Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

Κυνηγετική περίοδος

     Από μακριά ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Δύο κεφάλια πρόβαλαν αργά-αργά, ανάμεσα από τις καλαμιές.
     - Μπα, τίποτα, είπε ο ένας.
     - Τίποτα, είπε και ο άλλος.
     Ξανακρύφτηκαν.
     - Αυτή η αναμονή με σκοτώνει, είπε ο ένας.
     - Και εμένα, είπε ο άλλος.
     - Λες να μην έρθουν φέτος; ρώτησε ο ένας.
     - Δε νομίζω, απάντησε ο άλλος. Αφού είναι η εποχή τους.
     - Σωστά.
     - Όπου να'ναι θα φανούν στον ορίζοντα, θα δεις.
     - Ναι.
     - Ας περιμένουμε, λοιπόν.
     - Ας περιμένουμε.
     Πέρασε ένα ολόκληρο λεπτό.
     - Δύσκολο πράγμα το κυνήγι, έσπασε τη σιωπή ο ένας.
     - Απαραίτητο όμως.
     - Ναι. Αλλά είναι κρίμα να σπαταλάς τα σκάγια σου χωρίς να σκοτώνεις τίποτα της προκοπής.
     - Πρέπει να είσαι και τυχερός.
     - Παλιότερα, θυμάμαι, ήταν όλα καλοθρεμμένα και στρουμπουλά, με ένα μόνο περνούσε μια ολόκληρη οικογένεια. Ενώ τώρα...
     - Ε, τι να γίνει που έχουν μειωθεί οι βιότοποί τους; Πού να βρουν φαγητό κι αυτά τα έρμα, να χορτάσουν, να στρουμπουλέψουν;
     - Τουλάχιστον τον Αύγουστο έρχονται πολλά από δαύτα.
     - Ναι, τα κοπάδια του Ιουνίου και του Ιουλίου είναι μικρότερα, ειδικά του Ιουνίου.
     - Και το Σεπτέμβριο έρχονται κάποια.
     - Ναι, αλλά όπως και να το κάνεις, ο Αύγουστος είναι ο μήνας ο καλός.
     - Αλλά και πάλι πρέπει να είσαι τυχερός. Πρέπει να σκοτώσεις όσα χρειάζεσαι, για να βγάλεις όλο τον χρόνο.
     - Μου φαίνεται ότι δεν έχουμε κάτσει σε καλό μέρος. Εκεί πιο κάτω που είναι τα μπαράκια είναι καλύτερο πέρασμα.
     - Τι να σκοτώσεις εκεί κάτω, καημένε; Κάτι ψωρόπουλα, μόνο, τα καλά τα έχουν πιάσει ήδη οι ιδιοκτήτες των μπαρ.
     - Δεν ξέρω, αλλά τόση ώρα και δεν έχει περάσει τίποτα. Μήπως να κατεβαίναμε προς τη θάλασσα;
     - Εκεί έχουν ήδη πιάσει τα πόστα τα μπητς μπαρ και οι καντίνες με τις ξαπλώστρες, δε νομίζω να έχει μείνει κανένα για εμάς...
     - Και, δηλαδή, εδώ είναι καλύτερα;
     - Φυσικά και είναι, δυο βήματα από το λιμάνι και άλλα πέντε από το αεροδρόμιο, δίπλα ακριβώς από τον κεντρικό δρόμο. Όλα από εδώ θα περάσουν, θέλουν δε θέλουν.
     - Ναι, αλλά τα περισσότερα τα έχουν ήδη πιάσει τα ολ ινκλούσιβ ξενοδοχεία... Δέκα-δέκα τα πιάνουν.
     - Μόνος σου το είπες: τα περισσότερα. Όσα ξεφεύγουν από εκεί, μοιραία θα πέσουν επάνω μας. Έχε μου εμπιστοσύνη.
     - Καλά, μας βλέπω να πεθαίνουμε της πείνας φέτος...
     - Εγώ, πάλι, έχω άλλη άποψη... Να, δες εκεί κάτω...
     - Πού;
     - Εκεί, στα ανοιχτά, λίγο πίσω από το απέναντι νησάκι: πλοίο δεν είναι αυτό;
     - Ναι, έτσι φαίνεται.
     - Και λίγο πιο αριστερά, στο βάθος, και εκείνο με πλοίο δεν μοιάζει;
     - Μάλλον.
     - Και, για κοίτα και τον ουρανό, το βλέπεις το αεροπλάνο που πλησιάζει;
     - Ναι.
     - Ε, να δεις που όλα αυτά έρχονται εδώ! Και πρέπει να είναι γεμάτα!
