχε συνεννοηθεί με έναν εκδοτικό οίκο να είμαι εγώ αυτός που θα την γράψει, επειδή ήταν φανατική μου αναγνώστρια, όπως είπε. Εγώ αρνήθηκα, αλλά εκείνη επέμεινε και μου άφησε και την επιταγή ως δέλεαρ, για να το σκεφτώ.
     - Τι να πω; 
     Η πόρτα του γραφείου όπου βρίσκονταν άνοιξε και ένας αστυνομικός με πολιτικά εμφανίστηκε.
     - Λοιπόν; Μιλήσατε με τον πελάτη σας; ρώτησε. Θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην ανάκριση;
     - Ελεύθερα, είπε ο δικηγόρος, έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν και πολλά που μπορεί να προσθέσει σε αυτά που ήδη έχετε...
                                                                       ***
     Οι φύλακες στο κρατητήριο ήταν, σε γενικές γραμμές, ευγενικοί. Του επέτρεψαν να καπνίσει, αν και τον κοίταξαν επιτιμητικά. Ευτυχώς, ήταν μόνος του, και δεν χρειάστηκε να έρθει σε επαφή με άλλους. Όλα αυτά που του συνέβαιναν ήταν εξωπραγματικά. Γιατί είχε εξαφανιστεί αυτή η αναθεματισμένη ινφλουένσερ, και πού στα κομμάτια είχε πάει; 
     Ο εκδότης του του είχε βρει άλλο δικηγόρο, στο μεταξύ. Δεν είχε και μεγάλες διαφορές από τον προηγούμενο, βέβαια. Και με τέτοια αντιμετώπιση από τον ίδιο του το δικηγόρο, ήταν σχεδόν σίγουρος ότι θα έτρωγε ισόβια. Το μόνο που τον έσωζε ήταν ότι δεν είχε βρεθεί η εξαφανισμένη. Κάτι που, βέβαια, σήμαινε ότι θα τον πίεζαν να τους πει πού είχε κρύψει το πτώμα. Ίσως, τελικά, θα έπρεπε να την είχε σκοτώσει στ'αλήθεια, όταν του πρότεινε να γράψει τη βιογραφία της. Τότε, τουλάχιστον, θα υπήρχε λόγος για να βρίσκεται εκεί που βρισκόταν.
     Ήταν μεγάλο κρίμα που μέσα στο κρατητήριο, με το φόβο της επικείμενης φυλάκισης, άρχισε επιτέλους να του έρχεται ιδέα για ένα νέο αστυνομικό. Ο εκδότης του καταχάρηκε, όταν του το είπε στο τηλέφωνο.
     - Επιτέλους, είπε, είδες που μου έλεγες ότι ένιωθες πως τα είχες γράψει όλα;
     - Μα, συνειδητοποιείς τη θέση μου; τον ρώτησε εκείνος. Είναι πολύ πιθανό να καταλήξω στη φυλακή!
     - Μην απογοητεύεσαι, αφού δεν βρέθηκε κανένα πτώμα. Να δεις που η νεαρή κάπου θα διασκεδάζει με άφθονο ποτό, τόσο που δε θα είναι σε θέση να πει ούτε το όνομά της. Ξέρεις, δα, πώς πίνουν οι Βρετανοί...
     - Και αν βρεθεί πτώμα; Αυτοί εδώ θα με χώσουν μέσα, δεν αστειεύονται. Θα παρακαλάω να δω λίγο ήλιο. Θα με φάει η συννεφιά και η υγρασία εδώ πέρα.
     - Υπερβολικός, όπως όλοι οι συγγραφείς. Στη χειρότερη περίπτωση, θα έχεις άφθονο χρόνο να γράψεις. Αφού την ιδέα την έχεις ήδη! Να με συγχωρείς τώρα, ήρθε το ραντεβού μου. Ετοιμάζομαι να πάρω τα αποκλειστικά δικαιώματα του Στέφανου Ακριβού.
     - Σιγά το συγγραφέα! είπε, αλλά ο εκδότης του είχε ήδη κλείσει το τηλέφωνο.
                                                                ***
     - Στην υγειά του Γιάννη! είπε ο οικοδεσπότης της βραδιάς και όλοι σήκωσαν τα ποτήρια τους.
     - Και στο αστυνομικό του δαιμόνιο! πρόσθεσε ο εκδότης του.
