Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάτι διάβασα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάτι διάβασα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Ιουνίου 2022

Με άλλα λόγια

 


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη του δάσους, ζούσε ένα μικρό αγοράκι με τη μαμά του. Η μαμά του το αγαπούσε πολύ το αγοράκι της και ανησυχούσε πολύ μην της κρυώσει. Γι’αυτό και του είχε πλέξει ένα κόκκινο σκουφάκι και το έβαζε να το φοράει συνέχεια. Ο μικρός αγαπούσε κι αυτός πολύ τη μαμά του και δεν ήθελε να τη στενοχωρεί. Γι’αυτό και φορούσε συνέχεια το κόκκινο σκουφάκι του, και τα παιδιά στο σχολείο τον κορόιδευαν και τον φώναζαν Κοκκινοσκουφάκη, και ο Κοκκινοσκουφάκης δεν είχε κανέναν φίλο και περνούσε το διάλειμμα μόνος του, κλωτσώντας πέτρες.
     Μια μέρα, η μαμά του Κοκκινοσκουφάκη αρρώστησε βαριά και δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί από το κρεβάτι της. Φώναξε, λοιπόν, τον γιατρό, και εκείνος της έγραψε να παίρνει κάτι χάπια. Μόνο πως τα χάπια αυτά τα είχαν στο φαρμακείο του γειτονικού χωριού, που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του δάσους. Τι να κάνει, λοιπόν, η μαμά, φώναξε τον Κοκκινοσκουφάκη και του είπε να πάει στο γειτονικό χωριό να αγοράσει τα χάπια για να της τα φέρει και να γίνει καλά.
     - Μόνο να προσέχεις πολύ, είπε η μαμά. Να μην χαζεύεις στον δρόμο. Είναι ήδη αργά και δε θέλω να σε πιάσει η νύχτα μέσα στο δάσος. Να πας γρήγορα, να πάρεις τα χάπια και να γυρίσεις, και να μην μιλήσεις σε κανέναν στον δρόμο.
     - Εντάξει, μαμά, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης, αλλά όπως όλος ο κόσμος ξέρει, όταν ένα παιδί λέει "εντάξει" δεν το εννοεί και έτσι ακριβώς.
     Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, ο Κοκκινοσκουφάκης είχε όλη την καλή διάθεση να υπακούσει τη μαμά του. Έφυγε, λοιπόν, τρέχοντας και ύστερα από λίγη ώρα έφτασε στο γειτονικό χωριό. Πήγε στο φαρμακείο, αγόρασε τα χάπια της μαμάς του και  πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
     Επειδή, όμως, ήταν κουρασμένος από το τρέξιμο, τώρα περπατούσε πιο αργά. Ήταν και η μέρα ωραία και σε λίγο ο Κοκκινοσκουφάκης ξεχάστηκε. Έτσι, ύστερα από λίγο έτρεχε χοροπηδώντας μέσα στο δάσος κυνηγώντας πεταλούδες και ψάχνοντας για χελώνες και σαλιγκάρια, και καθόλου δεν σκεφτόταν ότι έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του.
     Ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει στον ουρανό, και το δάσος άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα πουλάκια και όλα τα ζώα του δάσους άρχισαν να μαζεύονται στις φωλιές τους. Μόνο τότε ο Κοκκινοσκουφάκης θυμήθηκε την άρρωστη μαμά του και κατάλαβε ότι είχε αργήσει.
     Έτρεξε, λοιπόν, για να γυρίσει γρήγορα, αλλά το δάσος ήταν αρκετά σκοτεινό και δεν μπορούσε να διακρίνει το μονοπάτι. Έψαξε από εδώ, έψαξε από εκεί, τίποτα. Στο μεταξύ, ο ήλιος έδυσε και ο ουρανός σκοτείνιασε τελείως. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε το φεγγάρι, στρογγυλό σαν τα χάπια που είχε αγοράσει στο φαρμακείο. Τι μεγάλο που φαινόταν το φεγγάρι! Και τι όμορφο που ήταν, έτσι ασημένιο μέσα στον κατάμαυρο ουρανό!
     Και τότε ακούστηκε ένας ήχος: Ουουουουουουουου! Ο Κοκκινοσκουφάκης νόμιζε ότι ήταν ο αέρας, αλλά ο αέρας κάνει Βουουοουου και όχι ουουοουου. Ουουουουουουου! ακούστηκε και πάλι και τότε ο Κοκκινοσκουφάκης θυμήθηκε: όταν το φεγγάρι ήταν στρογγυλό έβγαιναν οι λυκάνθρωποι και ούρλιαζαν στο φεγγαρόφωτο.
     Φοβήθηκε πολύ και ευτυχώς που δεν είχε πιει πολύ νερό εκείνη τη μέρα, αλλιώς θα κατουριόταν επάνω του. Τα ουρλιαχτά συνέχιζαν, για την ακρίβεια όχι απλώς συνέχιζαν αλλά γίνονταν και περισσότερα. Πόσοι λυκάνθρωποι να υπήρχαν μέσα στο δάσος;
     Ο Κοκκινοσκουφάκης άρχισε να ψάχνει μέρος για να κρυφτεί, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να δει πού πήγαινε μέσα στο δάσος. Μπορεί να υπήρχε το φεγγάρι, αλλά το δάσος ήταν πολύ πυκνό και το φως του φεγγαριού δεν έφτανε μέχρι μέσα.
     Εκεί που έψαχνε να βρει κρυψώνα, ο Κοκκινοσκουφάκης άκουσε μια φωνή:
     - Ε, εσύ, τι ψάχνεις;
     Γύρισε τρομαγμένος και κοίταξε. Μπροστά του υπήρχε κάποιος, όμως δεν ξεχώριζε ποιος ήταν.
     - Ποιος είσαι εσύ; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης, παρ’όλη την τρομάρα του.
     - Είμαι φίλος.
     - Τι φίλος;
     - Φίλος. Πώς ξέμεινες τέτοια ώρα μονάχος στο δάσος;
     Και ο Κοκκινοσκουφάκης ξέχασε που του είχε πει η μαμά του να μην μιλήσει σε κανέναν στον δρόμο και του τα είπε όλα του άγνωστου φίλου.
     - Καημένο παιδί, είπε εκείνος, πόσο ταλαιπωρήθηκες! Αν θέλεις, μπορείς να έρθεις μέχρι το σπίτι μου που είναι εδώ παραπέρα, να κοιμηθείς μέχρι το πρωί και ύστερα να φύγεις να πας στη μαμά σου.
     - Εντάξει, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης και ακολούθησε τον νέο του φίλο.
     Προχώρησαν λίγο και έφτασαν σε ένα μικρό ξέφωτο. Εκεί δεν υπήρχαν δέντρα για να εμποδίζουν το φως του φεγγαριού.
     - Γιατί είσαι τόσο τριχωτός; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
     - Για να μην κρυώνω.
     Συνέχισαν να περπατάνε και ύστερα από λίγο έφτασαν σε άλλο ξέφωτο.
     - Γιατί έχεις μυτερά αυτιά; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
     - Επειδή μου τα τραβούσε η μάνα μου όταν ήμουν μικρός.
     Προχώρησαν λίγο ακόμα και τότε ο Κοκκινοσκουφάκης άρχισε να διακρίνει ένα σπιτάκι.
     - Φτάσαμε, είπε ο φίλος.
     - Α, μα γιατί έχεις και τόσο μεγάλο στόμα; ρώτησε ο Κοκκινοσκουφάκης.
     - Για να γελάω! είπε ο φίλος, ουουουουουουουουουχαχαχαχα!.....
     Και τότε ο Κοκκινοσκουφάκης κατάλαβε ότι ο φίλος ήταν λυκάνθρωπος. Το αίμα του πάγωσε και δεν μπορούσε να κουνηθεί.
     - Μη φοβάσαι, του είπε ο λυκάνθρωπος, δε θα σε πειράξω. Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους. Εμένα μου αρέσει μόνο να κάνω αστεία και να γελάω. Οι άλλοι λυκάνθρωποι με κοροϊδεύουν και δεν έχω κανέναν φίλο.
     - Και εμένα με κοροϊδεύουν τα άλλα παιδιά που φοράω το σκουφί που μου έφτιαξε η μαμά μου, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης.
     - Θέλεις να γίνουμε φίλοι; ρώτησε ο λυκάνθρωπος.
     - Ναι, αμέ, είπε ο Κοκκινοσκουφάκης. Πώς σε λένε;
     Και έτσι ξεκίνησε μια φιλία περίεργη, μια φιλία ασυνήθιστη, αλλά και τόσο αναγκαία για τα δύο μοναχικά πλάσματα, που από τότε έγιναν πραγματικά αχώριστοι.
     Και η μαμά του Κοκκινοσκουφάκη τι έγινε; Α, η μαμά πήρε τα χάπια και έγινε καλά και τόση ήταν η χαρά της που ο γιος της απόκτησε έναν φίλο, έστω και λυκάνθρωπο, που έπλεξε ένα κόκκινο σκουφάκι και για εκείνον.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

