Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Φτερωτό μοντέλο

      Ο καφετής ο κόκορας ήταν κομματάκι πολυλογάς. Από τα μαύρα χαράματα που ξυπνούσε και άρχιζε τα "κικιρίκου!" μέχρι το βράδυ που μαζευόταν στο κοτέτσι, δεν έβαζε γλώσσα μέσα του. "Κικιρίκου!" από εδώ, "κικιρίκου!" από εκεί, δεν άφηνε κανέναν να ησυχάσει. Είχε πάρει το κεφάλι ολονών με τα λαλήματά του.
     Οι κότες, βέβαια, δεν έλεγαν τίποτα. Άντρας τους ήταν, κολώνα του κοτετσιού τους, πού να τολμήσουν να του πουν ο,τιδήποτε θα μπορούσε να του χαλάσει τη ζαχαρένια, αφού αυτόματα θα έπεφταν σε δυσμένεια και θα εξορίζονταν από το χαρέμι.
     Τα άλλα ζώα όμως δεν είχαν τέτοιες "στενές" σχέσεις μαζί του και όποτε έβρισκαν ευκαιρία, του έκαναν παρατήρηση. Πότε καμιά περαστική γάτα, πότε κανένας μαχμουρλής σκύλος, πότε κανένα φαφλατάδικο περιστέρι, όλο και του έλεγαν να ησυχάσει λίγο...
     Αλλά του κόκορα δεν ίδρωνε το αυτί του. "Με ζηλεύουν", σκεφτόταν, "που είμαι τόσο ωραίος, τόσο δυνατός, τόσο άξιος... Ούτε στο μικρό μου δαχτυλάκι δε με φτάνουν, και έχουν το θράσος να μου λένε και να σωπάσω. Σιγά μην τους την κάνω τη χάρη!". Και αντί να περιορίσει την πολυλογία του, μιλούσε ακόμα περισσότερο.
     Μια μέρα τα ζώα της γειτονιάς είδαν κι απόειδαν και αποφάσισαν να οργανωθούν. Μαζεύτηκαν, λοιπόν, σε ένα μικρό παρκάκι και άρχισαν να συζητούν για να δουν τι θα έπρεπε να κάνουν για να ησυχάσει λίγο το κεφαλάκι τους από τις φωνές του κόκορα.
     - Μου έχει πάρει το κεφάλι, είπε ένας μεγαλόσωμος σκύλος. Δεν μπορώ να βρω ησυχία. Ξαπλώνω να κοιμηθώ μια ωρίτσα και αν καταφέρω να κλείσω τα μάτια μου για λίγο, βλέπω εφιάλτες. 
     - Εγώ τι να πω; είπε μια γάτα με τρίχωμα κεραμιδί. Μένω στο διπλανό σπίτι και ειλικρινά σκέφτομαι να μετακομίσω. Όλη μέρα παίρνω τους δρόμους για να μην τον ακούω, αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό συνέχεια, υπάρχει και μια αφεντικίνα που με υπεραγαπά και ανησυχεί για εμένα, χώρια που μου αγοράζει τις νοστιμότερες γατοτροφές. Αλλά και οι νοστιμότερες γατοτροφές στο στομάχι μου κάθονται, με τις αγριοφωνάρες αυτού του ενοχλητικού. Κάτι πρέπει να κάνουμε.
     - Το κακό είναι ότι δεν ακούει κανέναν, και ούτε τον νοιάζει τι λένε οι άλλοι για εκείνον, είπε και ένα περιστέρι. Εμένα, μια μέρα που του έκανα παρατήρηση μου επιτέθηκε και με τσίμπησε. Ακόμα πονάω.
     - Ναι, αλλά δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, είπε ένας μαλλιαρός σκύλος. Κάτι πρέπει να βρούμε να κάνουμε, αλλιώς θα τρελλαθούμε όλοι.
     - Γκουχ! Γκουχ! Γκουχ! ξερόβηξε ένα κοράκι, που τόση ώρα δεν είχε μιλήσει καθόλου. Είμαι περαστικός από τα μέρη σας και τυχαία βρέθηκα εδώ. Χωρίς να το θέλω, άκουσα αυτά που είπατε και θα ήθελα να βοηθήσω.
