Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018

Βουβός και εκστασιασμένος

     Είναι γνωστό ότι τα τζιτζίκια είναι εξαιρετικοί κανταδόροι. Από πολύ μικρά, οι γονείς τους τα στέλνουν στα Ωδεία, για να μάθουν να διαβάζουν τις νότες και να τραγουδάνε σωστά και, προτού ολοκληρώσουν τη βασική τους εκπαίδευση, όλα τα τζιτζίκια υποχρεώνονται από το σχολείο να μάθουν και ένα μουσικό όργανο.
     Τα περισσότερα διαλέγουν κάποιο έγχορδο. Πρώτη στις προτιμήσεις τους είναι η κιθάρα, με μικρή διαφορά από το μπουζούκι, καθώς αυτά τα δύο μουσικά όργανα τους επιτρέπουν να μάθουν αρκετά σύντομα να παίζουν τα σουξεδάκια της εποχής. Η λύρα επίσης, χαίρει μεγάλης εκτίμησης, ιδιαίτερα από τα τζιτζίκια των λαϊκών στρωμάτων. Τα πιο προικισμένα τζιτζίκια επιλέγουν την άρπα, και είναι τα μόνα που πραγματικά κάνουν μουσική καριέρα και είναι σχεδόν πάντα σε περιοδεία.
     Θα αναρωτηθεί κανείς: μα γιατί τέτοια επιμονή; Γιατί δεν διαλέγουν να μάθουν κάτι άλλο, όπως π.χ. να ζωγραφίζουν, να κεντάνε ή να χορεύουν κλακέτες; Ο λόγος είναι απλός: χωρίς να ξέρουν να παίζουν κάποιο μουσικό όργανο και να τραγουδάνε, οι πιθανότητές τους να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια είναι μηδαμινές.
     Όλες οι τζιτζικίνες, βλέπετε, μεγαλώνουν με το παραμύθι του τζιτζικοπρίγκηπα, που έρχεται κάτω από το παράθυρό τους και τους κάνει καντάδα παίζοντας ταυτόχρονα κάποιο μουσικό όργανο. Όλες οι τζιτζικίνες κοιμούνται και ονειρεύονται τζιτζικοπρίγκηπες. Γι'αυτό και όλοι οι επίδοξοι γαμπροί προσπαθούν να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερες ομοιότητες με τον τζιτζικοπρίγκηπα του παραμυθιού.
     Βέβαια, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, και ο μικρός Λουίτζι, που όλοι τον φώναζαν Τζίτζι, ήταν μία τέτοια εξαίρεση. Οι γονείς του τον πήγαν στο Ωδείο, αλλά ο Τζίτζι έδειξε από την πρώτη κιόλας μέρα ότι θα δυσκολευόταν πολύ με τις νότες. Και η αλήθεια ήταν ότι ποτέ δεν μπόρεσε να τις καταλάβει. Ίσως να έφταιγε και που οι νότες ήταν πολύ ζωηρές και δεν έμεναν στη θέση τους στο πεντάγραμμο, παρά χόρευαν και πηδούσαν σχοινάκι και έκαναν ποδήλατο, το γεγονός, πάντως, παρέμενε ότι ο Τζίτζι κόντευε να τελειώσει το σχολείο και δεν μπορούσε με τίποτα να αναγνωρίσει τις νότες.