     - Αμήν, Παναγία μου!
     - Θυμήσου: πρώτα αφήνουμε να χτυπήσουν τα ολ ινκλούσιβ, και όσα τούς ξεφύγουν, έτσι ζαλισμένα και τρομαγμένα που θα είναι, τα περιλαμβάνουμε εμείς.
     - Τρέμω από τη συγκίνηση!
     - Να μην τρέμεις καθόλου, θέλεις να βαράς στο γάμο του Καραγκιόζη;
     - Αυτή την στιγμή την περίμενα από πέρυσι!
     - Και εγώ, αλλά δεν κάνω έτσι!
     - Έχεις δίκιο.
     - Πρέπει να είμαστε συγκεντρωμένοι, αλλιώς θα τη χάσουμε την ευκαιρία μας. Θυμάσαι τι έγινε πέρυσι;
     - Καλά τα πήγαμε πέρυσι.
     - Ναι, καλά τα πήγαμε, επειδή ήμαστε συγκεντρωμένοι. Και φέτος καλά θα τα πάμε, θα δεις, τα πλοία είναι πράγματι γεμάτα!
     - Θα πάρω τη γυναίκα μου...
     - Ναι, αλλά μην αργείς, σε λίγο φτάνουν...
     - Έλα, γυναίκα, έρχονται και είναι πολλά! Έχω καλό προαίσθημα, ετοίμασε τον καταψύκτη, μου φαίνεται θα τον γεμίσουμε και φέτος!
     Στα καταστρώματα των πλοίων και στα καθίσματα του αεροπλάνου, τα ανυποψίαστα πορτοφόλια ετοιμάζονταν να αποβιβαστούν...

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2019

Τέλος αποστολής



     Όταν η Πίπη αναλαμβάνει μια αποστολή, την αναλαμβάνει για τα καλά. Από την στιγμή που ανέλαβε, λοιπόν, να βρει το εξαφανισμένο καλοκαίρι, ήταν θέμα χρόνου να βρεθεί στο κατόπι του.
     Όπως την είχε συμβουλέψει ο Αντώνης Ξετρυπώνης, η Πίπη έφτιαξε βιαστικά τη βαλίτσα της, και στη συνέχεια πήγε στο λιμάνι, από όπου πήρε το πρώτο πλοίο που έφευγε. Και το πρώτο πλοίο που έφευγε πήγαινε σε ένα νησί, οπότε και η Πίπη πήγε σε εκείνο το νησί.
     Ήδη από το πλοίο, η Πίπη ξεκίνησε την έρευνά της. Και δεν άργησε να εντοπίσει ένα-δυο άτομα, που ταίριαζαν στις περιγραφές του αγνοούμενου. Όμως, τελικά, κανένας από τους δύο δεν ήταν το καλοκαίρι: ο ένας συνοδευόταν από μία γυναίκα και ένα μωρό, κάτι που ήταν αδύνατο να έχει προκύψει στη ζωή του καλοκαιριού μέσα στις μέρες που είχε εξαφανιστεί, ενώ ο άλλος αποδείχτηκε πως ήταν γυναίκα, με πολύ κοντό μαλλί.
     Όπως όλοι ξέρουμε, βέβαια, η Πίπη δεν πτοείται από τέτοιου είδους αναποδιές, οπότε μόλις πάτησε το πόδι της στην ξηρά, ξεκίνησε με νέα όρεξη και νέα ορμή, για να βρει το καλοκαίρι. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο και η θάλασσα ήταν λάδι. Κάτι της έλεγε ότι βρισκόταν πολύ κοντά στον στόχο της.
     Το νησί είχε κατακλυστεί από κόσμο και ήταν ιδανική κρυψώνα για κάποιον που θα ήθελε να χαθεί μέσα στο πλήθος. Η ζέστη ήταν μεγάλη, αλλά η Πίπη φορούσε γυαλιά ηλίου και καπέλο, και είχε μάθει από έναν ινδιάνο ανιχνευτή πώς να εντοπίζει τις πιο δροσερές σκιές. Το βλέμμα της σάρωνε δεξιά-αριστερά, και κοίταζε με ιδιαίτερη επιμονή τους άντρες με τη νεανική κορμοστασιά που είχαν λίγο μακριά μαλλιά και μούσι. Ίσως κάποιος από αυτούς να έκρυβε κάποιο ένοχο μυστικό, μια μυστική ταυτότητα, ίσως, μια μάνα να τον αναζητά και να δίνει φακέλους με μωβ περιεχόμενο στον Αντώνη Ξετρυπώνη, τον διάσημο ντεντέκτιβ…
     Οι πρώτες έρευνες απέβησαν άκαρπες. Ίσως το καλοκαίρι να είχε αποτραβηχτεί κάπου μακριά από τη φασαρία του κόσμου, σκέφτηκε η Πίπη. Συνέχισε, λοιπόν, την αναζήτησή της στις παραλίες… Βραχώδεις, με βότσαλα, με χαλίκι, με άμμο, όλες τις γύρισε η Πίπη. Ρωτούσε τους γλάρους, μέχρι και τα ψαράκια που κολυμπούσαν έξω-έξω στη θάλασσα ρωτούσε, αλλά κανείς δεν ήξερε πού κρυβόταν το καλοκαίρι.