     Όλοι τσούγκρισαν.
     - Κανείς δεν πίστευε στην αξία του, όταν ξεκινήσαμε τη συνεργασία μας, άρχισε να λέει ο εκδότης. Όμως εγώ είχα πάντα μεγάλη εμπιστοσύνη στην πένα του, και, επιπλέον, θέλω να πιστεύω ότι ήμουν για εκείνον κάτι παραπάνω από εκδότης, ένας πιστός φίλος. Και ορίστε τώρα, που με το πεντηκοστό όγδοο βιβλίο του, ο φίλος μου ανακηρύσσεται ως ο νούμερο ένα συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας σε περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες ταυτόχρονα!  
     Οι παρευρισκόμενοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα.
     - Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για το φίλο μου, όμως δε θα ήθελα επ'ουδενί να μονοπωλήσω μία βραδιά που είναι αφιερωμένη σε εκείνον. Γι'αυτό, παρακαλώ να υποδεχτείτε το μεγαλύτερο συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας που γέννησε ποτέ αυτός ο τόπος, υποδεχτείτε τον Τζον Πίτερς!
      Τα χειροκροτήματα δυνάμωσαν, καθώς ο Τζον Πίτερς προχώρησε ανάμεσα από τον κόσμο και πήρε το μικρόφωνο.
     - Σας ευχαριστώ, είπε ο Τζον Πίτερς, όπως ευχαριστώ και το φίλο μου, για όλη τη βοήθεια που μου προσέφερε. Και δε θα ήταν υπερβολή να πω ότι εκείνος βρίσκεται εξ'ολοκλήρου πίσω από το "Έγκλημα χωρίς θύμα".
     - Υπερβολές, είπε ο εκδότης του. Εσύ το έγραψες το βιβλίο. Εγώ, το μόνο που έκανα, ήταν να σκηνοθετήσω μια εξαφάνιση.
     Όλοι ξέσπασαν σε γέλια. Το είχαν διαβάσει το βιβλίο. Ο εκδότης σήκωσε το ποτήρι του.
     - Στη συνεργασία μας! είπε.
     - Στη φιλία μας! απάντησε ο Τζον Πίτερς.

ΥΓ: Το κείμενο αποτελεί τη συμμετοχή μου στο νέο δρώμενο που διοργανώνει ο Giannis Pit στον διαδικτυακό του χώρο Ηδύποτο. Η κεντρική ιδέα ήταν η εξής: "Μια γυναίκα επισκέπτεται έναν επώνυμο συγγραφέα. Του κάνει μια ελκυστική πρόταση, να της γράψει τη βιογραφία της. Ο συγγραφέας θα την αναζητήσει τις αμέσως επόμενες μέρες για να προχωρήσουν. Η γυναίκα όμως έχει εξαφανιστεί." Θα μου πείτε, ότι ο δικός μου ήρωας δεν την αναζήτησε για να προχωρήσουν. Ε, εντάξει, μου ξέφυγε ένα λάθος! 
Ελπίζω να μην κούρασε πολύ η μεγάλη ανάρτηση, αλλά δεν ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί επαρκώς μία τόσο ωραία ιδέα με άλλον τρόπο, νομίζω.


Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2024

Αναγκαστικός αποχαιρετισμός

 


     Όλα ξεκινάνε με κάτι μικρό, κάτι απλό. Όπως μια ασπροκόκκινη ταινία, που περνάει σχεδόν απαρατήρητη, καθώς περνάς από δίπλα. Κοντοστέκεσαι, ενώ στο βάθος του μυαλού χτυπάει αμυδρά ένα μικρό, τοσοδούλικο καμπανάκι. "Κάτι αλλάζει εδώ", σου λέει το καμπανάκι. Να το ακούσεις; Να το αγνοήσεις; 
     Και θέλεις πολύ να το αγνοήσεις, αλλά ξέρεις πως το καμπανάκι έχει δίκιο. Ξέρεις πως κάτι πρόκειται να συμβεί. Και αρχίζεις να νιώθεις την επερχόμενη απώλεια. Διότι εδώ ήταν το πρώτο σου σχολείο, τότε που τα σχολικά κτίρια ήταν λίγα, και που για την στέγαση των σχολείων επιστρατεύονταν σπίτια. Ίσως γι'αυτό δεν μπορείς να το αγνοήσεις το καμπανάκι.
