Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Στη χάση και στη φέξη

     Ο Ουρανός ήταν ένας όμορφος, ψηλός, γεροδεμένος νέος, με γαλανά μάτια, που άλλαζαν τόνο, ανάλογα με τις διαθέσεις του. Όλες οι κοπέλες τον γλυκοκοίταζαν και του χαμογελούσαν με νάζι, όποτε τον έβλεπαν, ελπίζοντας να κερδίσουν την πιο προνομιούχα θέση στην καρδιά του: αυτήν της αγαπημένης του.
     Εκείνος, όμως, ήταν ιδιαίτερα σεμνός και ντροπαλός - γι'αυτό και πολλές φορές κοκκίνιζε, όταν άκουγε πολλά κομπλιμέντα - και δεν ενέδιδε στα ερωτικά καλέσματα. Μέχρι που συνάντησε τη Γη, με τις ομορφιές της, με τις στρογγυλάδες της, με τις οροσειρές της στα κατάλληλα σημεία, με τα υγρά της μάτια να αντανακλούν το χρώμα των δικών του ματιών... Ε, δεν ήθελε και πολύ ο καημένος, είχε δεν είχε, έπεσε στον έρωτά της.
     Μα και η Γη δεν έμεινε απαθής στα κάλλη του, ίσα-ίσα που γοητεύτηκε αμέσως από εκείνον. Και δωσ'του να αλλάζει φορεσιές, πότε να φοράει λουλουδάτα μπλουζάκια με λευκά, εφαρμοστά παντελόνια, πότε λευκές, χιονάτες μπλούζες με ανάλαφρες, λουλουδάτες φούστες, πότε να στολίζει τα μαλλιά της με στεφάνια από λουλούδια, πότε με κοχύλια και κοράλλια, πότε με κρυστάλλινες τιάρες από πάγο...
     Ήταν ζήτημα χρόνου, λοιπόν, ο Ουρανός και η Γη να γίνουν ζευγάρι, και οι θαυμάστριες του Ουρανού έπεσαν σε μαύρη μελαγχολία όταν το έμαθαν. Αλλά, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, έρωτας ήταν αυτός...
     Το νεαρό ζευγάρι έγινε αχώριστο και πήγαιναν παντού μαζί. Και ο Ουρανός δεν άφηνε τη Γη από την αγκαλιά του και εκείνη αφηνόταν στα χάδια του και στη ζεστή του ανάσα... Και αφού και οι δυο συμφώνησαν ότι δεν μπορούσαν να ζήσουν χώρια, αποφάσισαν να παντρευτούν.
     Ο γάμος έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο, αλλά αυτό δεν περιόρισε την ευτυχία του ζευγαριού στο ελάχιστο. Έλαμπαν και οι δύο νεόνυμφοι, τα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν από ευτυχία, νιάτα, ομορφιά, και όλοι οι καλεσμένοι, αν και λίγοι, είπαν ότι δεν είχαν ξαναδεί πιο ταιριαστό ζευγάρι.  
     Μετά την τελετή, οι δυο νέοι πήγαν ταξίδι του μέλιτος και όταν επέστρεψαν από το γύρο του Γαλαξία, όπου είχαν πάει, η Γη ακτινοβολούσε λίγο περισσότερο από πρώτα, ενώ οι στρογγυλάδες της είχαν αυξηθεί... Και, μερικούς μήνες αργότερα, το σπίτι του ζευγαριού αντήχησε από το κλάμα ενός μωρού. Το μωρό ήταν χλωμό και πολύ χαριτωμένο, και το ονόμασαν Σελήνη. Και τότε άρχισαν τα προβλήματα.
