Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Χαμένη υπόθεση


     Ο δόκτωρ Τζιοβάνι Ντιβάνι έβαλε μία τελεία στην πρόταση που είχε γράψει και πήρε μια βαθειά ανάσα. Έβγαλε τα γυαλιά που φορούσε και κοίταξε τον ασθενή του.
     - Λοιπόν, είπε. Από όσα μου είπατε φαίνεται καταρά ότι υπάρκουν κάποια τέματα που ακόμα ντεν έκετε λύσει και αυτά είναι που ντημιουργκούν όλα σας τα προβλήματα. Βλέπουμε έντονη ανασφάλεια, που συνντυάζεται με ένα εμφανώς Οιντιπόντειο σύμπλεγκμα, και η οποία ανασφάλεια έκει τις ρίζες της στην παιντική σας ηλικία.
     - Μπορείτε να με βοηθήσετε; ρώτησε ο Ιούνιος.
     - Είναι ντύσκολο, αλλά όκι ακατόρτωτο. Μα, να κσέρετε, τη σημαντικότερη ντουλειά πρέπει να την κάνετε εσείς.
     - Τι θα πρέπει να κάνω;
     - Πρώτα-πρώτα, τα πρέπει να πιστέπσετε ότι η μητέρα σας σας αγκαπά...
     - Μα το ξέρω ότι με αγαπάει η μητέρα μου.
     - ... και τα πρέπει να τα βρείτε με τον αντερφό σας.
     - Μόνο όταν πάψει να είναι το αγαπημένο της παιδί.
     - Μα αυτό που λέτε ντεν είναι λογκικό. Μία μητέρα ντεν κσεκωρίζει τα παιντιά της.
     - Κι όμως, η δικιά μου κάνει διακρίσεις!
     - Μα σκεφτείτε λογκικά, γκιατί να το κάνει αυτό;
     - Λόγω της κλιμακτηρίου!
     - Ίσως ντεν είναι σωστό να το πω αυτό, αλλά νομίζω ότι παραλογκίζεστε...
     - Δεν ξέρετε εσείς, από όταν μπήκε στην κλιμακτήριο, που κάθε τρεις και λίγο ζεσταίνεται, όλο μου χτυπάει ότι δεν είμαι σαν εκείνον! Δεν φτάνει που τον Οκτώβριο τον έκανε πιο ψηλό, τώρα μου λέει ότι θα έπρεπε να του μοιάσω κιόλας!
     - Τα μπορούσατε, ίσως, να βάλετε λίγκο νερό στο κρασί σας...
     - Τον έχετε δει τον Οκτώβριο; Δεν βλέπεται!
     - Τώρα νομίζω ότι υπερβάλλετε. Μήπως κατά βάτος τον ζηλεύετε λίγκο;
     - Τι λέτε, δόκτωρ Ντιβάνι; Το πρόσωπό του είναι σκαμμένο από την ακμή, είναι στραβούλιακας και χωρίς γυαλιά δεν μπορεί να δει ούτε τη μύτη του, και είναι και στραβοκάνης! Ενώ εγώ...
     Ένας ήχος από τριζόνι ακούστηκε.
     - Με συγχωρείτε, είπε ο Ιούνιος, το κινητό μου είναι.
     - Ντεν είπαμε ότι το κινητό τα πρέπει να είναι σβηστό σε όλη τη ντιάρκεια της συνεντρίας; είπε ο δόκτωρ Ντιβάνι και τον κοίταξε αυστηρά.
     - Μα είναι η γυναίκα μου, είπε αυτός και το πήρε στο χέρι του. Έλα, μωρό μου, τι συμβαίνει; είπε στο τηλέφωνο.
     Μία πολύ λεπτή φωνή ακούστηκε μέχρι το δόκτωρα Ντιβάνι.
     - Ναι, βεβαίως, έχεις δίκιο, θα το διορθώσω τώρα αμέσως, τίποτα άλλο χρειάζεσαι, μωράκι μου;
     Η φωνή δεν ακούστηκε. Ο Ιούνιος πλησίασε το παράθυρο, το άνοιξε και φύσηξε προς τα έξω. Τα σύννεφα, που είχαν καλύψει τον ουρανό, έφυγαν άρον-άρον και ο ήλιος, που κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα, χαμογέλασε πλατιά.