     Εδώ, σε αυτό το μισοερειπωμένο διώροφο, έμαθες τα πρώτα σου γράμματα, έκανες τους πρώτους σου φίλους, έπαιξες σχοινάκι, και έκανες κατακόρυφο, έπαιξες "περνά-περνά η μέλισσα", και "χαλασμένο τηλέφωνο", και "ένα λεπτό κρεμμύδι", αγάπησες και αγαπήθηκες...
     Ορίστε, εκεί κάτω, δεξιά, που τώρα υπάρχουν κάγκελα, αλλά τότε δεν υπήρχαν, ήταν η πρώτη σου τάξη. Θρανία παλιού τύπου, και ένα μεγάλο αριθμητήριο δίπλα από την έδρα. Και το πρώτο πράγμα που ρώτησε η δασκάλα ήταν ποια παιδιά ήξεραν να μετράνε μέχρι το δέκα. Και αυτά που ήξεραν τα έβαλε ένα-ένα να διαλέξουν ένα χρώμα στο αριθμητήριο και να μετρήσουν μέχρι το δέκα. Ήξερες και εσύ. Και διάλεξες το κόκκινο, το αγαπημένο χρώμα της ομάδας σου.
     Και ήταν αυστηρή εκείνη η πρώτη σου δασκάλα, της παλιάς σχολής, ακριβώς μετά την κατάργηση της καθαρεύουσας. Και κάθε πρωί, προτού ελεγχθεί αν τα παιδιά είχαν διαβάσει, γινόταν έλεγχος στους σβέρκους, στα αυτιά, στα νύχια, να ελεγχθεί αν ήταν καθαρά. Και αλίμονο αν τυχόν δεν κοιτούσες στο βιβλίο την ώρα της ανάγνωσης. Τιμωρία, όρθιοι στη σειρά, και μετά χάρακας. Απλά τα πράγματα, και όλοι σούζα, λοιπόν.
     Και από την άλλη πλευρά, εκεί κάτω, αριστερά, ήταν η δεύτερή σου τάξη. Με καινούργια δασκάλα, πιο νέα από την προηγούμενη και πολύ πιο χαμογελαστή και ήρεμη. Και τόση ήταν η τύχη σου, που εκείνη η δασκάλα συνέχισε μαζί σου και στην τρίτη τάξη, να εκεί, πίσω από αυτό το μπαλκόνι στο υπερυψωμένο ισόγειο, εδώ αριστερά.
     Τότε ήταν που ένα βράδυ είδες στον ύπνο σου την αγαπημένη σου δασκάλα να μπαίνει στην τάξη και να λέει ότι επειδή είχε μια δουλειά θα σας άφηνε υπό την εποπτεία της άλλης δασκάλας της τρίτης, και πετάχτηκες τρομαγμένη από τον ύπνο σου, επειδή η άλλη δασκάλα δεν ήταν χαμογελαστή σαν τη δικιά σου, ήταν μεγάλη σε ηλικία και σοβαρή. Αλλά ήταν ένα όνειρο και σίγουρα θα το είχες ξεχάσει, αν το ίδιο εκείνο μεσημέρι, ακριβώς μετά το τελευταίο διάλειμμα, δεν έβλεπες τη δασκάλα σου να αναπαριστά το όνειρό σου με κάθε λεπτομέρεια, και να σας αφήνει υπό την εποπτεία της άλλης δασκάλας! Το τι έγινε μετά ούτε που το θυμάσαι, αλλά σίγουρα η άλλη δασκάλα δε σας έφαγε τελικά...
     Και ύστερα ήρθε η τετάρτη τάξη, και ξαναγύρισες στην πρώτη αίθουσα, εκείνη εκεί κάτω, δεξιά. Και η καινούργια δασκάλα δεν ήταν σαν την προηγούμενη, αλλά εντάξει, καλή ήταν. Και ήταν και θεατρόφιλη. Και για τα Χριστούγεννα σας έβαλε να παίξετε ένα θεατρικό.