     Πρώτα-πρώτα, ο Ουρανός έπαψε να είναι το κύριο μέλημα της Γης και το ενδιαφέρον της άρχισε να το μονοπωλεί το μωρό. Πού την έχανες, πού την έβρισκες τη Γη, αγκαλιά με το μωρό ήταν. Πού να χωρέσει στην αγκαλιά της και ο Ουρανός! «Όχι τώρα, θηλάζω», του έλεγε, ή «Περίμενε να το αλλάξω», ή «Μα τι κάνεις, το μωρό κοιμάται, να το ξυπνήσεις θέλεις;», και όλα αυτά χωρίς να του ρίχνει ούτε μια ματιά!
     Ο Ουρανός άρχισε να ζηλεύει. Τι κι αν το μωρό ήταν και δικό του, δεν είχε φανταστεί ποτέ πως θα ερχόταν κάποια στιγμή δεύτερος στην καρδιά της αγαπημένης του. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, άρχισε να κοιτάζει το μωρό με μισό μάτι. Η Γη, με την ευαισθησία που αποκτούν οι μητέρες, κατάλαβε αμέσως την αλλαγή των αισθημάτων του άντρα της απέναντι στη μικρή Σελήνη και, η αλήθεια να λέγεται, ενοχλήθηκε πολύ. Άρχισαν οι πρώτοι καυγάδες.
     Η μικρή Σελήνη, καθώς μεγάλωνε, γινόταν όλο και πιο χαριτωμένη, ενισχύοντας τις εκδηλώσεις αγάπης της μητέρας της και τη ζήλεια του πατέρα της. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, βρέθηκαν κάποιοι καλοθελητές που έβαλαν ιδέες στον Ουρανό, ότι το παιδί μπορεί να μην ήταν και δικό του, καθώς ήταν γνωστή σε όλους η προηγούμενη, σύντομη, μεν, αλλά πολύ θυελώδης, δε, σχέση της Γης με έναν μετεωρίτη. Εκεί ήταν που τα πράγματα χειροτέρεψαν πολύ. Οι καυγάδες του ζευγαριού έγιναν πλέον καθημερινοί και κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο έρωτάς τους είχε εξαφανιστεί τόσο γρήγορα. Ήταν πλέον ζήτημα χρόνου το ζευγάρι να φτάσει στο χωρισμό, δίνοντας την ευκαιρία στα αστέρια να αρχίσουν να κομπάζουν, επειδή το είχαν προβλέψει από καιρό.
     Και ήρθε η μέρα που ο Ουρανός και η Γη βρέθηκαν αντίδικοι στην ίδια δίκη, αυτή που θα έλυνε το γάμο τους. Το διαζύγιο βγήκε συναινετικά, αλλά στο θέμα της κηδεμονίας υπήρξε διαφωνία, καθώς ο Ουρανός είχε στο μεταξύ αλλάξει γνώμη για τη μικρή Σελήνη και επιθυμούσε, όπως και η Γη, να την αναλάβει αποκλειστικά. Οι δύο γονείς ήταν ανένδοτοι επάνω σε αυτό το θέμα και το δικαστήριο προβληματίστηκε πολύ, αποφασίζοντας - αφού ακούστηκαν και οι δύο πλευρές - να μοιράσει εξίσου την κηδεμονία και στους δύο γονείς. 
     Από τότε η Σελήνη άρχισε να μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στους γονείς της και να μένει πότε με τον πατέρα της, πότε με τη μητέρα της. Και όταν έμενε με τον πατέρα της, άρχιζε σιγά-σιγά να παίρνει τα γαλάζια χρώματά του και όλοι έλεγαν πόσο του μοιάζει, όταν όμως γυρνούσε στη μητέρα της ξαναεμφάνιζε τις στρογγυλάδες που είχε πάρει από εκείνην και όλοι έλεγαν ότι ήταν φτυστή η μάνα της.
     Και οι άνθρωποι ούτε που φαντάζονταν ποια ήταν η αιτία όλων αυτών των αλλαγών, μόνο τη χάση και τη φέξη αντιλαμβάνονταν. Και πάλι καλά, να λέμε...

