Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

Οκτώ μικροί νέγροι





     - Μη με πλησιάζεις, Λιτλ Τζον! φώναξε η Λίλι Ρόουζ και του έριξε μια αγριεμένη ματιά, καθώς έφτιαχνε την καλτσοδέτα της.
     - Μα δεν έκανα τίποτα, είπε εκείνος αθώα.
     - Αυτά να τα πουλήσεις αλλού, του είπε η Λίλι Ρόουζ. Ξέρω πολύ καλά τι έκανες στην ξαδέρφη μου, τη Μπέιμπι Ρουθ.
     Ο Λιτλ Τζον την κοίταξε λίγο προκλητικά.
     - Ή μήπως θέλεις να το πω εδώ, μπροστά σε όλους;
     Ο Λιτλ Τζον δεν απάντησε, μόνο γύρισε το βλέμμα του προς το τζάκι, όπου έκαιγε μια όμορφη φωτιά.
     - Τι ώρα είναι; ρώτησε η Μίσες Άγκνες, κουνώντας νευρικά τη βεντάλια της, παρ'όλο που η θερμοκρασία στο δωμάτιο δεν ήταν και τόσο υψηλή.
     - Κοντεύει μεσημέρι, είπε η Λίλι Ρόουζ. Γιατί ρωτάτε;
     Αλλά η Μίσες Άγκνες, που ήταν λίγο βαρύκοη, δεν της απάντησε.
     - Ωραίος οικοδεσπότης μας έλαχε, είπε ένας καλοντυμένος νεαρός. Τόση ώρα είμαστε εδώ, και δεν ήρθε ούτε να μας χαιρετήσει! Και να σκεφτεί κανείς, ότι μας κάλεσε για να μας μιλήσει για κάτι που μας αφορά...
     - Πώς είναι το όνομά σας, νεαρέ μου; ρώτησε ένας ηλικιωμένος με μονόκλ.
     - Τζόνσον. Τζέρι Τζόνσον, απάντησε ο νεαρός. 
     - Να μη με λένε Μπιγκ Μάικ αν δεν το έχω ξανακούσει αυτό το όνομα, είπε ο ηλικιωμένος.
     - Ίσως, απάντησε ο νεαρός, είναι ένα όνομα τόσο συνηθισμένο...
     Ένας οξύς ήχος ακούστηκε.
     - Τι ήταν αυτό; ρώτησε η Μίσες Άγκνες και τινάχτηκε στην πολυθρόνα της.
     Οι γυναίκες κοιτάχτηκαν τρομαγμένες. Οι άντρες κοιτάχτηκαν ανήσυχοι.
     - Τι ήταν αυτό; ξαναρώτησε η Μίσες Άγκνες. Γιατί δε μου απαντάει κανείς; Ή θαρρείτε ότι επειδή είμαι γριά δε δικαιούμαι μία απάντηση;
     - Η ιδέα μας θα ήταν, είπε ένας άντρας που καθόταν σε ένα σκαμνί, κοντά στο τζάκι. Δεν ήταν τίποτα. 
     - Έτσι είχες πει και τότε, Αλληλούια Σμιθ, είπε η Μίσες Άγκνες, ή νομίζεις ότι επειδή γέρασα το ξέχασα;
     Ο Αλληλούια Σμιθ έπιασε τη μασιά και άρχισε να σκαλίζει τη φωτιά.
     - Για τότε μιλάω, συνέχισε η Μίσες Άγκνες, τότε που βρέθηκε νεκρός ο βοηθός του εφημέριου...
     - Δε θυμάμαι για τι πράγμα μιλάς, απάντησε ο Αλληλούια Σμιθ και συνέχισε να σκαλίζει τη φωτιά.
     - Μα πώς δε θυμάσαι; Στην πίσω αυλή του σπιτιού σου βρέθηκε!
     Ένας καινούργιος οξύς ήχος ακούστηκε.