     - Δε νομίζω να μπορεί να μας βοηθήσει κανείς, είπε το περιστέρι. Μόνο αν κουφαθούμε θα σωθούμε.
     - Αφήστε με να δοκιμάσω, δεν έχετε να χάσετε τίποτα, επέμεινε το κοράκι.
     Και τα ζώα, που σκέφτηκαν ότι δεν είχαν τίποτα να χάσουν, δέχτηκαν τη βοήθεια του κορακιού.
     Την επόμενη μέρα το πρωί, το κοράκι φόρεσε στο κεφάλι του έναν μπερέ και μια και δυο βρέθηκε έξω από την αυλή όπου ζούσε ο κόκορας ο πολυλογάς. Τον πέτυχε επάνω που έδινε διάλεξη στις κότες για τα καλά του σωστού ξεψειρίσματος. Το κοράκι στάθηκε ακίνητο και άρχισε να κοιτάζει τον κόκορα.
     Δεν πέρασε πολλή ώρα και ο κόκορας αντιλήφθηκε την παρουσία του κορακιού.
     - Θέλεις κάτι; ρώτησε.
     - Ω, μα τι υπέγοχο πτέγωμα, τι παγάστημα, τι κομψότης!
     - Παγάστημα; είπε ο κόκορας. Τι είναι το παγάστημα;
     - Η κογμοστασιά, απάντησε το κοράκι. 
     - Α...
     - Μου επιτγέπετε να πλησιάσω; είπε το κοράκι και πλησίασε. Είστε αυτό ακγιβώς που ζητούσα.
     - Ακγιβώς; ρώτησε ο κόκορας.
     - Ζω χγόνια στο εξωτεγικό, συνέχισε το κοράκι, πγώτη φογά συναντώ ένα μοντέλο που να με συγκλονίσει τόσο πολύ.
     - Ένα τι;
     - Μοντέλο. Σας παγακαλώ, επιτγέψτε μου να σας απαθανατίσω... Όλοι θα μιλούν για εσάς, για την απαγάμιλλη ομογφιά σας, για την κογμοστασιά σας. Μην στεγήσετε από τον κόσμο την ευκαιγία να σας γνωγίσει...
     Ο κόκορας σκέφτηκε λίγο. Επιτέλους, να κάποιος που τον εκτιμούσε, κάποιος που αναγνώριζε την αξία του. Και δεν ήταν κάποιος τυχαίος, ερχόταν από το εξωτερικό. Και θα τον έκανε ονομαστό σε όλο τον κόσμο. Αλλά πώς;
     - Και τι θα πρέπει να κάνω; ρώτησε.
     - Εσείς τίποτα, όλα θα τα κάνω εγώ, μην ανησυχείτε. Ξέγετε, εγώ είμαι ζωγ-γάφος με ειδικότητα στα πογτγέτα. Θα φτιάξω, λοιπόν, το πογτγέτο σας και θα καταπλήξω τα πλήθη. Όλοι θα μιλούν για εσάς. Μα τέτοια ομογφιά και να μένει κγυμμένη σε αυτήν εδώ τη μικγή αυλή...
     Ο κόκορας πρώτη φορά ένιωσε τα όρια της αυλής να τον σφίγγουν τόσο. Τόσο μικρή αυλή για τόσο σπουδαίο κόκορα...
     - Λοιπόν; ρώτησε το κοράκι. Θα μου την κάνετε τη χάγη;
     - Εντάξει, είπε ο κόκορας, θα σας την κάνω. Πείτε μου, όμως, τι πόζα θέλετε να πάρω; Θέλετε να ανέβω εκεί επάνω και να αρχίσω να λαλώ;
     - Όχι, όχι, πγος Θεού! είπε το κοράκι. Το πογτγέτο αυτό θέλω να είναι αντάξιό σας, να είναι κόντγα στο κατεστημένο, θέλω κάτι πγωτοπογιακό, να, στηθείτε εκεί, ναι, έτσι, σηκώστε και λίγο το πόδι, ναι, ναι, τέλειο, και το κεφάλι λίγο πιο στητό, εξαιγετικά!