     Και ύστερα, στα μέσα της χρονιάς, σας είπε η δασκάλα όσα παιδιά ήθελαν να πήγαιναν στο τμήμα της τετάρτης που θα έφτιαχνε ο διευθυντής, με παιδιά και από τις δύο τετάρτες. Και το διευθυντή όλοι τον φοβούνταν, επειδή ήταν μεγάλος και ασπρομάλλης. Αλλά έτυχε τότε να κάνεις πολλή παρέα με ένα κορίτσι που σου είπε "πάμε στο τμήμα του διευθυντή μαζί;" και δηλώσατε και οι δυο ότι θα πηγαίνατε. Αλλά μετά, στο σπίτι, θυμήθηκες ότι ο διευθυντής ήταν μεγάλος και ασπρομάλλης, συνειδητοποίησες τι είχες κάνει και έβαλες τα κλάματα. Αλλά έπρεπε να μάθεις να ζεις με τις επιλογές σου. Που τελικά δεν ήταν και τόσο κακές. Μια χαρά άνθρωπος ήταν ο διευθυντής, και ας είχε άσπρα μαλλιά. Και σε έμαθε και μαθηματικά, που μάλλον του άρεσαν ιδιαίτερα. Να, σε εκείνη εκεί την τάξη έκανες μαζί του μάθημα, πίσω από το μπαλκόνι στο υπερυψωμένο ισόγειο, εδώ δεξιά.
     Από επάνω μάλλον ήταν οι πιο μεγάλες τάξεις, αλλά ποτέ δεν ανέβηκες στον πρώτο όροφο. Δεν πρόλαβες. Είχε βρεθεί στο μεταξύ άλλο σχολικό κτίριο, που λειτουργούσε ως ιδιωτικό σχολείο, το οποίο όμως είχε μετακομίσει σε νέο κτίριο. Και αποχαιρέτησες αυτό, το πρώτο το σχολείο, για να πας στο άλλο.
     Και εκεί είδες πώς είναι ένα κτίριο που έχει φτιαχτεί για σχολείο, και γνώρισες και τον καλύτερο δάσκαλο του κόσμου. Αλλά ένας σεισμός ήταν αρκετός για να αποδείξει ότι το παλιό σχολείο δεν είχε χάσει την αξία του. Κάποιες μικρορωγμές που εμφανίστηκαν σε μία αίθουσα του νέου σχολείου, σας έκαναν να γυρίσετε για λίγες μέρες πίσω, σε αυτό το διώροφο σπίτι. Στην αίθουσα της δευτέρας, που τώρα είχε μέσα και κρεμαστές γλάστρες. Και αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδες το σχολείο αυτό από μέσα.
     Και τώρα, αυτή η ασπροκόκκινη ταινία, σαν αυτές που οριοθετούν τον τόπο ενός εγκλήματος. Και νιώθεις ότι ένα έγκλημα θα συντελεστεί πολύ σύντομα. Ένα έγκλημα από εκείνα που δεν αφήνουν ίχνη.
     Και μερικές μέρες μετά, έρχεται η επιβεβαίωση. Μια μεγάλη πινακίδα αναγγέλλει την ανέγερση πολυκατοικίας. Είναι οριστικό. Οι τελευταίες μέρες ενός σχολείου. Τα τελευταία του πρωινά, όπου το φως του ήλιου θα το χαϊδέψει. Τα τελευταία χουζούρια μιας γάτας, που στέκεται επάνω στα σκαλιά χωρίς να αντιλαμβάνεται την επερχόμενη αλλαγή του χώρου. Τα τελευταία πετάγματα ενός περιστεριού, που εποπτεύει τη γειτονιά από το κάγκελο του πρώτου ορόφου.
     Και αρχίζεις να περνάς κάθε μέρα από εκεί, προσπαθώντας να συγκρατήσεις όσες περισσότερες εικόνες μπορείς, ελπίζοντας, σαν μικρό παιδάκι, ότι θα γίνει κάποιο θαύμα και η απειλή της πινακίδας δεν θα πραγματοποιηθεί. Ποιος ξέρει;
     Ώσπου μια μέρα, εκεί μπροστά στο σπίτι, στο χώρο που μαζεύονταν τα παιδιά για την προσευχή, στο μέρος όπου στεκόταν η χορωδία του σχολείου στις εθνικές εορτές, βλέπεις μια μπουλντόζα. Και συνειδητοποιείς, όχι μόνο ότι δε θα γίνει κανένα θαύμα, αλλά και ότι θα πραγματοποιηθεί η απειλή της πινακίδας: Νέα πενταώροφη οικοδομή επί πυλωτής με υπόγειο, σοφίτα-πατάρι.
    

ΥΓ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου.