Σελίδες

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Ολέθριος συνδυασμός

 


     Η μέρα είχε προχωρήσει για τα καλά. Ο Παπουτσωμένος γάτος άνοιξε τα μάτια του. Το κεφάλι του ήταν βαρύ. Ίσως να έφταιγε το χθεσινό ξενύχτι, ίσως πάλι και η πολλή μπατίντα ντι κόκο. Ξανάκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, αλλά μια παιχνιδιάρα ηλιαχτίδα είχε βάλει σημάδι τα βλέφαρά του. Μα, ακριβώς σήμερα έπρεπε να έχει λιακάδα
     Σηκώθηκε βαριεστημένα από το κρεβάτι του και πήγε στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έτσι ξεμαλλιασμένος και αξύριστος, όπως ήταν, είχε τα χάλια του.
     - Τα χάλια μου έχω, είπε στο είδωλό του. Τι τα'θελα εγώ τα ξενύχτια;
     Σέρνοντας τα πόδια του πήγε στην κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο. Ήταν σχεδόν άδειο. Μόνο ένα τάπερ με ψητές σαρδέλλες που είχαν μείνει από προχθές, μισό μπουκάλι γάλα και ένα γιαούρτι υπήρχαν μέσα. Το γιαούρτι είχε λήξει.
     - Πρέπει επειγόντως να πάω στο σουπερμάρκετ, είπε και άνοιξε το ντουλάπι.
     Δύο κονσέρβες τόννου, ένα πακέτο μακαρόνια και μία μύγα, που πετάχτηκε βιαστικά έξω από το ντουλάπι.
     - Τίποτα κι εδώ, είπε ο Παπουτσωμένος γάτος.
     Εκείνη την στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.
     Ο Παπουτσωμένος γάτος σήκωσε το ακουστικό και έπνιξε ένα χασμουρητό που ήρθε απρόσκλητο.
     - Εμπρός, είπε νυσταγμένα.
     - Ακόμα να ξυπνήσεις; ακούστηκε μια γνωστή φωνή.
     - Ξύπνησα, απάντησε.
     - Και γιατί ακούγεσαι έτσι... κοιμισμένος;
     - Νυστάζω.
     - Α, δεν είσαι εσύ για διασκέδαση, καλά μου το έλεγαν τα αδέρφια μου!
     - Μάλλον με πείραξε το ποτό.
     - Κι εσύ με αυτό το κόλλημά σου με όποιο ποτό θυμίζει γάλα!
     - Η μπατίντα ντι κόκο μου αρέσει, γιατί να πιώ κάτι άλλο;
     - Μα, έτσι, για δοκιμή, βρε αδερφέ!
     - Και τι να πιώ, σκαθαροζούμι;
     - Πιες ένα ρούμι, μια πίνα κολάντα έστω!
     - Δεν αντέχω τα ποτά που θυμίζουν Καραϊβική...
     - Αυτό, πάλι, τι είναι, καινούργιο;
     - Όχι, αλλά μου θυμίζει ένα ταξίδι που έκανα στην Κούβα, όταν ήμουν νέος...
     - Δε μου το είχες πει... Μη μου πεις ότι είχες πάει για να γνωρίσεις τον Τσε!
     - Ποιον Τσε;
     - Τον αγωνιστή, τον Τσε Γκεβάρα, μη μου πεις πως δεν τον ξέρεις!
     - Α, ναι, μωρέ, τον ξέρω, τα είχα κάποτε με μια φοιτήτρια, που τον είχε σε αφίσα στο δωμάτιό της. Θα προτιμούσα κάποια άλλη αφίσα, πιο ξεσηκωτική, για να είμαι ειλικρινής...
     - Τι άξεστος που είσαι ώρες-ώρες... Τέλος πάντων, και τι έκανες στην Κούβα; 
     - Ξερνούσα σε όλη τη διαδρομή, ούτε που θυμάμαι κάτι άλλο. Τι το ήθελα εγώ το πλοίο; Αλλά, βλέπεις, τότε έκανα παρέα με ένα καραβόσκυλο και με τις ιστορίες του για τα τυρκουάζ νερά και τις πυκνές, καταπράσινες ζούγκλες, παρασύρθηκα. Τέλος πάντων, έκτοτε, ούτε να ακούσω δε θέλω για εξωτικά ποτά.
     - Και η μπατίντα ντι κόκο τι είναι; Δεν είναι εξωτικό ποτό;
     - Η καρύδα μου θυμίζει εξωτικές χορεύτριες, οπότε κάνω μία εξαίρεση.
     - Α, μάλιστα... Πάντως, καλά τα περάσαμε εχθές, έτσι;
     - Ναι, καλά, αλλά θύμισέ μου...
     - Μη μου πεις ότι δε θυμάσαι τίποτα!
     - Πώς, ναι, θυμάμαι, για επιβεβαίωση σε ρωτάω...
     - Δε θυμάσαι το καμπαρέ; Εκείνη τη γατούλα με το προκλητικό ντεκολτέ; Όλο το βράδυ μαζί χορεύατε!
     - Τη γατούλα; Το ντεκολτέ; Το χορό; Α, ναι, θυμήθηκα!
     - Την πήγες στο σπίτι της, τελικά;
     - Να σου πω, αν και δε θα ήθελα, το ξέρεις, δα, πόσο διακριτικός είμαι...
     - Ναι, αλλά κι εγώ είμαι τάφος! Έλα, και θα σου πω κι εγώ για εκείνη τη ζουμερή γκόμενα που συνοδευόταν από εκείνο το χοντρό γουρούνι με το πούρο...
     - Α, ναι, θυμάμαι που μου είπες ότι θα τη ζητούσες σε χορό, αλλά μετά έμπλεξα με τη γατούλα και σε ξέχασα. Τη ζήτησες σε χορό, τελικά;
     - Τη ζήτησα, που να μην τη ζητούσα!
     - Γιατί το λες αυτό; Σε έβρισε;
     - Όχι.
     - Αλλά;
     - Το χοντρό γουρούνι που τη συνόδευε ήταν ο άντρας της!
     - Τι μου λες;
     - Ναι, φαντάζεσαι την απογοήτευσή μου... Άσε που το χοντρό γουρούνι ήταν νονός της νύχτας και συνοδευόταν από τρεις γορίλες νταβραντισμένους και τσαντισμένους! Παρά τρίχα να μην βγω ζωντανός από εκεί μέσα!
     - Φτηνά τη γλίτωσες, δηλαδή...
     - Φτηνά, δε λες τίποτα. Εντωμεταξύ, σήμερα που το διηγήθηκα στο μεγάλο μου αδερφό, μόνο που δε με έβρισε!
     - Γιατί;
     - Μου είπε ότι στο κεφάλι μου έχω άχυρα, όπως αυτά του σπιτιού μου, αφού δε θυμήθηκα ότι το χοντρό γουρούνι ήταν ο νταής της τάξης μας, όταν πηγαίναμε στο γυμνάσιο.
     - Σοβαρά;
     - Ναι, τότε βέβαια δεν είχε μουστάκι, όπως τώρα... Καθόταν στο τελευταίο θρανίο και με τους κολλητούς του έκαναν πάντα φασαρία. Αλλά οι καθηγητές ποτέ δεν τον μάλωναν, επειδή ο πατέρας του ήταν κολλητός με τον διευθυντή του σχολείου και είχε άκρες στην επιθεώρηση...
     - Νταής από κούνια, δηλαδή.
     - Ναι. Και στο σχολείο πηγαινοερχόταν με λιμουζίνα... Και στο τέλος της τελευταίας χρονιάς του γυμνασίου, μέχρι που πήρε και έπαινο...
     - Αλήθεια;
     - Ναι. Βλέπεις, ο πατέρας του είχε γκόμενα τη διευθύντρια, εκείνη τη χρονιά είχαμε διευθύντρια...
     - Για φαντάσου!