Αλλαγή σχεδίων



     Η Γούμαν άνοιξε τα μάτια της. Μια ηλιαχτίδα είχε στρογγυλοκαθίσει στο πρόσωπό της.
     - Επιτέλους, ήλιος! είπε και τεντώθηκε. Μπρρρ! έκανε, καθώς τα χέρια της βγήκαν έξω από τα σκεπάσματα. Ήλιος με δόντια!
     Κοίταξε το ρολόι που βρισκόταν στο κομοδίνο. Εφτά η ώρα! Μόνο; Τι ιδέα ήταν αυτή που είχε, να κοιμηθεί με ανοιχτά τα παντζούρια! Ορίστε τώρα, ξύπνια από τις εφτά! Χώθηκε στα σκεπάσματα και γύρισε πλευρό. 
     Ένας κοκκινολαίμης θεώρησε σκόπιμο να κάνει πρόβα έξω ακριβώς από το παράθυρό της. Αδύνατον να ξανακοιμηθεί. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ζεστή της ρόμπα και πήγε μέχρι το παράθυρο. Τα χιόνια των προηγούμενων ημερών είχαν λιώσει, αλλά το τζάμι ήταν θολό. Τι κρύο ήταν αυτό!
     - Ας μην πάω καλύτερα, είπε. Ας κάτσω μέσα και σήμερα. Θα ανάψω και το τζάκι, θα ψήσω και κάστανα... Ας πάω αύριο, καλύτερα, μία μέρα δεν κάνει διαφορά... 
     Αλλά ένας κόκκινος κύκλος γύρω από την ημερομηνία στο ημερολόγιο του τοίχου την επέπληξε αυστηρά. Ένα κόκκινο βέλος έδειχνε τον κόκκινο κύκλο και κάτι ήταν γραμμένο με κόκκινα γράμματα στην πίσω άκρη του κόκκινου βέλους. "Ταχυδρόμος!", έλεγαν τα κόκκινα γράμματα. Η Γούμαν αναστέναξε. Έπρεπε να πάει. 
     Ντύθηκε ζεστά και ξεκίνησε. Ο δρόμος δεν είχε πολλή κίνηση και δεν άργησε καθόλου να φτάσει στην αγαπημένη της γειτονιά. Πέρασε μπροστά από τα άλλα, γνώριμα σπιτάκια - θα πήγαινε και καμιά επίσκεψη, μία από αυτές τις μέρες, υποσχέθηκε στον εαυτό της -, χωρίς ούτε να κοντοσταθεί, και συνέχισε με γρήγορο βήμα. Το δικό της σπιτάκι ήταν επάνω σε μια απότομη ανηφόρα, που τη νύχτα φαινόταν ότι οδηγούσε κατευθείαν στο φεγγάρι.
     - Τι το ήθελα το οικόπεδο με θέα; σκέφτηκε η Γούμαν, καθώς προσπαθούσε να ελέγξει το λαχανητό της.
     Όταν έφτασε, σχεδόν της είχε κοπεί η ανάσα. Αλλά η θέα από εκεί ψηλά ήταν υπέροχη, φαινόταν μέχρι και η θάλασσα! Της Γούμαν της άρεσε πολύ η θάλασσα και σκέφτηκε ότι ίσως χρειαζόταν μια αλλαγή. Ίσως θα έπρεπε να πουλήσει το εξοχικό της και να φτιάξει ένα άλλο, δίπλα στη θάλασσα, να κάνει και τα μπάνια της το καλοκαίρι. Μια ματιά, όμως, στο παραμελημένο της εξοχικό ήταν αρκετή για να καταλάβει ότι στην τωρινή του κατάσταση δε θα βρισκόταν κανείς που να θέλει να το αγοράσει.
     Άνοιξε το γραμματοκιβώτιο και ένα μεγάλο πακέτο φακέλων χύθηκε έξω. Ήταν γράμματα φίλων, ως συνήθως, και, ευτυχώς, ούτε ένας λογαριασμός. Το μάτι της έπεσε σε έναν φάκελο μέσα στον κήπο. Κοιτώντας πιο προσεκτικά, είδε κι άλλους φακέλους πεταμένους λίγο πιο πέρα. 
     - Θα ήταν τόσοι πολλοί οι φάκελοι που δε χωρούσαν στο κουτί και ο ταχυδρόμος τους πέταξε μέσα στον κήπο, σκέφτηκε. Μα, τόση αλληλογραφία, πια; Ούτε ο Άη-Βασίλης να ήμουν, χι-χι-χι!
     Άνοιξε με λίγη δυσκολία την καγκελόπορτα - σίγουρα χρειαζόταν λίγο λάδωμα - και μπήκε στον κήπο. Έσκυψε και μάζεψε τους φακέλους. Και αυτοί από φίλους. Μα τι επίμονοι άνθρωποι! Αφού τους επισκεπτόταν, πού και πού, και αφού τους καλούσε και πότε-πότε στο σπίτι, γιατί παραπονιούνταν; Διέσχισε αργά τη χορταριασμένη αυλή. Εδώ είχε φυτέψει μια τριανταφυλλιά, εκεί είχε βάλει βολβούς, να και η αμυγδαλιά, που καμάρωνε ολάνθιστη! Αλλά, την καημένη, ένα κλαδί της ήταν σπασμένο!
     - Θα έσπασε τις προάλλες, με τα χιόνια, σκέφτηκε η Γούμαν, πόσο θα πονάει, η καημένη, ας πάω να τη σουλουπώσω λίγο...
     Και προτού το καταλάβει, είχε ήδη πάρει ένα πριόνι και πριόνιζε το αχρηστευμένο κλαδί της αμυγδαλιάς, που τώρα φάνηκε ακόμα πιο καμαρωτή.
     - Τι όμορφη που είναι έτσι ανθισμένη, θαύμασε η Γούμαν, αλλά όλη αυτή η αγριάδα τριγύρω δεν αφήνει να φανεί η ομορφιά της σε όλο της το μεγαλείο. Μεγάλο πρόβλημα η αγριάδα, έχει εξαπλωθεί παντού. Μέχρι και την τριανταφυλλιά έχει καλύψει, έχει πνίξει όλα τα λουλούδια, πώς θα ανθίσουν μόλις έρθει η Άνοιξη;
     Και μια και δυο, η Γούμαν άρπαξε το κλαδευτήρι και όρμησε στην αγριάδα, που είχε το θράσος να καταλάβει τον άλλοτε πανέμορφο κήπο. Ο κήπος γέμισε κομμένα κλαδιά και το κλάδεμα αποκάλυψε - εκτός από τα λουλούδια, που ξανάβλεπαν τον ήλιο ύστερα από αρκετό καιρό - ένα σωρό αγριόχορτα, που είχαν βρει ευκαιρία να κρυφτούν κάτω από την αγριάδα και να κατσικωθούν στον κήπο για τα καλά.
     Αλλά η Γούμαν είχε πάρει φόρα και όρμησε στα αγριόχορτα όπως ο πετρίτης στο θήραμά του. Τα αγριόχορτα δεν είχαν την παραμικρή ελπίδα και στις στοίβες των κομμένων κλαδιών προστέθηκαν και πολλά λοφάκια ξεριζωμένων αγριόχορτων. Το επόμενο βήμα, φυσικά, ήταν να μαζευτούν όλα τα κομμένα κλαδιά και τα ξεριζωμένα αγριόχορτα. Οκτώ μεγάλες σακούλες σκουπιδιών γέμισε η Γούμαν.
     - Επιτέλους, τελείωσα! είπε και σκούπισε τον ιδρώτα της.