     - Τώρα δεν μπορεί να πει κανείς ότι ήταν η ιδέα μας, είπε η Λίλι Ρόουζ, εγώ το άκουσα καθαρά. Κάποιος ούρλιαξε!
     Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους τρομαγμένοι. 
     - Φοβάμαι, είπε μια νεαρή κοπέλα με φιογκάκια στα μαλλιά.
     - Είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχει μια λογική εξήγηση, είπε ο άντρας που καθόταν δίπλα της και της έπιασε το χέρι. Θα πάω να δω.
     - Όχι, μπαμπά, μην πας, είπε η νεαρή, κι αν είναι κανένας επικίνδυνος κακοποιός εκεί έξω;
     - Μικρή μου Χάνεϊ Σου, ίδια η μητέρα σου! Δε θα πάθω τίποτα, σου δίνω το λόγο μου. Και ο λόγος του γέρου σου, του Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ με το όνομα, το ξέρεις, είναι συμβόλαιο.
     - Όχι, μπαμπά, είπε η Χάνεϊ Σου, μην πας, ανησυχώ!
     - Μα δε θα πάω μόνος μου, είπε ο Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ. Είναι κάποιος από τους κυρίους εδώ πρόθυμος να με συνοδεύσει;
     - Θα έρθω εγώ, είπε ο νεαρός Τζέρι Τζόνσον, και καθώς το έλεγε έστειλε ένα ντροπαλό χαμόγελο προς τη Χάνεϊ Σου. Τώρα αισθάνεστε καλύτερα, δεσποινίς;
     Η Χάνεϊ Σου κατέβασε το βλέμμα της.
     - Τι ξεδιαντροπιά! είπε η Μίσες Άγκνες και κούνησε νευρικά τη βεντάλια της. Στην εποχή μου κανείς δεν τολμούσε να απευθύνει το λόγο σε μία ελεύθερη κοπέλα!
     Ο Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ και ο Τζέρι Τζόνσον δεν έδωσαν σημασία στο σχόλιο, αλλά άνοιξαν την πόρτα και έφυγαν, αφήνοντας τους υπόλοιπους μόνους τους. Ο Αλληλούια Σμιθ σταμάτησε να σκαλίζει τη φωτιά, ενώ ο Λιτλ Τζον έβγαλε από την τσέπη του μία φυσαρμόνικα και άρχισε να παίζει.
     - Αυτό μας έλειπε! είπε η Μίσες Άγκνες. Δε μας φτάνει που είμαστε κλεισμένοι εδώ μέσα, πρέπει να ακούμε και αυτό το μαραφέτι;
     Ο Λιτλ Τζον ξαναέβαλε τη φυσαρμόνικα στην τσέπη του.


     - Η ώρα του φαγητού έχει περάσει εδώ και ώρα, σχολίασε ο Μπιγκ Μάικ. Έχει ήδη σκοτεινιάσει. Μα, πού είναι, επιτέλους, ο οικοδεσπότης μας;
     - Και ο μπαμπάς μου ακόμα δε γύρισε, είπε η Χάνεϊ Σου.
     - Ούτε ο Τζέρι Τζόνσον, είπε ο Μπιγκ Μάικ. Λέτε να τους συνέβη τίποτα;
     Η Χάνεϊ Σου άρχισε να σιγοκλαίει.
     - Αυτό το δωμάτιο μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια στις φυτείες του Πήτερ Γκρέηντζερ, είπε η Μίσες Άγκνες. Μόνο πως τότε δεν έκανε τόση ζέστη...
     Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν, καθώς ο Λιτλ Τζον είχε μόλις ρίξει άλλα δύο κούτσουρα στο τζάκι.
     - Κάτι θα του συνέβη του μπαμπά, είπε η Χάνεϊ Σου.
     - Τίποτα δε θα του συνέβη, είπε Λίλι Ρόουζ και της δάνεισε το μαντήλι της. Αφού είναι μαζί του και ο κύριος Τζέρι Τζόνσον.