     Πήγαινε η μητέρα του στο γυμναστήριο, συναντούσε τις φίλες της, μιλούσαν εκείνες για τις μουσικές επιδόσεις των παιδιών τους, πού να ανοίξει το στόμα της εκείνη! Πήγαινε ο πατέρας του στο καφενείο, συναντούσε τους φίλους του, μιλούσαν εκείνοι για τις μουσικές διακρίσεις των κανακάρηδών τους στα διάφορα ρεσιτάλ, πού να τολμήσει εκείνος να συγκρίνει τον Τζίτζι με κάποιο από τα άλλα παιδιά;
     Οι δύο γονείς, μέσα στην απελπισία τους, προσέλαβαν έναν δάσκαλο για να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα στο παιδί τους, θεωρώντας ότι για τις κακές του επιδόσεις ευθυνόταν το Ωδείο. Του ζήτησαν να διαλέξει ποιο μουσικό όργανο θα ήθελε να μάθει και ο Τζίτζι, βαριαστενάζοντας, διάλεξε το τρίγωνο! Του πρότειναν να διαλέξει κάτι λίγο πιο συνηθισμένο, και με τα πολλά κατέληξαν στον μπαγλαμά, που μπορεί να μη χαίρει και ιδιαίτερης εκτίμησης από τους τζίτζικες, αλλά τουλάχιστον είναι έγχορδο.
     Ο δάσκαλος ύστερα από δυο βδομάδες μαθημάτων φώναξε τους γονείς και τους είπε κάτι που ποτέ πριν δεν είχε ξαναπεί σε κανέναν γονιό: το παιδί τους, είπε, ήταν ανεπίδεκτο μαθήσεως και το μόνο που το ενδιέφερε, αν είχε καταλάβει καλά, ήταν να γράφει στίχους.
     Οι γονείς έμειναν άφωνοι από το σοκ, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τη μητέρα του Τζίτζι να κάνει μία μίνι έρευνα στο δωμάτιό του, όπου κάτω από το κρεβάτι του και μέσα στην ντουλάπα του, κρυμμένα επιμελώς ανάμεσα στα ρούχα του, βρήκε ουκ ολίγα λογοτεχνικά βιβλία. Οι δύο γονείς ένιωσαν αποτυχημένοι. Τι είχαν κάνει λάθος, άραγε; Με τι μούτρα θα έβγαιναν στον δρόμο, αν μαθαινόταν ότι ο γιος τους αντί να μαθαίνει μουσική διάβαζε λογοτεχνία;
     Πήραν, λοιπόν, το σοβαρό τους ύφος και του μίλησαν. Του εξήγησαν ότι με αυτές του τις επιλογές διακινδύνευε το μέλλον του και ότι θα έπρεπε να ενσωματωθεί στην κοινωνία, όπως όλα τα άλλα τζιτζίκια της ηλικίας του. Του είπαν επίσης ότι αν δε συμμορφωνόταν, όχι μόνο δε θα του ξαναέδιναν λεφτά, αλλά θα του έκαιγαν και τα βιβλία του. Ο Τζίτζι ταράχτηκε στην ιδέα ότι θα έχανε τα αγαπημένα του βιβλία και στρώθηκε στη μελέτη. Και σιγά-σιγά, από το σπίτι του άρχισαν να ακούγονται οι πρώτες του μελωδίες.
     Πέρασε καιρός και ήρθε η ώρα της αποφοίτησης για τα τζιτζίκια. Έγινε, λοιπόν, μια ωραία τελετή στο σχολείο, και τα τζιτζίκια πήραν τα ενδεικτικά τους και έπαιξαν και πέντε τραγούδια με την ορχήστρα του σχολείου. Οι γονείς ήταν ιδιαίτερα συγκινημένοι και όλοι κρατούσαν μαντήλια για να σκουπίζουν τα δάκρυα της συγκίνησης που γέμιζαν τα μάτια τους.
     Και τελείωσε και η αποφοίτηση και όλοι οι απόφοιτοι βγήκαν για την πρώτη "ενήλικη" βόλτα τους. Πήραν τις κιθάρες τους, τα μπουζούκια και ό,τι άλλο μουσικό όργανο έπαιζαν, και βγήκαν βόλτα για να κάνουν τις πρώτες επίσημες καντάδες τους. Μαζί τους πήγε και ο Τζίτζι, κρατώντας τον μπαγλαμά του.