     - Ναι, και ο άλλος μου αδερφός θυμήθηκε ότι και στο δημοτικό, μια φορά, στο μάθημα της χειροτεχνίας, το χοντρό γουρούνι του είχε καταστρέψει ένα ξύλινο μουσικό κουτί που είχε φτιάξει, ο αδερφός μου αυτός πάντα είχε ταλέντο στην ξυλοκοπτική...
     - Ούτε τότε τον τιμώρησαν;
     - Τι λες; Τον αδερφό μου τιμώρησαν, που διαμαρτυρήθηκε... Και τιμώρησαν και εμάς, που τον υποστηρίξαμε! Μία ώρα στην γωνία, σε διαφορετική γωνία της αίθουσας ο καθένας, εννοείται!
     - Μεγάλη αδικία...
     - Αλλά την επόμενη μέρα κάποιος έσπασε ένα από τα τζάμια της λιμουζίνας του... Δεν είδαν ποιος το έκανε, μόνο ένα τούβλο βρέθηκε εκεί παραδίπλα...
     - Ο αδερφός σου ήταν;
     - Τι να σου πω, τότε δεν είχε εκδηλώσει ακόμα την αγάπη του προς τα τούβλα... Πάντως, τον ρώτησα και εκείνος το αρνήθηκε. Αλλά, αρκετά μιλήσαμε για εμένα, για πες μου για εσένα... την πήγες, τελικά, στο σπίτι της τη γατούλα;
     - Λοιπόν, κοίτα σύμπτωση, κι εμένα παντρεμένη ήταν...
     - Α, τι κρίμα...
     - Κρίμα; Γιατί κρίμα; Αφού το ξέρεις, εμένα μου αρέσουν οι παντρεμένες!
     - Μα, τι προοπτική έχει μία σχέση με παντρεμένη;
     - Α, αγαπητέ μου γουρουνόφιλε, τι να την κάνω την προοπτική, δε ζήτησα δουλειά! Οι παντρεμένες είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου τύχει, σου προσφέρουν τις χάρες τους, αλλά δε σου ζητάνε κανένα αντάλλαγμα, για τα ανταλλάγματα υπάρχει ο σύζυγος...
     - Μπορεί εγώ να είμαι το γουρούνι, αλλά εσύ φέρεσαι σαν γουρούνι.
     - Μα, γιατί, επειδή απολαμβάνω τις χαρές της ζωής;
     - Τι να σου πω, κάποια μέρα θα το φας το κεφάλι σου με αυτά που κάνεις...
     - Μα, δεν έκανα τίποτα, δεν το επιδίωξα, μου γυάλισε η γατούλα και έτυχε να είναι παντρεμένη, να την διώξω;
     - Τέλος πάντων, την πήγες στο σπίτι της;
     - Είπαμε ότι μου αρέσουν οι παντρεμένες, αλλά όχι και να την πάω στο σπίτι της! Τι θα κάναμε εκεί, τρίο με τον άντρα της; Στο δικό μου σπίτι την έφερα!
     - Και, λοιπόν; Καλή;
     - Είπαμε, ο γάτος είναι διακριτικός, δεν μαρτυράει... Αλλά, πολύ καλή ήταν. Τόσο, που σκέφτομαι να την ξανακαλέσω!
     - Σοβαρεύει το πράγμα, δηλαδή;
     - Μη λες χαζομάρες, αφού σου εξήγησα!
     - Τέλος πάντων, τι να σου πω, εύχομαι ό,τι καλύτερο... Θα σε αφήσω τώρα, όμως, επειδή έχω δουλειά. Ο χθεσινοβραδυνός αέρας πήρε κάμποσα από τα άχυρα στης στέγης και θα πρέπει να επισκευάσω την τρύπα που δημιουργήθηκε.
     - Εντάξει, κι εγώ θέλω να πάω στο σουπερμάρκετ για προμήθειες...
     - Θα σε ξαναπάρω, πάντως, στο τέλος της εβδομάδας να ξανακανονίσουμε, να μου γνωρίσεις και τη γατούλα.
     - Ναι, και θα της πω να σου βρει κι εσένα καμιά αδέσμευτη γουρουνίτσα να βολευτείς.
     Ο Παπουτσωμένος γάτος έκλεισε το τηλέφωνο και πήγε στην παπουτσοθήκη του.
     - Πού είναι οι μπότες μου; αναρωτήθηκε.
     Άρχισε να ψάχνει τις μπότες σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού, άφαντες οι μπότες.
     - Συμφορά, σκέφτηκε, χωρίς τις μπότες δεν μπορώ να μιλάω ανθρώπινα, πώς θα συνεννοηθώ στο σουπερμάρκετ; Μα, πού μπορεί να τις έβαλα;
     Και τότε, το μυαλό του φωτίστηκε από μια αναλαμπή. Και θυμήθηκε τα επιφωνήματα θαυμασμού της γατούλας, όταν είδε τις μπότες του. Και τι μαλακό το δέρμα τους, και τι φανταστικό χρώμα, και πόσο θα ήθελε να έχει κι εκείνη ένα ίδιο ζευγάρι... Και πόσο ωραία ένιωθε εκείνος, και πόσο εύθυμος ήταν από το ποτό, και πόσο γενναιόδωρος... Και για πότε είχε προσφερθεί να της τις χαρίσει...
     Και ο Παπουτσωμένος γάτος σαν να συνήλθε απότομα. Και συνειδητοποίησε ότι ο συνδυασμός ναζιάρας παντρεμένης γάτας με μπατίντα ντι κόκο μόνο καλός δεν μπορεί να είναι...

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

Η σκουριασμένη καγκελόπορτα


      Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πολυσύχναστη γειτονιά μιας πόλης, στριμωγμένη ανάμεσα σε ψηλές, άχρωμες πολυκατοικίες, υπήρχε μια σκουριασμένη καγκελόπορτα, την οποία όλοι προσπερνούσαν βιαστικά. Καμία πινακίδα δεν υπήρχε επάνω της, κανένα όνομα δεν αναγραφόταν στο κουδούνι, δεν υπήρχε καν κουδούνι. Η καγκελόπορτα έμενε μονίμως κλειστή, αλλά και ανοιχτή αν ήταν, ποιος θα επιθυμούσε ή θα τολμούσε να την διαβεί; Μόνο ένα ερειπωμένο κτίσμα διακρινόταν στο βάθος του κήπου, ένα κτίσμα που σίγουρα αποτελούσε το καταφύγιο για όλες τις σαύρες, τα ποντίκια και τις αράχνες της πόλης, για να μη μιλήσουμε για τα κοράκια, που πιθανότατα είχαν φτιάξει φωλιές σε όλες τις τρύπες που διακρίνονταν κάτω από τα ξεκολλημένα κεραμίδια της σκεπής.... 
     Το βράδυ, κανένας δεν πλησίαζε την σκουριασμένη καγκελόπορτα. Τα ψηλά, ακλάδευτα δέντρα του κήπου που πρόβαλλαν αδιάφορα στη διάρκεια της μέρας, το βράδυ έριχναν γύρω τους άγριες, απειλητικές σκιές. Το ερειπωμένο κτίσμα στο βάθος της αυλής, που την ημέρα μπορεί να προκαλούσε το φακό κάποιου ερασιτέχνη φωτογράφου, τη νύχτα εξαφανιζόταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Ο αέρας μαστίγωνε τα κλαδιά των δέντρων και κάποιες βραδιές με πανσέληνο, ολόκληρη η περιοχή αντηχούσε από τα κλαψιάρικα γαβγίσματα των σκυλιών, που έμοιαζαν να απαντούν στις απόκοσμες, σπαρακτικές κραυγές που έρχονταν από το βάθος του κήπου.