     Ο κήπος φαινόταν πλέον πολύ ομορφότερος από πριν. Το χώμα του, όμως, φαινόταν ταλαιπωρημένο και στεγνό σαν τσιμέντο. Αν τον σκάλιζε λίγο, τα φυτά του θα την ευγνωμονούσαν αιώνια. Οπότε, η Γούμαν έπιασε την αξίνα και άρχισε το σκάλισμα. Σε λίγο ο κήπος ήταν πλέον έτοιμος να υποδεχτεί την Άνοιξη. Αλλά, επειδή η Γούμαν δεν κάνει μισές δουλειές, πήρε το φτυάρι της και σκόρπισε λίπασμα στις ρίζες όλων των φυτών.
     - Τώρα, μάλιστα! είπε γεμάτη ικανοποίηση.
     Είχε πλέον αλλάξει γνώμη για την απόφασή της να αγοράσει εκείνο το οικόπεδο και να χτίσει το εξοχικό της τόσο ψηλά. Ο κήπος ήταν πανέμορφος και φροντισμένος και θα γινόταν ακόμα πιο υπέροχος μόλις άνθιζαν τα λουλούδια. Αλλά το σπιτάκι στο βάθος του κήπου σαν να την κοίταζε με παράπονο.
     - Ας ρίξω μια ματιά και στο σπίτι, να πάρω και μια ανάσα από τις δουλειές του κήπου, σκέφτηκε η Γούμαν.
     Το σπίτι ήταν σκοτεινό και μύριζε κλεισούρα. Η Γούμαν σήκωσε το γενικό διακόπτη και άναψε τα φώτα. Ύστερα, άνοιξε ένα-ένα τα παράθυρα και άφησε τον παγωμένο αέρα να γεμίσει κάθε σπιθαμή του σπιτιού. Πόσο της είχαν λείψει αυτοί οι τοίχοι!
     Κάθισε στη σκονισμένη της πολυθρόνα και πήρε τους φακέλους στα γόνατά της. Άνοιξε τον πρώτο. "Μας έλειψες", έλεγε το γράμμα. Άνοιξε τον δεύτερο. "Πότε θα σε ξαναδούμε;", ρωτούσε. Άνοιξε έναν τρίτο. "Σε περιμένουμε να ξανάρθεις".
     - Τα ίδια και τα ίδια, μονολόγησε.
     Άφησε τους φακέλους στο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα της. Τους καταλάβαινε. Φίλοι της ήταν και τους έλειπε. Και σε εκείνη έλειπαν, γι'αυτό κιόλας τους επισκεπτόταν πού και πού, γι'αυτό τους καλούσε και πότε-πότε... Αλλά η συντήρηση ενός εξοχικού είναι δύσκολη υπόθεση, κι εκείνοι θα έπρεπε να το ξέρουν. Ορίστε, τόσες ώρες της είχε πάρει μόνο η συντήρηση του κήπου!
     Τεντώθηκε στην πολυθρόνα της. Το μάτι της έπεσε στην απέναντι γωνία του τοίχου. Μια αράχνη επιδείκνυε περήφανα το εργόχειρό της. Ποιος την είχε προσκαλέσει εκείνη την αράχνη; Και, δηλαδή, θα έπρεπε να ξαραχνιάσει τώρα; Δεν είχε καμία όρεξη!
     Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πήγε στην κουζίνα να πιει νερό. Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ένα άλμπουμ φωτογραφιών. Θα είχε μείνει εκεί από την τελευταία της επίσκεψη. Πήρε το άλμπουμ και το άνοιξε. Φωτογραφίες από περασμένα χρόνια, από συνάξεις με τους φίλους, είτε στο δικό της σπίτι, είτε στα σπίτια εκείνων. Χαμόγελα, μεζεδάκια στα τραπέζια, ποτήρια υψωμένα, ποτήρια που τσούγκριζαν, βραδιές ποίησης, επιτραπέζια, σκυταλοδρομίες, αγκαλιές, θαλπωρή... Ωραίες εποχές! "Μας έλειψες", "Γύρνα πίσω", "Σε περιμένουμε"...
     Η Γούμαν έκλεισε το άλμπουμ και το πήγε στη θέση του. Έριξε μια ματιά γύρω της.
     - Έχω περάσει πολύ ωραίες στιγμές εδώ, σκέφτηκε με νοσταλγία.
     Το στομάχι της άρχισε να γουργουρίζει. Κόντευε μεσημέρι. Θα έπρεπε να φύγει. Άρχισε να κλείνει ένα-ένα τα παράθυρα. Αλλά καθώς έκλεινε το δωμάτιο του υπνοδωματίου της, το μάτι της έπεσε σε μια χελιδονοφωλιά, που βρισκόταν ακριβώς επάνω από το παράθυρο. Έρημη, φυσικά, αφού ακόμα ήταν χειμώνας, αλλά τόσο καλοφτιαγμένη, που άντεχε καρτερικά να περιμένει την επιστροφή των χαρωπών ενοίκων της. Το χέρι της έμεινε ακίνητο, να κρατάει το παντζούρι.
     - Σε λίγο καιρό θα γυρίσουν τα χελιδόνια, σκέφτηκε η Γούμαν και χαμογέλασε.
     Ένα κουμπί της ζακέτας της αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο. Τσικ! ακούστηκε ο ήχος του κουμπιού, καθώς έπεσε στο πάτωμα. Η Γούμαν έσκυψε και το μάζεψε. Πήγε στο μεγάλο, χρωματιστό κουτί, όπου βρισκόταν η αγαπημένη της συλλογή με τα κουμπιά, και το έβαλε μέσα. Το κουτί ήταν σχεδόν γεμάτο. Σύντομα θα χρειαζόταν και δεύτερο. Πήγε ξανά στο παράθυρο και άπλωσε το χέρι της να πιάσει το παντζούρι. Θα χαίρονταν πολύ τα χελιδόνια, όταν θα έβλεπαν το φροντισμένο της κήπο. Θα τιτίβιζαν όλη μέρα από τη χαρά τους! Πόσο τα αγαπούσε τα χελιδόνια!
     Το χέρι της έμεινε μετέωρο. Και η Γούμαν πήρε μια απόφαση. Και άρπαξε τη σκούπα και το φαράσι και άρχισε το καθάρισμα. Τι κι αν το στομάχι της γουργούριζε; Όλο και κάποιος φίλος θα είχε φτιάξει κάτι να τη φιλέψει, έστω κι αν αυτό ήταν ένα πιάτο ταπεινά ρεβύθια, εξάλλου εκείνη δεν ήταν δύσκολη στο φαγητό. Και οι αράχνες εκδιώχθηκαν, και τα χαλιά τινάχτηκαν, και τα έπιπλα και τα φωτιστικά ξεσκονίστηκαν, μέχρι και οι κουρτίνες πλύθηκαν! Η Γούμαν δούλευε σαν να μην υπήρχε αύριο, είχε γυρίσει στη φωλιά της όπως θα γύριζαν και τα χελιδόνια. 
     Ήταν κατάκοπη, αλλά η φωλιά της πλέον έλαμπε από πάστρα! Γεμάτη χαρά, έτρεξε στο τηλέφωνο. Αλλά, όχι, δε θα τους το έκανε τόσο εύκολο! Πήγε στο γραφείο της και έβγαλε μια στοίβα φακέλους. Κάθε φάκελος είχε μέσα μία λευκή καρτούλα. Έπρεπε να βιαστεί, για να προλάβει ανοιχτό το ταχυδρομείο.
     Η Γούμαν έγραψε με καλλιγραφικά γράμματα τις διευθύνσεις των φίλων της επάνω στους φακέλους. Για το περιεχόμενο, είχε αποφασίσει να είναι λιτή και περιεκτική. "Ανοίξαμε και σας περιμένουμε", έγραφε η καρτούλα. 
     