     Η παρέα των αποφοίτων ξεσήκωσε τον κόσμο με τα τραγούδια της και από όπου περνούσε όλοι έβγαιναν στα παράθυρα για να τους δουν. Οι τζιτζικίνες τούς πετούσαν λουλούδια και οι μεγαλύτεροι τζίτζικες τους χειροκροτούσαν ενθουσιασμένοι. Και οι απόφοιτοι συνέχισαν τον δρόμο τους, και κάποια στιγμή πέρασαν και από τη γειτονιά της Χώρας της πίσω βεράντας.
     Και η Πίπη άκουσε το τραγούδι των αποφοίτων και βγήκε έξω για να τους δει. Αλλά το μόνο που είδε ήταν τον Τζίτζι, ο οποίος είχε παρατήσει τον μπαγλαμά του κάπου, σε κάποια άκρη, και κοίταζε εκστασιασμένος την τέντα της πίσω βεράντας. Η Πίπη τον χαιρέτησε, αλλά εκείνος δεν απάντησε, απορροφημένος καθώς ήταν από τις σκέψεις του, ίσως να συνέθετε και κάποιο ποίημα...
     Και η Πίπη τον άφησε στην ησυχία του και το μόνο που έκανε ήταν να τον βγάλει μια φωτογραφία εκεί, ανάμεσα στα σύννεφα της τέντας. Έτσι, για την ανάμνηση της συνάντησης...

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Να'τανε η ζήλεια ψώρα...


     Έκανε η μάνα του Ιούνη το λάθος να του αγοράσει αυτοκίνητο για τα γενέθλιά του. Έκανε και ο Ιούνης το λάθος να το δείξει στον Ιούλη. Ε, θα μου πείτε, αδέρφια είναι, παρέα κάνουν, υπήρχε περίπτωση να μην το δει ο Ιούλης το καινούργιο αυτοκίνητο του Ιούνη;
     - Πώς σου φαίνεται; ρώτησε ο Ιούνης.
     - Καλό είναι, είπε ο Ιούλης μέσα από τα δόντια του.
     - Μόνο καλό; Κοίτα γραμμές, κοίτα δερμάτινα καθίσματα, κοίτα σαλόνι, κοίτα μηχανή...
     - Καλό είναι, είπα, υπάρχουν και καλύτερα.
     - Είδες που φεύγει και η οροφή;
     - Ε, ναι, καλά...
     - Α, δε σου είπα, και τα καθίσματα κάνουν και μασάζ...
     - Ναι, μπράβο...
     - Δεν μπορούσε να μου κάνει καλύτερο δώρο η μανούλα...
     - Ναι...
     - Θες να πάμε καμιά βόλτα;
     - Μπα, άσε, έχω κανονίσει...
     - Να σε πάω να μην περπατάς;
     - Όχι, άσε, θα πάρω ταξί...
     Δεν επέμεινε άλλο ο Ιούνης, αλλά ένιωσε μια ψυχρότητα στα λόγια του αδερφού του. Μήπως ζήλευε; Α, μπα...
     Αλλά ο Ιούλης δεν είναι τύπος που αφήνει τα πράγματα να κυλάνε μόνα τους. Μόλις χωριστήκανε με τον αδερφό του, πήγε γραμμή στο σπίτι της μητέρας του.
     - Καλώς τον, είπε εκείνη χαμογελαστά, αλλά το χαμόγελο της κόπηκε αμέσως. Τι συμβαίνει;
     - Δε μου λες, είπε ο Ιούλης φουριόζος, πώς σου ήρθε να αγοράσεις αυτοκίνητο στον Ιούνη;
     - Ε, σκέφτηκα να του κάνω ένα καλό δώρο για τα γενέθλιά του αυτή τη φορά, τόσα κάνει κι αυτός για εμένα...
     - Καλό δώρο είναι και ένα ποδήλατο, γιατί δεν του πήρες ποδήλατο;
     - Έχει ποδήλατο.
     - Και αυτοκίνητο έχει.
     - Αυτό που έχει είναι σαράβαλο, του το πήρα μεταχειρισμένο και όλο στο συνεργείο το πηγαίνει.