     Μια χειμωνιάτικη μέρα, που ο ουρανός ήταν σκεπασμένος με βαριά, γκρίζα σύννεφα, ένας ξένος κοντοστάθηκε μπροστά στην σκουριασμένη καγκελόπορτα. Ο ξένος ήταν ξεχτένιστος και τα ρούχα του ήταν σκισμένα και βρώμικα. Οι διαβάτες που περνούσαν από κοντά του έκαναν παράκαμψη και τον απέφευγαν, μερικοί ούτε καν τον κοιτούσαν. Κανείς τους, βέβαια, δεν ήξερε ότι ο λόγος που ο ξένος ήταν έτσι απεριποίητος και βρώμικος ήταν ότι λίγες μέρες πριν, σε μια σκοτεινή γωνιά της πόλης, μία ομάδα κακοποιών του είχε επιτεθεί και του είχε κλέψει όλα του τα λεφτά. Χωρίς λεφτά, ο ξένος δεν μπορούσε ούτε να αγοράσει κάτι να φάει, ούτε να βρει κάπου να μείνει, και έτσι περιδιάβαινε στους δρόμους και έψαχνε για φαγητό στους κάδους των σκουπιδιών.
     Το ερειπωμένο κτίσμα στο βάθος του κήπου φάνταζε πολύ τρομακτικό, και ο ξένος θα το απόφευγε, αν είχε τη δυνατότητα, όταν όμως ο ουρανός φωτίστηκε από μία αστραπή και χοντρές σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν με δύναμη, αποφάσισε να αγνοήσει τους φόβους του και να ζητήσει καταφύγιο εκεί μέσα. Η σκουριασμένη καγκελόπορτα άνοιξε με δυσκολία. Ο κήπος ήταν γεμάτος αγριόχορτα. Η βροχή είχε δυναμώσει πολύ και δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε, και με μεγάλη προσοχή για να μην πατήσει σε κάποιο σπασμένο σκαλοπάτι, ανέβηκε την σκάλα που οδηγούσε στην είσοδο του κτίσματος. 
     Χτύπησε την σαρακοφαγωμένη πόρτα. Δεν απάντησε κανείς. Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Διστακτικά, την έσπρωξε και βρέθηκε σε ένα μεγάλο, σκοτεινό δωμάτιο. Το μέρος ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, αλλά έξω έβρεχε καταρρακτωδώς. Θα περνούσε τη νύχτα του εκεί. Βρήκε μια γωνία, τυλίχτηκε όσο καλύτερα μπορούσε στο παλτό του και κουλουριάστηκε εκεί. Πέρασε πολλή ώρα έτσι, κουλουριασμένος, μέχρι που τον πήρε ο ύπνος.
     Τον ξύπνησε η μυρωδιά φρεσκοψημένου φαγητού. Έτριψε τα μάτια του, για να καθαρίσουν από το όνειρο που πιθανώς έβλεπε, μόνο που δεν έβλεπε όνειρο. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα μαλακό, άνετο κρεβάτι, σκεπασμένος με ένα ζεστό, πουπουλένιο πάπλωμα. Σηκώθηκε και πήγε μέχρι ένα παράθυρο, που κρυβόταν πίσω από μία χοντρή, πολυτελή κουρτίνα. Κοίταξε έξω και είδε τον χορταριασμένο κήπο που είχε διαβεί για να μπει μέσα στο ερειπωμένο κτίσμα. Η βροχή είχε πια σταματήσει και ένα ολοστρόγγυλο, φωτεινό φεγγάρι έλαμπε στο νυχτερινό ουρανό. 
     Η πόρτα του δωματίου όπου βρισκόταν ήταν κλειστή. Από κάπου εκεί μέσα ακουγόταν μια γλυκιά, μελαγχολική μουσική. Γεμάτος περιέργεια, ο ξένος άνοιξε την πόρτα και άρχισε να εξερευνά το χώρο. Ο πλούτος ήταν εμφανής σε κάθε γωνία: πολυτελή έπιπλα, ακριβοί πίνακες, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, βαρύτιμα υφάσματα. δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει. Ακολουθώντας τη μουσική, πλησίασε μία μεγάλη, βαριά πόρτα και την άνοιξε.
     Βρέθηκε σε μία μεγάλη, φωταγωγημένη σάλα. Ένας άντρας ήταν σκυμμένος επάνω σε ένα πιάνο και έπαιζε μια μελαγχολική μελωδία. Ο άντρας σταμάτησε να παίζει. Γύρισε και τον κοίταξε.
     - Ω, ένας επισκέπτης! είπε.
     Ύστερα, σηκώθηκε από το πιάνο, τον καλωσόρισε και τον οδήγησε σε ένα διπλανό δωμάτιο, που ήταν μία τραπεζαρία. Στο κέντρο υπήρχε ένα τεράστιο, στενόμακρο τραπέζι, στρωμένο με υπέροχα, πορσελάνινα σερβίτσια και χρυσά μαχαιροπήρουνα. Υπήρχαν πολλές, μεγάλες πιατέλες με κάθε λογής αχνιστά φαγητά.
     - Θα μου κάνεις την τιμή να φάμε μαζί, υποθέτω, είπε ο άντρας. Ή μήπως δεν πεινάς;
     Ο ξένος όχι απλώς πεινούσε, είχε ξελιγωθεί από την πείνα. Οι υπέροχες μυρωδιές που έρχονταν από τις πιατέλες τον καλούσαν τόσο δελεαστικά...
     Κάθησαν να φάνε και ο ξένος δεν ήξερε τι να πρωτοδοκιμάσει. Όλα τα φαγητά ήταν εξαιρετικά μαγειρεμένα και πεντανόστιμα.
     - Πώς σου φαίνονται τα φαγητά, ρώτησε ο άντρας, σου αρέσουν;
     - Πάρα πολύ, είπε ο ξένος. Στ'αλήθεια, είσαι πολύ τυχερός. Έχεις ένα υπέροχο σπίτι, και το τραπέζι σου είναι φορτωμένο με τα καλύτερα φαγητά, τι άλλο να ζητήσει κανείς;
     Και τότε ο άντρας αναστέναξε και του είπε την ιστορία του. Ότι κάποτε, που το σπίτι του δεν ήταν τόσο υπέροχο, ούτε το τραπέζι του τόσο φορτωμένο, εκείνος ήταν ένας εργατικός και προκομμένος άνθρωπος. Και ότι ήταν και πολύ τυχερός, τόσο, που οι δουλειές του πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο και τα σεντούκια του γέμιζαν λεφτά. Όμως, άρχισε να βλέπει πως οι άλλοι άνθρωποι δεν χαίρονταν και τόσο πολύ με τις επιτυχίες του και ότι τον κοιτούσαν με μισό μάτι. Αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Κλείστηκε, λοιπόν, στο σπίτι του και αποφάσισε ότι κανένας δεν ήταν άξιος να μοιραστεί τη χαρά του μαζί του. Και όλο και πλούτιζε, και όλο και στόλιζε το σπίτι του περισσότερο...
     Μια χειμωνιάτικη νύχτα, ένας ζητιάνος χτύπησε την πόρτα του. Πεινούσε και κρύωνε, του είπε. Ο άντρας τον κοίταξε. Σκέφτηκε ότι, αφού οι άνθρωποι που γνώριζε - που ήταν σαφώς σε καλύτερη θέση από τον ζητιάνο - τον ζήλευαν, ο ζητιάνος θα τον ζήλευε πολύ περισσότερο. Ίσως και να τον έκλεβε. Του έδωσε, λοιπόν, ένα κομμάτι ψωμί και του είπε να φύγει. "Μήπως θα μπορούσα", τον ρώτησε ο ζητιάνος, "να περάσω τη νύχτα σε κάποια γωνίτσα στο όμορφο σπιτικό σου; Κάνει παγωνιά απόψε και δεν έχω πού να πάω". "Δεν έχω χώρο", απάντησε ο άντρας. "Μα, το σπίτι σου είναι τόσο μεγάλο", είπε ο ζητιάνος. "Θα μπορούσα να βολευτώ ακόμα και στην αποθήκη". "Στην αποθήκη; Ούτε να το σκέφτεσαι, είναι γεμάτη πράγματα, δεν υπάρχει χώρος για κανέναν", είπε ο άντρας.