     - Έβαλε πλυντήριο και θέλει να απλώσει, είπε ο Ιούνιος στο δόκτορα Ντιβάνι και γύρισε στη θέση του.
     Ο δόκτωρ Ντιβάνι πήρε μια βαθειά ανάσα και ξανάρχισε να μιλάει.
     - Λέγκαμε ότι τα πρέπει να τα βρείτε με τον αντερφό σας.
     - Αυτό δε γίνεται. Βρείτε κάτι άλλο να μου προτείνετε.
     Ο δόκτωρ Ντιβάνι έριξε μια ματιά στις σημειώσεις του.
     - Έκουν καλή σκέση, η μητέρα σας και η σύζυγκός σας; ρώτησε.
     - Μα το πρόβλημα το έχω εγώ, δεν το έχουν εκείνες!
     - Ναι, αλλά ντεν παύουν να είναι οι πιο σημαντικές γκυναίκες στη ζωή σας...
     Το τριζόνι ακούστηκε και πάλι. Ο Ιούνιος έπιασε το κινητό.
     - Είναι η μαμά, είπε και το έβαλε στο αυτί του. Έλα, μαμά, όλα καλά;... Α, ναι; Το ξέρω, έχεις δίκιο, αλλά έβαλε πλυντήριο... Ζεσταίνεσαι, ε;... Δεν μπορείς να περιμένεις λίγ... ναι, εντάξει,... όχι, καταλαβαίνω,... ναι, εντάξει, μην ανησυχείς.
     Ο Ιούνιος άνοιξε το παράθυρο και έσκυψε προς τα έξω. Έφερε τα δάχτυλα στο στόμα και σφύριξε δυνατά. Αμέσως ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να επιστρέφουν. Ο ουρανός σκοτείνιασε τελείως. Ο δόκτωρ Ντιβάνι άναψε ένα μικρό λαμπατέρ που είχε δίπλα του.
     - Κλιμακτήριος, είπε ο Ιούνιος και κάθησε στη θέση του. Ζεσταίνεται η καημένη.
     Ο δόκτωρ ήπιε μια γουλιά νερό. Το διάφανο χρώμα του έκρυβε επιμελώς ένα διαλυμένο ηρεμιστικό.
     - Συνεχίστε, είπε ο Ιούνιος.
     Το τριζόνι ακούστηκε και πάλι.
     - Έλα, μωρό μου, τι συμβ... ναι, το ξέρω... η μαμά... ξέρεις τώρα, η κλιμακτήριος, ζεσταίν..., ναι, μωρό μου, το ξέρω, πρέπει να στεγνώσουν τα ρούχα, κάνε λίγο υπομονή και θα το ρυθμίσω... ε, μάνα μου είναι, τι θέλεις να κάνω;... καλά, εντάξει...
     Το παράθυρο ξανάνοιξε και ο Ιούνιος ξανάρχισε να φυσάει. Το δωμάτιο φωτίστηκε και ο δόκτωρ έσβησε το λαμπατέρ. Αλλά το τριζόνι ξανακούστηκε.
     - Ναι, μαμά, ναι, το ξέρω, αλλά η Βαλεντίνα... τι ποια Βαλεντίνα, η γυναίκα μου, βρε μαμά,... δεν μπορώ τώρα αμέσως, έχει απλώσει..., εννοείται ότι με νοιάζει, τι λόγια είναι αυτά,... ναι, θα το φροντίσω, κάνε μόνο λίγη υπομονή... ναι, το ξέρω ότι προτιμούσες τη Βερόνικα, αλλά εμένα μου άρεσε η Βαλεντίνα, τι να κάνουμε τώρα;... τέλος πάντων,... ναι, θα το φροντίσω είπα... τι δουλειά έχει ο Οκτώβριος, και εγώ μπορώ!... θα το φροντίσω είπα!
     Το παράθυρο ξανάνοιξε και ο δόκτωρ Ντιβάνι ήπιε άλλη μια γουλιά νερό και ξανάναψε το λαμπατέρ.
     - Καταλαβαίνετε, είπε ο δόκτωρ, ότι η λύση στο πρόβλημά σας ντεν βρίσκεται και τόσο κοντά τελικά...
     - Γιατί το λέτε αυτό; ρώτησε ο Ιούνιος. Επειδή φροντίζω τη μητέρα μου; Τι άνθρωπος είστε, επιτέλους; Δεν τη λυπάστε καθόλου; Περνάει κλιμακτήριο λέμε!