     - Εξάλλου, ο λόγος του Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ είναι συμβόλαιο, πρόσθεσε ο Αλληλούια Σμιθ και σηκώθηκε όρθιος.
     - Πού πας; τον ρώτησε η Μίσες Άγκνες καθώς τον είδε να πλησιάζει την πόρτα.
     - Πάω να δω τι έγινε, είπε εκείνος.
     - Είναι σκοτεινά εκεί έξω.
     - Θα πάρω φανάρι.
     Ο Αλληλούια Σμιθ βγήκε από το δωμάτιο.
     - Ίσως θα ήταν καλή ιδέα να πάμε και εμείς σε κάποιο από τα δωμάτια του σπιτιού να ξεκουραστούμε λίγο, είπε η Λίλι Ρόουζ. Τουλάχιστον, μέχρι να γυρίσουν οι υπόλοιποι.
     - Δε θέλω να πάω πουθενά, είπε η Χάνεϊ Σου, εδώ θα κάτσω να περιμένω τον μπαμπά.
     - Καλά, τότε, εγώ θα ανέβω επάνω, και θα μπω σε κάποιο από τα δωμάτια να ξαπλώσω λίγο, είπε η Λίλι Ρόουζ. Αν στο μεταξύ φανεί ο οικοδεσπότης μας, φωνάξτε με να κατέβω. Εσύ, ούτε να το σκεφτείς να με ακολουθήσεις, είπε στον Λιτλ Τζον, που εκείνη την στιγμή την κοιτούσε.
     Τα σκαλοπάτια της ξύλινης σκάλας έτριξαν λίγο κάτω από το βάρος της Λίλι Ρόουζ, καθώς εκείνη ανέβηκε στον επάνω όροφο αναζητώντας ένα κρεβάτι για να ξαπλώσει.
     Ο Μπιγκ Μάικ έβγαλε από την τσέπη του μία πίπα και έβαλε καπνό.
     - Απαγορεύεται το κάπνισμα! φώναξε η Μίσες Άγκνες.
     Ο Μπιγκ Μάικ σηκώθηκε από τη θέση του.
     - Τι ήχος είναι αυτός; ρώτησε ο Λιτλ Τζον.
     - Ποιος; ρώτησε ο Μπιγκ Μάικ.
     - Αυτός που ακούγεται όταν περπατάς.
     - Α, αυτό δεν είναι τίποτα, είπε ο Μπιγκ Μάικ. Απλώς, το ένα μου πόδι είναι ξύλινο.
     - Αλήθεια;
     - Ναι, το έχασα σε ένα ατύχημα.
     Ένα γελάκι ξέφυγε από τα χείλη της Μίσες Άγκνες.
     - Θυμήθηκα ένα άλλο ατύχημα, είπε και ύστερα έβγαλε από το τσαντάκι της ένα μικρό προσευχητάρι και άρχισε να το διαβάζει.
     Ο Μπιγκ Μάικ βγήκε από το δωμάτιο.


     - Νομίζω θα πρέπει να πάτε να ξεκουραστείτε κι εσείς, Μις, είπε ο Λιτλ Τζον στη Χάνεϊ Σου.
     Το κεφάλι της Μίσες Άγκνες είχε ήδη γύρει προς τα μπρος και το μικρό προσευχητάρι κόντευε να πέσει από τα χαλαρωμένα από τον ύπνο χέρια της.
     - Δεν μπορώ να ηρεμήσω, είπε εκείνη, περιμένω τον μπαμπά. Θα έπρεπε να έχει επιστρέψει εδώ και ώρα. Και εκείνος, και ο κύριος Τζέρι Τζόνσον. Να δείτε που κάτι κακό θα τους συνέβη.
     - Ελάτε, τώρα, μη γίνεστε μελοδραματική. Να δείτε που ο Αλληλούια Σμιθ τους συνάντησε και έχουν καθήσει και οι τρεις τους και τα πίνουν.