     Τότε, ένας δυνατός αέρας φύσηξε και πήρε τα κουρέλια του ζητιάνου. Ο άντρας δεν μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του. Μπροστά του βρισκόταν ένας μάγος.
     "Ώστε δεν υπάρχει χώρος, ούτε καν στην αποθήκη σου, για έναν ζητιάνο", είπε ο μάγος. "Για κανέναν δεν υπάρχει", είπε ο άντρας. "Όλοι με ζηλεύουν και κανένας δε θέλει το καλό μου. Γι'αυτό κι εγώ δε θέλω κανέναν". "Αφού, λοιπόν, δε θέλεις κανέναν, η ευχή σου θα πραγματοποιηθεί", είπε ο μάγος. Κούνησε το ραβδί του και μεμιάς το σπίτι του άντρα μεταμορφώθηκε σε ένα ερειπωμένο κτίσμα. "Τώρα", είπε ο μάγος, "κανένας δε θα θέλει να έρθει στο σπίτι σου, η ευχή σου πραγματοποιήθηκε". Ο άντρας τρόμαξε. "Μη φοβάσαι", είπε ο μάγος, "το σπίτι σου άλλαξε μόνο εξωτερικά. Μέσα παραμένει όπως ήταν. Απλώς, κανένας δεν θα τολμάει να σε πλησιάσει, αλλά ούτε και εσύ θα μπορείς να βγεις έξω". 
     Ο άντρας σκέφτηκε ότι αυτό δεν τον πείραζε και τόσο. Εξάλλου, τι να τους κάνει όλους αυτούς τους ζηλιάρηδες που τον περιστοίχιζαν; "Επειδή, όμως, μου έδωσες ένα κομμάτι ψωμί να φάω, και αυτό το εκτιμώ", είπε ο μάγος, "και επειδή κάποτε μπορεί να αλλάξεις γνώμη, κάθε φορά που θα έχει πανσέληνο, θα έχεις την ευκαιρία να λύσεις τα μάγια μου. Αν ένα βράδυ με πανσέληνο κάποιος άνθρωπος μπει στο σπίτι σου, και κοιμηθεί στο κρεβάτι σου και φάει φαγητό από το τραπέζι σου, τότε όλα θα γίνουν όπως πριν". "Δεν θα αλλάξω γνώμη", είπε ο άντρας και ο μάγος χτύπησε το ραβδί του και εξαφανίστηκε.
     Από τότε το σπίτι του ήταν μαγεμένο και όπως φαινόταν απ'έξω, κανένας δεν το πλησίαζε. Ο άντρας περνούσε πολύ ωραία, αφού δεν είχε να αντιμετωπίσει τους άλλους ανθρώπους. Και ούτε όταν είχε πανσέληνο σκεφτόταν το μάγο. Αλλά, σιγά-σιγά, άρχισε να βαριέται. Ήθελε πού και πού να βγει στον κήπο, και ας ήταν έτσι χορταριασμένος, και ας έβλεπε και κανέναν άνθρωπο. Και άρχισε, κάθε φορά που είχε πανσέληνο, να ελπίζει ότι κάποιος θα τον επισκεπτόταν. Ετοίμαζε τα πιο νόστιμα φαγητά, έστρωνε το τραπέζι και περίμενε. Αλλά κανένας δεν ερχόταν, αφού όλοι φοβούνταν να πλησιάσουν.
     - Είχα απογοητευτεί, είπε ο άντρας. Μέχρι που απόψε, που είχε πανσέληνο, εσύ, σπρωγμένος από την ανάγκη σου, τόλμησες να ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού μου και να μπεις μέσα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τόλμησες να κοιμηθείς και δέχτηκες να φας από το τραπέζι μου. Σε ευχαριστώ πολύ, που βοήθησες να λυθούν τα μάγια.
     - Και εγώ σε ευχαριστώ για το υπέροχο δείπνο, είπε ο ξένος. Αλλά η ιστορία σου μου φάνηκε πολύ περίεργη. Και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι όλα αυτά τα ονειρεύομαι.
     - Έχει αρχίσει να ξημερώνει, είπε ο άντρας. Ας βγούμε, λοιπόν, στον κήπο να δούμε αν ονειρεύεσαι.
     Ο άντρας άνοιξε την εξώπορτα. Και τότε βρέθηκαν σε έναν υπέροχο κήπο με φροντισμένα μονοπάτια, πυκνοφυτεμένα παρτέρια και καλοκλαδεμένα δέντρα.
     Και καθώς η μέρα προχωρούσε και η πόλη ξυπνούσε, οι άνθρωποι άρχισαν να θαυμάζουν την όμορφη καγκελόπορτα, τον φροντισμένο κήπο που βρισκόταν πίσω από αυτήν και το μεγαλοπρεπές σπίτι που βρισκόταν στο βάθος του κήπου. Και, ως δια μαγείας, κανείς δε θυμόταν πια τι υπήρχε προηγουμένως εκεί. Μόνο πού και πού, κάποιος ερασιτέχνης φωτογράφος, τακτοποιώντας τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει, συναντούσε μια φωτογραφία της σκουριασμένης καγκελόπορτας. Και τότε προσπαθούσε, μάταια, να θυμηθεί πού την είχε συναντήσει...

Υ.Γ: Η φωτογραφία είναι της φίλης μου, Ειρήνης Στάμου.

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021

Λόγος απόρριψης



     Ο Δον Αλφόνσο Ενρίκε Καραβέλα Ντε Λας Άλγας έβγαλε το καπέλο του και το κράτησε στο στήθος του, καθώς γονάτιζε, προτάσσοντας το αριστερό του γόνατο.
     - Σας ακούω, είπε η βασίλισσα. Για ποιο λόγο ζητήσατε να με δείτε;
     - Μεγαλειοτάτη, είπε εκείνος, κατ'αρχάς σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε να με δεχτείτε. Πιστέψτε με, αξίζει τον κόπο...
     - Σας ενημερώνω ότι ο χρόνος μίας βασίλισσας είναι πολύτιμος, γι'αυτό θα σας παρακαλούσα να είστε σύντομος...
     - Έχετε δίκιο, βασίλισσά μου, γι'αυτό και θα περάσω αμέσως στο θέμα... Ήρθα να σας προσφέρω έναν θησαυρό!
     - Έναν θησαυρό; Τι είδους θησαυρό; Και πού τον έχετε; 
     - Ακριβώς γι'αυτό ζήτησα την ακρόαση, Μεγαλειοτάτη. Δυστυχώς, τα οικονομικά μου μέσα δεν μου επιτρέπουν να πάω να σας τον φέρω και θα χρειαστώ την οικονομική σας υποστήριξη...
     - Ώστε, κατ'ουσίαν, μου ζητάτε να χρηματοδοτήσω ένα ταξίδι; Να σας θυμίσω ότι έχω ήδη χρηματοδοτήσει το ταξίδι στις Ινδίες και σύντομα το χρυσάφι θα ρέει στα βασιλικά θησαυροφυλάκια, οπότε...
     - Το γνωρίζω, Μεγαλειοτάτη, και συγχωρέστε με που σας διακόπτω, αλλά φοβάμαι ότι το Στέμμα το περιμένει μια μεγάλη απογοήτευση, σε σχέση με το συγκεκριμένο εγχείρημα.
     - Τι εννοείτε; Γνωρίζετε κάτι για τον Χριστόφορο Κολόμβο που το Στέμμα το αγνοεί; Έχετε κάτι να του καταλογίσετε; 
     - Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζω κάτι συγκεκριμένο, αρκεί που γνωρίζω, όπως και η μεγαλειότητά σας, άλλωστε, ότι δεν είναι και ο καταλληλότερα καταρτισμένος για ένα τέτοιο ταξίδι. Για να μην αναφέρω ότι ένας Ιταλός θα έπρεπε να έχει αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερο σκεπτικισμό από ό,τι ένα γνήσιο τέκνο της Ισπανίας, όπως, επί παραδείγματι, είμαι εγώ...
