Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2018

Ψηφιακό απομεινάρι

     Και ύστερα έρχεται το φθινόπωρο. Και ο ουρανός αλλάζει χρώμα. Και ίσως φανούν και κάποια σύννεφα, ίσως πάλι όχι. Αλλά τα πρωινά γίνονται πολύ πιο δροσερά. Και αν τύχει και φυσάει, τότε μπορεί να νιώσεις μέχρι και ψύχρα. Και να αναζητήσεις επειγόντως μια ζακέτα.
     Και έρχονται και οι βροχές, όχι ότι σου έλειψαν κιόλας... Και αρχίζεις να μαζεύεσαι, αρχίζεις να σκέφτεσαι το ξεκίνημα του σχολείου, παρ'όλο που εσένα δε σε αφορά πλέον, αρχίζεις να σκέφτεσαι λιγότερο καλοκαιρινά ρούχα, αρχίζεις να σκέφτεσαι κιτρινοκόκκινα ξερά φύλλα, γκρίζους ουρανούς, άδειους από χελιδόνια, καπνούς που βγαίνουν από καμινάδες, συνοδευόμενους ενδεχομένως από έναν Άγιο Βασίλη ντυμένο στα μάλλινα, και ευωδιαστά, φρεσκοψημένα κάστανα.
     Αλλά το ημερολόγιο σού λέει ότι είναι ακόμα νωρίς για όλα αυτά, ακόμα είναι καλοκαίρι, δες, ο ουρανός καθάρισε, όμως εσύ το ξέρεις ότι τίποτα δε θα είναι το ίδιο, αφού η μέρα έχει ήδη μικρύνει αρκετά και η νύχτα έρχεται κάθε μέρα και νωρίτερα...
     Πάει άλλο ένα καλοκαίρι, σκέφτεσαι, πάει και πίσω δε γυρνάει, ό,τι χάθηκε, χάθηκε, όσες βόλτες δεν έκανες δε θα τις κάνεις ποτέ, όσες συναντήσεις με φίλους δεν έκανες δε θα τις κάνεις ποτέ, ένα σωρό χαμένες ευκαιρίες και τις άφησες να χαθούν, πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό, πολύ περισσότερο που υποσχέθηκες στον εαυτό σου ότι δε θα επαναλάμβανες τα λάθη του παρελθόντος;
     Αλλά ο ουρανός, τα σύννεφα, τα δέντρα, ο ήλιος, το φεγγάρι, μένουν παγερά αδιάφορα στους προβληματισμούς σου, θεωρώντας τους, ίσως, παιδιάστικους.  Επειδή, ίσως, ξέρουν καλύτερα...
     Και ύστερα έρχεται η αναπόληση των όμορφων στιγμών του καλοκαιριού, των συναντήσεων, των ταξιδιών, των γνωριμιών, των εικόνων, των ήχων, των αρωμάτων, των συναισθημάτων. Και μαζί με την αναπόληση έρχεται και η συνειδητοποίηση ότι όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν, το οποίο μεγαλώνει όλο και απειλητικότερα, ενώ το μέλλον γίνεται όλο και πιο φτενό... 
     Κόβονται σιγά-σιγά οι δεσμοί, το τραγούδι των τζιτζικιών έγινε θόρυβος διερχόμενων οχημάτων, η ζέστη του ήλιου έγινε πρωινή ψυχρούλα, τα πανιά των ιστιοφόρων που κυματίζουν στην καλοκαιρινή αύρα έγιναν απλωμένες μπουγάδες, οι χαλαροί περίπατοι έγιναν βήματα βιαστικά, τρεχάτα, η μυρωδιά του αντηλιακού έγινε λιπαρή οσμή καυσαερίου.
     Μοιάζεις να βρίσκεσαι στο κέντρο ενός κυκλώνα, μια Σταχτοπούτα που η άμαξά της έγινε κολοκύθα, πάει και η διαμαντοστολισμένη τουαλέτα, πάνε και τα γοβάκια... Αλλά όχι, τα γοβάκια δε χάθηκαν, ένα γοβάκι υπάρχει, είναι γνωστό το παραμύθι, το ένα γοβάκι το βρήκε ο πρίγκηπας, και τώρα ψάχνει σε όλο το βασίλειο να βρει την αγαπημένη του.
     Και το βλέμμα σου πέφτει στη φωτογραφία που υπάρχει στην οθόνη του κινητού σου. Και, σαν το γοβάκι που κρατάει ο πρίγκηπας, η φωτογραφία αυτή αποτελεί την αδιάψευστη απόδειξη των λαμπρών στιγμών που υπήρξαν μέσα στο καλοκαίρι που πέρασε. Και, όπως το γοβάκι που κρατάει ο πρίγκηπας συνδέει τη ρακένδυτη Σταχτοπούτα με την λαμπροστολισμένη πριγκήπισσα, έτσι και αυτή η φωτογραφία συνδέει τον λυπημένο, φθινοπωρινό σου εαυτό με τον χαρούμενο, καλοκαιρινό του δίδυμο.    