     - Πώς τα πίνουν;
     - Δεν είδατε πώς φούσκωνε το παντελόνι του Αλληλούια Σμιθ;
     - Μα τι λέτε; Ντροπή!
     - Με παρεξηγήσατε, καλέ! Δεν εννοούσα κάτι πονηρό, τι φανταστήκατε; Πρέπει να είχε σουφρώσει κάποιο μπουκάλι από την κάβα του σπιτιού, δε γελιέμαι εγώ. Αν είναι κάτι που αγαπάει ο Αλληλούια Σμιθ σε αυτή τη ζωή είναι το παλαιωμένο μπέρμπον. Και αν δε με γελάει η μνήμη μου, περάσαμε δίπλα από την κάβα του σπιτιού, καθώς ερχόμασταν εδώ, στη σάλα.
     - Ο μπαμπάς μου δεν πίνει.
     - Ναι, και ο Αλληλούια Σμιθ είναι επίτιμο μέλος της επιτροπής ποτοαπαγόρευσης, μη νομίζετε.
     - Νομίζω πως η Λίλι Ρόουζ είχε δίκιο, κακώς κάθομαι και σας μιλάω.
     - Αν νομίζετε ότι η ομιλία μου μολύνει τα αυτιά σας, τι να πω...
     Το μικρό προσευχητάρι έπεσε από τα χέρια της αποκοιμισμένης Μίσες Άγκνες, η οποία τινάχτηκε σαν να την είχε διαπεράσει ρεύμα και ξύπνησε.
     - Οι άλλοι δε γύρισαν; ρώτησε μόλις είδε τους άλλους δύο.
     - Κανένας δε γύρισε, είπε η Χάνεϊ Σου.
     - Κανένας δε γύρισε ακόμα, συμπλήρωσε ο Λιτλ Τζον.
     - Αποκοιμήθηκα στην πολυθρόνα, είπε η Μίσες Άγκνες, και κοντεύω να πιαστώ. Νομίζω ότι θα ακολουθήσω το παράδειγμα της Λίλι Ρόουζ και θα ανέβω επάνω. Θα με συνοδεύσετε, αγαπητή μου;
     - Εγώ θέλω να περιμένω τον μπαμπά μου, είπε η Χάνεϊ Σου. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας συνοδεύσω και ύστερα να κατέβω πάλι κάτω.
     - Όπως θέλετε.
     Οι δύο γυναίκες άρχισαν να ανεβαίνουν σιγά-σιγά τα σκαλοπάτια της ξύλινης σκάλας, ακολουθώντας σαφώς το ρυθμό της γηραιότερης. Ο Λιτλ Τζον έβγαλε τη φυσαρμόνικα από την τσέπη του.
     Τα βήματα συνέχισαν να ακούγονται καθώς απομακρύνονταν στον επάνω όροφο. Λίγα λεπτά τον χώριζαν από την απόλυτη ησυχία. Αλλά τότε ακούστηκε ένα ουρλιαχτό, και μαζί ένας γδούπος. Ο Λιτλ Τζον πετάχτηκε από τη θέση του, αλλά ένιωθε ότι τα πόδια του είχαν κολλήσει στο πάτωμα...
     Στην κορυφή της σκάλας εμφανίστηκε η Χάνεϊ Σου. Είχε χάσει το χρώμα της.
     - Τι συνέβη; ρώτησε ο Λιτλ Τζον.
     - Η... Λί-λι Ρό-ουζ, ψέλλισε η Χάνεϊ Σου.
     Ο Λιτλ Τζον την κοίταζε σαν χαμένος.
     - Στο κρεβάτι... νεκρή... στραγγαλισμένη...
     Η Χάνεϊ Σου σωριάστηκε στην κορυφή της σκάλας.
     - Προσοχή! φώναξε ο Λιτλ Τζον και έτρεξε για να την πιάσει.
     Την πρόλαβε λίγο πριν αρχίσει να κατρακυλάει τα σκαλοπάτια.
     - Μη λιποθυμήσετε τώρα! είπε και της έδωσε δυο χαστούκια.