     Μια μέρα που είχε πάει σε μια μεγάλη, αμμώδη παραλία για έρευνα, η Πίπη, ένιωσε πραγματικά πολύ απογοητευμένη. Τόσα χιλιόμετρα αμμουδιά, και να μην υπάρχει πουθενά το καλοκαίρι; Αφού το ένιωθε, κάπου εκεί κοντά βρισκόταν…
     Και εκεί που το βλέμμα της πλανιόταν στην παραλία, είδε μια κοπέλα καθισμένη στην άκρη ενός βράχου. Η κοπέλα είχε πλούσια, μακριά, μάλλον ξεχτένιστα μαλλιά. Φύκια και αστερίες είχαν πιαστεί μέσα τους, αλλά η κοπέλα δε φαινόταν να νοιάζεται. Η Πίπη σκέφτηκε ότι μια τέτοια κοπέλα ίσως και να ήξερε πού βρισκόταν το καλοκαίρι και πλησίασε. Η κοπέλα άκουσε την Πίπη που πλησίαζε και γύρισε να την κοιτάξει. Και τότε η Πίπη είδε και κάτι άλλο: η κοπέλα είχε ουρά!
     - Όλα καλά; ρώτησε η κοπέλα την Πίπη, που είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα.
     - Γοργόνα! είπε η Πίπη γεμάτη θαυμασμό.
     - Πού’ν’την; ρώτησε η γοργόνα και κοίταξε γύρω της.
     Δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από την Πίπη εκεί κοντά.
     -Α, εμένα εννοείς, είπε η γοργόνα.
     - Δεν είχα ξαναδεί γοργόνα από κοντά, είπε η Πίπη.
     - Γενικά τους αποφεύγουμε τους ανθρώπους, είπε η γοργόνα, όμως τσακώθηκα με τη μάνα μου και ήθελα να κάτσω κάπου μακριά από τις γοργόνες.
     - Υπάρχουν πολλές;
     - Το πολύ και το λίγο είναι σχετικό, όταν τσακώνομαι με τη μάνα μου και το δύο μεγάλο μου φαίνεται…
     - Δύο γοργόνες υπάρχουν μόνο;
     - Όχι, βέβαια, υπάρχουν πολλές περισσότερες…
     - Και πού ζείτε;
     - Δεν πιστεύεις στ’αλήθεια ότι θα σου πω, δεν είμαι τόσο χαζή… Τι, δηλαδή, να σου πω ότι ζούμε μέσα στη θάλασσα, όπου υπάρχουν κοράλλια, και να έρθετε να μας πάρετε τα κοράλλια και να μας χαλάσετε τα σπίτια μας;
     - Εκεί που υπάρχουν κοράλλια ζείτε;
     - Όχι, αλλά θα μπορούσαμε…
     - Πολύ αινιγματικά μιλάς.
     - Το ξέρω, όλοι μου το λένε…
     - Όμορφα μαλλιά έχεις…
     - Α, ευχαριστώ!
     - … αλλά μήπως θέλουν λίγο χτένισμα;
     - Τι εννοείς; Στο καλύτερο κομμωτήριο πηγαίνω! Τρεις ώρες μου τα έφτιαχνε η κομμώτρια!
     - Δηλαδή, αυτό που βλέπω είναι προϊόν κομμωτηρίου;
     - Φυσικά! Τι είμαι, καμία φτωχογοργόνα; Εγώ είμαι από καλή οικογένεια, να ξέρεις!
     - Δεν ήθελα να σε προσβάλω…
     - … Η μητέρα μου είναι δεύτερη ξαδέρφη της γνωστής γοργόνας.
     - Της αδερφής του Μεγαλέξανδρου;
     - Γιατί; Υπάρχει κι άλλη;
     - Η Άριελ.
     - Ποια; Αυτή η ατάλαντη ηθοποιός; Σιγά τη διασημότητα!