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Καλοκαίρι

     Ησυχία. Πνοή ανέμου. Τζιτζίκια στο βάθος, τζιτζίκια εκεί γύρω, τζιτζίκια παντού. Μερικά πουλιά στο βάθος, θρόισμα φύλλων. Φλοίσβος, κύματα που σκάνε, γλάροι που φωνάζουν. Βήματα σε χαλίκια. Βήματα σε βότσαλα. Βήματα σε άμμο. Παγάκια σε ποτήρι. Νερό που τρέχει.
     Γαλάζιο ανοιχτό, γαλάζιο πιο σκούρο, γαλάζιο με άσπρο, άσπρο με κίτρινο, πράσινο ανοιχτό, πράσινο σκούρο, πράσινο με καφέ, τυρκουάζ, μπλε βαθύ. Γαλάζιος ουρανός, άσπρα συννεφάκια, ήλιος, φωτεινές κηλίδες στο πρόσωπο, στα ρούχα, παντού. Θάλασσα απέραντη, κυματιστή, δροσερή.
     Απαλό χάδι στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Ζέστη στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Δροσιά στο σώμα. Ο αέρας στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Το φως στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Η θάλασσα στο σώμα.
     Το αλμυρό, το γλυκό. Η θάλασσα, το καρπούζι, το σύκο, το σταφύλι. Το παγωτό. Η θαλασσινή αύρα, τα θερισμένα στάχυα, το θυμάρι, ο βασιλικός, το αγιόκλημα, το γιασεμί. Τα αστέρια, η πανσέληνος, τα τριζόνια.
     Ένα βιβλίο. Ένα τετράδιο. Ένα μολύβι. Μπογιές. Απαλή μουσική. Καθόλου μουσική. Μάτια ανοιχτά. Μάτια κλειστά. Ρουθούνια ανοιχτά. Αυτιά ανοιχτά. Μυαλό ανοιχτό. Σύνορα ανοιχτά. Ακινησία.
     Ήχοι, εικόνες, γεύσεις, μυρωδιές... Και μέσα σε όλον αυτό το χορό, το σώμα ακίνητο, το μυαλό φευγάτο. Το σώμα ξαπλωμένο σε αυτό το μαγικό θεραπευτήριο που λέγεται καλοκαίρι. Αφού, τι άλλο είναι το καλοκαίρι, εκτός από ένα απέραντο θεραπευτήριο σωμάτων και ψυχών; Τι άλλο, εκτός από μια μυρωδάτη γομολάστιχα, που σβήνει τις κρύες αναμνήσεις του χειμώνα, σβήνει το σήμερα, το αύριο, το χθες, και που ενώνει τα πάντα σε ένα διαρκές, αέναο παρόν; Και αν η Πρωτοχρονιά έχει στραμμένα επάνω της όλα τα φώτα της δημοσιότητας και αν θεωρείται το σημείο έναρξης του πρώτου βήματος, το καλοκαίρι είναι ξεκάθαρα αυτό που μηδενίζει το κοντέρ, αυτό που γεμίζει τις αδειασμένες φιάλες οξυγόνου, που επουλώνει τις πληγές και που, πραγματικά εμπνέει τα νέα ξεκινήματα.
     Να το τιμούμε, λοιπόν, το καλοκαίρι, να το τιμούμε με όλα τα μέσα που διαθέτουμε. Να το τιμούμε με όλες τις αισθήσεις μας και να αφηνόμαστε, όπου εκείνο θέλει να μας πάει. Να το αφήνουμε να μας χαϊδεύει, να το αφήνουμε να μας τυφλώνει, αλλά, κυρίως, να το αφήνουμε να μας ψιθυρίζει. Και να ακούμε πάντα αυτά που μας λέει, ακόμα κι αν, όταν τα λέει, γελάει παιχνιδιάρικα.
     Επειδή το καλοκαίρι δεν είναι μόνο γενναιόδωρο, είναι και σοφό.