     - Καημένη Λίλι Ρόουζ! είπε η Χάνεϊ Σου και άρχισε να κλαίει.
     Ο Λιτλ Τζον την έπιασε προστατευτικά από τους ώμους.
     - Και η Μίσες Άγκνες;
     - Μάλλον έπαθε ανακοπή μόλις είδε το... το πτώμα. Έπεσε κάτω. Δεν τολμώ να γυρίσω εκεί μέσα, φοβάμαι.
     - Μη φοβάστε, θα πάμε μαζί...
   

     Σε ένα απόμακρο δωμάτιο της έπαυλης, κάποιο χέρι τραβούσε άλλο ένα Χ επάνω σε μία κιτρινισμένη φωτογραφία. Μία κιτρινισμένη φωτογραφία που απεικόνιζε οκτώ μικρούς νέγρους...


     


Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Το πιο σπάνιο


      Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία μακρινή και όμορφη χώρα, κατοικούσε ένας πολύ πλούσιος και ισχυρός βασιλιάς, που είχε μία μονάκριβη κόρη. Ο βασιλιάς είχε μεγάλη αδυναμία στην κόρη του και της πρόσφερε ό,τι καλύτερο υπήρχε: της αγόραζε τα πιο ακριβά παιχνίδια και τα πιο ακριβά φορέματα, της είχε τις καλύτερες νταντάδες... Τίποτα δεν της έλειπε, της μονάκριβης βασιλοπούλας.
     Η βασιλοπούλα μεγάλωνε, και κάθε επιθυμία της ικανοποιόταν προτού καλά-καλά την αποκτήσει. Και, φυσικά, αλίμονο σε όποιον γινόταν αιτία να συννεφιάσει το προσωπάκι της βασιλοπούλας. Γι'αυτό και όλοι ήταν πολύ προσεκτικοί μπροστά της.
     Όπως ήταν αναμενόμενο, η βασιλοπούλα όλο και μεγάλωνε και σιγά-σιγά έφτασε σε ηλικία γάμου. Ο βασιλιάς, φυσικά, ήθελε να την παντρέψει με τον καλύτερο, και άρχισε να ψάχνει σε όλα τα γειτονικά βασίλεια για να βρει τον κατάλληλο άντρα για την κόρη του. Όμως έφτασαν στα αυτιά του φήμες που έλεγαν ότι η βασιλοπούλα δεν επιθυμούσε να παντρευτεί, και ο βασιλιάς - που όπως είδαμε δεν ήθελε να συννεφιάζει το προσωπάκι της μοναχοκόρης του - άφησε την αναζήτηση του γαμπρού για αργότερα. Μικρή ήταν ακόμα η βασιλοπούλα, δεν χρειαζόταν να βιαστεί.
     Πέρασαν μερικά χρόνια και ο βασιλιάς έκρινε ότι η κόρη του ήταν αρκετά μεγάλη πια και ότι θα έπρεπε να παντρευτεί. Τη φώναξε, λοιπόν, στη μεγάλη σάλα του παλατιού και της είπε ότι είχε έρθει η ώρα να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο να παντρευτεί και αν είχε στο μυαλό της κάποιο από τα πριγκηπόπουλα των γειτονικών βασιλείων να του το έλεγε για να της τον φέρει για άντρα. Αλλά η βασιλοπούλα, αντί να χαρεί, κατέβασε κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα και ύστερα πήγε και κλείστηκε στα δωμάτιά της, δηλώνοντας ότι δεν είχε σκοπό να παντρευτεί. Και ο βασιλιάς υποχώρησε και πάλι.