     - Να φουσκώσω και λίγο παραπάνω; ξεκίνησε να λέει ο κόκορας.
     - Όχι, σας παγακαλώ μη μιλάτε, είπε το κοράκι, χγειάζομαι απόλυτη σιωπή για να δημιουγ-γίσω. Θα ονομάσω αυτόν τον πίνακα "Η σιωπή του ηγέτη". Θα είναι το καλύτεγό μου έγ-γο. Καλύτεγο και από το "Βάθος της απελπισίας" που βγαβεύτηκε πέγυσι στο διεθνή διαγωνισμό για νέους καλλιτέχνες. Μη μιλάτε, λοιπόν και αφήστε τα όλα επάνω μου. Η αθανασία σας πεγιμένει.
     Ο κόκορας έμεινε ακίνητος.
     - Μόνο που θα πγέπει να φέγω τα πινέλα και τις μπογιές μου, που τα έχω εδώ πιο πέγα. Πετάγομαι δυο λεπτά και επιστγέφω. Εσείς στο μεταξύ μη χάσετε την πόζα, είναι ακγιβώς αυτό που θέλω. Και, πγοπαντώς, μη μιλάτε!
     Το κοράκι έτρεξε στο παρκάκι, όπου το περίμεναν τα υπόλοιπα ζώα και τους είπε τι είχε κάνει. Και εκείνα δεν το πίστεψαν στην αρχή, αλλά όταν αργότερα, ένα-ένα πέρασαν απ'έξω από την αυλή και είδαν τον κόκορα ακίνητο και σιωπηλό, κατάλαβαν ότι το κοράκι το είχε κάνει το θαύμα του. Και είπαν ότι του άξιζε να του στήσουν αδριάντα για το καλό που τους είχε κάνει.
     Δεν ξέρω αν τελικά τον έφτιαξαν τον αδριάντα. Ξέρω όμως ότι ο κόκορας ποζάρει ακόμα, ακίνητος και σιωπηλός.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Τότε ήταν

     Όλοι το ξέρουν: δεν ήταν κακό παιδί ο Φεβρουάριος, μόνο λίγο παραπονιάρης, και ορισμένες φορές, όχι άδικα. Βλέπετε, είχε την ατυχία να είναι στραβά τα δόντια του, και να χρειαστεί να φορέσει σιδεράκια από πολύ μικρός. Και μέχρι να βγάλει τα σιδεράκια και να χαμογελάσει, είχε ήδη πάει στο Λύκειο.
     Αλλά είχε άλλη μία ατυχία ο Φεβρουάριος, και αυτή δε διορθωνόταν με σιδεράκια: το ένα του πόδι ήταν λίγο κοντύτερο από το άλλο, με αποτέλεσμα να κουτσαίνει από γεννησιμιού του. Και αυτό από μόνο του δεν είναι τόσο κακό - εκτός που τον δυσκόλευε λίγο στο περπάτημα -, αλλά πολλές φορές τα άλλα παιδιά τον κορόιδευαν, είτε μιμούμενα το περπάτημά του, είτε φωνάζοντάς τον Κουτσοφλέβαρο.
     Και μη νομίζετε ότι τα αδέρφια του, οι άλλοι μήνες, ήταν πολύ καλύτερα: πολλές φορές, όταν συζητούσαν τι παιχνίδι θα έπαιζαν, επίτηδες διάλεγαν να παίξουν κυνηγητό για να τον τσιγκλίσουν. Και όχι μόνο επέλεγαν να παίξουν κυνηγητό, έβαζαν και τον καημένο το Φεβρουάριο να κυνηγάει. Και εκείνος, είτε αποφάσιζε να παίξει για να μη δείξει ότι τον πείραζε και, φυσικά, έχανε, είτε αποφάσιζε να βάλει το κεφάλι κάτω και να κλειστεί στο δωμάτιό του. Ευτυχώς, δηλαδή, που ο νονός του ανακάλυψε ένα μαγαζί με ορθοπεδικά είδη και του αγόρασε ένα ζευγάρι ορθοπεδικά παπούτσια, ειδικά για το πρόβλημά του, αλλιώς ο Φεβρουάριος ίσως κάποια στιγμή να κλεινόταν οριστικά στο δωμάτιό του. 