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

Όποιος πρόλαβε



     Άλλος άνθρωπος, σου λέω, Αιμιλία μου, η νύχτα με τη μέρα! Αφού ώρες-ώρες νομίζω ότι ονειρεύομαι!
     Πού να ξέρω; Την τελευταία φορά που τσακωθήκαμε του τα’χωσα κι εγώ άγρια, εδώ που τα λέμε… «Λίγη σου έπεσα, βρε αχάριστε», του είπα, «που αν δεν ήταν ο πατέρας μου, θα φίλαγες κατουρημένες ποδιές για ένα μεροκάματο;». Και τι, δηλαδή, ψέματα είναι; Σαν τα κρύα τα νερά ήμουν, όλοι με γλυκοκοίταζαν στη γειτονιά, και πήγα και παντρεύτηκα τον στραβοκάνη το γιο του Γεράσιμου του λούστρου, τον ξεβράκωτο…
    Τον ερωτεύτηκα, θα μου πεις. Ναι, αλλά αναγνώρισε, βρε, κι εσύ, ότι με την προίκα μου μπορείς και κυκλοφορείς τώρα με το κούτελο ψηλά! Που τον έκανε ο πατέρας μου δεξί του χέρι στο μαγαζί από την αρχή, και έχει να κορδώνεται στους φίλους του…
     Ε, τι να πει; Είπε τα δικά του, ότι σιγά την προίκα που πήρε, ότι ο φίλος του ο Παντελής πήρε ένα τεσσάρι διαμέρισμα στα Πατήσια, χώρια οι μετοχές και τα ομόλογα… Ναι, άντε πούλα το τώρα το τεσσάρι να δούμε τι θα πάρεις, για να μην πω για τις μετοχές και τα ομόλογα… ενώ η δουλειά σε τρέφει όπως σε έτρεφε και πρώτα. Ναι, λίγο έλειψε να πει ότι με πήρε και γυμνή… Βρε, ξέρεις πόσα σεντόνια πήρα προίκα; Δέκα σετ με τις μαξιλαροθήκες τους, όλα κεντημένα στο χέρι, ακόμα σε αυτά κοιμόμαστε. Αν πεις, δε, για τις πετσέτες…
     Ναι, καλά, πίστευε ό,τι θέλεις, εσύ δεν τον ξέρεις όπως εγώ… Βρε, πόσο στοίχημα πας ότι στους φίλους του έχει πει ότι είμαι μια μέγαιρα που τον βασανίζει; Τυχαίο είναι, νομίζεις, που τόσα χρόνια δεν έχω γνωρίσει κανέναν τους;…
     Ο Μάνθος της Ελένης σίγουρα δεν είναι στην παρέα, καμία σχέση σου λέω, ποιος σου το είπε;… Ε, όχι και έγκυρη πηγή η Πετρούλα του φούρναρη! 
     Τέλος πάντων. Αυτά λέγαμε και καυγαδίζαμε και κουβέντα στην κουβέντα με έπιασε κι εμένα και του είπα ότι αν του πέφτω λίγη, να φύγω να τον αφήσω στην ησυχία του… Και εκεί ο κύριος, αντί να σταματήσει, να ηρεμήσει, να μου πει «μη φεύγεις», έστω, σηκώθηκε κι έφυγε, και κοπάνησε και την πόρτα. Να μας δείξει ότι θύμωσε, ο τζαναμπέτης…
     Να σου πω την αλήθεια, σκέφτηκα ότι δεν υπήρχε σωτηρία και ότι ίσως θα έπρεπε να πραγματοποιήσω την απειλή μου, να τον αφήσω, ή έστω να του τα φορέσω. Ακόμα το σκέφτομαι, δηλαδή… Τι, «με ποιον», λες να μην βρω κανέναν; Ακόμα περνάει η μπογιά μου… Ναι, είδα και με την αξιοπρέπεια τι κέρδισα!…
     Ε, τι να γίνει; Γύρισε αργά το βράδυ και δεν τον είδα, κοιμόμουν. Το επόμενο πρωί, όμως – άκου, να πάθεις πλάκα – σηκώθηκε και μου έφτιαξε καφέ!... Ούτε εγώ το πίστευα! Δεκατρία χρόνια παντρεμένοι, ούτε ένα ποτήρι νερό δε μου έχει φέρει, και να μου φτιάξει καφέ!… Πού να ξέρω τι τον έπιασε, μήπως τον χτύπησε ο αέρας και συνήλθε; Τι να πω;
     Όχι, τύψεις δεν μπορεί να ήταν, σιγά μην είχε τύψεις, ο γάιδαρος… Πάντως, από εκείνη τη μέρα άλλαξε. Ούτε γκρινιάζει, ούτε τίποτα. Τι να πω, δεν μπορώ να φανταστώ… Βρε, Αιμιλία, λες να με πρόλαβε και να μου τα φοράει εκείνος; 

ΥΓ: Αυτή ήταν η δεύτερη συμμετοχή της Πίπης στο τελευταίο "Παίζοντας με τις λέξεις" που ταξιδεύει, κάθε δίμηνο, στις πολύχρωμες θάλασσες της δημιουργίας με το Χάρτινο Καραβάκι της Μεμαρίας. Η Πίπη έχει πλέον προσαρμοστεί στη γεμάτη εμπειρίες ζωή του ναυτικού και ανυπομονεί να ταξιδέψει και σε άλλα λιμάνια με το Χάρτινο Καραβάκι.