     Πέρασαν μερικά χρόνια ακόμα και ο βασιλιάς άρχισε σοβαρά να ανησυχεί ότι η μοναχοκόρη του θα του έμενε στο ράφι - ναι, και οι βασιλιάδες ανησυχούν για τέτοια θέματα, και ας είναι το ράφι τους χρυσό. Επιπλέον, υπήρχε και το θέμα του διαδόχου. Ποιος θα τον διαδεχόταν στον θρόνο, που δεν είχε γιο; Καθώς, λοιπόν, τα περιθώρια στένευαν, ο βασιλιάς έκανε πέτρα την καρδιά του και αποφάσισε αυτή τη φορά να μην υποχωρήσει στην απόφασή του να παντρέψει τη βασιλοπούλα, όσο και αν συννέφιαζε το πρόσωπό της.
     Την κάλεσε στη μεγάλη σάλα και της ανακοίνωσε την απόφασή του. Η βασιλοπούλα αντέδρασε με τον γνωστό της τρόπο, αλλά είδε ότι αυτή τη φορά τα μούτρα δεν περνούσαν στο βασιλιά και αποφάσισε να αλλάξει τακτική. 
     Δέχτηκε, λοιπόν, να παντρευτεί, αλλά δήλωσε ότι θα παντρευόταν μόνο εκείνον που θα της έκανε στα γενέθλιά της το πιο σπάνιο δώρο. Γεμάτος χαρά ο βασιλιάς, έστειλε τελάληδες παντού, προσκαλώντας όλους τους επίδοξους γαμπρούς να πάνε στο παλάτι την ημέρα των γενεθλίων της βασιλοπούλας, και όποιος της έκανε το πιο σπάνιο δώρο, εκείνος θα έπαιρνε και το χέρι της και θα διαδεχόταν το βασιλιά στον θρόνο του.
     Η μέρα των γενεθλίων της βασιλοπούλας έφτασε. Το παλάτι στολίστηκε με τα πιο σπάνια λουλούδια, άναψαν όλοι οι πολυέλαιοι, στρώθηκαν τα πιο πλούσια τραπέζια που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Ο χώρος μπροστά από το παλάτι γέμισε από άμαξες, και η μεγάλη σάλα του παλατιού γέμισε από επίδοξους μνηστήρες. Όλοι ήταν γόνοι βασιλικών οικογενειών ή πλούσιων ευγενών και όλοι ήταν γεμάτοι αυτοπεποίθηση.
     Η βασιλοπούλα ήταν καθισμένη δίπλα στον θρόνο του πατέρα της, φορώντας ένα πανέμορφο φόρεμα κεντημένο με διαμάντια, που στραφτάλιζαν στο φως των πολυελαίων, και υποδεχόταν έναν-έναν τους νέους που είχαν έρθει για να της φέρουν τα δώρα τους.
     Ο πρώτος νέος πλησίασε, υποκλίθηκε και της πρόσφερε το δώρο του: ένα χρυσό άλογο.
     - Πολύ εντυπωσιακό, είπε η βασιλοπούλα, αλλά δεν είναι αρκετά σπάνιο. Θαρρώ πως ο πατέρας μου μου έκανε δώρο ένα τέτοιο άλογο στα δέκατα τρίτα γενέθλιά μου.
     Ο νέος υποκλίθηκε ξανά και αποχώρησε.
     Ο επόμενος, που φορούσε ένα καπέλο με ένα χρυσό φτερό, πλησίασε, υποκλίθηκε και της πρόσφερε το δικό του δώρο: ένα πανέμορφο, πολύχρωμο πουλί, μέσα σε ένα ασημένιο κλουβί. Το πουλί κελαηδούσε πολύ μελωδικά και όλοι απόμειναν να το θαυμάζουν.
     - Πολύ ωραίο, είπε η βασιλοπούλα, αλλά στον κήπο του παλατιού έχουμε ένα τεράστιο κλουβί γεμάτο τέτοια πουλιά. Το δώρο σου δεν είναι σπάνιο, δεν μπορώ να σε παντρευτώ.
     Ο τρίτος νέος πλησίασε λίγο πιο διστακτικά από τους προηγούμενους και πρόσφερε το δικό του δώρο, αλλά και το δικό του δώρο η βασιλοπούλα το είχε ήδη και ο νέος έφυγε με άδεια χέρια και με το κεφάλι κατεβασμένο.