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Πηνελοπιάδας απαύγασμα

Η Πηνελόπη η όμορφη, η καλομαθημένη,
μεγαλωμένη άψογα με άριστες τροφούς,
σε ηλικία έφτασε για να συνάψει γάμο
και να ελκύει, άρχισε, μνηστήρες εκλεκτούς.

Ήταν όλοι τους δυνατοί, είχαν όλοι παλάτια,
κτήματα εύφορα, άλογα, πολλούς υποτελείς,
είχαν σεντούκια με φλουριά, πολύτιμα πετράδια,
δαμασκηνά είχαν σπαθιά, έξεις πολυτελείς.

Γνώριζαν πώς να ρίχνουνε το τόξο και το δόρυ,
γνώριζαν πώς να μάχονται με ανδρεία περισσή,
ήξεραν να καλπάζουνε περήφανα, με χάρη,
και να απαγγέλλουν ποίηση, απ'τη ρομαντική.

Η Πηνελόπη τα'χασε, τόσοι πολλοί μνηστήρες,
ποιον να διαλέξει, άραγε, που ήταν όλοι καλοί;
Διακριτικά την πίεζαν απόφαση να πάρει,
μα ήταν αυτό δύσκολο, κι η θέση της δεινή.

Κι εκεί που η κόρη έβλεπε αδιέξοδο μεγάλο,
και πιεζόταν έντονα σε κάποιον ναι να πει,
ο νους της εφωτίστηκε από λαμπρή ιδέα,
και αμέσως την εφάρμοσε, μη χάνοντας στιγμή.

Δήλωσε πως της έμενε προίκα για να υφάνει
και παρευθύς παρήγγειλε να στήσουν αργαλειό,
και ύφαινε ολημερίς, ώρες πολλές, με τέχνη,
αλλά τη νύχτα ξήλωνε, το όμορφο υφαντό.

Όποιος περνούσε έβλεπε καράβια και γοργόνες,
πουλιά, λουλούδια, άλογα και σχέδια θαυμαστά,
και διόλου δεν του πέρναγε απ'το φτωχό μυαλό του,
τι θα'κανε η πονηρή σαν έπεφτε η νυχτιά.

Και έτσι περνούσε ο καιρός, χωρίς να αποφασίζει,
και ύφαινε και ξήλωνε, χωρίς σταματημό,
και οι μνηστήρες πρόσμεναν, χωρίς καχυποψία,
την τέλεση των γάμων τους σε υπέρλαμπρο ναό.

Μα μια μικρή υπηρέτρια, που είδε την Πηνελόπη,
πήγε και τη μαρτύρησε σ'έναν ομορφονιό,
κι από το στόμα του νεαρού το νέο εδιαδόθη,
και οι μνηστήρες ζήτησαν εξήγηση εν χορώ.

Η Πηνελόπη το'νιωσε, τα ψέματα τελειώσαν,
να υφαίνει, αναγκάστηκε, με επιτηρητή,
και αν θα ξήλωνε ξανά, χωρίς να υπάρχει λόγος,
θα της επέβαλλαν ευθύς βαρύτατη ποινή.

Τα περιθώρια στένευαν, το υφαντό υφαινόταν,
η σωτηρία ήτανε όνειρο μακρινό,
κι η Πηνελόπη σήκωσε τα δακρυσμένα μάτια
και προσευχή απηύθυνε ψηλά, στον ουρανό.

Κι ο ουρανός την άκουσε και σφόδρα ελυπήθη,
και να τη σώσει θέλησε χωρίς χρονοτριβή,
και τέρας αιμοβόρικο, που το ελέγαν Πίπη,
κομμάτιασε το υφαντό, γοργά, στο πι και φι.

Τώρα οι μνηστήρες μέμφονται την άπονή τους τύχη,
το τέρας που τους γκρέμισε τα σχέδια μονομιάς,
μα είναι πεισματάρηδες, και δεν το βάζουν κάτω,
όπως αρμόζει σε άρχοντες, γιους ξακουστής γενιάς.

Ξανάστησαν τον αργαλειό, περάσαν το υφάδι,
την Πηνελόπη έβαλαν να υφαίνει απ'την αρχή,
όμως το μόνο σίγουρο είναι ότι η Πίπη,
θα ξανασκίσει το υφαντό, μόλις το ξαναδεί.