     - Ώστε ξέρεις την αδερφή του Μεγαλέξανδρου;
     - Όχι προσωπικά, αλλά και ποιος δεν την ξέρει!
     - Θα ήθελα πολύ να την γνωρίσω…
     - Δεν υπάρχει περίπτωση να την γνωρίσεις.
     - Γιατί;
     - Πρώτον, επειδή είναι μια διασημότητα και δεν καταδέχεται να γνωρίζει όποιον κι όποιον, και δεύτερον, επειδή βρίσκεται σε ίδρυμα.
     - Σε ίδρυμα;
     - Ναι. Είναι το Ίδρυμα για την Αποκατάσταση Ψυχικών Διαταραχών…
     - Έχει ψυχικές διαταραχές;
     - Για να ψάχνει το Μεγαλέξανδρο τόσα χρόνια και να μη λέει να καταλάβει ότι δεν θα τον βρει ποτέ, εσύ τι λες;
     - Θα βγει ποτέ από εκεί;
     - Να σου πω, ο θεράπων γοργονογιατρός λέει πως υπάρχουν πολλές ελπίδες, η εμπειρία όμως λέει ότι καμία γοργόνα δεν ξαναβγήκε από ίδρυμα αποκατάστασης.
     - Κρίμα.
     - Αλλά, και να βγει, τι νομίζεις; Θα είναι η ίδια;
     - Δε θα είναι, λες;
     - Πω,πω! είπε ξαφνικά η γοργόνα. Πέρασε η ώρα, και έχω ραντεβού για απολέπιση!
     - Μια χαρά το βλέπω το πρόσωπό σου…
     - Ποιο πρόσωπο; Στην ουρά κάνω απολέπιση!
     - Μισό λεπτό, πριν φύγεις, να σε ρωτήσω κάτι…
     - Αν χάσω το ραντεβού, θα περιμένω ένα μήνα για νέο, δε θα βλέπομαι σου λέω!
     - Μια στιγμή, μήπως είδες το καλοκαίρι;
     - Το ποιο;
     - Το καλοκαίρι.
     - Το γνωστό;
     - Το γνωστό.
     - Δεν ξέρω, είδα τις προάλλες έναν νεαρό που του έμοιαζε…
     - Πώς ήταν;
     - Ξανθός, ηλιοκαμμένος, με φαρδιές πλάτες…
     - … Και;
     - Πρέπει να κολυμπάει, τέτοιες πλάτες δεν τις έχει όποιος κι όποιος…
     - … Και;
     - Εμένα μου αρέσουν πολύ οι φαρδιές πλάτες στον άντρα, όχι πολύ φαρδιές, βέβαια…
     - Πού ήταν;
     - …αλλά αυτός τις είχε όσο φαρδιές έπρεπε, ωραίο παιδί, ελεύθερος νομίζω πως είναι… δεν νομίζω να του κακοπέσει μια γυναίκα με ουρά, εξάλλου τι είναι η ουρά, ένα άκρο είναι, είπα ουρά και θυμήθηκα, πρέπει να βιαστώ, θα χάσω την απολέπιση!
     - Περίμενε!
     - Άλλη φορά, τώρα βιάζομαι!
     - Πού το είδες το καλοκαίρι;
     - Σε ένα καράβι, που έφευγε από το νησί!
     Και καθώς η Πίπη έβλεπε την ουρά της γοργόνας να βυθίζεται μέσα στα τυρκουάζ νερά, νιώθοντας απέραντη απογοήτευση, χτύπησε το κινητό της τηλέφωνο. Ήταν ο Αντώνης Ξετρυπώνης. Ήθελε να την ενημερώσει ότι η αποστολή της είχε λήξει. Το καλοκαίρι είχε επιστρέψει τελικά στο σπίτι του.
     - Μάλλον έμαθε ότι τον αναζητούσες και αποφάσισε να επιστρέψει από μόνο του, είπε ο Αντώνης Ξετρυπώνης.
     Η Πίπη έμεινε μόνη της στην παραλία. Όλα είχαν πάει καλά. Το καλοκαίρι είχε επιστρέψει, ο Αντώνης Ξετρυπώνης είχε διατηρήσει τη φήμη του εξαιρετικού ντεντέκτιβ, και η Πίπη είχε γνωρίσει μια γοργόνα αυτοπροσώπως… Μόνο πως δεν είχε ζητήσει από την γοργόνα να την βγάλει φωτογραφία. Δεν το είχε σκεφτεί, κρίμα… Και για να απαλύνει την απογοήτευσή της κάπως, η Πίπη φωτογράφισε έναν τεράστιο κροκόδειλο που βρισκόταν εκεί παραπέρα…