     - Δε σε καταλαβαίνω... Αλλά πάντα έτσι ήσουν, όλο διακρίσεις έκανες!
     - Εγώ;
     - Να σου θυμίσω ότι είμαι πιο μεγάλος κι όμως εγώ πάντα φορούσα τα αποφόρια του!
     - Φταίω εγώ που ήταν πιο ανεπτυγμένος από εσένα; Σου έριχνε μονίμως ένα κεφάλι!
     - Δικαιολογίες... Ό,τι ήθελε του το έπαιρνες, ενώ εγώ έπρεπε να παρακαλέσω πολύ για να μου πάρεις το ο,τιδήποτε!
     - Δεν έχεις δίκιο...
     - Ναι, καλά, πάντα εκείνον προτιμούσες από εμένα, αλλά τι παραπάνω έχει, εκτός που είναι πιο ψηλός;
     - Και οι δυο είστε παιδιά μου, αλλά αφού θέλεις να το ακούσεις, εκείνος πάντα με φρόντιζε, ενώ εσύ αδιαφορούσες...
     - Εγώ αδιαφορούσα; Ποιος πήγαινε στο περίπτερο και σου αγόραζε όλα τα τηλεοπτικά περιοδικά, για να ενημερώνεσαι για τις σειρές στην τηλεόραση; Ποιος σου κρατούσε την καρέκλα για να κρεμάς τις κουρτίνες; Ποιος σου αγόρασε παντόφλες πέρυσι;
     - Ο Ιούνης μέχρι και με τη γυναίκα του τσακώνεται για χάρη μου.
     - Και τι φταίω εγώ που είμαι εργένης και δεν έχω γυναίκα για να τσακωθώ;
     - Δεν είπα ότι φταις, αλλά σου έφερα ένα παράδειγμα για να δεις μέχρι πού μπορεί να φτάσει από την αγάπη του προς εμένα...
     - Θέλεις να πεις ότι εγώ δε σε αγαπάω;
     - Δεν είπα αυτό, αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι περνάω μια δύσκολη φάση...
     - Τι φάση;
     - Κλιμακτήριο, δεν περνάω κλιμακτήριο;
     - Ε, ναι, και;
     - Τι και; Ο Ιούνης όλο δροσιές έκανε κάθε τρεις και λίγο για να μη ζεσταίνομαι. Ενώ εσύ, με το που μπήκες, άρχισες τις ζέστες. Να με ξεκάνεις θέλεις;
     - Δηλαδή, αν σου κάνω κι εγώ δροσιές θα μου πάρεις αυτοκίνητο;
     - Τώρα θέλεις να με πείσεις ότι με αγαπάς περισσότερο από τον αδερφό σου;
     - Έλα, ρε μάνα, πες μου, θα μου πάρεις;
     - Δεν ξέρω, θα το σκεφτώ...
     - ...Άκου εκεί, δεν αγαπάω τη μάνα μου... Εγώ δε σε αγαπάω; Τώρα θα δεις!
     Και αμέσως άρχισαν να μαζεύονται γκρίζα σύννεφα στον ουρανό. Και τα σύννεφα άρχισαν να πυκνώνουν, και να σκουραίνουν, όλο να σκουραίνουν... Και ύστερα φάνηκαν οι πρώτες αστραπές και ακούστηκαν οι πρώτες βροντές. Και, τέλος, έπεσαν οι πρώτες σταγόνες της βροχής.
     Τώρα ο Ιούλης κοιτάζει την βροχή και χαμογελάει. Χαμογελάει επειδή το γκαράζ του Ιούνη είναι ανοιχτό και θα του βραχεί το καινούργιο αυτοκίνητο, χαμογελάει και επειδή πιστεύει ότι απόδειξε στη μάνα του πόσο πολύ τη νοιάζεται και πόσο καλά μπορεί να την φροντίσει, που περνάει κλιμακτήριο. Μόνο πως ξέχασε να γυρίσει το θερμοστάτη. 
     Και κάνει μία κουφόβραση...