     - Θα διέκρινε κανείς μια κάποια δόση ζήλειας στα λεγόμενά σας...
     - Κάθε άλλο, Μεγαλειοτάτη! Μάρτυς μου ο Άγιος Ιάκωβος της Κομποστέλα, τον αγιασμένο δρόμο του οποίου έχω διασχίσει ως προσκυνητής δύο φορές, ότι τα κίνητρά μου είναι πιο αγνά και από το απάτητο χιόνι της Σιέρρα Νεβάδα!
     - Μα καταφέρεστε εναντίον ενός ανθρώπου, ο οποίος αποφάσισε να αναμετρηθεί με το άγνωστο, για χάρη του Στέμματος, ενός ανθρώπου, που για να του εγκριθεί η επιχορήγηση υπέβαλε μία άκρως εμπεριστατωμένη μελέτη...
     - Όλος ο κόσμος την γνωρίζει την εμπεριστατωμένη μελέτη που υπέβαλε, Μεγαλειοτάτη, και όλος ο κόσμος ξέρει ότι μέχρι και τα χέλια του Γουαδαλκιβίρ γελάνε με τη θεωρία του περί σφαιρικότητας της γης...
     - Θα έλεγα ότι είναι εντελώς αδιάφορη η άποψη των παντός είδους ιχθύων και απορώ που την αναφέρετε...
     - Κι όμως, τολμώ να πω πως τα χέλια ταιριάζουν γάντι στο ταπεινό παρελθόν του Χριστόφορου Κολόμβου. Αρκεί να θυμηθούμε ότι είναι γιος ενός φτωχού κτηνοτρόφου, που αμφιβάλλω αν μπόρεσε να του μεταδώσει κάποια γνώση μεγαλύτερη από τον τρόπο παρασκευής του γιαουρτιού...
     - Προτού συνεχίσετε να σπιλώνετε έναν θαλασσοπόρο που χαίρει της βασιλικής εκτίμησης, επιτρέψτε μου να σας ανακοινώσω - καθώς, προφανώς, το αγνοείτε - ότι πριν από τρεις ημέρες έφτασαν πληροφορίες ότι στις 12 Οκτωβρίου του τρέχοντος έτους ο Χριστόφορος Κολόμβος συνάντησε ξηρά, όπως ακριβώς είχε υποσχεθεί!
     - Αλήθεια; Ώστε έφτασε στις Ινδίες;
     - Ακόμα καλύτερα: ανακάλυψε έναν νέο κόσμο, ο οποίος κατά πως φαίνεται είναι τεράστιος, και έχει ήδη ξεκινήσει την ταχεία κατάκτησή του. 
     - Α, ώστε δεν έφτασε στις Ινδίες! Ώστε η θεωρία του περί σφαιρικότητας της γης είναι λάθος!
     - Αυτό είναι κάτι που ενδεχομένως θα ενδιέφερε μόνο τους έγκριτους καθηγητές του Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα και κανέναν άλλο... Εξάλλου, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο Χριστόφορος Κολόμβος δεν είναι απλώς ένας αφοσιωμένος υπηρέτης του Στέμματος, είναι σωστός αγωνιστής, για να μην πούμε ότι οι πληροφορίες που έχουμε μιλούν για αμύθητα πλούτη, για πόλεις από χρυσό και πολύτιμους λίθους, και για μεγάλες, ανεξερεύνητες ζούγκλες... Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι από την στιγμή που τα βασιλικά θησαυροφυλάκια θα γεμίσουν χρυσάφι και η ακτίνα επιρροής του Στέμματος πρόκειται να επεκταθεί τόσο πολύ, το τελευταίο πράγμα που θα έπρεπε να μας απασχολεί είναι η εγκυρότητα της οποιασδήποτε θεωρίας!
     - Έχετε δίκιο, Μεγαλειοτάτη, κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί, και αναγνωρίζω ότι έρχομαι δεύτερος, όμως θα ήθελα πραγματικά να δώσετε και σε εμένα μία ευκαιρία και να δείτε ιδίοις όμμασι, πώς οι έσχατοι έσονται πρώτοι, αφού αν επενδύσετε στο δικό μου σχέδιο είναι απόλυτα σίγουρο ότι το χρυσάφι θα πέφτει βροχή!
     - Ωραία, λοιπόν, μπορείτε να μου αναλύσετε το σχέδιό σας, σας ακούω!
     - Χρειάζομαι ένα μεγάλο, δυνατό πλοίο, με πολλά, γερά πανιά, έτσι ώστε να πάω στη σελήνη!
     - Α, μα αυτό είναι ανήκουστο, πώς τολμάτε να απασχολείτε μία βασίλισσα με τις ονειροφαντασίες ενός τρελλού; Ποιος επέτρεψε σε αυτόν τον δύστυχο να φτάσει ως εδώ; Φρουροί!
     - Δεν είναι ονειροφαντασίες, Μεγαλειοτάτη, επιτρέψτε μου να σας το αποδείξω!
     - Τι να μου αποδείξετε και πώς; Πραγματικά, περιμένετε να επενδύσω χρήματα σε κάτι τέτοιο;
     - Σας ζητώ ταπεινά να μην βιαστείτε να απορρίψετε κάτι το οποίο θα εξελιχθεί στη μεγαλύτερη πηγή πλούτου για όλη την δοξασμένη Ισπανική κτήση, πολύ, δε, περισσότερο που ο άνθρωπος έχει ήδη ταξιδέψει ως εκεί...
     - Κανείς δεν έχει ταξιδέψει ως εκεί, αλλιώς θα το γνωρίζαμε.
     - Κι όμως... Τον Λουκιανό τον γνωρίζετε, υποθέτω...
     - Φυσικά και τον γνωρίζω τον... πώς τον είπαμε;
     - Λουκιανό, Μεγαλειοτάτη.
     - Ναι, ναι, Λουκιανό... Εξαιρετικός άνθρωπος και ενδιαφέρων συνομιλητής, οπωσδήποτε τον γνωρίζω! 
     - Με όλο το σεβασμό, Μεγαλειοτάτη, μάλλον δεν μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο... Ο Λουκιανός στον οποίο αναφέρομαι εγώ έζησε στην αρχαιότητα.
     - Ε, μα τότε διευκρινίστε το κι εσείς! Τον αρχαίο εννοείτε, ναι, εκείνον που έζησε... πολύ παλιά... ναι, βέβαια, τον γνωρίζω, πώς δεν τον γνωρίζω; Δεν ήταν εκείνος που... που... που... εντάξει, καταλαβαίνετε τι εννοώ, που έκανε όσα έκανε, δηλαδή...;
     - Ασφαλώς θα αναφέρεστε στο συγγραφικό του έργο...
   - Συγγραφέας; Μα, φυσικά, σε αυτό το έργο αναφέρομαι!
     - Όπως, λοιπόν, γνωρίζετε, ανάμεσα στα υπόλοιπα έργα του, ο Λουκιανός έγραψε και την "Αληθινή ιστορία", ένα έργο που οι περισσότεροι αντιμετώπισαν ως απλό λογοτέχνημα. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για τα απομνημονεύματά του, τα οποία έγραψε υπό μορφή κώδικα.
     - Για ποιο λόγο;
     - Ο Λουκιανός πραγματοποίησε ταξίδι στη σελήνη, όπως αναφέρει, χωρίς όμως να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες. Η άποψή μου είναι ότι διαπίστωσε τον πλούτο που υπάρχει εκεί και σκόπευε να επιστρέψει, προκειμένου να τον οικειοποιηθεί, απλώς δεν πρόλαβε. Η γραφή υπό μορφή κώδικα είχε ως σκοπό να προστατέψει όλες τις "ευαίσθητες" πληροφορίες του ταξιδιού από το να γίνουν κοινό κτήμα. 
     - Ναι, αλλά αυτό εσάς δεν σας εμπόδισε, προφανώς...