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

Δώρο γενεθλίων



     Έβαλε το κλειδί στην πόρτα με προσοχή και το γύρισε αργά, προσπαθώντας να μην παρασυρθεί από την έξαψή του και κάνει θόρυβο. Η ησυχία που τον υποδέχτηκε ήταν σε πλήρη αντίθεση με το βουητό που άκουγε στο κεφάλι του.
     Δεν προσπάθησε να ανάψει το φως, έτσι κι αλλιώς το ρεύμα ήταν κομμένο εδώ και τρεις μέρες. Πατώντας στις μύτες και ακολουθώντας το αμυδρό φως που ερχόταν από το καντηλάκι, που έκαιγε μόνιμα, μπήκε στην κουζίνα. Διψούσε. Το φλυτζάνι όπου είχε πιει τον καφέ του το απόγευμα ήταν ακόμη στο νεροχύτη. Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ένα πιάτο καλυμμένο με χαρτοπετσέτα, που έκρυβε δύο κομμάτια σπανακόπιτα.
     Άδειασε τις τσέπες του επάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Χαρτονομίσματα διαφόρων κατηγοριών, διπλωμένα πρόχειρα, σχημάτισαν έναν μικρό σωρό. Πρώτη φορά είχε δει τόσα λεφτά μαζεμένα.
     Αργά-αργά, τα ξεχώρισε και ύστερα άρχισε να τα μετράει. Τους είχε πάρει τα σώβρακα απόψε! Τι ρέντα ήταν αυτή! Λες και το σύμπαν τον αποζημίωνε για όλες τις χασούρες του παρελθόντος.
     Προσπάθησε να φανταστεί την έκφρασή της, όταν θα το μάθαινε. Στο μυαλό του ήρθαν όλοι τους οι καυγάδες. «Η πηγή όλων μας των προβλημάτων είναι ο τζόγος», του έλεγε κάθε φορά. «Πώς μπορείς να πιστεύεις πως μπορείς να συντηρήσεις οικογένεια, όταν τα λεφτά σου τα τρώνε τα κάθε λογής στοιχήματα;». «Όχι», της απαντούσε εκείνος, «η πηγή όλων μας των προβλημάτων είναι που δεν μου έχεις εμπιστοσύνη. Θα γυρίσει η τύχη μου και θα το δεις». Και τότε εκείνη έλεγε ότι δεν υπήρχε σωτηρία και κλεινόταν στο δωμάτιό τους, και δεν του μίλαγε για μέρες. Και εκείνος μαζευόταν για λίγες μέρες. Και ύστερα ξανάρχιζε απ’την αρχή.
     Είχε έρθει, λοιπόν, και η δική του η μέρα, και είχε έρθει ακριβώς απόψε, την παραμονή των γενεθλίων της. Τι καλύτερο δώρο θα μπορούσε να περιμένει;
     Πατώντας στις μύτες των ποδιών, μπήκε στο υπνοδωμάτιο και γδύθηκε. Σήκωσε την άκρη των σκεπασμάτων και χώθηκε μέσα προσεκτικά. Το σώμα του ανατρίχιασε στην επαφή του με το σεντόνι.
     Όχι, δε θα της έλεγε τίποτα. Θα σηκωνόταν το πρωί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και θα έφευγε για τη δουλειά, αλλά δε θα πήγαινε στη δουλειά. Και το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να πληρώσει το ρεύμα, και ύστερα θα πήγαινε στο ενεχυροδανειστήριο να πάρει πίσω τη βέρα του. Θα έκανε τη βόλτα του και κατά το μεσημέρι θα εμφανιζόταν μπροστά της με μια ανθοδέσμη και μια τούρτα γενεθλίων. Και, αν ήταν τυχερός, θα είχε προλάβει να επανασυνδεθεί και το ρεύμα. Και προτού εκείνη συνέλθει από την έκπληξη, θα την έπαιρνε αγκαζέ και θα την πήγαινε να φάνε έξω, να το γιορτάσουν.
     Σκέφτηκε τα πόδια της, που τον πάγωναν όταν εκείνη τα ακουμπούσε στα δικά του για να τα ζεστάνει και ένιωσε να πλημμυρίζει από τρυφερότητα. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνη ήταν ο άνθρωπός του. Ας πάει και το παλιάμπελο, παραμονή των γενεθλίων της ήταν! Αυτή τη φορά θα τα ακουμπούσε εκείνος τα πόδια του στα δικά της, να της τα ζεστάνει. Έτσι, για αλλαγή…
     Άπλωσε τα πόδια του. Ήταν μόνος του στο κρεβάτι.

ΥΓ: Αυτή ήταν η πρώτη συμμετοχή της Πίπης στο τελευταίο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις", που διοργανώνει η Μεμαρία στο μπλογκ της Με ένα χάρτινο καραβάκι και που έχει γίνει πλέον εθισμός. Εθισμός στον οποίο χαίρεσαι να υποκύπτεις!