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2022

Μπούμερανγκ

 


     - Έχετε επισκέψεις, είπε η νοσοκόμα από τη μισάνοιχτη πόρτα και έφυγε βιαστικά.
     Η αλεπού μπήκε φουριόζα.
     - Καλημέρα, λύκε! είπε η αλεπού. Πώς τα πας;
     - Πώς να τα πάω; είπε ο λύκος και προσπάθησε να ανασηκωθεί στο κρεβάτι του. Ωχ! είπε και αφέθηκε να ξαναξαπλώσει.
     - Πονάς ακόμα;
     - Με δουλεύεις; Πώς να μην πονάω; Τρία σπασμένα πλευρά, ένα πόδι στον γύψο... Για να μην πω για τη στραμπουληγμένη μου ουρά...
     - Όταν το άκουσα τις προάλλες, που το έλεγε ο βαρώνος Μυγχάουζεν σε μια παρέα, δεν το πίστεψα, φυσικά. Αλλά όταν αργότερα, που πήγα για τη μηνιαία περιποίηση της ουράς μου, το άκουσα και από τον κουρέα της Σεβίλλης, που το έλεγε στον κόμη Μοντεχρίστο, λέω "δεν μπορεί, μάλλον είναι αλήθεια. Ο κουρέας της Σεβίλλης μπορεί να είναι μεγάλος κουτσομπόλης, αλλά οι πληροφορίες του συνήθως είναι σωστές".
     - Ναι, έτσι είναι...
     - Αλλά, πες μου, βρε παιδί μου, πώς το έπαθες;
     - Μη μου πεις ότι ο κουρέας δεν το ήξερε αυτό!
     - Η αλήθεια είναι ότι αυτό που άκουσα δεν το πολυπίστεψα... έλεγε ότι η Κοκκινοσκουφίτσα σε έστειλε στο νοσοκομείο... Εντάξει, μερικές φορές έχει την τάση να τα παραφουσκώνει...
     - Μμμμ...
     - Λέω, δεν μπορεί η Κοκκινοσκουφίτσα να τον έκανε τόπι, ένα χραπ! να κάνει εκείνος και την έκανε κομματάκια!... 
     - Μμμμ...
     - Μα γιατί δε λες τίποτα;... Αλήθεια είναι;... Η Κοκκινοσκουφίτσα;... Όχι δα! Μα πώς;
     - Σας έφερα το μεσημεριανό σας, είπε ο τραπεζοκόμος που μόλις είχε μπει στο θάλαμο με ένα τρόλεϊ γεμάτο δίσκους.
     Άφησε ένα δίσκο στο τραπέζι που βρισκόταν στο πλάι του λύκου. 
     - Κοτόπουλο με φιδέ, ψητά λαχανικά, και για το τέλος, ρυζόγαλο και μήλο, είπε.
     - Μπλιαχ! είπε ο λύκος.
     - Καλή όρεξη, είπε ο τραπεζοκόμος και βγήκε από το θάλαμο.
     - Θέλεις να σε βοηθήσω να φας; είπε η αλεπού.
     - Δε θέλω, μπλιαχ!
     - Ε, εντάξει, για τα λαχανικά, το ρυζόγαλο και το μήλο το καταλαβαίνω, αλλά έχει και κοτοπουλάκι, μμμ..., καλέ αυτό είναι ανάλατο, σκέτη αηδία!
     - Αν ξανάρθεις, φέρε μου, σε παρακαλώ, κανένα σουβλάκι ή κανένα χάμπουργκερ απ'έξω, αυτοί εδώ θέλουν να με ξεκάνουν!
     - Θα σου φέρω αρνάκι ψητό στο φούρνο. Εδώ πιο κάτω υπάρχει μια ταβέρνα, "Η Ρίγανη". Ουρές κάνουν τα Σαββατοκύριακα για το ψητό της αρνάκι, και όχι άδικα. Χρησιμοποιεί μόνο κρέας από ντόπιες, βιολογικές φάρμες.
     - Ήδη μου τρέχουν τα σάλια!
     - Θα ξανάρθω το απόγευμα, στο επόμενο επισκεπτήριο, και θα σου φέρω, μην ανησυχείς... Αλλά, δε μου είπες πώς σε κατάντησε έτσι η Κοκκινοσκουφίτσα...
     - Για να είμαστε ακριβείς, υπεύθυνη γι'αυτό που έπαθα δεν είναι η Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά η Άννα.
     - Ποια Άννα;
     - Αυτή, που της αρέσει να ατενίζει... Βρήκε, λέει, στο σπίτι της έναν καλικάντζαρο και του ανάθεσε να πει στην Πίπη ότι εγώ έφαγα την Κοκκινοσκουφίτσα. Και, ναι μεν η Πίπη δεν το πίστεψε, έλα όμως που το πίστεψε η Κοκκινοσκουφίτσα!
     - Δηλαδή;
     - Τη συναντάω τις προάλλες στον δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς της, ξέρεις...
     - Και ποιος δεν ξέρει;
     - Φαινόταν φουρκισμένη. "Δε μου λες", μου λέει, "τι είναι όλα αυτά που ακούω, θα με φας, λέει;". "Ποιος τα λέει αυτά;" ρωτάω. "Βρε, ασ'τα αυτά", μου λέει, "πιστεύεις στ'αλήθεια ότι μπορείς να με φας;". Και, προτού προλάβω να απαντήσω, με αρχίζει στις λαβές!
     - Ποιες λαβές;
     - Του καράτε! Το ήξερες εσύ ότι ξέρει καράτε;
     - Τι μου λες;
     - Ασ'τα, μαύρη ζώνη!
     - Πω-πω, καψερέ μου, τι σου έμελλε να πάθεις! Κι όλα αυτά εξαιτίας ενός καλικάντζαρου...
     - Όλα αυτά εξαιτίας της Άννας! Αλλά αυτό δε θα μείνει έτσι! Να ψάξει τρύπα να κρυφτεί! Τη βλέπω πρώτη μούρη στη Ρίγανη, να φιγουράρει στον κατάλογο με τα ψητά της ώρας!
     - Έλα τώρα, μη συγχίζεσαι, δεν κερδίζεις τίποτα... 
     - Θα την τακτοποιήσω εγώ! Ο ξάδερφός μου, ο Μαύρος Πητ, έχει ήδη γίνει η σκιά της, κοντοζυγώνει η ώρα της...
     - Ο Μαύρος Πητ; Δεν ήταν στη φυλακή αυτός, για ληστείες και για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση;
     - Σωστά το είπες, ήταν. Δραπέτευσε τον περασμένο μήνα, μαζί με άλλους τρεις κολλητούς του, βαρυποινίτες και οι τρεις... Να διαβάζω τα πρωτοσέλιδα, μου είπε ο Μαύρος Πητ.
     - Γιατί;
     - Εκεί θα διαβάσω αυτά που θα κάνει στην Άννα.
     - Έλα, σταμάτα, αγριεύομαι!... Ας αλλάξουμε θέμα. Ωραία είσαι εδώ, έχεις την ησυχία σου... Οι περισσότεροι θάλαμοι σε αυτό το νοσοκομείο είναι τουλάχιστον τρίκλινοι, αλλά εσύ, μονόκλινο, ούτε του παπά να μην το πεις!