     - Χρειάστηκαν χρόνια μελέτης, Μεγαλειοτάτη, μέχρι να σπάσω τον κώδικα και να κατανοήσω σε βάθος το κείμενο.
     - Όλα αυτά ακούγονται πολύ περίεργα...
     - Κι όμως, είναι τόσο ξεκάθαρα και τόσο αληθινά, όσο ξεκάθαρο και αληθινό είναι ότι σήμερα ο καιρός είναι θαυμάσιος και έχει λιακάδα... Όπως ξεκάθαρα αναγράφει ο Λουκιανός, το μόνο που χρειάζεται για το ταξίδι στη σελήνη είναι ένα δυνατό πλοίο και πολλά γερά πανιά... και ισχυρός άνεμος, φυσικά. Γι'αυτό και ζητάω την επιχορήγηση.
     - Και πώς είστε τόσο σίγουρος ότι στη σελήνη υπάρχει χρυσός;
     - Μα όλος ο κόσμος το ξέρει, φαίνεται εξάλλου και από το χρώμα της! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σελήνη είναι εξ'ολοκλήρου καλυμμένη από χρυσό!
     - Σε αυτήν την περίπτωση, δε θα ήταν προτιμότερο να πηγαίνατε στον ήλιο; Το χρώμα του φαίνεται πολύ πιο ελπιδοφόρο, αν και μοιάζει να είναι, ίσως, λίγο μικρότερος...
     - Το ταξίδι στον ήλιο είναι απαγορευτικό... Είναι γνωστό τοις πάσι ότι ο Ίκαρος, που απλώς πλησίασε τον ήλιο λίγο περισσότερο από όσο έπρεπε, οδηγήθηκε στο θάνατο, αφού κατακρημνίστηκε καταμεσίς της θάλασσας. Ενώ το ταξίδι του Λουκιανού στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία, αφού επέστρεψε για να γράψει και τα απομνημονεύματά του!
     - Μία πτώση στη θάλασσα δεν θα αποτελούσε κίνδυνο στην περίπτωσή σας, αφού θα ταξιδεύατε με πλοίο!
     - Πολύ σωστή η παρατήρησή σας, Μεγαλειοτάτη... Σας υπόσχομαι, το λοιπόν, να ταξιδέψω και μέχρι τον ήλιο, αφού όμως πρώτα αφαιρέσω όλο τον χρυσό από τη σελήνη και σας τον προσφέρω. Αλλά γι'αυτό, όπως σας είπα, θα χρειαστεί να επιδείξετε τη βασιλική σας γενναιοδωρία.
     Ένας από τους φρουρούς που περιστοίχιζαν τη βασίλισσα πλησίασε το Δον Αλφόνσο.
     - Ο χρόνος σας τελείωσε, είπε. Η βασίλισσα τώρα θα συσκεφθεί.
     Ο Δον Αλφόνσο υποκλίθηκε και ακολούθησε τον φρουρό έξω από την αίθουσα.
     - Περίεργος αυτός ο Δον Αλφόνσο, είπε η βασίλισσα απευθυνόμενη στους συμβούλους της, αλλά η ιδέα του μου φάνηκε αρκετά ενδιαφέρουσα.
     - Συμφωνώ, Μεγαλειοτάτη, είπε ο Δον Χουάν Χερνάντεθ, το δεξί της χέρι.
     - Και εγώ συμφωνώ, είπε ο Δον Επιφάνιο Χιμένεθ, το αριστερό της χέρι. Φανταστείτε να κατέχουμε όλο το χρυσάφι της σελήνης! 
     - Ή το ασήμι, είπε και ο Δον Μελκίαδες Ντε Λος Ρέγιες, ο γηραιότερος από τους συμβούλους. Δεν είμαι εντελώς σίγουρος για την ύπαρξη χρυσού, το χρώμα της σελήνης, κάποιες φορές, είναι ασημί.
     - Και το ασήμι είναι ευπρόσδεκτο, Δον Μελκίαδες, όταν πρόκειται για τόσο μεγάλη ποσότητα...
     - Φυσικά, Μεγαλειοτάτη, εννοείται!
     - Δηλαδή, συμφωνείτε όλοι να χρηματοδοτήσω το ταξίδι στη σελήνη;
     - Η αλήθεια είναι, πήρε ξανά το λόγο ο Δον Επιφάνιο, ότι όσο λογικά κι αν είναι αυτά που είπε για το ταξίδι, υπάρχει κάποιο κενό στην ιστορία του...
     - Το ίδιο πιστεύω κι εγώ, είπε ο Δον Χουάν.
     - Μα πώς γίνεται κάθε φορά να συμφωνούμε τόσο; είπε η βασίλισσα. Ελάτε, μην ντρέπεστε, μιλήστε ειλικρινά: σίγουρα αναφέρεστε σε αυτόν τον... ξέρετε... εκείνον που... αυτόν τον αρχαίο... τον πώς τον λένε...
     - Το Λουκιανό! είπε ο Δον Μελκίαδες. 
     - Ναι, τον Λουκιανό... 
     - Φαντασία, όμως, που την έχει ο Δον Αλφόνσο! είπε ο Δον Επιφάνιο. Σιγά μην υπήρξε αρχαίος άνθρωπος με αυτό το όνομα!
     - Εννοείται, είπε η βασίλισσα, αν υπήρχε θα το γνώριζα! Αφήστε που εγώ αυτόν τον... Λουκιανό τον έχω γνωρίσει... Εξαιρετικός άνθρωπος και ενδιαφέρων συνομιλητής...
     - Οπωσδήποτε, Μεγαλειοτάτη, έχετε δίκιο, τον γνωρίζω και εγώ, είπε ο Δον Επιφάνιο.
     - Και εγώ τον γνωρίζω, είπε ο Δον Χουάν. Εκτρέφει τους καλύτερους ταύρους για ταυρομαχίες.
     - Σάμπως εγώ δεν τον γνωρίζω; είπε και ο Δον Μελκίαδες. Τα θεωρεία μας στην Όπερα είναι δίπλα-δίπλα! 
     - Λοιπόν, είπε η βασίλισσα, αποφάσισα: ενημερώστε το Δον Αλφόνσο ότι το αίτημά του απορρίπτεται. Και ελπίζω ο επόμενος που θα έρθει ζητώντας μου επιχορήγηση να μην είναι τόσο φαντασιόπληκτος και να μην επικαλείται ανύπαρκτους ανθρώπους...

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021

Ασυνήθιστο σουβενίρ

     Η υπηρέτρια ακούμπησε το δίσκο στο τραπεζάκι και σερβίρισε το αχνιστό, μυρωδάτο τσάι  σε τρία  πορσελάνινα φλυτζανάκια με μικρά, μωβ λουλουδάκια στο πλάι και λεπτή, χρυσή γραμμή στο χείλος. Στη συνέχεια, πολύ προσεκτικά, πρόσφερε τα φλυτζανάκια στις τρεις φίλες που κάθονταν στη σάλα.
     - Ευχαριστώ, είπε η Γερτρούδη, η μεγαλύτερη της παρέας.
     - Ευχαριστώ, είπε και η Ρωξάνη, η μικρότερη.
     - Ευχαριστώ, Μάρθα, είπε και η Τζέιν, η οικοδέσποινα.
     - Λεμόνι; ρώτησε η Μάρθα.
     - Μία φέτα, είπε η Γερτρούδη.
     Η Μάρθα έπιασε μία φέτα λεμόνι με μια ασημένια λαβίδα και την έβαλε προσεκτικά μέσα στο φλυτζάνι της Γερτρούδης.
     - Γάλα; ξαναρώτησε η Μάρθα.
     - Μία σταγόνα, είπε η Ρωξάνη.
     Η Μάρθα πήρε τη γαλατιέρα και έσταξε ακριβώς μία σταγόνα γάλα στο φλυτζάνι της Ρωξάνης.
     - Ω, μα τι ακρίβεια! θαύμασε η Ρωξάνη.