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Επαγγελματική διαστροφή



     Μία κραυγή. Αυτό ήταν. Μία κραυγή που συντάραξε όλη την πολυκατοικία. Ξύπνησε το μωρό στον τέταρτο, που μόλις είχε καταφέρει η μητέρα του να το κοιμίσει, τρόμαξε τον παππού στον τρίτο, που μόλις είχε βάλει μπαταρία στο ακουστικό του, και έκανε την κουτσομπόλα του πέμπτου να βγει στο μπαλκόνι της και έντρομη να κοιτάζει δεξιά και αριστερά.
     Ο υπαστυνόμος Θεοχάρης μπήκε στην κουζίνα φορώντας την φρεσκοσιδερωμένη στολή του. Σήμερα θα ανακοινώνονταν οι προαγωγές. Πήρε το πιο σοβαρό, επαγγελματικό του ύφος και έριξε μια ματιά τριγύρω.
     - Πού βρίσκεται το πτώμα; ρώτησε τη νεαρή που ήταν καθισμένη στο τραπέζι και, προφανώς, ήταν η μόνη μάρτυρας
     Η κοπέλα - που έτρεμε - δε μίλησε, αλλά κοίταξε προς το παράθυρο. Ο υπαστυνόμος πλησίασε, άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε. Όπως το φανταζόταν.
     - Χρειάζομαι έναν φακό, είπε.
     Η κοπέλα σηκώθηκε, πήγε σε ένα συρτάρι, το άνοιξε και έβγαλε έναν φακό. Ο υπαστυνόμος πήρε το φακό και με τη βοήθειά του ξανακοίταξε μέσα από το παράθυρο. Δε φαίνονταν ίχνη πάλης.
     - Θα πρέπει να βγω στο φωταγωγό, είπε ο υπαστυνόμος και μετά λύπης σκέφτηκε ότι θα τσαλακωνόταν η στολή του.
     Η κοπέλα δεν είπε τίποτα, μόνο τον βοήθησε να βγάλει το σακάκι του και στη συνέχεια του κράτησε ανοιχτό το παράθυρο, για να βγει στο φωταγωγό. Ο υπαστυνόμος πήδηξε στο πάτωμα και κοίταξε προς τα επάνω. Πόσα μέτρα να ήταν; Κοίταξε το θύμα.
     - Αυτοκτονία; σκέφτηκε. Πώς αλλιώς πηδάει κάποιος, από την ταράτσα ενδεχομένως, στην άβυσσο ενός φωταγωγού;
     Πλησίασε το πτώμα. Η ύπτια στάση του δεν είχε κάτι το περίεργο. Πρέπει να ήταν αρκετή ώρα πεθαμένο. Η ακαμψία είχε επεκταθεί ήδη στα πόδια του. Η καθόλου αφύσικη στάση του σώματός του, όμως, έλεγε στον υπαστυνόμο ότι ο θάνατος δεν είχε επέλθει κατά την πτώση. Θα πρέπει το θύμα να ήταν ακόμα ζωντανό, όταν βρέθηκε στον πάτο του φωταγωγού. Ίσως να ήταν στα τελευταία του, και απλώς να είχε αφήσει την τελευταία του πνοή εκεί.
     Ο υπαστυνόμος κοίταξε το πρόσωπο του θύματος. Ό,τι δεν υπήρχε στο σώμα, βρισκόταν ξεκάθαρα στο πρόσωπό του. Δεν ήταν το πρόσωπου κάποιου που είχε πεθάνει στον ύπνο του, ήταν το πρόσωπο κάποιου που είχε δώσει μάχη για να κρατηθεί στη ζωή.
     - Δολοφονία; σκέφτηκε ο υπαστυνόμος.
     Το χρώμα του θύματος  ήταν λίγο περίεργο.
     - Πιθανώς δηλητηρίαση, έκανε μια δεύτερη σκέψη ο υπαστυνόμος, αλλά αυτό θα το πει σίγουρα ένας ιατροδικαστής.
     Μια φωνή τον έβγαλε από τις σκέψεις του.
     - Κύριε Θεοχάρη, τι κάνετε στο φωταγωγό; Έγινε τίποτα;
     Ο υπαστυνόμος σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε. Ένα γυναικείο κεφάλι πρόβαλλε από το παράθυρο του πέμπτου.
     - Τίποτα, κυρία Βίρνα, μία απλή αυτοψία.
     - Άκουσα μία κραυγή και τρόμαξα, συνέχισε η κουτσομπόλα του πέμπτου.
     - Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Η κόρη μου ήταν.
     - Έπαθε τίποτα;
     - Όχι, όχι, τίποτα. Μια κατσαρίδα είναι στο φωταγωγό, αλλά είναι ψόφια, μην ανησυχείτε…
     - Α, μια κατσαρίδα… Ε, εντάξει, για κατσαρίδες δεν ανησυχώ, οι αποπάνω του έκτου κάνουν τόσο συχνά απολύμανση, που δεν υπάρχει κίνδυνος, να, και εχθές απολύμανση έκαναν…
     - Αχά, σκέφτηκε ο υπαστυνόμος, ώστε από τον έκτο έπεσε το θύμα στο φωταγωγό!

     ΥΓ: Αυτή ήταν η πρώτη συμμετοχή της Πίπης στο διαδικτυακό δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις", που διοργανώνει ακούραστα η Μεμαρία στο ιστολόγιό της mytripsonblog. Ήταν μια πολύ ευχάριστη εμπειρία και η Πίπη ελπίζει να μπορέσει να την επαναλάβει.