     - Είχα δόντι, γι'αυτό. Ο διευθυντής του νοσοκομείου είναι πρώτος ξάδερφος της πεθεράς της σπιτονοικοκυράς μου.
     - Α, έτσι εξηγείται... Ακόμα κι έτσι, πάντως, τυχερός είσαι. 
     - Δεν έχω παράπονο... Αν ήταν και το φαγητό της προκοπής, μέχρι που θα ήμουν και χαρούμενος...
     - Πάντως, ακόμα να το χωνέψω ότι η Κοκκινοσκουφίτσα σε κατάντησε έτσι... Τη θυμάμαι μικρούλα, σκέτη κούκλα ήτανε, με τα φουστανάκια της, με τα σοσονάκια της, με τα κόκκινα σκουφάκια της, με τα μπουκλάκια της... είναι δυνατόν αυτή η κουκλίτσα να παλεύει σαν τον Μπρους Λι;
     - Κι όμως...
     Μια στρουμπουλή νοσοκόμα κοντοστάθηκε στην πόρτα.
     - Σε πέντε λεπτά τελειώνει το επισκεπτήριο, είπε αυστηρά και εξαφανίστηκε εν ριπή οφθαλμού.
     Ο θάλαμος φωτίστηκε στιγμιαία. Μια βροντή ακούστηκε ύστερα από ελάχιστα δευτερόλεπτα.
     - Πρέπει να βιαστώ, είπε η αλεπού και κινήθηκε προς την πόρτα, έρχεται βροχή και δεν έχω πάρει ομπρέλα.
     - Θα ξανάρθεις όμως είπες, ε;
     - Ναι, το απόγευμα.
     - Το αρνάκι μην ξεχάσεις, θα περιμένω!
     - Μην ανησυχείς!
     Η αλεπού τάχυνε το βήμα της στο διάδρομο.
     - Βρε τον κακομοίρη το λύκο, σκέφτηκε, και σακατεμένος και ξενηστικωμένος!... Να το ξέρει, άραγε, η Άννα πως ο Μαύρος Πητ βρίσκεται στο κατόπι της;

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

Αποκαλυπτήρια

        
     Μεγάλο μπελά βρήκε η Πίπη, με όλα αυτά τα νέα, αγνώστου πατρός και ονόματος, φυτά στις βεράντες. Όσο και αν τα ρώτησε, όσο και αν επέμεινε, εκείνα απλώς την κοιτούσαν, σαν να μην καταλάβαιναν τι τους έλεγε. Είναι πολύ ενοχλητικό να μη σε καταλαβαίνουν τα φυτά, όπως ακριβώς συμβαίνει και όταν δεν σε καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.
     Φυσικά, η ζωή δεν σταματάει με δυο άγνωστα φυτά, οπότε η Πίπη συνέχισε κανονικά τη ζωή της, και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την εξέλιξή τους, μέρα με τη μέρα. Από τα πρώτα πράγματα που διαπίστωσε ήταν ότι το δέντρο με τα φαναράκια τελικά δεν ήταν δέντρο - πώς δεν το είχε προσέξει, άραγε; -, αλλά αναρριχητικό. Δύο από τα φυντάνια τα έδωσε για υιοθεσία, ενώ από τα υπόλοιπα - στο μεταξύ είχαν φυτρώσει άλλα δύο, που σημαίνει ότι ούτε πόσα σποράκια είχε φυτέψει θυμόταν - κράτησε μόνο ένα, το οποίο άρχισε να μεγαλώνει, και σύντομα έβγαλε μικρά, λευκά λουλουδάκια. Αλλά πώς λεγόταν το δέντρο, που δεν ήταν δέντρο, αλλά αναρριχητικό φυτό; Όχι τίποτα άλλο, ένα σωρό μπλογκοφίλοι περίμεναν απάντηση στο φλέγον αυτό ερώτημα.
     Η Πίπη ρώτησε όποιον πιθανώς θα γνώριζε, έστειλε μέιλ σε σχετικές ιστοσελίδες, έκανε ό,τι μπορούσε, δηλαδή, και καθώς απάντηση δεν έπαιρνε, έφτασε στο σημείο να σκέφτεται σοβαρά να βαφτίσει εκείνη το φυτό, με επικρατέστερο όνομα το "φαναρόδεντρο" - αυτό, προτού διαπιστώσει ότι το δέντρο δεν ήταν δέντρο, φυσικά.
     Και να που η τεχνολογία, η οποία ανέκαθεν ασκούσε γοητεία στην Πίπη, έμελλε να τη βοηθήσει. Και η Πίπη ανακάλυψε μια εφαρμογή για κινητά, που αναγνωρίζει τα φυτά, άκου τώρα τι γίνεται στον κόσμο...
     Αυτό ήταν. Μόλις η Πίπη φωτογράφισε το νεαρό αναρριχητικό, το αναρριχητικό φυτό απόκτησε ονοματεπώνυμο. Και το όνομα αυτού, Cardiospermum halicacabum. Ταυτόχρονα με την αποκάλυψη του ονόματος, αποκαλύφθηκε και ο λόγος που το φυτό δεν απαντούσε στις επίμονες ερωτήσεις της για την καταγωγή της σκούφιας του: επρόκειτο για αλλοδαπό, που απαντάται στην Αφρική, στην Αμερική, στην Αυστραλία, αλλά και στην Ινδία, όχι όμως και στην Ελλάδα. Άρα, πώς θα μπορούσε να μιλάει ελληνικά;
     Το επόμενο πράγμα που σκέφτηκε να κάνει, φυσικά, η Πίπη, ύστερα από τα αποκαλυπτήρια, ήταν να φωτογραφίσει και το αγνώστου πατρός έκθετο της Χώρας της μπροστινής βεράντας. Και η φωτογραφία "έδειξε", πέραν πάσης αμφιβολίας, το όνομα, τόσο του έκθετου, όσο και του άστοργου, μπερμπάντη, πατέρα: Ailanthus altissima, δηλαδή, Αείλανθος ο υψηλότατος, ή αλλιώς, βρωμοκαρυδιά, βρωμόδεντρο, ή βρωμούσα, πολύ κολακευτικά ονόματα όλα, το δίχως άλλο. Με καταγωγή από την Κίνα, δεν φαίνεται και τόσο περίεργο που εξαπλώνεται τόσο ευρέως και τόσο γρήγορα... Και τώρα η Πίπη ανησυχεί λίγο, μήπως η μικρή βρωμοκαρυδιά καταλάβει τη Χώρα της μπροστινής βεράντας, και έχει το νήπιο υπό επιτήρηση...
     Έτσι, απλά και - τελικά - εύκολα η αναζήτηση του ονόματος των δυο άγνωστων φυτών έφτασε στο τέλος της και η Πίπη, από εδώ και πέρα, μπορεί να κοιμάται ήσυχη. Και, φυσικά, δεν χρειάζεται να πούμε ότι, ανεξάρτητα από το μέλλον των φυτών στις Χώρες των δύο βεραντών, η εφαρμογή έχει ρίξει άγκυρα στο κινητό της και έχει αράξει εκεί για τα καλά...