     Με τα ορθοπεδικά παπούτσια ο Φεβρουάριος μπόρεσε να περπατήσει χωρίς να κουτσαίνει ιδιαίτερα και η ζωή του άλλαξε προς το καλύτερο. Τα άλλα παιδιά δεν πρόσεχαν πια τόσο το πρόβλημά του και εκείνος σιγά-σιγά έγινε πιο κοινωνικός και μάλιστα άρχισε και μαθήματα κιθάρας, που με τη σειρά τους του έδωσαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
     Τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, όμως, δεν είναι αστεία. Όσο, λοιπόν, κι αν ξεπέρασε τα παιδικά του τραύματα ο Φεβρουάριος, πάντα είχε μια ευαισθησία παραπάνω, όταν κάποιος αναφερόταν στο πρόσωπό του και, κυρίως, στο κουτσό του πόδι.
     Περνούσε, λοιπόν, τις προάλλες έξω από ένα μαγαζί ο Φεβρουάριος και άκουσε δύο τύπους να μιλάνε.
     - Ήρθε και ο Φεβρουάριος, είπε ο ένας.
     - Ναι, είπε ο άλλος.
     - Καλός φαίνεται, είπε πάλι ο πρώτος.
     - Ναι, δε φαίνεται να έχει κακές προθέσεις.
     - Αν και ποτέ δεν ξέρεις τι επιφυλάσσει ο Κουτσοφλέβαρος, συνέχισε ο πρώτος.
     Στο άκουσμα του προθέματος κουτσο- ο Φεβρουάριος ένιωσε σαν να τον διαπερνούσε ρεύμα.
     - Και εδώ που τα λέμε, συνέχισε ο δεύτερος, τι να περιμένει κανείς από έναν κουτσό;
     Μία φλέβα στο μέτωπο του Φεβρουαρίου άρχισε να φουσκώνει.
     - "Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει...", πρόσθεσε ο δεύτερος.
     Η φλέβα στο μέτωπο του Φεβρουαρίου φούσκωσε κι άλλο.
     - "... μα κι αν τύχει και θυμώσει...", συμπλήρωσε ο πρώτος.
     - Σιγά μη θυμώσει!
     Και τότε ήταν που θύμωσε ο Φεβρουάριος. Και σαν να αχνοφάνηκαν τα δόντια του, τα ισιωμένα από τα σιδεράκια.

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Ο βασιλιάς Διατάζος

     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς που χρησιμοποιούσε μόνο την Προστακτική και γι'αυτό τον φώναζαν "ο βασιλιάς Διατάζος".
     Από όταν ήταν μικρός, ο βασιλιάς Διατάζος μιλούσε με τον ίδιο τρόπο. Όταν, για παράδειγμα, άνοιγε τα μάτια του το πρωί, φώναζε στην παραμάνα του: "Φέρε μου το γάλα μου!". Και εκείνη του έφερνε το γάλα του. Μετά φώναζε: "Φέρε μου τα παιχνίδια μου!". Και εκείνη του έφερνε τα παιχνίδια του. Ύστερα, έλεγε στον προσωπικό του υπηρέτη: "Παίξε μαζί μου!". Και ο προσωπικός του υπηρέτης έπαιζε μαζί του. 
     Αργότερα, όταν κουραζόταν από το παιχνίδι, φώναζε: "Βγείτε όλοι από το δωμάτιό μου!", και όλοι έβγαιναν από το δωμάτιό του. Και όταν πεινούσε φώναζε: "Φέρτε μου το φαγητό μου!". Και του έφερναν το φαγητό του. Το βράδυ, όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι του, έλεγε στην παραμάνα του, που καθόταν στο προσκεφάλι του: "Πες μου μια όμορφη ιστορία!". Και εκείνη του διηγόταν μια όμορφη ιστορία. Και ο μικρός αποκοιμιόταν και στα όνειρά του έδινε διαταγές στον ήλιο και στο φεγγάρι.