     - Υπάρχουν και φρεσκοψημένα κουλουράκια κανέλλας, είπε η Τζέιν. Μάρθα, κέρασε, σε παρακαλώ. Ελάτε, κορίτσια, μην ντρέπεστε, φάτε όσα θέλετε.
     - Θα έτρωγα ευχαρίστως, είπε η Γερτρούδη, αλλά είμαι σε δίαιτα.
     - Εγώ θα πάρω, είπε η Ρωξάνη, και πήρε ένα μυρωδάτο κουλουράκι που της πρόσφερε η Μάρθα.
     - Δεν ήξερα ότι κάνεις δίαιτα, είπε η Τζέιν στη Γερτρούδη.
     - Ναι. Επιθυμώ διακαώς να μπω σε μικρότερο νούμερο κορσέ.
     - Σου το εύχομαι, είπε η Τζέιν, αν και τείνω να θεωρήσω τον κορσέ λίγο υπερτιμημένο.
     - Υπερτιμημένος ή όχι, δεν παύει να είναι μόδα, είπε η Ρωξάνη, α, μα αυτό το κουλουράκι είναι θεσπέσιο! Γερτρούδη, νομίζω πως πρέπει να δοκιμάσεις, είναι εξαιρετικό!
     - Μπορείς να πηγαίνεις τώρα, Μάρθα, είπε η Τζέιν. Θα συνεχίσουμε μόνες μας.
     Η Μάρθα εξαφανίστηκε.
     - Λοιπόν, είπε η Τζέιν, αφού ήπιε μία γουλιά τσάι, για πείτε μου τα νέα σας. Πώς τα περάσατε όλον αυτόν τον καιρό που έλειπα;
     - Α, χρυσή μου, νομίζω πως μας εμπαίζεις, είπε η Γερτρούδη, που της άρεσε να επιδεικνύει το πλούσιο λεξιλόγιό της. Τι νέα θα μπορούσαμε να έχουμε εμείς, που δεν μετακινηθήκαμε ούτε μίλι από τα σπίτια μας; Εσύ διέσχισες τη μισή υδρόγειο, εσύ να μας πεις!
     - Θα πάρω κι άλλο κουλουράκι, είπε η Ρωξάνη. Γερτρούδη, χάνεις, σου λέω!
     - Μη με βάζεις σε πειρασμό...
     - Μα είναι πεντανόστιμα και, εξάλλου, είναι τόσο μικρά, πόσο μπορεί κανείς να παχύνει με ένα τόσο δα μικρό κουλουράκι;
     Η Γερτρούδη πήρε ένα και το έβαλε στο στόμα της.
     - Δεν έχω δίκιο; είπε η Ρωξάνη.
     - Ω, μα ναι, έχει μία διακριτική γλύκα και, σε συνδυασμό με την αψάδα της κανέλλας, αφήνει στο στόμα μία αξέχαστη επίγευση! 
     Η Γερτρούδη πήρε άλλο ένα κουλουράκι.
     - Ένα τελευταίο, είπε. Εξάλλου, είναι πολύ μικρά...
     - Λοιπόν, πήρε το λόγο η Ρωξάνη, θα μας πεις τα νέα σου ή θα συνεχίσεις να προσποιείσαι ότι η δική μας καθημερινότητα είναι απείρως πιο ενδιαφέρουσα από ένα ταξίδι;
     - Ε, εντάξει...
     - Και τι ανορθόδοξη επιλογή ταξιδιού! είπε η Γερτρούδη. Αλήθεια, πώς αποφάσισες να πας στην Αφρική; 
     - Ήθελα να πρωτοτυπήσω και, επιπλέον, μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον να δω πώς ζουν όλοι εκείνοι οι μαύροι στον τόπο τους... Ξέρετε - χαμήλωσε τη φωνή της - στην άγρια μορφή τους, όχι όπως είναι η Μάρθα, εξημερωμένη...
     - Και, λοιπόν, πώς ζουν; ρώτησε η Ρωξάνη.
     - Θα εκπλαγείτε με αυτό που θα σας πω, αλλά έχω την αίσθηση ότι έχουν εξημερωθεί όλοι οι μαύροι. Παντού όπου πήγα φορούσαν ρούχα ευρωπαϊκά και μιλούσαν αγγλικά.
     - Για φαντάσου! είπε η Γερτρούδη και έβαλε στο στόμα της ένα κουλουράκι.
     - Μάθαμε ότι υπήρξε κάποιο πρόβλημα με την πτήση σου, όμως, είπε η Ρωξάνη. Και η αλήθεια είναι ότι είχες πει ότι θα έλειπες μόνο έναν μήνα και έλειψες έξι!
     - Ναι, αλήθεια είναι...
     - Μα, έλα τώρα, με το τσιμπιδάκι θα σου τα βγάζουμε;
     - Καλά, είπε και ήπιε μία γουλιά τσάι. Θα σας πω. Αλλά, να ξέρετε, είστε οι πρώτες που το μαθαίνετε.
     Οι δύο φίλες της άφησαν τα φλυτζάνια τους στο τραπεζάκι. Η Γερτρούδη πήρε άλλο ένα κουλουράκι.
     - Η πτήση μου πράγματι είχε πρόβλημα, αλλά όταν λέμε πρόβλημα, εννοούμε μεγάλο πρόβλημα.
     - Τουτέστιν; είπε η Γερτρούδη και ένα ψιχουλάκι σαν να πετάχτηκε από το στόμα της.
     - Τουτέστιν, χάλασε η μηχανή κατά τη διάρκεια της πτήσης και ο πιλότος, σωστός αγωνιστής, αποφάσισε να κάνει αναγκαστική προσγείωση. Αλλά ο καιρός ήταν πολύ κακός, βρισκόμασταν στη μέση μιας ισχυρής καταιγίδας και η ορατότητα ήταν πρακτικά μηδενική.
     - Θεέ μου, πρέπει να ήταν τρομαχτικό!
     - Ήταν τόσο τρομαχτικό, που πρέπει να έχασα τις αισθήσεις μου.
     - Ελπίζω να προσγειωθήκατε με ασφάλεια, είπε η Γερτρούδη μασουλώντας.
     - Δε θυμάμαι τίποτα άλλο, μόνο ότι ξύπνησα από κάτι άγνωστους ήχους.
     - Τι ήχους εννοείς;
     - Από ζώα, φαντάζομαι.
     - Πού βρισκόσασταν;
     - Βρισκόμουν στη θέση μου, μέσα στο αεροπλάνο. Δεν υπήρχαν άλλοι επιβάτες γύρω μου και αυτό ήταν παράξενο, αφού ταξιδεύαμε συνολικά εφτά άτομα. 
     - Ήσουν ολομόναχη, λοιπόν; Τρέμω και μόνο στην σκέψη! είπε η Γερτρούδη, που κρατούσε στα χέρια της το πιάτο με τα κουλουράκια.
     - Σηκώθηκα με κόπο από τη θέση μου και προχώρησα προς το πιλοτήριο. Ο πιλότος ήταν πεσμένος μπρούμυτα επάνω στο πηδάλιο. Ήταν νεκρός.
     - Καρδιακή προσβολή;
     - Όχι, ήταν χτυπημένος. Υπήρχε μία γραμμή αίματος που ξεκινούσε κάτω από το κεφάλι του και δημιουργούσε μία μικρή, κόκκινη λίμνη στα πόδια του.
     - Τον καημένο!... Δεν πιστεύω να λέρωσες τα παπούτσια σου!
     - Μην ανησυχείς, πάντα προσέχω πού πατάω... Η πόρτα του αεροπλάνου είχε ανοίξει και ήταν παραμορφωμένη. Το μεγαλύτερο μέρος της οροφής είχε εξαφανιστεί. Από επάνω διακρινόταν το πυκνό φύλλωμα πανύψηλων δέντρων. Προφανώς, είχαμε πέσει μέσα στη ζούγκλα.