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Πίσω από κλειστές πόρτες

     Είναι κάπου ένα δέντρο, ένα δέντρο ψηλό, με μεγάλο και γερό κορμό, που δεν είναι όπως τα άλλα. Και δεν είναι όπως τα άλλα, επειδή αυτό το δέντρο έχει μια πόρτα. Πώς το ξέρω, θα μου πείτε. Μα, δεν τη βλέπετε τη φωτογραφία; Αφού υπάρχει η φωτογραφία, δεν μπορεί, και το δέντρο θα υπάρχει!
     Τι, άραγε, θα μπορούσε να κρύβει αυτό το δέντρο; Μα, κάποιο σπίτι, φυσικά! Αλλιώς, τι τη θέλει την πόρτα; Και αφού κρύβει ένα σπίτι, ποιος θα μπορούσε να μένει σε αυτό το σπίτι; Ιδού ένα ερώτημα που αξίζει!
     Δε νομίζω να μένει κάποιος ελέφαντας εκεί, πώς θα χωρούσε; Θα μπορούσε, όμως, άνετα να μένει μια οικογένεια σκίουρων: μαμά, μπαμπάς, παιδιά, παππούδες, γιαγιάδες, ξαδέρφια, θείοι, θείες... Στο υπόγειο - εκεί που βρίσκονται και οι ρίζες - θα είναι η αποθήκη με τα τρόφιμα: καρύδια, κουκουνάρια, φρούτα, μανιτάρια, και τα κρασιά: κόκκινο κρασί από φραγκοστάφυλα, λευκό από τσάγαλα και αφρώδες από μύρτιλλα. Όταν πλησιάζεις στο δέντρο θα ακούς τον ήχο από τις φωνές των σκίουρων που θα συζητάνε, θα παίζουν, θα τσακώνονται...
     Θα μπορούσε, βέβαια, να ζει και μια ηλικιωμένη, μοναχική κουκουβάγια. Το σπίτι θα είναι γεμάτο ράφια, μέχρι εκεί που φτάνουν τα πιο ψηλά κλαδιά, και τα ράφια θα είναι γεμάτα βιβλία, επειδή η κουκουβάγια θα λατρεύει το διάβασμα. Εκτός αυτού, η κουκουβάγια θα είναι διάσημη γκουρού και θα δέχεται επισκέψεις συγκεκριμένες ώρες. Κατά τις ώρες του επισκεπτηρίου μια ατελείωτη ουρά από διάφορα ζώα θα ξεκινάει από το σπίτι της κουκουβάγιας και θα ελίσσεται, σαν τεράστιο, πολύχρωμο φίδι, μέσα στο δάσος.
     Μήπως, όμως, αυτή η πόρτα είναι απλά και μόνο η πόρτα ενός ασανσέρ; Πλησιάζεις, πατάς το κουδούνι, ανοίγει, μπαίνεις και επιλέγεις αν θέλεις να πας ψηλά στον ουρανό ή χαμηλά, μέσα στη γη... Α, πολύ με μπερδεύει αυτή η πόρτα!
     Δε μένει παρά να κάνουμε μια επιτόπια έρευνα. Και αφού διασχίσουμε πόλεις και χωριά, ποτάμια, ρυάκια, βουνά, αφού χαλάσουμε τουλάχιστον σαράντα ζευγάρια παπούτσια, και αφού κάψουμε τουλάχιστον 1.452.897.548.527.125.569.443.785.412.631 θερμίδες - και με την προϋπόθεση ότι δεν έχουμε εξαϋλωθεί στο μεταξύ - κάποια στιγμή η τύχη μάς χαμογελά και εντοπίζουμε το μυστήριο δέντρο με την πόρτα. Η χαρά μας είναι απερίγραπτη και μια και δυο πλησιάζουμε. Προς στιγμήν διστάζουμε: να χτυπήσουμε την πόρτα; Ας πλησιάσουμε λίγο ακόμα και ας στήσουμε αυτί. Θα ακούσουμε, άραγε, τις ψιλές φωνές των σκίουρων;
     Και, ναι, κάτι ακούγεται! Αλλά, μισό λεπτό, αυτοί οι ήχοι δε μοιάζουν με φωνές σκίουρων, είναι φωνές, ναι, αλλά... Κι όμως, αυτές οι φωνές είναι ανθρώπινες!
     Κολλάμε το αυτί μας στον κορμό. Οι φωνές είναι ξεκάθαρα δύο, και οι δύο γυναικείες. Η μία απότομη και αυταρχική, η άλλη χαμηλόφωνη και κλαψιάρα. Φοράμε στα αυτιά μας τα μαγικά μας ακουστικά που αγοράσαμε μέσω τηλεαγοράς για 137.789,99 ευρώ - μεγάλη ευκαιρία, ούτε 137.790 δεν έκαναν - και τώρα ακούμε ξεκάθαρα:
     - Υποσχέσου το! λέει η αυταρχική φωνή.
     - Μα, δεν είμαι σίγουρη... κλαψουρίζει η άλλη.
     - Ώστε θέλεις να το ξανασκεφτείς;
     - Όχι πάλι το μαστίγιο, μη, σε παρακαλώ!
     - Γιατί δε συνεργάζεσαι, επιτέλους;
     - Μα υπάρχουν κι άλλοι σαν εμένα, δεν είμαι μόνο εγώ...
     - Οι άλλοι έχουν ήδη σταματήσει να γράφουν εδώ και καιρό.
     - Αυτό είναι ψέμα, όλο και κάποιος γράφει...
     Ακούγεται ένα μαστίγιο να χτυπάει κάπου.
     - Την επόμενη φορά θα πέσει επάνω σου, λέει η αυταρχική φωνή.
     - Όχι, Αννετά...κι, σε παρακαλώ!...
     - Να μη με παρακαλείς καθόλου, λέει το Αννετά...κι, αφού δική της είναι η αυταρχική φωνή. Τι θέλεις, να με τρελάνεις θέλεις;
     - Όχι, φυσικά, συγκατοικάκι μου, γιατί το λες αυτό;
     - Δε μου φτάνει που ψάχνω χωρίς επιτυχία να βρω το Διονύση, έστω να μου δώσει το κλειδί, να μπαίνω να ξαραχνιάζω το σπίτι του, δε μου φτάνει που άνοιξα το σπίτι μας και το βρήκα τίγκα στην σκόνη, δε μου φτάνει που το καθάρισα από όλες τις παλιατσαρίες που είχες κουβαλήσει εκεί μέσα, να έχω και εσένα που δεν αποφασίζεις τι θέλεις να κάνεις; Γράψε, μαρή, σου λέω, γράψε κάτι, το όνομά σου έστω με καλλιγραφικούς χαρακτήρες, όχι, λες, με απασχολούν άλλα τώρα.
     - Αφού...
     - Μη με διακόπτεις! Τι σε απασχολεί, πουλάκι μου; σου λέω. Πολλά και διάφορα, λες. Ναι, αλλά το σπιτάκι μας μαραζώνει, είναι διώροφο, μεγάλο, με διπλά μπάνια και play room - εσύ το ήθελες το play room - και εγώ είμαι μία, δεν προλαβαίνω να το συγυρίζω μόνη μου, άπλωσε το χέρι σου, πιάσε ένα ξεσκονόπανο, στρώσε το κρεβάτι σου, έστω!
     - Αφού...
     - Μη με διακόπτεις! Ναι, ξέρω, αφού θα ξανακοιμηθείς και θα το χαλάσεις, γιατί να το στρώσεις; Αλλά εγώ δεν αντέχω άλλο, κι αν δεν μπορείς να συνεισφέρεις, να πάρεις μια παραδουλεύτρα τότε! Αλλά, βέβαια, δε θέλεις να μπει τρίτος ανάμεσά μας, τι σου φταίω, μαρή, μου λες;
     - Εγώ...
     - Ναι, ξέρω, ξέρω, εσύ νοιάζεσαι για εμένα, και είμαστε συγκατοικάκια, και τρίχες κατσαρές! Όλα τα μέσα χρησιμοποίησα για να σε πείσω να αρχίσεις να ξαναγράφεις, τι παστίτσιο με φτιαχτή μπεσαμέλ σου έταξα, τι τρίπατη τούρτα με φρέσκια σαντιγύ, τι πίτσα ψημένη επάνω ακριβώς στο Βεζούβιο!... Τη μια έφταιγε η Αριστέα, που έχει αποχωρήσει, την άλλη έφταιγε η Μεμαρία, που καθυστέρησε να βγάλει το επόμενο "παίζοντας με τις λέξεις", την άλλη έφταιγε ο Γιάννης, που γράφει μυθιστορήματα και ξεχνιέσαι διαβάζοντάς τα, έλεος πια!
     Ακούγεται σιωπή.
     - Λοιπόν, δεν πάει άλλο, ξανακούγεται το Αννετά...κι, από εδώ και πέρα σού απαγορεύω να ξαναγράψεις!
     - Μα, αν αλλάξω γνώμη;
     - Να μην αλλάξεις!
     - Μα αυτό είναι φασισμός!
     - Τολμάς να αντιμιλάς;
     Ακούγεται πάλι το μαστίγιο.
     - Είπες κάτι;
     - ...
     - Από τη στιγμή που όλες τις ευθύνες του σπιτιού τις άφησες επάνω μου, εγώ αποφασίζω και για το πολίτευμα που θα ισχύει εκεί μέσα, και αν αποφασίσω ότι θα ισχύει ο φασισμός, εσένα δε σου πέφτει λόγος, κατάλαβες;
     - ...Μμμ.
     - Δε θέλω να απαντάς σαν αγελάδα, σαν άνθρωπος να απαντάς! Κατάλαβες;
     - ...Ναι.
     - Λοιπόν, σου απαγορεύω να ξαναγράψεις, και έχω ετοιμάσει εδώ και μια δήλωση μεταμέλειας, την οποία θα πρέπει να υπογράψεις... Αχ, όχι πάλι δάκρυα, δε με ρίχνεις με αυτά...
     - Μου λείπει ο Διονύσης...
     - Τι είπες τώρα;
     - Μου λείπει ο Διονύσης, είπα...
     - Και εμένα δε μου λείπει, νομίζεις;
     - Αν θέλεις, θα σε βοηθήσω να τον ψάξουμε.
     - Δεν ξέρω πού κρύβεται.
     - Θα πάμε στο σπίτι του και θα φτιάξουμε αντικλείδι, να μπεις να ξαραχνιάσεις.
     - Γίνεται αυτό;
     - Έχω ένα φίλο κλειδαρά, καλό παιδί, κι αν ακούσεις τίποτα για φυλακή, μη δίνεις σημασία, παρεξήγηση ήταν...
     - Όχι, δε θα ήταν σωστό...
     - Σκέψου το, δε θα μου το χαλάσει το χατίρι.
     - ...Καλά...
     - Αλλά μη μου ζητάς να υπογράψω δηλώσεις μεταμέλειας... Το σπίτι μας το έφτιαξα με αγάπη, και το play room για να παίζουμε μαζί το ήθελα...
     - Θα νιώσω καλύτερα αν σταματήσεις να γράφεις... Και αν αρχίσεις να κάνεις και καμιά δουλειά στο σπίτι... Λουμπάγκο με έπιασε προχθές, που έσκυψα κάτω από το κρεβάτι, για να καθαρίσω.
     - Θα δω μήπως προσλάβω καθαρίστρια. Δε θυμάμαι να σου το έχω πει, έχω αλλεργία στη σκόνη.
     - Υποσχέσου μου ότι δε θα ξαναγράψεις.
     - Ούτε ένα χαϊκού;
     - Είχες και στο χωριό σου χαϊκού;
     - Ούτε ένα ραβασάκι, να σου πω ότι πετάχτηκα μέχρι το φούρνο;
     - Ε, εντάξει, ραβασάκια μπορείς να μου γράφεις... 
     Ησυχία. Μόνο κάτι ρουφήγματα μύτης ακούγονται πού και πού. Ας βγάλουμε, λοιπόν, από τα αυτιά μας τα μαγικά μας ακουστικά και ας απομακρυνθούμε γρήγορα από το δέντρο, προτού το Αννετά...κι και το Λυσιππάκι ανοίξουν την πόρτα και μας βρουν μπροστά τους να κρυφακούμε. Διότι τότε, μπορεί να μη μας σώσει η δικαιολογία ότι ψάχναμε τον Διονύση...