     Ακόμα και τα Χριστούγεννα, ο πρίγκηπας έδινε διαταγές. Φώναζε τον γραμματέα του παλατιού και του έλεγε: "Γράψε ένα γράμμα στον Άη-Βασίλη!" Και ο γραμματέας του παλατιού έγραφε το γράμμα. Και το γράμμα έλεγε: "Άκου, Άγιε Βασίλη, φέρε μου πολλά δώρα, αλλιώς θα σου σκοτώσω τους ταράνδους!". Και πάντα ο πρίγκηπας έπαιρνε πολλά δώρα από τον Άη-Βασίλη.
     Όταν ο πρίγκηπας μεγάλωσε και θέλησε να παντρευτεί, φώναξε την ομορφότερη πριγκήπισσα του βασιλείου και της είπε: "Παντρέψου με, αλλιώς θα σκοτώσω όλη σου την οικογένεια!". Και εκείνη τον παντρεύτηκε. Έναν χρόνο αργότερα, ο πρίγκηπας είπε στη γυναίκα του: "Κάνε μου ένα γιο, αλλιώς να φύγεις από τη χώρα!". Και εκείνη του έκανε έναν γιο με χρυσά μαλλιά και γαλανά μάτια.
    Μετά, πέθανε ο πατέρας του πρίγκηπα και ο πρίγκηπας έγινε βασιλιάς. Και ο βασιλιάς είπε στη βασίλισσα: "Και τώρα κάνε μου μια κόρη, αλλιώς να φύγεις από τη χώρα!". Αλλά η βασίλισσα έκανε δύο δίδυμες κόρες και ο βασιλιάς της είπε: "Φύγε από τη χώρα, τώρα αμέσως!". Και η βασίλισσα έφυγε από τη χώρα.
     Πέρασαν πολλά χρόνια, χωρίς ο βασιλιάς να αλλάξει καθόλου τον τρόπο που μιλούσε. Όταν σηκωνόταν το πρωί, φώναζε στους υπηρέτες: "Ντύστε με!" και εκείνοι τον έντυναν. Όταν ήθελε να πάρει πρωινό, φώναζε: "Φέρτε μου το πρωινό μου!" και του πήγαιναν το πρωινό του. Όταν ήθελε να πάει βόλτα φώναζε: "Ετοιμάστε τη βασιλική άμαξα!" και ετοίμαζαν τη βασιλική άμαξα. Όταν ήθελε να πάρει το μπάνιο του φώναζε: "Βάλτε το νερό στους 40 βαθμούς!" και ζέσταιναν το νερό στους 40 βαθμούς. Όταν ήθελε να χαλαρώσει, φώναζε τους μουσικούς του παλατιού και τους διέταζε: "Παίξτε!". Και εκείνοι έπαιζαν. Και όταν ήθελε να κοιμηθεί το βράδυ, φώναζε: "Σωπάστε!". Και όλοι σώπαιναν. Μέχρι και οι κουκουβάγιες σώπαιναν, όταν ο βασιλιάς ήθελε να κοιμηθεί.
     Στον κόσμο δεν άρεσε ο τρόπος του βασιλιά, αλλά σχεδόν κανένας δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί, καθώς στο βασιλιά δεν άρεσαν καθόλου οι διαμαρτυρίες και όποιον διαμαρτυρόταν ή τον έστελνε στη φυλακή, ή διέταζε να του κόψουν το κεφάλι.