     Ο βασιλιάς καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα, καθώς έβλεπε την κόρη του να απορρίπτει έναν-έναν τους υποψήφιους γαμπρούς, και δεν ήξερε τι να κάνει. Και οι υποψήφιοι όλο και μειώνονταν. Και ο βασιλιάς μετάνιωσε για όλα τα σπάνια και ακριβά δώρα που είχε κάνει στη βασιλοπούλα μέχρι τότε.
     Έφτασε και η σειρά του τελευταίου υποψήφιου και εκείνος πρόσφερε στη βασιλοπούλα ένα μεγάλο, χρυσό σεντούκι, γεμάτο με τεράστια διαμάντια.
     - Είναι μόνο ένα μέρος από όσα έχω, της είπε. Υπάρχουν πολλά περισσότερα, και είναι όλα δικά σου.
     - Σιγά το σπάνιο δώρο! είπε η βασιλοπούλα. Έχω ήδη ένα σωρό από δαύτα.
     Και ο τελευταίος υποψήφιος αποχώρησε.
     - Τι κρίμα, τελείωσαν οι γαμπροί, είπε η βασιλοπούλα και έκανε να σηκωθεί.
     Αλλά τότε, ακούστηκε μία φωνή:
     - Και εγώ θέλω να κάνω δώρο στη βασιλοπούλα!
     Γύρισαν όλοι και είδαν το γιο του επιστάτη, ο οποίος μόλις είχε μπει στη σάλα. Δεν ήταν δύσκολο να τον ξεχωρίσουν, ήταν ο μόνος άνθρωπος εκεί μέσα που δε φορούσε χρυσά.
     - Πώς τολμάς να νομίζεις ότι εσύ μπορείς να παντρευτείς εμένα; είπε η βασιλοπούλα.
     - Δεν το νομίζω, είμαι σίγουρος, είπε ο γιος του επιστάτη.
     Ο βασιλιάς δεν τόλμησε να πει τίποτα, ήταν τόσο απελπισμένος που θα δεχόταν οποιονδήποτε για γαμπρό του.
     - Ώστε μου έφερες δώρο; ρώτησε η βασιλοπούλα.
     - Σου έφερα.
     - Και είναι σπάνιο;
     - Είναι.
     - Και πού είναι, τότε; Επειδή εγώ δεν βλέπω να κρατάς τίποτα.
     - Μα το δώρο μου είναι αόρατο!
     - Αόρατο! Πώς τολμάς να με κοροϊδεύεις;
     - Δε σε κοροϊδεύω καθόλου. Αν με αφήσεις να σε πλησιάσω αρκετά, θα το δεις και εσύ.
     Η βασιλοπούλα τον κοίταξε με δυσπιστία.
     - Είναι ένα δώρο που σίγουρα δεν το είχες ποτέ, είπε ο γιος του επιστάτη. 
     - Και πώς λέγεται το δώρο σου;
     - Αγκαλιά, είπε ο γιος του επιστάτη.
     Η βασιλοπούλα σκέφτηκε. Θυμόταν όλα τα δώρα που της είχε αγοράσει ο βασιλιάς, ένα προς ένα, κανένα όμως από αυτά τα δώρα δεν ήταν αγκαλιά. Και ο βασιλιάς συνειδητοποίησε ότι, όσο κι αν αγαπούσε τη μοναχοκόρη του, όσα δώρα κι αν της είχε χαρίσει, δεν την είχε αγκαλιάσει ποτέ.
     Και ο γιος του επιστάτη πλησίασε τη βασιλοπούλα και άνοιξε τα χέρια του. Και ύστερα τα έκλεισε γύρω από τη βασιλοπούλα. Και η βασιλοπούλα κατάλαβε ότι το είχε χάσει το στοίχημα. Και ο βασιλιάς κατάλαβε ότι, επιτέλους, είχε αποκτήσει διάδοχο.