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Προπαντός, μυστικότης!





- Άχρηστοι! ακούστηκε αγριεμένη η φωνή του αρχηγού.
Μέσα στη σπηλιά δεν ακούστηκε ούτε κιχ.
- Δεν είπαμε ότι θα πρέπει να κινούμαστε προσεκτικά για να μην κινήσουμε υποψίες; συνέχισε ο αρχηγός.
Παρ’όλο που η σπηλιά ήταν θεοσκότεινη και μόνο μια υποψία φωτός ερχόταν από την είσοδο της σπηλιάς, αρκετά μέτρα πιο πέρα, τα μάτια του αρχηγού έλαμπαν. Σε αυτό σίγουρα βοηθούσε και η συναισθηματική του κατάσταση. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχε εκνευριστεί τόσο όσο σήμερα και, καθώς μονίμως δυσκολευόταν να συγκρατήσει τα νεύρα του, κανένας από τους παρευρισκόμενους δεν διακινδύνευε να γίνει αποδέκτης αυτών των νεύρων.
- Δεν απαντάτε, έτσι; Αλλά γιατί να απαντήσετε; Την ξέρουμε πολύ καλά την απάντηση. Έτσι είχαμε πει. Είχαμε πει ότι θα βρισκόμασταν σε κατάσταση διαρκούς επαγρύπνησης, αναμένοντας την ευκαιρία να κάνουμε την αντεπίθεσή μας, χωρίς στο μεταξύ να κινήσουμε υποψίες και γι’αυτό τυχόν παρουσία μας θα έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν πιο διακριτική. Αλλά ακούτε; Δεν ακούτε!
Βήματα ακούστηκαν έξω από τη σπηλιά.
- Μας πιάσανε! ακούστηκε από όλους.
Αλλά τα βήματα σταμάτησαν.
- Αλεπού! ακούστηκε μια γνωστή φωνή και όλοι ανάσαναν ανακουφισμένοι.
- Λύκος! φώναξε ο αρχηγός.
Ένας-ένας, οι υπόλοιποι παραμέρισαν για να περάσει ο νεοφερμένος, ή μάλλον καλύτερα, η νεοφερμένη.
- Πολύ σκοτεινά είναι εδώ μέσα, είπε η επισκέπτρια. Ευτυχώς, δηλαδή, που βλέπουμε πολύ καλά, αλλιώς…
- Τι θέλεις; την έκοψε ο αρχηγός. Έμαθες τίποτα καινούργιο;
- Τίποτα που δεν ξέραμε. Οι δικοί μου έχουν εξαπλωθεί σε όλη την περιοχή και έχουν οργανώσει τακτικές περιπολίες στα όρια της πόλης. Οι δυνάμεις μας συνεχίζουν να αναπτύσσονται αργά και προσεκτικά και αναμένουμε το σύνθημα για να επιτεθούμε, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.
- Από τους τσαλαπετεινούς είχες κανένα νέο;
- Δεν έχουμε πολλές επαφές μαζί τους, γενικά, εκείνοι μας αποφεύγουν και θέλουν να κρατάνε τις αποστάσεις τους, οπότε δεν μπορώ να πω ότι συνεργαζόμαστε ιδιαίτερα, παρ’όλο που και εκείνοι είναι καταδρομείς, όπως εμείς. Πάντως, άκουσα ότι και εκείνοι έχουν ακροβολιστεί σε πολλά σημεία αναμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες.
- Εσύ τι είδες στις περιπολίες σου; Πιστεύεις ότι αργεί αυτή η ώρα;
- Νομίζω ότι μετά την ανακάλυψη εκείνου του δικού σας στο Κρυονέρι, η επιχείρησή μας δέχτηκε ένα πολύ σημαντικό πλήγμα και όλο το σχέδιο θα πρέπει να αναβληθεί.
- Δυστυχώς, το ίδιο πιστεύω κι εγώ, είπε ο αρχηγός. Αφού έχω να κάνω με άχρηστους!
Οι υπόλοιποι τώρα άρχισαν να μουρμουρίζουν.
- Υπάρχει κάποιος που υποστηρίζει το αντίθετο; ρώτησε απειλητικά ο αρχηγός.
- Λάθη μπορούν πάντα να γίνουν, είπε ένας νεαρός, αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε άχρηστοι… Εγώ απλώς προσπαθούσα να έρθω σε επαφή με τα σκλαβωμένα αδέρφια μας.
- Ώστε το ομολογείς ότι παράκουσες τις εντολές και πήρες πρωτοβουλία; είπε ο αρχηγός και τα δόντια του γυάλισαν στο σκοτάδι.
- Δεν ήταν ακριβώς έτσι.
- Και πώς ήταν, δηλαδή;
- Είχαμε βγει για περιπολία με την ομάδα μου, για να βρούμε πιθανά σημεία εισόδου και ελλείψεις στην οχύρωση του εχθρού και, καθώς έλεγχα ένα ξεχαρβαλωμένο συρματόπλεγμα, έμεινα λίγο πιο πίσω από τους υπόλοιπους και τους έχασα. Έτρεξα για να τους προφτάσω, όπως ήταν λογικό και επιβαλλόμενο, αλλά πήρα μια λάθος στροφή και βρέθηκα πιο κοντά στα μετόπισθεν του εχθρού.
Ένα επιφώνημα ανησυχίας ακούστηκε από όλα τα στόματα.
- Το κατάλαβα αμέσως, συνέχισε ο νεαρός, και έκανα να γυρίσω πίσω, αλλά τότε αντιλήφθηκα ότι εκεί γύρω υπήρχαν πολλοί σκλαβωμένοι αδερφοί μας. Το είδα τότε σαν μια ευκαιρία να τους μιλήσω και να τους ενημερώσω για τα σχέδιά μας, και να τους πω να κάνουν κουράγιο μέχρι να τους ελευθερώσουμε. Γι’αυτό και παρέμεινα στην περιοχή, αλλά εκείνοι προφανώς δεν κατάλαβαν ποιος ήμουν και έκαναν φασαρία, με αποτέλεσμα ο εχθρός να με αντιληφθεί…
- Και λίγο το θεωρείς αυτό; Δεν σκέφτεσαι ότι θα μπορούσαν να σε έχουν ακολουθήσει μέχρι εδώ και να μας πιάσουν όλους;
- Πήρα όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις, δε με ακολούθησε κανείς.
- Αυτό μένει να το δούμε, είπε ο αρχηγός και κάποιοι μέσα στη σπηλιά ανατρίχιασαν, σκεφτόμενοι τα παιδιά τους, που θα έμεναν ενδεχομένως ορφανά.
- Σύντροφοι, ό,τι έγινε, έγινε, είπε η νεοφερμένη. Το θέμα είναι τι κάνουμε από εδώ και πέρα. Συνεχίζουμε;
- Εννοείται, είπε ο αρχηγός, εδώ που φτάσαμε δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια. Η γη των προγόνων μας μας καλεί. Το σχέδιο θα προχωρήσει, αλλά όσο πλησιάζουμε προς το τέλος θα πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί.
Έκανε μια παύση για να βεβαιωθεί ότι κανένας δε μιλούσε και συνέχισε.
- Από εδώ και πέρα δε θα ανεχτώ άλλα τέτοια λάθη. Θα ακολουθείτε τις εντολές κατά γράμμα και οι αποστολές θα γίνονται με άκρα μυστικότητα και χωρίς να γινόμαστε αντιληπτοί.
- Και τα σκλαβωμένα αδέρφια μας πότε θα τα ενημερώσουμε; ρώτησε κάποιος.
Ο αρχηγός προσπάθησε να συγκρατηθεί.
- Έλεγε πουθενά το σχέδιο σε αυτήν τη φάση ότι θα έπρεπε να ενημερώσουμε τα σκλαβωμένα αδέρφια μας;
Δεν απάντησε κανείς.
- Αφού, λοιπόν, δεν το έλεγε, απαγορεύεται κάθε επαφή με άτομα εκτός της ομάδας. Οποιοσδήποτε τρίτος θα μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο την επιχείρησή μας.
- Σωστό είναι αυτό, ακούστηκε ένας νεαρός από το βάθος, αλλά μήπως αν ενημερώναμε και τα αδέρφια μας θα μπορούσαμε να υπολογίσουμε σε βοήθεια εκ των έσω;
- Βοήθεια εκ των έσω;
- Ναι, από τα σκλαβωμένα αδέρφια μας.
Κάποιος γέλασε.
- Σοβαρά, είπε ο αρχηγός, το πιστεύεις αυτό που λες;
- Ναι, γιατί όχι, δε νομίζετε ότι αν χρειαστεί, θα μιλήσει το αίμα που μας συνδέει;
- Έχω αρχίσει να αμφιβάλλω πραγματικά για την έκβαση της επιχείρησης, είπε η επισκέπτρια. Μα είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοιοι αφελείς στις τάξεις μας; Πιστεύετε στ’αλήθεια ότι αυτοί σας βλέπουν σαν αδέρφια;
Ο αρχηγός δε μίλησε.
- Πες τα, χρυσόστομη! πετάχτηκε ένας από το βάθος της σπηλιάς. Αυτοί οι λούληδες όχι μόνο δε θα μας βοηθήσουν, αλλά τους έχω ικανούς να γυρίσουν και εναντίον μας.
- Μα η γη των προγόνων μας ανήκει και σε εκείνους, είπε ένας άλλος.
- Αυτοί είναι βολεμένοι, και, αν δεν το έχεις καταλάβει, ζουν ήδη στη γη των προγόνων τους. Εμείς είμαστε στην απέξω, όχι εκείνοι.
- Ναι, αλλά για να ζουν σε αυτή τη γη έχουν παραχωρήσει όλα τους τα δικαιώματα και έχουν υποδουλωθεί. Ενώ μαζί μας θα είναι αφέντες και όχι δούλοι!
- Ξέρεις εσύ τι εστί χρυσό κλουβί;
- …
- Γι’αυτό λες αυτά που λες! Τα βολεμένα μας αδέρφια μπορεί να είναι σε κλουβί, αλλά έχουν όλα τα αγαθά που μπορεί να χρειαστούν: άφθονη περιποίηση, ζεστά κρεβατάκια, φαγητό στην ώρα του, ιατρική περίθαλψη, τα πάντα. Ενώ εμείς τι έχουμε; Πείνα και ξελιγωμάρα, κρύο και κακουχίες, κατατρεγμό και καταφρόνια.
- Όταν θα πάρουμε πίσω τη γη των προγόνων μας όλα αυτά θα αλλάξουν.
- Με αυτά τα μυαλά που έχεις, δε σε βλέπω να παίρνεις ούτε ξερό φυλλαράκι από τη γη των προγόνων σου.
- Δηλαδή, εσύ είσαι καλύτερος;
- Από εσένα, τουλάχιστον, ναι.
- Παιδιά, ηρεμήστε, είπε ένας τρίτος.
- Εσύ τώρα με ποιους είσαι;
- Ησυχία! φώναξε ο αρχηγός με μια φωνή που συντάραξε όλη τη σπηλιά. Θέλετε να μας ακούσουν; Θέλετε να μας βρουν; Θέλετε να μας πιάσουν και να πάνε χαμένα όλα τα σχέδιά μας; Θέλετε να σκλαβωθούμε και εμείς και τα παιδιά μας;
Κανένας δε μίλησε.
- Αφού, λοιπόν, κανείς δεν το θέλει αυτό, σταματήστε να τσακώνεστε! Θα έχουμε καιρό για τσακωμούς όταν πάρουμε πίσω τη γη μας. Μέχρι τότε, όμως, θα είμαστε μονοιασμένοι και προσηλωμένοι στον στόχο. Έγινα αντιληπτός;
Ένα μουρμουρητό ακούστηκε. Ο αρχηγός το εξέλαβε ως ναι και συνέχισε:
- Και τώρα, διαλυθείτε ήσυχα και επιστρέψτε στα πόστα σας. Επόμενη συνάντηση σε δύο εβδομάδες. Και, θυμηθείτε: προπαντός μυστικότης! Καλό βράδυ και με τη νίκη!
- Με τη νίκη! φώναξαν όλοι μαζί.
- Σσσσστ! είπε ο αρχηγός. Θέλετε να μας κάψετε; Τι έλεγα μόλις τώρα;