     Ήταν προφανές ότι, ενώ ο βασιλιάς είχε δικαίωμα στην απεριόριστη χρήση της Προστακτικής, οι υπόλοιποι δεν είχαν. Όταν, για παράδειγμα, ήταν η ώρα του πρωινού, οι υπηρέτες τον ρωτούσαν: "Θα ήθελε η Υψηλότητά σας να πάρει το πρωινό της;". Όταν ήταν η ώρα του μπάνιου, τον ρωτούσαν: "Θα ήθελε η Υψηλότητά σας να πάρει το μπάνιο της;", και επίσης τον ρωτούσαν: "Τι θα ήθελε η Υψηλότητά σας να φάει στο γεύμα;".
     Μια μέρα, μια γριά μπήκε στο παλάτι και πήγε να δει το βασιλιά. Κανείς δεν την σταμάτησε, επειδή όλοι γνώριζαν ότι η γριά εκείνη μιλούσε με τον άνεμο και τον ήλιο, και ότι ήταν ξαδέρφη της βροχής. Η γριά φορούσε ένα μακρύ, τυρκουάζ φόρεμα και τα μαλλιά της ήταν λυτά και πάρα πολύ μακριά.
     "Φύγε από εδώ!" διέταξε ο βασιλιάς, αλλά εκείνη δε μετακινήθηκε από τη θέση της. "Φύγε από εδώ!" ξαναφώναξε ο βασιλιάς και η γριά σήκωσε το κεφάλι της, αλλά δεν είπε τίποτα. "Φρουροί!", φώναξε ο βασιλιάς, "Συλλάβετε αυτή τη γυναίκα!", αλλά κανένας από τους φρουρούς δεν κουνήθηκε. Ο βασιλιάς παραξενεύτηκε λίγο.
     "Εντάξει, τότε", είπε στην γριά, "πες μου τι θέλεις!". Η γριά χαμογέλασε και του είπε: "Στ'αλήθεια δεν ξέρεις τι θέλω;". "Όχι", ξεκίνησε να λέει ο βασιλιάς, αλλά πριν συνεχίσει η γριά του φώναξε: "Μη μιλάς!".
     Πώς; Η γριά έδινε διαταγές στο βασιλιά; Πώς τολμούσε;
     "Μη μιλάς!", ξαναείπε στο βασιλιά η γριά και ο βασιλιάς δεν μπόρεσε να ξαναμιλήσει. "Τι νομίζεις;", συνέχισε εκείνη, "ότι είσαι ο άρχοντας του κόσμου; Ε, μάθε ότι δεν είσαι! Από όταν γεννήθηκες, το μόνο που κάνεις είναι να δίνεις διαταγές! Είσαι κακομαθημένος και πολύ αυταρχικός. Τώρα, λοιπόν, έφτασε η ώρα της πληρωμής σου. Γι'αυτό, πήγαινε εκεί που ανήκεις, και μην ξαναγυρίσεις!". Και η γριά χτύπησε δυο φορές τα χέρια της και ο βασιλιάς εξαφανίστηκε. Και όλοι ανάσαναν ανακουφισμένοι.
     Λίγο καιρό αργότερα, κανείς δε θυμόταν πια το βασιλιά Διατάζο, αλλά σε μία μυρμηγκοφωλιά κοντά στο παλάτι εμφανίστηκε ένα ξεχωριστό μυρμήγκι. Κανένας δεν έδωσε σημασία στο ξεχωριστό αυτό μυρμήγκι, επειδή όλοι στη μυρμηγκοφωλιά είχαν πάρα πολλή δουλειά. Και το ξεχωριστό μυρμήγκι άρχισε και αυτό να δουλεύει σκληρά, από το πρωί ως το βράδυ, ακολουθώντας τα άλλα μυρμήγκια. Και ένα πρωί όπως όλα τα άλλα, που όλα τα μυρμήγκια ξύπνησαν και ξεκίνησαν τη δουλειά, το ξεχωριστό μυρμήγκι δεν άνοιξε καθόλου τα μάτια του. Είχε πεθάνει. Αλλά στη μυρμηγκοφωλιά υπήρχε πάντα πάρα πολλή δουλειά, και κανείς δεν κατάλαβε ότι το ξεχωριστό μυρμήγκι είχε πεθάνει. 
     Και η ζωή συνεχίστηκε.