     - Δώσε μου ένα κουλουράκι! είπε η Ρωξάνη στη Γερτρούδη.
     - Βγήκα έξω. Η καταιγίδα είχε περάσει, είχε λιακάδα και ο ουρανός ήταν καταγάλανος. Αλλά δεν μπορούσα να χαρώ. Γύρω-γύρω υπήρχε πυκνή βλάστηση και πουθενά δε φαινόταν κάποιο ξέφωτο, να μου δώσει ελπίδα. 
     - Οι άλλοι επιβάτες πού ήταν;
     - Δεν έχω ιδέα. Μάλλον θα είχαν εκτιναχτεί μέσα στη ζούγκλα κατά τη σύγκρουση. Εγώ φορούσα τη ζώνη ασφαλείας, γι'αυτό και είχα παραμείνει στη θέση μου.
     Τα κουλουράκια είχαν τελειώσει.
     - Μαζί με τους άλλους επιβάτες, μέσα στη ζούγκλα είχαν εκτιναχτεί και οι αποσκευές μου, συνέχισε η Τζέιν. Φαντάζεστε την απογοήτευσή μου, όταν συνειδητοποίησα ότι δεν είχα δεύτερη αλλαξιά, δεν είχα κρέμα ημέρας και δεν είχα και τίποτα για να φάω, ούτε καν ένα γιαούρτι... 
     Οι δύο φίλες κούνησαν το κεφάλι.
     - Και εκεί που αναρωτιόμουν τι θα έπρεπε να κάνω, άκουσα μία δυνατή κραυγή.
     - Ανατριχιαστικό!
     - Μου κόπηκε το αίμα! Η κραυγή δυνάμωνε όλο και περισσότερο, που σήμαινε ότι ο κίνδυνος πλησίαζε... Προσπάθησα να βρω ένα μέρος να κρυφτώ, αλλά δεν πρόλαβα. Ένας τεράστιος, μαύρος γορίλας εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου...
     - Μαμά μου!
     - ... όρμησε καταπάνω μου και με άρπαξε στα δυνατά του χέρια. Ούτε που μπορείτε να φανταστείτε τη δύναμη που έχει ένας γορίλας!
     - Και εσύ τι έκανες;
     - Το μόνο αξιοπρεπές πράγμα που πέρασε από το μυαλό μου: λιποθύμησα.
     - Ευτυχώς! Και ύστερα;
     - Συνήλθα επάνω σε ένα δέντρο, προφανώς στη φωλιά του απαγωγέα μου, ο οποίος με κοιτούσε με περίεργες διαθέσεις.
     - Εννοείς... Όχι δα!
     - Κι όμως! Και εκεί που ήμουν απελπισμένη και πίστευα ότι είχε έρθει η στερνή μου ώρα, ακούστηκε μια δυνατή κραυγή, και μέσα από την πυκνή βλάστηση ξεπετάχτηκε ο Θεός!
     - Θα παραλογίστηκες, προφανώς... Έτσι γίνεται συνήθως, ύστερα από ένα μεγάλο τραύμα, το έχω διαβάσει...
     - Τι εννοείς "παραλογίστηκα"; Δεν έχεις ιδέα! Μιλάμε για έναν άντρα πανέμορφο, μυώδη, αξύριστο, βέβαια, αλλά τόσο αρρενωπό...
     - Με κάνεις και ερυθριώ...
     - Ο άντρας αυτός όρμησε επάνω στον γορίλα και με άγριες κραυγές και χειρονομίες τον απομάκρυνε από εμένα. Ύστερα με άρπαξε στα στιβαρά του μπράτσα και με πήγε στη φωλιά του.
     - Είσαι σίγουρη ότι δεν ήταν γορίλας κι αυτός;
     - Ήταν άνθρωπος, σας λέω!
     - Και είχε φωλιά;
     - Ε, ναι, έτσι φαίνεται.
     - Α, ώστε τον βρήκες τον πρωτόγονο μαύρο που έψαχνες!
     - Ποιον μαύρο; Αυτός ήταν λευκός, κατάλευκος!
     - Μα πώς γίνεται αυτό;
     - Κι εμένα μου φάνηκε περίεργο, αλλά δεν είχα και πολύ χρόνο για να το σκεφτώ. Ο άνθρωπος έκανε χειρονομίες και προσπαθούσε εμφανώς να μου πει κάτι. Προσπάθησα κι εγώ να επικοινωνήσω μαζί του...
     - Άρχισες να κραυγάζεις;
     - Μη λέτε χαζομάρες, πώς να κραυγάσω, γορίλας είμαι; Απλώς έδειξα τον εαυτό μου και είπα το όνομά μου. 
     - Και εκείνος τι έκανε; 
     - Από ό,τι φαίνεται κατάλαβε, και μου είπε το δικό του.
     - Ε, όχι!
     - Ε, ναι!
     - Ώστε μιλούσε;
     - Μιλούσε! Αλλά, ζώντας τόσα χρόνια με τους γορίλες, είχε ξεσυνηθίσει την ανθρώπινη ομιλία.
     - Για φαντάσου! 
     - Όπως καταλαβαίνετε, μόνοι μας μέσα στη ζούγκλα, δεν γινόταν παρά να γνωριστούμε καλύτερα.
     - Πόσο καλύτερα, δηλαδή;
     - Ε, αρκετά καλύτερα...
     - Μη μου πεις ότι του δόθηκες!... Τζέιν, αυτό είναι ανεπίτρεπτο! Μια κοπέλα της σειράς μας...
     - Μα τι λέτε; Θεωρείτε ότι μπορεί να ακολουθηθεί το οποιοδήποτε πρωτόκολλο καταμεσίς στη ζούγκλα; 
     - Ώστε του δόθηκες!
     - Τέλος πάντων, δε θα μπω σε λεπτομέρειες. Να ξέρετε, όμως, ότι είναι ένας άντρας με όλη τη σημασία της λέξης. Στα χέρια του ένιωσα ασφαλής. Και μη νομίζετε ότι είναι τίποτα τυχαίος. Αποδείχτηκε ότι είναι γόνος καλής οικογενείας, που απλώς βρέθηκε στη ζούγκλα από μία κακή συγκυρία, και τον έσωσαν οι γορίλες, που τον μεγάλωσαν μαζί με τα δικά τους παιδιά.
     - Από ιστορίες για ξεπεσμένους ευγενείς, άλλο τίποτα... 
     - Όχι, αλήθεια είναι!
     - Να ευχαριστείς το Θεό, λέω εγώ, που δεν το έμαθε κανείς. Και τώρα που γύρισες πίσω, όλα θα γίνουν όπως πριν.
     - Τι εννοείτε;
     - Δεν πιστεύω να σκοπεύεις να ξαναγυρίσεις στη ζούγκλα...
     - Φυσικά και όχι, ποιος ο λόγος;
     - Έλεγα μήπως θα ήθελες να τον ξαναδείς... 
     - Μα γιατί να πρέπει να γυρίσω στη ζούγκλα για να τον ξαναδώ; Μήπως γύρισα μόνη μου από εκεί και δεν το ξέρω;
     - Δεν τον άφησες πίσω, δηλαδή;
     - Αστειεύεστε; Να αφήσω τέτοιο κελεπούρι; Μαζί μου τον έφερα!
     - Πώς;
     Η Τζέιν χτύπησε το κουδουνάκι υπηρεσίας.
     - Μάρθα, πες στον επισκέπτη μας να έρθει, σε παρακαλώ. Τώρα θα δείτε τι θα πει άντρας, είπε στις φίλες της.
     Ακούστηκαν βήματα που πλησίαζαν και η πόρτα άρχισε να ανοίγει. Στο άνοιγμα εμφανίστηκε ένας ψηλός άντρας με διαπεραστικό βλέμμα. Οι φουσκωμένοι μύες του διακρίνονταν πεντακάθαρα κάτω από το κομψό του κοστούμι.  
     - Κορίτσια, είπε η Τζέιν, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τον Ταρζάν.