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Αλλαγή πορείας



     Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, που λέτε, ένα κοπάδι πρόβατα. Και τα πρόβατα ζούσαν αγαπημένα σε ένα λιβάδι και βοσκούσαν όλη μέρα. Λύκοι δεν υπήρχαν, ούτε βοσκός υπήρχε να τα φυλάει. Μόνα τους είχαν οργανώσει τη ζωή τους. Και περνούσαν μια χαρά.
     Και ξυπνούσαν το πρωί με την αυγούλα, και απλώνονταν στο λιβάδι και έτρωγαν τα δροσερά τους χορταράκια, τα νοτισμένα από την πρωινή δροσιά. Και τα αρνάκια έπαιζαν κυνηγητό ανάμεσα στα δέντρα, και κυλιούνταν στα χορτάρια και στόλιζαν τα κεφάλια τους με λουλούδια του αγρού.
     Βέβαια, μη νομίζετε ότι ήταν όλα τέλεια στη ζωή τους. Το λιβάδι όπου ζούσαν ήταν μικρό και δεν υπήρχε μεγάλη ποικιλία στο φαγητό, ούτε υπήρχε τόσο πολύ χορτάρι. Όμως, ακόμα κι έτσι, το λιβάδι τους παρείχε ό,τι χρειάζονταν για να ζήσουν.
     Και κάποτε τα πρόβατα έμαθαν ότι άλλα πρόβατα που ζούσαν σε άλλα λιβάδια περνούσαν πολύ καλύτερα, και είχαν μεγαλύτερη ποικιλία σε φαγητό και μεγαλύτερη ποσότητα. Και άρχισαν και εκείνα να επιθυμούν μεγαλύτερη αφθονία στη ζωή τους. Και αποφάσισαν να κάνουν το λιβάδι τους ίδιο με τα άλλα λιβάδια, εκείνα των άλλων προβάτων.
     Όμως, αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο και κάτι θα πρέπει να έκαναν λάθος τα πρόβατα της ιστορίας και το λιβάδι τους, αντί να ομορφαίνει και να εμπλουτίζεται σε ποσότητα και ποικιλία τροφής, άρχισε να φτωχαίνει. Πολύ σύντομα, τα πρόβατα ανακάλυψαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το λιβάδι τους. Να έφταιγαν τα εισαγόμενα χορτάρια από τα άλλα λιβάδια; Να έφταιγε που είχαν μάθει να τρώνε περισσότερο από όσο έτρωγαν παλιότερα; Γεγονός, πάντως, ήταν, ότι το φαγητό πλέον δεν έφτανε για όλους.
     Μαζί με τη μείωση της τροφής, άρχισε να αλλάζει και η συμπεριφορά των προβάτων. Άρχισαν το ένα να κατηγορεί το άλλο για ό,τι συνέβαινε.
     - Εσύ φταις! έλεγε το ένα πρόβατο. Εσύ φταις, επειδή τρως πολύ!
     - Κάθε άλλο, απαντούσε εκείνο. Αυτός που φταίει είσαι εσύ, που δεν συντηρείς καλά τις προμήθειες και σαπίζουν.
     - Όχι, πεταγόταν ένα τρίτο πρόβατο. Αυτός που φταίει είναι εκείνος εκεί. Είμαι σίγουρος ότι κλέβει το φαγητό όλων μας και το κρύβει στην αποθήκη του.
     - Όχι, διαφωνώ, έλεγε ένα τέταρτο. Αυτοί που φταίνε είναι αυτοί που κάνουν πολλά παιδιά. Αφού βλέπουν ότι το φαγητό δεν φτάνει για όλους, τι τα κάνουν;
     - Ε, όχι, δεν έχεις δίκιο... Πιο πολύ φταίνε οι γέροι που δε λένε να πεθάνουν. Ξέρεις πόσο χορτάρι τρώνε οι γέροι;
     Αυτά και άλλα πολλά έλεγαν τα πρόβατα μεταξύ τους και, όπως καταλαβαίνετε, τα πρόβατα δεν ζούσαν πια και τόσο αγαπημένα.
     Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη και έπρεπε να βρεθεί λύση. Και η λύση βρέθηκε: έπρεπε να βρουν ένα άλλο λιβάδι, πιο μεγάλο και πιο πλούσιο σε τροφή. Έτσι δεν θα υπήρχαν προβλήματα. Αλλά, υπήρχε ένα τέτοιο λιβάδι, και αν ναι, πού βρισκόταν;
     - Υπάρχει αυτό το λιβάδι που ζητάτε, τους είπε ένα κοράκι που περνούσε από εκεί και το ρώτησαν. Υπάρχει, αλλά είναι μακριά.
     - Δεν πειράζει, είπαν τα πρόβατα. Εμείς θα πάμε. 
     Και ξεκίνησαν τα πρόβατα. Και πήγαιναν, και πήγαιναν, και πήγαιναν... Και όταν άρχισαν να κουράζονται, ακόμα και τότε δεν σταμάτησαν. Επειδή έπρεπε να φτάσουν στο λιβάδι. Και συνέχισαν να προχωράνε, και τα αρνάκια έκλαιγαν και ζητούσαν συνέχεια να φάνε, και οι γέροι φώναζαν και έλεγαν πως κουράστηκαν, και οι προμήθειες λιγόστευαν, αλλά τα πρόβατα συνέχιζαν, επειδή το τέλος της διαδρομής πλησίαζε. Ναι, ήταν σίγουρα, ύστερα από εκείνη τη στροφή θα έφταναν επιτέλους στο λιβάδι!
     Αλλά έφταναν στη στροφή και το λιβάδι ακόμα δεν το έβλεπαν. Και συνέχιζαν τον δρόμο τους, μέχρι την επόμενη στροφή. Και τότε κάποια πρόβατα σκέφτηκαν μήπως είχαν πάρει λάθος δρόμο, και μήπως εκείνος ο δρόμος δεν οδηγούσε στο λιβάδι. Αλλά όχι, δεν μπορεί, ένας ήταν ο δρόμος. Στο τέλος έπρεπε να φτάσουν στο λιβάδι. Και θα έφταναν. Αρκεί να έκαναν λίγη ακόμα υπομονή.
     Και κάποια πρόβατα είπαν ότι ο δρόμος είχε γίνει πολύ ανηφορικός, και μήπως πήγαιναν προς την κορυφή του βουνού; Αλλά στην κορυφή του βουνού δεν υπήρχαν λιβάδια, μόνο χιόνια. Και τότε άρχισαν να προσέχουν ότι όντως ο δρόμος ήταν ανηφορικός, αλλά τόσο δρόμο είχαν διανύσει ήδη, αμαρτία να γυρίσουν πίσω... Και, ναι, ήταν αρκετά πιθανό ο δρόμος εκείνος να μην οδηγούσε στο λιβάδι των ονείρων τους.
     Και τα πρόβατα στενοχωρήθηκαν πολύ. Είχαν κουραστεί από το περπάτημα, και δεν είχαν πολλές δυνάμεις ακόμα. Αλλά τι θα έπρεπε να κάνουν;
     - Θα πρέπει να πάρουμε άλλο δρόμο, είπε ένα πρόβατο.
     - Άλλο δρόμο; είπε το πρόβατο που ήταν επικεφαλής. Μα τι λες; Και όλο το περπάτημα που έχουμε κάνει μέχρι τώρα το κάναμε άδικα;
     - Μα αφού είναι εμφανές ότι από αυτό τον δρόμο δεν θα φτάσουμε ποτέ στο λιβάδι!
     - Ποιος το λέει; Είσαι τεμπέλης και βαριέσαι να περπατήσεις, αυτό είσαι!
     - Μα όχι, απλώς πρέπει να πάρουμε άλλο δρόμο. Να, εκείνος εκεί, για παράδειγμα, μου φαίνεται καλύτερος.
     - Μας κοροϊδεύεις; Εκείνος εκεί πάει προς το δάσος! Ποιος ξέρει τι κρύβεται εκεί μέσα;
     - Λύκοι κρύβονται, πετάχτηκε ένα άλλο πρόβατο.
     - Λύκοι; ανατρίχιασαν τα πρόβατα στο άκουσμα της λέξης.
     - Ναι, λύκοι, και θα μας φάνε, και δε θα μείνει κανένας ζωντανός. Ενώ, αν συνεχίσουμε στο δρόμο που αρχίσαμε, τι μπορούμε να πάθουμε; Το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι να συνεχίσουμε το περπάτημα.
     - Ναι, είπαν μερικά πρόβατα, αλλά δεν αντέχουμε άλλο περπάτημα, πονάνε τα πόδια μας.
     - Ναι, αλλά στο δάσος έχει λύκους.
     - Ναι, αλλά αν καταφέρουμε από τον άλλο δρόμο να φτάσουμε στο λιβάδι;
     - Μη λέτε βλακείες, δεν φταίει ο δρόμος που πήραμε, φταίει ο τρόπος που τον περπατάμε.
     - Λες;
     - Είμαι σίγουρος!
     - Μην τον ακούτε, είπε το πρόβατο που πρότεινε να αλλάξουν δρόμο. Κάνει λάθος. Ο δρόμος που πήραμε δε θα μας οδηγήσει ποτέ στο λιβάδι.
     - Ναι, αλλά στο δάσος έχει λύκους.
     - Και τσακάλια θα έχει.
     - Σωστά, και τσακάλια. Πώς τα ξέχασα τα τσακάλια;
     - Είναι άγρια και τα τσακάλια.
     - Πω-πω, δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι!
     - Ας αποφασίσουμε τι θα κάνουμε, είπε τότε το πρόβατο επικεφαλής. Θέλετε να αλλάξουμε δρόμο ή να αλλάξουμε τρόπο;
     Και τα πρόβατα αποφάσισαν. Και άκουσα ότι κάποιος τα είδε να περπατάνε στα δύο πόδια...